← Κύπρος

ΣΑΒΒΑ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2555/10, 29/8/2018

ΣΑΒΒΑ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2555/10, 29/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A345 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2555/10 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΣΑΒΒΑ
  2. XXXXX ΣΑΒΒΑ
  3. XXXXX ΣΑΒΒΑ
  4. XXXXX ΛΕΑΝΤΡΟΥ
  5. XXXXX ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Εναγόντων και
  6. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  7. XXXXX ΣΤΑΣΗ ΠΑΦΙΤΑΝΗ
  8. XXXXX ΦΕΙΔΙΑ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.08.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Γ. Θωμά για Γιαννάκης Κ. Θωμάς & Συνεργάτες Για Εναγόμενους: κ. Μ. Κονής για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες 1-5 σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν και είναι συνιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1XXX8, τεμάχιο 5X4, Φ/Σχ. 53/9, που βρίσκεται στην τοποθεσία «Αφάμη» και/ή Αράμη, στο χωριό Πάχνα, στην Λεμεσό (στο εξής το τεμάχιο 5X4). Το ακίνητο των εναγόντων συνορεύει με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 1XXX2, Φ/Σχ. 53/09, αριθμός τεμαχίου 7X (στο εξής το τεμάχιο 7X), ιδιοκτησία της εναγόμενης 1 η οποία είναι σύζυγος του εναγόμενου
  9. Ανέκαθεν σε ολόκληρο το μήκος του συνόρου των δύο κτημάτων υπήρχε όχτος και/ή κρημνός που χώριζε τα δυο κτήματα ο οποίος είχε ύψος που κυμαινόταν από 2-4 μέτρα. Κατά ή περί την 3/6/2008, ο Εναγόμενος 3 ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης και/ή χειριστής τρακτέρ, φορτηγών και άλλων μηχανημάτων και εκτελούσε χωματουργικές και/ή άλλες συναφείς εργασίες, μετά από οδηγίες και/ή εντολές των Εναγόμενων 1 και 2 αυθαίρετα και/ή παράνομα έσκαψε τον όχτο που υπήρχε μεταξύ των δυο κτημάτων, επεμβαίνοντας σε μεγάλο βάθος μέσα στο κτήμα των Εναγόντων κατά μήκος 35 περίπου μέτρων του συνόρου μεταξύ των δυο κτημάτων. Με την πιο πάνω επέμβαση αφαίρεσε μεγάλες ποσότητες χώματος από το κτήμα των Εναγόντων αλλοιώνοντας υψομετρικά μέρος του κτήματος τους το οποίο και έφερε στο ίδιο επίπεδο με το κτήμα της Εναγόμενης 1, ενώ ταυτόχρονα, μέσα από το κτήμα των Εναγόντων κατασκεύασε χωμάτινο δρόμο ως μέσο πρόσβασης προς το ως άνω περιγραφόμενο κτήμα της Εναγόμενης
  10. H παράνομη επέμβαση στο ακίνητο των εναγόντων είναι 330τ.μ. η αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των €11.
  11. Με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης τους οι ενάγοντες απαιτούν εναντίον των εναγόμενων το ποσό €21.910 που αναλύεται στο ποσό των €21.060 για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης εμβαδού 351τ.μ.και/ή την αποκατάσταση του όχτου με τεχνητά μέσα και στο ποσό των €850,00 για τα έξοδα ιδιώτη χωρομέτρη για την υπόδειξη του συνόρου μεταξύ των επίδικων κτημάτων στο μέρος εκείνο όπου ο όχτος έχει καταστραφεί. Απαιτούν περαιτέρω το ποσό των €1.745 ως ειδικές αποζημιώσεις που αναλύονται στο ποσό των €650 για την ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης, στο ποσό των €345 για την οριοθέτηση του κτήματος δια σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και στο ποσό των €750 για την αξία μίας χαρουπιάς που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχει ξεριζωθεί κατά την παράνομη επέμβαση στο κτήμα τους. Με το παρακλητικό της αγωγής ζητείται επίσης η έκδοση Διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στο πιο πάνω περιγραφόμενο κτήμα των Εναγόντων όπως επίσης και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Σημειώνεται ότι η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3, πριν ακόμα αυτός καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, αποσύρθηκε εκ μέρους των Εναγόντων άνευ βλάβης και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα τούτου η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης διεξάχθηκε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων 1 και
