← Κύπρος

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 552/11, 31/8/2018

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 552/11, 31/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 552/11 Μεταξύ: XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και XXXXX ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.08.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Κλ. Καραμανίδης Για Εναγόμενο: κ. Σ. Κυριακίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου μάρκας Range Rover Ρ38 με αριθμούς εγγραφής XXXXX72. Ο εναγόμενος είναι μηχανικός αυτοκινήτων και διατηρεί προς τούτο συνεργείο στη Λεμεσό. Η απαίτηση του ενάγοντα είναι για το ποσό των €3.000 το οποίο αντιπροσωπεύει ζημιές και απώλειες που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου και/ή από τις πράξεις και παραλείψεις του και ή ένεκα κακοτεχνιών κατά την εκτέλεση της εργασίας που ανέλαβε σε σχέση με το αναφερόμενο αυτοκίνητο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης κατά/ή περί τον Μάρτιο του 2010 το πιο πάνω αναφερόμενο αυτοκίνητο του Ενάγοντα (στο εξής το αυτοκίνητο) παρουσίασε μηχανική βλάβη και προς τούτο το μετέφερε στο συνεργείο του Εναγόμενου για επιδιόρθωση. Ο Εναγόμενος κατά ή περί τον Μάιο του 2010 αφού προηγουμένως έλεγξε το αυτοκίνητο και εντόπισε το πρόβλημα συμφώνησε με τον Ενάγοντα να τοποθετήσει σε αυτό μια καινούργια μηχανή ούτως ώστε να λυθεί το μηχανικό πρόβλημα που παρουσίαζε. Προς τούτο ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα ότι παρήγγειλε από την Αγγλία μια καινούργια μηχανή την οποία και τοποθέτησε στο αυτοκίνητο έναντι του ποσού των €1.500,00 σεντ πλέον ΦΠΑ, για το οποίο εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο το οποίο και πλήρωσε ο Ενάγοντας. Δύο βδομάδες μετά την παραλαβή του αυτοκινήτου και ενώ ο Ενάγοντας το οδηγούσε, το αυτοκίνητο άρχισε να παρουσιάζει πρόβλημα με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί και να χρειαστεί για να το μεταφέρει στην οικία του με ρυμουλκό. Ακολούθως ειδοποίησε σχετικά τον Εναγόμενο, αυτός όμως δεν αποδέχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη και αρνήθηκε να ελέγξει εκ νέου το αυτοκίνητο. Ο Ενάγοντας μετέφερε το αυτοκίνητο του με ρυμουλκό σε άλλο συνεργείο και αφού διαπιστώθηκε πως η μηχανή του παρουσίαζε σοβαρή μηχανική βλάβη αποφασίστηκε η αντικατάσταση της με καινούργια μηχανή πράγμα το οποίο έγινε και κόστισε στον Ενάγοντα το ποσό των €3.000,00 σεντ. Ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €3.000 από τον Εναγόμενο τον οποίο καθιστά αποκλειστικά υπεύθυνο για την βλάβη που υπέστηκε το αυτοκίνητο του. Ως ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης του η μηχανή που τοποθέτησε ο Εναγόμενος στο αυτοκίνητο δεν ήταν καινούργια αλλά μεταχειρισμένη και μάλιστα ελαττωματική. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου και λόγω των πράξεων και παραλείψεων του στην εκτέλεση της εργασίας που ανέλαβε να εκτελέσει με τον σωστό και συνήθη τρόπο και σύμφωνα με τους κανόνες διεξαγωγής της εργασίας του μηχανικού αυτοκινήτων υπέστηκε ζημιές και έξοδα οι οποίες ανέρχονται στο πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Ο Εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης και την ανταπαίτηση του αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι η συμφωνία του με τον Ενάγοντα ήταν όπως έναντι της αμοιβής των €1500 πλέον Φ.Π.Α. παραγγείλει από το Ηνωμένο Βασίλειο και τοποθετήσει στο αυτοκίνητο μία μεταχειρισμένη και όχι καινούργια μηχανή την οποία και τοποθέτησε χωρίς να προβεί σε οποιανδήποτε επέμβαση σε αυτή. Αναφέρει περαιτέρω ότι κατά ή περί τον Μάιο του 2010 εξέδωσε τιμολόγιο για το ποσό €1500 πλέον Φ.Π.Α. το οποίο ο Ενάγοντας παρέλαβε αλλά ουδέποτε εξόφλησε μέχρι σήμερα. Ο Εναγόμενος αρνείται την οποιαδήποτε ευθύνη του αποδίδει ο Ενάγοντας. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας μετά που παρέλαβε το αυτοκίνητο του κατά ή περί τον Μάιο του 2010, τον πληροφόρησε ότι αυτό λειτουργούσε απρόσκοπτα. Ακολούθως ο Ενάγοντας μετά από δεκαπενθήμερο αφότου παρέλαβε το αυτοκίνητο, γνωστοποίησε στον Εναγόμενο ότι λόγω υπερθέρμανσης κατά τη χρήση του από πρόσωπο της οικογένειάς του η μηχανή του αυτοκινήτου αχρηστεύθηκε και το όχημα ακινητοποιήθηκε. Ο Εναγόμενος αποδέχεται με την έκθεση υπεράσπισης του ότι αρνήθηκε να παρέχει περαιτέρω υπηρεσίες προς επιδιόρθωση του αυτοκινήτου για τον λόγο ότι, όπως ισχυρίζεται, ο Ενάγοντας ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του ως άνω τιμολογίου την πληρωμή του οποίου και αξιώνει με την ανταπαίτηση του. Ο Ενάγοντας με την απάντηση του στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση του στην ανταπαίτηση επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ήταν ρητή η διαβεβαίωση του Εναγόμενου ότι η μηχανή που τοποθετήθηκε στο αναφερόμενο αυτοκίνητο ήταν καινούργια και μάλιστα χρειάστηκε να γίνει και ειδική παραγγελία από την Αγγλία. Είναι επίσης η θέση του ότι εάν ο ισχυρισμός του Εναγόμενου περί μη εξόφλησης του αναφερόμενου τιμολογίου ευσταθούσε τότε αυτός δεν θα αξίωνε την πληρωμή αυτού με την ανταπαίτηση του, αλλά προς τούτο θα προχωρούσε προηγουμένως με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν μαζί. Προς απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας κατάθεσε ο ίδιος και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα τον XXXXX Χρυσοστόμου ενώ ο Εναγόμενος από την πλευρά του κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο ενάγων (στην περίπτωση ανταπαίτησης ο εναγόμενος) έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή

(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που έλαβα υπόψη μου, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και η συνάφεια μεταξύ αυτών που ισχυρίστηκαν και των δικογραφημένων ισχυρισμών των δύο πλευρών. Τα όσα οι μάρτυρες της κάθε πλευράς έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά που τηρήθηκαν και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην ολότητα τους. Σχετική αναφορά στην μαρτυρία γίνεται, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Σημειώνεται ότι κατά την διάρκεια της ακροαματική διαδικασίας δεν έχει αμφισβητηθεί και συνεπώς γίνεται αποδεκτό ότι τόσο ο εναγόμενος όσο και ο ΜΕ2 είναι μηχανικοί αυτοκινήτων. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είναι απόφοιτος της τεχνικής σχολής, ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού και διατηρεί συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων. Ο εναγόμενος επίσης διατηρεί συνεργείο και ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων για 50 χρόνια. Δεν διαθέτει ακαδημαϊκά προσόντα αλλά οι γνώσεις του προέρχονται από την πολύχρονη εμπειρία του. Απέκτησε επίσης ειδικές γνώσεις σε σχέση με αυτοκίνητα τύπου Range Rover και Land Rover. Σημειώνεται ότι η πείρα και οι γνώσεις του επιβεβαιώθηκαν και από τον ΜΕ2 ο οποίος καταθέτοντας στο Δικαστήριο δήλωσε ότι ο εναγόμενος έχει περισσότερα χρόνια εμπειρίας από τον ίδιο. Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από την νομολογία για την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων είναι γνωστές. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1. Έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους v. Αβραάμ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984 και Τσαγγαρίδη κ.α. v. Αυγουστή
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 528). Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία v. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1020). Ο ενάγοντας (ΜΕ1) καταθέτοντας στο Δικαστήριο ανέφερε ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο και ο τελευταίος τον επιβεβαίωσε ότι θα τοποθετήσει στο αυτοκίνητο μία καινούργια μηχανή. Ισχυρίσθηκε μάλιστα ότι ο εναγόμενος τον διαβεβαίωσε πως η μηχανή καλυπτόταν από εγγύηση που ίσχυε για περίοδο ενός έτους ή μέχρι που το αυτοκίνητο διανύσει 10.000 χιλιόμετρα. Ερωτηθείς σχετικά ισχυρίσθηκε ότι όταν παρέλαβε το αυτοκίνητο πλήρωσε τον εναγόμενο και προς τούτο έλαβε απόδειξη πληρωμής. Σε σχέση με τη βλάβη που ακολούθως παρουσίασε το αυτοκίνητο ανέφερε ότι καθώς το οδηγούσε και βρισκόταν καθοδόν προς συγκεκριμένο χωριό, το αυτοκίνητο παρουσίασε βλάβη στα φρένα και έβγαζε φλόγες από το καπό. Επειδή ο εναγόμενος αρνήθηκε να αναλάβει την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου αναγκάσθηκε να το μεταφέρει για επιδιόρθωση σε άλλο μηχανικό και συγκεκριμένα τον ΜΕ2 ο οποίος αφού το έλεγξε του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο έβγαλε φλόγες ένεκα απώλειας λαδιού επειδή χάλασαν τα φρένα και η επιδιόρθωση του θα στοίχιζε €3.