  12. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Αρνούνται ότι οφείλουν να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά στους Ενάγοντες και προβάλλουν ότι η αγωγή είναι πρόωρη διότι δεν υπάρχει πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης των επίδικων κτημάτων και/ή τα σύνορα αυτών αμφισβητούνται. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον του. Περαιτέρω αναφέρουν ότι ανέκαθεν σε ολόκληρο το μήκος του συνόρου των επίδικων κτημάτων υπήρχε υψομετρική διαφορά ύψους περίπου ένα μέτρο και/ή ότι το κτήμα της Εναγόμενης 1 βρισκόταν υψομετρικά πιο χαμηλά από το κτήμα των Εναγόντων κατά ένα μέτρο. Αρνούνται όμως ότι οι ίδιοι επενέβησαν με οποιοδήποτε τρόπο στο κτήμα των Εναγόντων. Ουδέποτε έσκαψαν και/ή έδωσαν οδηγίες στον Εναγόμενο 3 ή σε οποιοδήποτε άλλο, να σκάψει οποιοδήποτε όχτο και/ή ουδέποτε αφαίρεσαν με οποιοδήποτε τρόπο χώματα από το κτήμα των Εναγόντων και/ή ξερίζωσαν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χαρουπιά ή κατασκεύασαν με οποιοδήποτε τρόπο χωμάτινο δρόμο μέσα από το ακίνητο των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχονται ότι ανέθεσαν στον Εναγόμενο 3 να εκτελέσει κάποια εργασία, εντός του κτήματος τους αλλά ως ισχυρίζονται ουδέποτε του έδωσαν οδηγίες να περάσει μέσα από το κτήμα των Εναγόντων. Είναι η θέση τους πως εάν ο Εναγόμενος 3 πέρασε από κάπου οι ίδιοι δεν γνωρίζουν από ποιο σημείο πέρασε και κατά πόσο έλαβε προς τούτο άδεια από κάποιον πρόσωπο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παράνομα και/ή καταχρηστικά και/ή χωρίς την εξασφάλιση οιονδήποτε αδειών, επιχωμάτωσαν το κτήμα τους με τέτοιο τρόπο ώστε να το ανυψώσουν κατά έξι μέτρα και να δημιουργηθεί τεράστια υψομετρική διαφορά με το ακίνητο της Εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα το κτήμα της να βρεθεί κατά έξι μέτρα πιο χαμηλά από το κτήμα των εναγόντων χάνοντας έτσι όλη την θέα που διέθετε και να μειωθεί η αξία του. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες, κατά την παράνομη επιχωμάτωση και ανύψωση του κτήματος τους, παρέλειψαν να λάβουν τα δέοντα και προσήκοντα μέτρα με αποτέλεσμα τεράστιες ποσότητες χώματος να καταρρεύσουν και/ή να περιέλθουν εντός του ακινήτου της Εναγόμενης 1 προξενώντας της υπαίτια ζημία και παρεμβαίνοντας με αυτό τον τρόπο παράνομα στο ακίνητο της. Ισχυρίζονται ακόμα ότι στο κτήμα των Εναγόντων τοποθετήθηκα ξένα χώματα και όταν γίνονταν διαπλατύνεις του δρόμου. Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι ένεκα της παράνομης επιχωμάτωσης του ακινήτου των Εναγόντων και/ή της παράνομης ανύψωσης του κατά 6 μέτρα περίπου, το ακίνητο της απώλεσε την θέα που είχε προς το χωρίο Πάχνα με αποτέλεσμα η εκτιμημένη αξία του να μειωθεί περίπου κατά €6,
  13. Ζήτησε ως ισχυρίζεται επανειλημμένα από τους Ενάγοντες να μεταφέρουν και/ή απομακρύνουν τα χώματα αυτά από το ακίνητο της αλλά οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να το πράξουν με αποτέλεσμα η ίδια να αναγκαστεί να αποταθεί σε ιδιώτη εκσκαφέα - μεταφορέα για να απομακρύνει τα χώματα και προς τούτο αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό των €4.
  14. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν εναντίον των Εναγόντων το συνολικό ποσό των €10.500 ως αποζημίωση και/ή ειδικές ζημιές και περαιτέρω ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως απομακρύνουν τα χώματα με τα οποία παράνομα επιχωμάτωσαν το ακίνητο τους. Οι Ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και
  15. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η υψομετρική διαφορά των δύο κτημάτων σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν μεταξύ δύο έως τέσσερα μέτρα και το κτήμα της Εναγόμενης 1 ανέκαθεν βρισκόταν πιο χαμηλά από το κτήμα τους. Αρνούνται επίσης ότι επιχωμάτωσαν το ακίνητο τους κατά τρόπο ώστε να το ανυψώσουν κατά έξι μέτρα καθώς και ότι οποιαδήποτε χώματα κατέρρευσαν από το κτήμα τους και περιήλθαν εντός του κτήματος της Εναγόμενης
  16. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών εκδικάσθηκαν μαζί. Ως αποτέλεσμα τούτου οι ενάγοντες παρουσίασαν πρώτοι τη μαρτυρία τους τόσο για την απόδειξη της απαίτησης τους όσο και για την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση των εναγομένων και ακολούθησε η μαρτυρία που προσκόμισαν οι εναγόμενοι για την υπεράσπιση τους στην απαίτηση των εναγόντων και την απόδειξη της ανταπαίτησης τους. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο ενάγων (στην περίπτωση ανταπαίτησης ο εναγόμενος) έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή

(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Στην υπό κρίση υπόθεση για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες, ο XXXXX Βρυωνίδης (ΜΕ1), ο XXXXX Αγαθαγγέλου (ΜΕ2), ο XXXXX Σάββα (ΜΕ3) και ο XXXXX Σιαμπτάνης (ΜΕ4). Για την πλευρά των εναγόμενων 1 και 2 καταθέσαν επίσης τέσσερεις μάρτυρες, η XXXXX Παπαιωάννου (ΜΥ1), ο XXXXX Αθανάσης (ΜΥ2) , ο XXXXX XXXXX Παφιτανή (ΜΥ3) και ο XXXXX Μιχαλάκη (ΜΥ4). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο υποστήριξαν τις θέσεις της πλευράς που ο καθένας εκπροσωπεί και ανέπτυξαν τις εισηγήσεις τους οι οποίες και έχουν μελετηθεί με τη δέουσα προσοχή. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που έλαβα υπόψη μου, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και η συνάφεια μεταξύ αυτών που ισχυρίστηκαν και των δικογραφημένων ισχυρισμών των δύο πλευρών. Τα όσα οι μάρτυρες της κάθε πλευράς έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά που τηρήθηκαν και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην ολότητα τους. Σχετική αναφορά στην μαρτυρία γίνεται, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρία λαμβάνονται επίσης υπόψη οι νομικές αρχές που έχει καθιερώσει η υπόθεση Adidas Sportshuhfabriken Adi Dassler KG ν. Jonitexo Limited
(1987)1 C.L.R. 383, επί του θέματος της παράλειψης αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδη θέματα που αφορούν την υπεράσπιση. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην απόφαση της υπόθεσης Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου ν. Λεόντιου Κ. Μοσχάτου,
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.785, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ".. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου". Επανερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση σημειώνεται ότι η ιδιοκτησία των δύο επίδικων κτημάτων δεν απετέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει επίσης ότι το τεμάχιο 5X4 δεν έχει διαχωριστεί μεταξύ των εναγόντων επίσημα αλλά ο καθένας από αυτούς κατέχει ένα τμήμα του κτήματος και το χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων οι εναγόμενοι επενέβησαν παράνομα στο κτήμα τους και προκάλεσαν σε αυτό ζημιά. Όπως δε προκύπτει από τις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες αλλά δηλώθηκε και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, οι ενάγοντες παρά το ότι προσκόμισαν σχετική μαρτυρία δεν απαιτούν την αξία της γης που επηρεάσθηκε από την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση αλλά αποζημίωση για την αξία του κόστους της αποκατάστασης της ζημιάς που προκλήθηκε έτσι ώστε το κτήμα τους να επανέλθει στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την παράνομη επέμβαση. Αποτελούν συνεπώς επίδικα θέματα η ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση με πρόκληση ζημιάς στο κτήμα των εναγόντων και σε τέτοια περίπτωση η αξία της αποκατάστασης της. Επίδικο θέμα προς εξέταση συνιστά επίσης το κατά πόσο οι ενάγοντες προέβησαν στις ενέργειες που τους αποδίδουν οι εναγόμενοι και εάν με αυτές προκάλεσαν τις ζημιές που περιγράφονται στην ανταπαίτηση. Ουσιαστική συνεπώς για τα πλείστα από τα επίδικα θέματα στην προκειμένη περίπτωση είναι η μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από την νομολογία για την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων είναι γνωστές. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1. Έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους v. Αβραάμ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984 και Τσαγγαρίδη κ.α. v. Αυγουστή
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 528). Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία v. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1020). Για το ζήτημα της επίδικης επέμβασης κλήθηκε εκ μέρους των εναγόντων και κατέθεσε ο ΜΕ1 ο οποίος είναι τοπογράφος μηχανικός απόφοιτος του Πολυτεχνείου των Αθηνών και ασκεί το επάγγελμα από το έτος
  1. Κατά το έτος 2009 με οδηγίες του ενάγοντα 1 επισκέφθηκε τα επίδικα ακίνητα και με βάση τις δικές του μετρήσεις διαπίστωσε ότι υπήρχε επέμβαση του τεμαχίου 70 προς το τεμάχιο 5X
  2. Συγκεκριμένα έγινε αναμόχλευση, εκσκαφή του όχτου που είναι το κοινό σύνορο των δύο κτημάτων με αποτέλεσμα να υπάρξει μετακίνηση του τεμαχίου 7X εντός του τεμαχίου 5X
  3. Το έτος 2016 αποτάθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο για να του παραχωρηθεί η υπόθεση για την ανεύρεση των επίσημων συνόρων των επίδικων κτημάτων. Το κτηματολόγιο ετοίμασε και του παραχώρησε το φάκελο ΑΧ 1938/16 για να διεκπεραιώσει ο ίδιος τη τοπογραφική εργασία σε σχέση με τα σύνορα των αναφερόμενων τεμαχίων. Στον φάκελο που του παραδόθηκε από το κτηματολόγιο υπήρχαν καταχωρημένα και του δόθηκαν τα ανατολικά σύνορα του τεμαχίου 554 δηλαδή τα σύνορα του με το τεμάχιο 7X σε συντεταγμένες όπως είχαν καθοριστεί από το Κτηματολόγιο. Ο ίδιος εκτέλεσε τη χωρομετρική εργασία που του ανατέθηκε και διενήργησε τις ανάλογες μετρήσεις βασιζόμενος στα στοιχεία του φακέλου που του παρέδωσε το κτηματολόγιο. Αφού τοποθέτησε επί τόπου τα σύνορα που του δόθηκαν από το Κτηματολόγιο ακολούθως αποτύπωσε την κορυφογραμμή του υφιστάμενου όχτου, έλαβε τις σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε σχέδιο με την υφιστάμενη κατάσταση. Διαπίστωσε ότι τα σύνορα μεταξύ των δύο επίδικων κτημάτων έχουν διαφοροποιηθεί, υπήρξε δηλαδή μετακίνηση τους σε βάρος του τεμαχίου 5X4.