  1. Ο ΜΕ2 επιδιόρθωσε το αυτοκίνητο και συγκεκριμένα τοποθέτησε άλλη μηχανή και άλλαξε τα φρένα που είχαν υποστεί βλάβη. Ο Ενάγοντας θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Στην προσπάθεια του να πείσει για τη δική του εκδοχή περιέπεσε σε αντιφάσεις, οι θέσεις του δεν ήταν σταθερές, κάποιες στερούνται λογικής ενώ άλλες δεν ήταν πειστικές. Μέρος επίσης της μαρτυρίας του δεν συνάδει με το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης του αλλά ούτε και με τη μαρτυρία του ΜΕ
  2. Καταρχήν ο ενάγοντας δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του ότι ο εναγόμενος συμφώνησε και τον διαβεβαίωσε πως θα τοποθετήσει στο αυτοκίνητο καινούργια μηχανή και όχι μεταχειρισμένη. Από τα λεγόμενα του είναι σαφές ότι γνώριζε εκ των προτέρων ότι το κόστος για την αλλαγή της μηχανής θα ήταν €1500 πλέον ΦΠΑ. Άλλωστε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε πως όταν συμφώνησε με τον εναγόμενο να προχωρήσει στην αλλαγή της μηχανής δεν ενημερώθηκε προηγουμένως για το σχετικό κόστος. Δεν συνάδει συνεπώς με τη λογική ο εναγόμενος έναντι της συγκεκριμένης αμοιβής να συμφώνησε να τοποθετήσει στο αυτοκίνητο καινούργια μηχανή, αφού, όπως ανέφερε ο μάρτυρας που κλήθηκε από τον ενάγοντα και κατέθεσε ως ΜΕ2, η αξία μίας καινούργιας μηχανής για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ανέρχεται στο ποσό των €10.
  3. Ουδόλως έπεισε επίσης για την αλήθεια της εκδοχής του λέγοντας ότι πλήρωσε τον εναγόμενο για την εργασία που εκτέλεσε και έλαβε προς τούτο απόδειξη, αφού, χωρίς να δώσει οποιανδήποτε επαρκή εξήγηση, αντί της απόδειξης που ισχυρίσθηκε ότι έλαβε, κατέθεσε στο Δικαστήριο το τιμολόγιο που εξέδωσε ο εναγόμενος για το ποσό των €1.500 πλέον ΦΠΑ ήτοι για το συνολικό ποσό των €1725 (τεκμήριο 1). Ερωτηθείς μάλιστα κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι δεν έχει στην κατοχή του απόδειξη πληρωμής του αναφερόμενου ποσού. Η θέση του βέβαια ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να αναλάβει εκ νέου την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου είναι αποδεκτή δεδομένου ότι ο ίδιος με την έκθεση υπεράσπισης του αποδέχεται ότι αρνήθηκε να παρέχει περαιτέρω υπηρεσίες στον ενάγοντα για τον λόγο ότι αυτός ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του ως άνω τιμολογίου. Σε σχέση με τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο ενάγοντας ,ότι, ο εναγόμενος τον διαβεβαίωσε πως η μηχανή που τοποθέτησε στο αυτοκίνητο καλυπτόταν με εγγύηση δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι το αυτοκίνητο παρουσίασε μηχανική βλάβη 15 μέρες μετά που το παρέλαβε από τον εναγόμενο και ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα το αυτοκίνητο κυκλοφορούσε. Εντούτοις, χωρίς να είναι σε θέση να το τεκμηριώσει με οποιαδήποτε στοιχεία, λέγοντας μάλιστα ότι δεν έχει γνώσεις μηχανικού, επέμενε με γενικό και αόριστο τρόπο ότι για την μηχανική βλάβη που παρουσίασε το αυτοκίνητο ευθύνεται ο εναγόμενος επειδή η μηχανή που τοποθέτησε σε αυτό ήταν ελαττωματική. Είναι επίσης σημαντικό ότι, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, οι θέσεις του σε σχέση με τη βλάβη που παρουσίασε το αυτοκίνητο δεν συνάδουν απόλυτα με την μαρτυρία του ΜΕ