Μεταξύ άλλων για να διεκπεραιώσει τη συγκεκριμένη χωρομετρική εργασία βασίσθηκε και υλοποίησε στο έδαφος στις 5 συντεταγμένες που του παραχώρησε το κτηματολόγιο, εκ των οποίων η κάθε μία καθορίζει τα 5 κοινά όρια των τεμαχίων 5X4 και 7X. Ανέφερε επίσης ότι βάσει των στοιχείων που του παραχωρήθηκαν από το κτηματολόγιο τα σύνορα του τεμαχίου 5X4 καθορίσθηκαν μέσα στα πλαίσια του φακέλου ΑΧ 2953/
  4. Ο ΜΕ1 κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατάθεσε το σχετικό σημείωμα καθώς και τη δήλωση παραλαβής των στοιχείων που παρέλαβε από το κτηματολόγιο (τεκμ 1 και 2). Κατέθεσε επίσης από το φάκελο του κτηματολογίου αντίγραφο σχεδίου των επίδικων κτημάτων (τεκμ 3) που ετοίμασε το κτηματολόγιο και βρισκόταν στο φάκελο που του παραδόθηκε και επί του οποίου όπως εξήγησε σημειώνονται με σταυρούς τα κοινά όρια των τεμαχίων 5X4 και 7X. Οι μετρήσεις του τεκμ. 3 έγιναν από το Κτηματολόγιο και του δόθηκαν για να υλοποιήσει επί τόπου το κοινό σύνορο των δύο επίδικων κτημάτων. Βάσει της χωρομετρικής εργασίας που διενήργησε ετοίμασε σχέδιο το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμ 4) επί του οποίου σημείωσε τις υψομετρικές διαφορές των επίδικων κτημάτων κατά μήκος του όχτου. Εξήγησε αναλυτικά το σχέδιο τεκμ 4 και υπέδειξε σε αυτό τις εκσκαφές που έγιναν στον όχτο επί του κοινού συνόρου των επίδικων κτημάτων εντός του τεμαχίου 5X
  5. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι μέσος όρος του ύψους ολόκληρου του όχτου είναι 7.5 μέτρα και η επέμβαση προς το τεμάχιο 554 είναι εμβαδού γύρω στα 330 τετραγωνικά μέτρα. Κατέθεσε επίσης από το φάκελο του κτηματολογίου επίσημο χωρομετρικό σχέδιο (τεκμ.5) και εξήγησε ότι οι γραμμές που φαίνονται σε αυτό μεταξύ των επίδικων κτημάτων υποδεικνύουν την ύπαρξη του όχτου και την μεταξύ τους υψομετρική διαφορά. Σημειώνεται ότι όπως καταδεικνύεται στο χωρομετρικό σχέδιο τεκμ. 5 ο αναφερόμενος όχτος δεν διαχωρίζει μόνο τα επίδικα κτήματα αλλά και αριθμό άλλων κτημάτων σε μεγάλη έκταση της ίδιας περιοχής. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι περί το έτος 1912 που έγινε η χωρομέτρηση όπου υπήρχε σημαντικός όχτος ο τοπογράφος τον οριοθετούσε και με αυτό το τρόπο δήλωνε ότι ο όχτος ήταν και το σύνορο των κτημάτων. Υποστήριξε ότι βάσει των στοιχείων που του παραχωρήθηκαν από το κτηματολόγιο αλλά των έντονων γραμμών που εμφανίζονται σε μεγάλη επιφάνεια επί του χωρομετρικού σχεδίου καθώς και βάσει των μετρήσεων που διενήργησε ο ίδιος, ο συγκεκριμένος όχτος ήταν μεγάλος και σίγουρα ύψους πέραν του ενός μέτρου. Ερωτηθείς σχετικά με κάποιες σημειώσεις που φέρει το χωρομετρικό σχέδιο τεκμ. 5 μεταξύ άλλων εξήγησε ότι σημειώνεται επί αυτού ο φάκελος ΑΧ2953/05 που πρόκειται για το φάκελο συνοριακής διαφορά του τεμαχίου 5X4 με άλλο τεμάχιο της περιοχής και συγκεκριμένα του τεμαχίου 5X4 βάσει του οποίου και χωρομετρήθηκε το τεμάχιο 5X
  6. Σε σχέση με την αμοιβή του για την εργασία που διεκπεραίωσε κατέθεσε σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη πληρωμής για το ποσό των €345 (τεκμ.6 και 7). Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του ήταν θετική, χωρίς υπερβολές και αντιφάσεις. Εξετάζοντας δε τα προσόντα, την πείρα και τις γνώσεις του που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης αποδέχομαι ότι είναι εμπειρογνώμονας τοπογράφος μηχανικός. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις που υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του χωρίς να κλονισθεί η αξιοπιστία του. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν υπέδειξε επί του χωρομετρικού σχεδίου τεκμ. 5 που βρισκόταν πριν από την επέμβαση το σύνορο μεταξύ των επίδικων κτημάτων και εξήγησε ότι οι εκεί εμφανιζόμενες γραμμές υποδηλώνουν την ύπαρξη του όχτου. Παρέμεινε επίσης απόλυτα σταθερός στη θέση του ότι ο ίδιος κατά την χωρομετρική εργασία που διενήργησε εφάρμοσε και τοποθέτησε τα σύνορα των δύο επίδικων κτημάτων που του δόθηκαν από το κτηματολόγιο και βάσει αυτών διαπίστωσε την επίδικη επέμβαση. Ανέφερε επίσης ότι τα στοιχεία που του παρέδωσε το κτηματολόγιο και βάσει των οποίων ο ίδιος διεκπεραίωσε την εργασία του προέκυψαν βάσει εργασιών που ολοκληρώθηκαν και ήταν τελειωτικά. Με βάση αυτά όπως εξήγησε αποτύπωσε την επίδικη επέμβαση του τεμαχίου 7X εντός του τεμαχίου 5X4 που έγινε με την εκσκαφή και την μετακίνηση του όχτου που αποτελεί το μεταξύ τους σύνορο. Δήλωσε επανειλημμένα ότι δεν καθόρισε ο ίδιος τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων αλλά εφάρμοσε αυτά που του δόθηκαν και έχουν καθοριστεί από το κτηματολόγιο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι το κτηματολόγιο με τα στοιχεία που του παρέδωσε βάσει των φακέλων που έχουν διεκπεραιωθεί έχει αποφασίσει ποια είναι τα σύνορα μεταξύ των δύο επίδικων κτημάτων τα οποία και του δόθηκαν για να τα τοποθετήσει αυτούσια και χωρίς αυτά να επιδέχονται αμφισβήτησης ή μελέτης από τον ίδιο. Διευκρίνισε επίσης ότι εάν εκκρεμούσε η διαπεραίωση εργασίας για τα συγκεκριμένα σύνορα τότε το κτηματολόγιο δεν θα του παρέδιδε το φάκελο με τα συγκεκριμένα στοιχεία. Επανέλαβε και διευκρίνισε ότι ο ίδιος με βάση τα στοιχεία που του έδωσε το κτηματολόγιο τοποθέτησε τα κοινά σύνορα των επίδικων κτημάτων, αποτύπωσε τον όχτο και διαπίστωσε ότι στο μέρος που έγινε η επέμβαση η θέση του όχτου αντί να βρίσκεται πάνω ψηλά κατέβαινε στο χαμηλότερο υψόμετρο του τεμαχίου 7X. Αυτό όπως εξήγησε σημαίνει ότι έγινε αναμόχλευση του όχτου και ακολούθως μετατέθηκαν τα σύνορα εντός του κτήματος των εναγόντων ήτοι του τεμαχίου 5X
  7. Διευκρίνισε επίσης ότι ο όχτος εξακολουθεί να υπάρχει αλλά με την εκσκαφή μετακινήθηκε προς το τεμάχιο των εναγόντων. Ρωτήθηκε επίσης και εξήγησε επαρκώς τις μετρήσεις που έλαβε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη επέμβαση είναι εμβαδού 330 τ.μ, μήκους περίπου 45 μέτρων και πλάτους περί τα 7 με 7.5 μέτρα. Οι θέσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του ότι τα σύνορα που έλαβε από το κτηματολόγιο είναι λανθασμένα και ότι οι μετρήσεις που διενήργησε ο ίδιος δεν είναι ορθές παρέμειναν σε επίπεδο ατεκμηρίωτων ισχυρισμών χωρίς να προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη τους. Σημειώνεται επίσης ότι τα συμπεράσματα του ΜΕ1, οι σχετικές μετρήσεις και η χωρομετρική εργασία που διενήργησε σε σχέση με την επίδικη παράνομη επέμβαση δεν αμφισβητήθηκαν με την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εκ μέρους των εναγόμενων. Οι εναγόμενοι περιορίσθηκαν να καλέσουν ως μάρτυρα την ΜΥ1 η οποία δεν διενήργησε οποιαδήποτε χωρομετρική εργασία και η μαρτυρία της που αξιολογείται πιο κάτω δεν κρίθηκε ικανή να κλονίσει τα συμπεράσματα του ΜΕ
  8. Το γεγονός ότι ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στον μέσο όρο του ύψους του όχτου ως έχει σήμερα και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πόση ήταν ακριβώς η υψομετρική διαφορά των επίδικων κτημάτων με βάση το χωρομετρικό σχέδιο τεκμ. 5 που αποτυπώνει τη χωρομέτρηση της περιοχής που έλαβε χώρα περί το 1912, δεν κρίνεται στοιχείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία των συμπερασμάτων του. Όπως άλλωστε διευκρίνισε απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του, το ουσιαστικό στοιχείο σε σχέση με την εργασία που διενήργησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του ήταν η θέση του συνόρου που μετακινήθηκε σε βάρος του κτήματος των εναγόντων και όχι το ακριβές υψόμετρο αυτού. Εξήγησε πως με βάση τα στοιχεία που του παρέδωσε το κτηματολόγιο και τα οποία εφάρμοσε επί του εδάφους ο όχτος δεν βρίσκεται πλέον όπως θα έπρεπε επί του συνόρου των δύο κτημάτων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία και τα συμπεράσματα του ΜΕ1 γίνονται αποδεκτά. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας εκτιμητής ακινήτων. Τα προσόντα του επίσης δεν απετέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και γίνονται αποδεκτά. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική έκθεση-εκτίμηση (τεκμ 8) που ετοίμασε το έτος 2016 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ανέφερε πως σκοπός της εκτίμηση που διενήργησε ήταν ο καθορισμός της αγοραίας αξίας του κτήματος των εναγόντων δηλαδή του τεμαχίου 5X4 και της αξίας της λωρίδας της γης αυτού έκτασης 330 τ.μ η οποία με την εκσκαφή του όχτου που αποτελούσε φυσικό σύνορο κατήλθε στο υψομετρικά χαμηλότερο επίπεδο όπου βρίσκεται το τεμάχιο 7X και ουσιαστικά ενσωματώθηκε σε αυτό. Στην έκθεση του προβαίνει επίσης στον καθορισμό του κόστους της αποκατάστασης του φυσικού συνόρου των επίδικων κτημάτων με τεχνικά μέσα. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του η αξία των 330 τ.μ του κτήματος των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των €11.880 ενώ η αξία της αποκατάστασης του όχτου με τεχνητά μέσα ανέρχεται στο ποσό των €21.