  4. Ο ισχυρισμός του επίσης ότι η μηχανή πήρε φωτιά και κάηκε όλο το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου δεν επιβεβαιώθηκε από τον ΜΕ2, ο οποίος κατά την αντεξέταση του ανέφερε μόνο ότι εντόπισε εστία φωτιάς στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου πίσω από «το καπάκι». Ερωτηθείς σχετικά απέκλεισε το ενδεχόμενο το αυτοκίνητο μετά από την αλλαγή της μηχανής να παρουσίασε μηχανική βλάβη ένεκα κακής χρήσης. Εντούτοις όμως αποδέχθηκε ότι η βλάβη που παρουσίασε το αυτοκίνητο του την πρώτη φορά όταν το πήρε στον εναγόμενο για επιδιόρθωση, οφειλόταν αποκλειστικά σε δικό του λάθος. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι άνοιξε το ραδιατέρ για να προσθέσει νερό και στη συνέχεια ξέχασε να τοποθετήσει το καπάκι με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να χάνει νερό και να υπερθερμανθεί. Για τους πιο πάνω λόγους πλην του ότι εναγόμενος αρνήθηκε να αναλάβει εκ νέου την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου η υπόλοιπη μαρτυρία του ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο XXXXX Χρυσοστόμου που είναι ο μηχανικός αυτοκινήτων που επιδιόρθωσε το αυτοκίνητο του εναγόμενου τη δεύτερη φορά που αυτό παρουσίασε βλάβη. Σε αντίφαση με τα όσα ισχυρίσθηκε ο ενάγοντας, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο παρουσίασε βλάβη στα φρένα και έχανε λάδια, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο «φαινόταν να είχε υπερθερμανθεί» και όταν ο ίδιος άνοιξε την μηχανή διαπίστωσε ότι υπήρχε ραγισμένος κύλινδρος. Ανέφερε ότι η υπερθέρμανση και το ράγισμα του κυλίνδρου μπορεί να προέλθει είτε από το ραδιατέρ, είτε στην περίπτωση που έχει φθαρεί ένα λάστιχο και υπάρχει απώλεια νερού. Ο ίδιος αντικατέστησε τη μηχανή του αυτοκινήτου με άλλη μηχανή μεταχειρισμένη και χρέωσε τον ενάγοντα με το ποσό των €3.
  5. Ερωτηθείς κατά πόσο το θεωρεί φυσιολογικό που το αυτοκίνητο παρουσίασε βλάβη μερικές μέρες μετά από την αλλαγή της μηχανής από τον εναγόμενο, απάντησε αδιευκρίνιστα ότι μετά την τοποθέτηση της μηχανής και αφού το αυτοκίνητο τεθεί σε λειτουργία τότε μπορεί να εντοπιστεί κατά πόσο στο σύστημα του νερού υπάρχει πίεση. Ανέφερε περαιτέρω ότι στην περίπτωση που υπάρχει πίεση τότε σημαίνει ότι η μηχανή είναι ελαττωματική, δηλαδή είτε έχουν φθαρεί οι «τζιουβάδες», είτε υπάρχει μπλοκαρισμένο ραδιατέρ, είτε η μπόμπα του νερού δεν κάνει σωστό κύκλωμα. Η διαπίστωση του ΜΕ2 ότι υπήρχε ράγισμα στον κύλινδρο δεν έχει αμφισβητηθεί και συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι πλην της διαπίστωσης αυτής παρέλειψε να διευκρινίσει τι ακριβώς είναι ο κύλινδρος και ποιος ο ρόλος του στην λειτουργία της μηχανής ενός αυτοκινήτου. Σημειώνεται επίσης, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, ότι σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ενάγοντα ο ΜΕ2 δεν ανέφερε ότι εντόπισε βλάβη στα φρένα και ότι απαιτήθηκε η αλλαγή τους. Παράλληλα με γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς να παραθέσει τεκμηριωμένα στοιχεία εξέφρασε την πεποίθηση του ότι το ράγισμα που εντόπισε στον κύλινδρο του αυτοκινήτου οφειλόταν στη πίεση του νερού. Επιπρόσθετα του ότι η θέση του αυτή δεν συνάδει απόλυτα με την προηγούμενη του δήλωση, ότι δηλαδή το ράγισμα στον κύλινδρο οφείλεται στην υπερθέρμανση της μηχανής, παρέλειψε να εξηγήσει επακριβώς τι συνιστά η πίεση του νερού και πως ακριβώς αυτή συνδέεται με το ράγισμα στον κύλινδρο. Ανέφερε μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης με αδιευκρίνιστο πάντα τρόπο ότι πρόκειται για το σύστημα με το οποίο ψύχεται η μηχανή του αυτοκινήτου. Ακόμα όμως και η διαπίστωση του περί υπερθέρμανσης της μηχανής του αυτοκινήτου δεν δηλώθηκε εκ μέρους του με βεβαιότητα αφού όπως και πιο πάνω αναφέρεται περιορίσθηκε μόνο να πει ότι το αυτοκίνητο «φαινόταν» να είχε υπερθερμανθεί. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η ίδια αοριστία και ασάφεια χαρακτηρίζει και το περιεχόμενο της επιστολής του ημερ. 28.9.2010 που παρέδωσε στον ενάγοντα και κατατέθηκε ως τεκμ.2, όπου και εκεί, χωρίς να παραθέτει τεκμηριωμένα στοιχεία και ή άλλες λεπτομέρειες αναφέρει μόνο ότι η μηχανή του αυτοκινήτου παρουσιάζει σοβαρή μηχανική βλάβη και χρήζει αντικατάστασης που θα στοιχίσει €3.000 περιλαμβανομένων και των εργατικών. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι διαπίστωσε το ράγισμα στον κύλινδρο αφού έλεγξε την μηχανή του αυτοκινήτου, δεν ήταν όμως σε θέση να πει με βεβαιότητα κατά πόσο έλεγξε και το ραδιατέρ του αυτοκινήτου αφού ερωτηθείς σχετικά απάντησε «αν δεν κάμνω λάθος ήταν σπασμένο από την πολλή πίεση που είχε» χωρίς όμως να διευκρινίσει σε ποια πίεση αναφέρεται και ποιος είναι ο ρόλος αυτής. Δεν ήταν ακόμα σε θέση να διευκρινίσει τη συγκεκριμένη τιμή που αγόρασε την μεταχειρισμένη μηχανή που ισχυρίσθηκε ότι τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του ενάγοντα επειδή όπως ανέφερε την εξασφάλισε από μεταχειρισμένο αυτοκίνητο που αγόρασε σε πλειστηριασμό. Η θέση του όμως ότι αντικατέστησε τη μηχανή του αυτοκινήτου με άλλη μεταχειρισμένη και χρέωσε τον ενάγοντα με το ποσό των €3.000 παρά το ότι δεν κατατέθηκε εκ μέρους του οποιοδήποτε σχετικό τιμολόγιο, εντούτοις, δεν έχει αμφισβητηθεί και συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Δήλωσε επίσης όπως και πιο πάνω αναφέρεται, ότι μία καινούργια μηχανή για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στοιχίζει περίπου €10.000, θέση που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά επιβεβαιώθηκε και από τον εναγόμενο και συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε επίσης ότι δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί κατά πόσο μία μηχανή έχει κάποιο ελάττωμα πριν αυτή τοποθετηθεί στο αυτοκίνητο. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο διέθετε θερμοστάτη και ένας προσεκτικός οδηγός μπορούσε παρακολουθώντας τη σχετική ένδειξη που υπάρχει μπροστά του να διαπιστώσει την ύπαρξη υπερθέρμανσης της μηχανής. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι στη περίπτωση που η μηχανή που τοποθέτησε ο εναγόμενος στο αυτοκίνητο είχε οποιοδήποτε από τα προβλήματα που ο ίδιος ανέφερε ως πιθανές αιτίες για τη βλάβη που παρουσίασε, τότε το πρόβλημα αυτό θα εμφανιζόταν από τις πρώτες μέρες που το αυτοκίνητο κυκλοφόρησε στο δρόμο ή ακόμα όπως ισχυρίσθηκε και από τη πρώτη ώρα. Η θέση του αυτή όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά όπως θα διαφανεί στη συνέχεια βρίσκεται σε συνάφεια και με τη μαρτυρία του εναγόμενου και συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Παρά τις πιο πάνω δηλώσεις του όμως και χωρίς να το τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία ισχυρίσθηκε ότι η μηχανή που τοποθέτησε ο εναγόμενος στο αυτοκίνητο ήταν ελαττωματική. Ενώ δε αρχικά απαντώντας σε σχετική ερώτηση δήλωσε με αμεσότητα και χωρίς δεύτερη σκέψη ότι ένας μηχανικός δεν φέρει οποιανδήποτε ευθύνη για τη μηχανή που τοποθετεί σε ένα αυτοκίνητο, ακολούθως, προσπάθησε να διαφοροποιήσει τη θέση του αυτή λέγοντας ότι σε μία τέτοια περίπτωση ο μηχανικός φέρει «κάποια ευθύνη». Ασαφείς ήταν επίσης οι απαντήσεις του σε σχέση με την ευθύνη του μηχανικού στη περίπτωση που διαπιστωθεί ότι έχει τρυπήσει το λάστιχο του ραδιατέρ. Ανέφερε ότι ο μηχανικός ευθύνεται στην περίπτωση που το λάστιχο τρυπήσει από δική του υπαιτιότητα όχι όμως στη περίπτωση που αυτό τρυπήσει από μόνο του. Επισφράγισμα δε της αβεβαιότητας και της ασάφειας η οποία χαρακτηρίζει την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού απετέλεσε και η δήλωση του απαντώντας σε σχετική υποβολή, ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ευθύνεται ο εναγόμενος για την υπερθέρμανση που παρουσίασε το αυτοκίνητο του ενάγοντα. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας του και συνεπώς παρά το ότι έγινε αποδεκτό ότι είναι μηχανικός αυτοκινήτων δεν έχω πεισθεί ότι ένεκα της εμπειρίας του αυτής μπόρεσε να εκφράσει άποψη εμπειρογνωμοσύνης ως προς την αιτία της βλάβης που παρουσίασε το αυτοκίνητο του ενάγοντα μετά τη τοποθέτηση της μηχανής από τον εναγόμενο. Δεν έχει επίσης θέσει κατά τρόπο τεκμηριωμένο συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να οδηγούν σε συμπέρασμα ότι η μηχανή που τοποθέτησε ο εναγόμενος ήταν ελαττωματική και ή ότι η βλάβη που παρουσίασε το αυτοκίνητο οφείλεται σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου. Αντίθετα από το σύνολο της μαρτυρίας του είναι εμφανές ότι δεν έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει το Δικαστήριο ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία (βλ. μεταξύ άλλων, Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2013, Καουρής ν. Δημητρίου κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 967). Συνεπώς πλην των όσων γίνονται αποδεκτά πιο πάνω η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΕ2 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο εναγόμενος από τη πλευρά του άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ισχυρίσθηκε παραμένοντας σταθερός στη θέση του ότι η συμφωνία του με τον ενάγοντα ήταν να τοποθετήσει στο αυτοκίνητο μία μεταχειρισμένη μηχανή και όχι καινούργια έναντι του ποσού των €1.500 πλέον ΦΠΑ. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ανέφερε, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΕ2, ότι μία καινούργια μηχανή για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο κατά τον ουσιώδη χρόνο στοίχιζε περίπου €8.000 με €10.
  1. Η θέση του συνεπώς αυτή γίνεται αποδεκτή δεδομένου ότι συνάδει απόλυτα με τη λογική λαμβάνοντας υπόψη αφενός την αξία μίας καινούργιας μηχανής και αφετέρου το ποσό που είναι αποδεκτό ότι συμφωνήθηκε να καταβάλει ο ενάγοντας για την αλλαγή της μηχανής. Ο εναγόμενος ανέφερε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του ότι αφού τοποθέτησε τη μηχανή στο αυτοκίνητο πριν το παραδώσει στον ενάγοντα το έλεγξε και δεν εντόπισε οποιονδήποτε πρόβλημα. Ισχυρίσθηκε ότι για την εργασία που εκτέλεσε εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα το τιμολόγιο τεκμήριο 1 έναντι του οποίου όμως ο τελευταίος δεν κατέβαλε κανένα ποσό. Σε όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι δεν πληρώθηκε το αναφερόμενο τιμολόγιο. Ισχυρίσθηκε ότι στη περίπτωση εξόφλησης του τιμολογίου θα εξέδιδε στον ενάγοντα σχετική απόδειξη θέση που αφενός διαπιστώνεται να μην αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του αλλά και αφετέρου ο ενάγοντας του οποίου εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία δεν έγινε αποδεκτή, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος εξέδωσε μόνο το τιμολόγιο αλλά παρέλειψε και ή αρνήθηκε να εκδώσει και να του παραδώσει απόδειξη πληρωμής. Αντίθετα όπως και πιο πάνω αναφέρεται ο ενάγοντας ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίσθηκε ότι έλαβε απόδειξη, αντί όμως αυτής και χωρίς να δώσει οποιανδήποτε επαρκή εξήγηση, κατέθεσε στο δικαστήριο το τιμολόγιο τεκμ.