  9. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι επισκέφθηκε το κτήμα των εναγόντων δύο φορές και συγκεκριμένα το έτος 2009 και το
  10. Κατά την επίσκεψη του το 2009 διαπίστωσε την ύπαρξη της επέμβασης στο τεμάχιο 5X4 από το τεμάχιο 7X η οποία έγινε με μηχανικά μέσα και συγκεκριμένα με την εκσκαφή του φυσικού όχτου. Σε σχέση με την αποκατάσταση του όχτου ισχυρίσθηκε ότι απαιτείται η ανέγερση τοίχου αντιστήριξης για να συγκρατήσει τα χώματα του τεμ. 5X4 που βρίσκεται σε ψηλότερο επίπεδο από το τεμ. 7X. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος με την πάροδο του χρόνου να γίνει διάβρωση και κατολίσθηση επιπρόσθετων χωμάτων από το τεμ 5X4 στο σημείο που έγινε η επέμβαση. Όπως εξήγησε πριν από την παράνομη επέμβαση δεν υπήρχε η ανάγκη για την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης στο σύνορο των επίδικων κτημάτων καθότι υπήρχε για πάρα πολλά χρόνια ο φυσικός όχτος του οποίου τα χώματα ήταν σταθερά. Σε σχέση με τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για την κοστολόγηση της ανέγερσης του τοίχου αντιστήριξης ο ΜΕ2 ανέφερε πως βασιζόμενος στη μελέτη και τα συμπεράσματα του ΜΕ1 υπολόγισε την επιφάνεια του τοίχου σε τ.μ και πολλαπλασίασε αυτά με το ποσό των €60 που ήταν η τιμή ανά τ.μ που ίσχυε το έτος
  11. Όπως καταγράφεται στην έκθεση του τεκμ.8 η τιμή των €60 περιλαμβάνει την αξία υλικών, εργατικών, την μεταφορά τεχνικών μέσων για τη κατασκευή καθώς και την μεταφορά χώματος για να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε στον χώρο της επέμβασης. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα του για τη αξία του μέρους του κτήματος των εναγόντων στο οποίο έγινε η επέμβαση ανέφερε ότι χρησιμοποίησε συγκριτικές πωλήσεις στην άμεση περιοχή οι οποίες περιγράφονται στο πίνακα που επισυνάπτει στην έκθεση του και εφάρμοσε ποιοτικές αναπροσαρμογές τις οποίες και εξήγησε αναλυτικά στο Δικαστήριο. Εξήγησε επίσης το περιεχόμενο των φωτογραφιών που επισυνάπτει ως παράρτημα στην έκθεση του όπου όπως ανέφερε φαίνεται η επί τόπου κατάσταση και υπέδειξε σε αυτές το χωμάτινο δρόμο-πέρασμα που διανοίχθηκε κατά την επίδικη επέμβαση με τον οποίο και δημιουργήθηκε πρόσβαση προς το τεμ. 7X. Κατά το έτος 2016 που επισκέφθηκε ξανά τα επίδικα κτήματα δεν διαπίστωσε να έγινε οποιαδήποτε περαιτέρω επέμβαση υπήρχαν όμως κάποια σημάδια κατολίσθησης χωμάτων από το τεμάχιο 554 στο σημείο που έγινε η επέμβαση. Στο χωρομετρικό σχέδιο που επισυνάπτεται ως παράρτημα στην έκθεση του υπέδειξε τις γραμμές που φαίνονται κατά μήκος του σχεδίου και υποδεικνύουν την ύπαρξη του φυσικού όχτου επί του συνόρου των ακινήτων τουλάχιστον από τη μέρα αποτύπωσης της φυσικής κατάστασης δηλαδή όταν χωρομετρήθηκε η συγκεκριμένη περιοχή. Όπως εξήγησε εκεί που υπάρχουν πυκνές γραμμές υποδεικνύουν μεγαλύτερο ύψος ενώ οι πιο αραιές υποδεικνύουν χαμηλότερο. Πριν από την επέμβαση ο όχτος σύμφωνα με τον ΜΕ2 ήταν ύψους μεταξύ 4 και 8 μέτρων. Κατέληξε όπως ανέφερε στο συμπέρασμα αυτό βασιζόμενος στη συνέχεια του συνόρου εκεί που δεν υπάρχει επέμβαση αλλά και την ανάλυση της περιοχής. Ανέφερε επίσης ότι σε αντίθεση με το τεμ. 7X που είναι περίκλειστο και έχει θέα μόνο το απέναντι βουνό, το τεμάχιο 5X4 εφάπτεται του κύριου δρόμου ο οποίος κατασκευάστηκε περί το έτος 1994 με 1995 και έχει θεά την θάλασσα και τον κόλπο της Επισκοπής. Αναφερόμενος στην εκτίμηση που διενήργησε ο ΜΥ4 (που κατατέθηκε ως τεκμ. Α προς αναγνώριση) ανέφερε ότι τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε βρίσκονται σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το υπό εκτίμηση ακίνητο. Σε σχέση με τη διαφορά που διαπιστώνεται στην αγοραία αξία των δύο επίδικων κτημάτων εξήγησε ότι αυτή είναι μεγάλη λόγω της θέσης τους αλλά και ένεκα των καλύτερων προοπτικών που διαθέτει το τεμάχιο 5X4 το οποίο τελικά το Φεβρουάριο του 2014 εντάχθηκε στην οικιστική ζώνη. Η αμοιβή του ΜΕ2 ήταν €650 και προς τούτο κατέθεσε σχετικές αποδείξεις (τεκμ. 9, 10 και 11). Αντεξεταζόμενος του υποδείχθηκαν συγκεκριμένες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του τεκμ. 8 και προηγούμενης έκθεσης που είχε ετοιμάσει κατά το έτος 2009 ( τεκμ. 12). Υπέδειξε ότι οι συγκεκριμένες διαφορές σημειώνονται και στην έκθεση του τεκμ. 8 με κόκκινο χρώμα και εξήγησε ότι αυτές προέκυψαν από το γεγονός ότι το έτος 2016 όταν ετοίμασε την νέα έκθεση του δηλαδή το τεκμ. 8, είχε πλέον στη κατοχή του τις πληροφορίες, τις μετρήσεις και τα συμπεράσματα του ΜΕ1 τα οποία και δεν μπορούσε να αγνοήσει. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι τοπογράφος αλλά το σύνορο των επίδικων κτημάτων ήταν εύκολο να το εντοπίσει εφόσον αυτό ήταν ο φυσικός όχτος ο οποίος συνεχίζει να υφίσταται και σκάφτηκε μόνο στο σημείο που έγινε η επέμβαση. Η επέμβαση όπως εξήγησε έγινε με την αφαίρεση όγκου χωμάτων από τον όχτο με αποτέλεσμα αυτός να μετακινηθεί προς το εσωτερικό του τεμ. 5X
  12. Αποτέλεσμα τούτου είναι ο ιδιοκτήτης του τεμ 5X4 να μην μπορεί πλέον να απολαύσει το μέρος του κτήματος που καλύπτει η επέμβαση λόγω της υψομετρικής διαφοράς που εμποδίζει τη συνοχή της επιφάνειας. Εξηγώντας το περιεχόμενο της έκθεσης του ανέφερε ότι με βάση και τις μετρήσεις του ΜΕ1 για να καλυφθεί ο χώρος της επέμβασης και να επανέλθει στο ίδιο υψόμετρο με το υπόλοιπο μέρος του κτήματος των εναγόντων ο τοίχος αντιστήριξης θα χρειαστεί να έχει μέσο ύψος 6.5 μέτρα και να ανεγερθεί στο σημείο που υπήρχε ο όχτος πριν από την επέμβαση. Εξήγησε ότι στην προηγούμενη εκτίμηση του αναφέρει ότι ο όχτος ήταν ύψους 2-4 μέτρα καθότι ο έλεγχος που έκανε ήταν οπτικός ενώ στη έκθεση που ετοίμασε το 2016 όπου αναφέρει μεγαλύτερο ύψος βασίσθηκε στη χωρομετρική εργασία του ΜΕ
  13. Στη χωρομετρική εργασία και στο σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΕ 1 το οποίο και επισυνάπτει στην έκθεση του βάσισε επίσης το συμπέρασμα του σε σχέση με την έκταση της επέμβασης. Όπως όμως εξήγησε ο τοίχος θα χρειαστεί να είναι μεγαλύτερου μήκους καθότι θα πρέπει να καταλήγει σε ασφαλές σημείο και στις δύο πλευρές. Ο ΜΕ2 γενικά μου άφησε καλή εντύπωση αφού απάντησε με σαφήνεια και σταθερότητα τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Αποδέχομαι την μαρτυρία του που αφορά την αγοραία αξία του κτήματος των εναγόντων και την αξία της γης που επηρεάσθηκε από την επέμβαση. Για το συγκεκριμένο θέμα που εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο της εμπειρογνωμοσύνης του η μαρτυρία του ήταν θετική και εμπεριστατωμένη αφού παρουσίασε και εξήγησε στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και έδωσε σαφείς απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα για τα οποία ρωτήθηκε αναφορικά με τις συγκριτικές πωλήσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην αγοραία αξία του κτήματος των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση όμως υπενθυμίζεται ότι οι ενάγοντες με την αγωγή τους δεν απαιτούν την αξία της γης που καλύπτει η επέμβαση αλλά την αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε από αυτή και συγκεκριμένα το κόστος της επαναφοράς του κτήματος τους στην προηγουμένη του κατάσταση. Αποδέχομαι επίσης τα όσα υποστήριξε ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με τον τρόπο που μπορεί να αποκατασταθεί η ζημιά που προκλήθηκε από την επέμβαση στο κτήμα των εναγόντων και συγκεκριμένα ότι απαιτείται η ανέγερση τοίχου αντιστήριξης. Παρά το ότι το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει απόλυτα στο πεδίο των ακαδημαϊκών του προσόντων, ως εκτιμητή ακινήτων, εντούτοις, οι θέσεις του ήταν τεκμηριωμένες βασιζόμενες στην πραγματική εμπειρία του αλλά επιπρόσθετα όπως θα διαφανεί στη συνέχεια συνάδουν και με την μαρτυρία του ΜΕ4 ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας πολιτικός μηχανικός και το υπό κρίση ζήτημα εμπίπτει αποκλειστικά εντός του πεδίου των ακαδημαϊκών του προσόντων αλλά και της εμπειρογνωμοσύνης του. Στο μόνο ζήτημα που η μαρτυρία του ΜΕ2 διαφοροποιείται και δεν συνάδει με την μαρτυρία του ΜΕ4, η οποία αξιολογείται στη συνέχεια και γίνεται αποδεκτή, είναι ο υπολογισμός του κόστους της αποκατάστασης της ζημιάς, ζήτημα που εν πάση περιπτώσει δεν εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο της εμπειρογνωμοσύνης