  2. Η θέση του εναγόμενου ότι παρέδωσε το αυτοκίνητο στον ενάγοντα χωρίς την εξόφληση του τιμολόγιου και ανέμενε ότι θα πληρωθεί στη συνέχεια, κάτι που όπως ανέφερε συμβαίνει και με άλλους πελάτες του συνεργείου του, υπό τις περιστάσεις δεν κρίνεται ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του σε σχέση με το αναφερόμενο ζήτημα. Αποδέχομαι συνεπώς ότι ο ενάγοντας δεν εξόφλησε το τιμολόγιο που εξέδωσε ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος υποστήριξε ότι στην περίπτωση που η μηχανή που τοποθέτησε στο αυτοκίνητο παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα αυτό θα διαπιστωνόταν το πολύ σε δύο μέρες από την παράδοση του στον ενάγοντα, θέση που γίνεται αποδεκτή αφού όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά φαίνεται να βρίσκεται και σε συνάφεια με την μαρτυρία του ΜΕ
  3. Ο ισχυρισμός του όμως ότι ο ενάγοντας δεν του ζήτησε να επιδιορθώσει εκ νέου το αυτοκίνητο αλλά απλά τον ενημέρωσε ότι παρουσίασε βλάβη και θα το μεταφέρει για επιδιόρθωση σε άλλο μηχανικό δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον βρίσκεται σε αντίφαση με την έκθεση υπεράσπισης του όπου και αναφέρεται ότι ο ίδιος αρνήθηκε να παρέχει περαιτέρω υπηρεσίες στον ενάγοντα για το λόγο ότι αυτός δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι του ως άνω αναφερόμενου τιμολογίου, γεγονός που άλλωστε το αποδέχθηκε τελικά στην συνέχεια κατά την αντεξέταση του. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την πλευρά του ενάγοντα ανέφερε ότι η απώλεια νερού από την μηχανή ενός αυτοκινήτου μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους και μία από τις περιπτώσεις που μπορεί να συμβεί αυτό είναι όταν σπάσει το λάστιχο του νερού. Διευκρίνισε όμως ότι απώλεια νερού μπορεί να υπάρξει από διάφορα τμήματα του αυτοκινήτου τα οποία δεν αποτελούν μέρος της μηχανής όπως για παράδειγμα οι βαλβίδες μέσα στη σόμπα, οι «τάπποι», διάφορα άλλα λάστιχα του αυτοκινήτου και το ραδιατέρ του νερού. Ο εναγόμενος αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι η μηχανή που τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του ενάγοντα ήταν ελαττωματική και ότι ένεκα τούτου σε 15 μέρες μετά τη τοποθέτηση της έσπασε το λάστιχο του νερού. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός το βάρος απόδειξης του οποίου βρισκόταν στους ώμους του ενάγοντα παρέμεινε σε επίπεδο θεωρητικό εφόσον δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και ή άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας τα μόνα συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει είναι ότι ο εναγόμενος ο οποίος είναι μηχανικός αυτοκινήτων με πολυετή πείρα και διατηρεί συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων, κατά τον ουσιώδη χρόνο συμφώνησε και τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του ενάγοντα μία μεταχειρισμένη μηχανή έναντι του ποσού των €1500 πλέον ΦΠΑ ήτοι για το συνολικό ποσό των €
  4. Ο εναγόμενος για το εν λόγω ποσό εξέδωσε το τιμολόγιο τεμ1, έναντι του οποίου ο ενάγοντας δεν κατέβαλε κανένα ποσό. Μετά τη πάροδο 15 ημερών αφότου ο ενάγοντας παρέλαβε το αυτοκίνητο από το συνεργείο του εναγόμενου και ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα το χρησιμοποιούσε, το αυτοκίνητο παρουσίασε μηχανική βλάβη. Ο ενάγοντας πληροφόρησε τον εναγόμενο για τη βλάβη που παρουσίασε το αυτοκίνητο αλλά αυτός αρνήθηκε να προσφέρει οποιεσδήποτε περαιτέρω υπηρεσίες για την επιδιόρθωση του. Ο ενάγοντας μετέφερε το αυτοκίνητο προς επιδιόρθωση σε άλλο μηχανικό αυτοκινήτων και συγκεκριμένα στον ΜΕ
  5. Ο ΜΕ2 αφού έλεγξε τη μηχανή του αυτοκινήτου διαπίστωσε ότι υπήρχε ραγισμένος κύλινδρος. Αντικατέστησε τη μηχανή του αυτοκινήτου με άλλη μεταχειρισμένη μηχανή και χρέωσε τον ενάγοντα με το ποσό των €3.
  6. Η αξίωση του ενάγοντα στη βάση της παράβασης συμφωνίας και ή της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, όπως αυτή περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη εφόσον η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος συμφώνησε και ανέλαβε να τοποθετήσει στο αυτοκίνητο καινούργια μηχανή και όχι μεταχειρισμένη δεν έγινε αποδεκτή και απορρίφθηκε. Η απαίτηση του ενάγοντα βασίζεται παράλληλα και στο αστικό αδίκημα της αμέλειας αφού στην έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ζημιά λόγω των πράξεων και παραλείψεων του εναγόμενου κατά την εκτέλεση της εργασίας που ανέλαβε να εκτελέσει με τον σωστό και συνήθη τρόπο και σύμφωνα με τους κανόνες διεξαγωγής της εργασίας του μηχανικού αυτοκινήτων. Όπως λέχθηκε στην Χρυσάνθου κ.α. ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295, 1305: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010). Ο ενάγων πρέπει βέβαια να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου του, καθώς επίσης οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται, όπως έχει λεχθεί στη Ράλλης Μακρίδης & Υιοι Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447, στον εναγόμενο «.. να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας.». Όπως ταυτόχρονα λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, δεν είναι όμως από την άλλη «... αναγκαίο για τον ενάγοντα να αποκλείσει κάθε πιθανή δυνατότητα ότι το δυστύχημα δυνατό να προκλήθηκε χωρίς αμέλεια από την πλευρά του εναγόμενου .....».» Στην υπό κρίση υπόθεση είναι αποδεκτό ότι ο εναγόμενος είναι μηχανικός με πολυετή πείρα και διατηρεί συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων. Η υποχρέωση επιμέλειας επαγγελματιών, καλύπτεται από το άρθρο 51
(2)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προβλέπει ότι: «51
(1).... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
(2)Υποχρέωση, να μην επιδεικνύεται αμέλεια υφίσταται στις πιο κάτω περιπτώσεις, δηλαδή ... ... ... ... ... ... ... ... ...... (ε) Πρόσωπο που ασκεί με αμοιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο πρόσωπο υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου, επί του οποίου ή επί της ιδιοκτησίας του οποίου ασκεί το επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή προς στον οποίο παρέχει την υπηρεσία». Το επίπεδο επιμέλειας τους καθορίζεται από το άρθρο 51
(1)(β) του Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι: «51
(1). Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελoύσε͘ ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου o υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Τόσο από τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Κεφ. 148, όσο και από τη νομολογία (βλ. Beaumont κ.α. ν. Παπακλεοβούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 525), προκύπτει ότι ένας επαγγελματίας, κρίνεται με βάση το βαθμό επιμέλειας και δεξιότητας που αναμένεται από το μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει. Το επίπεδο αυτό είναι του συνήθους, επιμελούς και ικανού επαγγελματία. Δεν είναι ούτε εκείνο του πολύ προσοντούχου, ούτε εκείνο ενός επαγγελματία που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος μπορεί να παρέχει κάποια κάλυψη αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά. Ο ενάγοντας με τη έκθεση απαίτησης του αποδίδει τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο του στην αμέλεια του εναγόμενου παραλείποντας όμως να παραθέσει λεπτομέρειες με αποτέλεσμα από το δικόγραφο του να μην καθίσταται συνεπώς σαφές, ποια είναι η αμέλεια που αποδίδεται στον εναγόμενο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο ΜΕ2 εντόπισε ότι στο αυτοκίνητο του ενάγοντα υπήρχε ραγισμένος κύλινδρος. Όπως όμως διαπιστώνεται δεν υπάρχει επαρκής και ικανοποιητική μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με την αιτία της συγκεκριμένης ζημιάς και ειδικότερα ότι αυτή οφείλεται σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου. Επιπρόσθετα των αντικρουόμενων εκδοχών που προβλήθηκαν μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του ενάγοντα υπενθυμίζεται ότι δεν έχει καν διευκρινισθεί τι είναι ο κύλινδρος στον οποίο εντοπίσθηκε το ράγισμα και ποιος είναι ο ρόλος του στη λειτουργία της μηχανής ενός αυτοκινήτου. Περαιτέρω δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η μεταχειρισμένη μηχανή που τοποθέτησε ο εναγόμενος στο αυτοκίνητο του ενάγοντα ήταν ελαττωματική. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι ο εναγόμενος ήταν αμελής επί τω ότι τοποθέτησε στο αυτοκίνητο ελαττωματική μηχανή, ελλείπει η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια (causation) μεταξύ της αμέλειας και της βλάβης που παρουσίασε το αυτοκίνητο, το βάρος απόδειξης της οποίας βρισκόταν στους ώμους του ενάγοντα. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω συνεπώς ότι ο ενάγοντα απέτυχε να αποδείξει στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η βλάβη που παρουσίασε το αυτοκίνητο του οφείλεται στην αντισυμβατική συμπεριφορά και ή την αμέλεια του εναγόμενου. Ως αποτέλεσμα τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή κρίνεται ότι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ο εναγόμενος έχει αποδείξει την ανταπαίτηση του η οποία συνεπώς θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην ανταπαίτηση εκδίδεται απόφαση υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €1725 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της ανταπαίτησης. Δεδομένου ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση έχουν εκδικαστεί μαζί κρίνω ορθό όπως μη επιδικαστούν οποιαδήποτε έξοδα στην ανταπαίτηση. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other actions/Final (Αναφορά: Πολιτική - πρόκληση ζημιάς ένεκα αντισυμβατικής συμπεριφοράς και επαγγελματικής αμέλειας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.