του. Τούτο όμως δεν κρίνεται ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία των συμπερασμάτων του ΜΕ2 σε σχέση με τα υπόλοιπα ζητήματα για τα οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ο ΜΕ2 υπολόγισε το κόστος του τοίχου αντιστήριξης ανά τετραγωνικό μέτρο και όχι ανά τρέχον μέτρο ως είναι η ορθή μέθοδος σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά εξήγησε κατά την μαρτυρία του ο ΜΕ4 . Ο λανθασμένος υπολογισμός εκ μέρους του ΜΕ2 οφείλεται και στο ότι ο ίδιος σε αντίθεση με τον ΜΕ4 δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε μελέτη βάσει σχεδίων αλλά ούτε και προκύπτει να έλαβε υπόψη του συγκεκριμένα στοιχεία βάσει των οποίων κατέληξε στα συμπεράσματα του για το αναφερόμενο ζήτημα. Ερωτηθείς μάλιστα σχετικά κατά την αντεξέταση του απάντησε πως δεν είναι σε θέση να δώσει αναλυτικά οποιεσδήποτε αξίες υλικών και ή άλλων εργασιών παρά μόνο ισχυρίσθηκε ότι έλαβε υπόψη τις τιμές που χρησιμοποιεί στο γραφείο του και για τις οποίες ενημερώνεται σε τακτική βάση, στοιχείο που δεν κρίνεται βέβαια ικανοποιητικό έτσι ώστε η κατάληξη του ως προς το υπό συζήτηση κόστος να επιλεγεί ως ορθότερη από αυτή του ΜΕ4, ο οποίος, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια ανέλυσε επαρκώς τα στοιχεία που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Επίσης ενώ όπως καταγράφει στην έκθεση του τεκμ 8 στη τιμή των €60 ανά τ.μ υπολόγισε και τα έξοδα μεταφοράς χώματος για να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε στον χώρο της επέμβασης, κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά απάντησε πως δεν διενήργησε οποιανδήποτε μελέτη για τον όγκο των χωμάτων αυτών και επομένως ούτε και για το κόστος τους, επειδή όπως ισχυρίσθηκε θεώρησε ότι ο τοίχος θα ανεγερθεί στο νέο σύνορο που δημιουργήθηκε μετά από την επέμβαση. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος όπως ανέφερε που υπολόγισε και την αξία της γης που καλύπτει η επέμβαση και που κατήλθε στο χαμηλότερο υψόμετρο του τεμαχίου 7X και ενσωματώθηκε σε αυτό. Στη περίπτωση όμως όπως ανέφερε που οι ενάγοντες δεν επιθυμούν να παραχωρήσουν το μέρος αυτό της γης στον ιδιοκτήτη του τεμ 7X και ο τοίχος θα ανεγερθεί στο αρχικό σύνορο τότε η αξία της επέμβασης θα πρέπει να αγνοηθεί. Ως ΜΕ3 έδωσε μαρτυρία ο ενάγοντας 1 ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση ( Έγγραφο Α). Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο σύνολο του περιεχομένου της γραπτής του δήλωση με την οποία ως επί το πλείστο επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι οι συνιδιοκτήτες του τεμαχίου 5X4 βάσει συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους διαχώρισαν το κτήμα και ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης και κατέχει το 1/4 μερίδιο του όλου κτήματος. Αναφέρει επίσης ότι η παράνομη επέμβαση έγινε στο μέρος του κτήματος που ανήκει στον ίδιο βάσει της αναφερόμενης συμφωνίας. Για την επέμβαση αυτή διαμαρτυρήθηκε άμεσα κάνοντας μάλιστα σχετική καταγγελία και στην αστυνομία. Το γεγονός ότι διαμαρτυρήθηκε άμεσα επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΥ2 ο οποίος ανέφερε ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ του ενάγοντα 1 και του εναγόμενου
  14. Σε σχέση όμως με γεγονός ότι έκανε και καταγγελία στην αστυνομία παρά το ότι δεν είναι ουσιώδες για τα επίδικα θέματα σημειώνεται ότι ενώ έχει αμφισβητηθεί δεν έχει αποδειχθεί με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Αναφέρει επίσης στη γραπτή κατάθεση του ότι ανέκαθεν σε ολόκληρο το μήκος του συνόρου του τεμαχίου 5X4 με το τεμάχιο 70 υπήρχε ψηλός όχτος (κρημνός) που χώριζε τα δύο κτήματα ως φυσικό σύνορο το οποίο και ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Θέση που γίνεται αποδεκτή καθότι συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μετά από την παράνομη επέμβαση ο εναγόμενος 2 για κάποιο χρονικό διάστημα περνούσε παράνομα και χρησιμοποιούσε μέρος του κτήματος των εναγόντων και ειδικότερα το χωμάτινο δρόμο που κατασκεύασε εντός αυτού ως μέσο πρόσβασης προς το ακίνητο της εναγόμενης
  15. Το γεγονός ότι δημιουργήθηκε το αναφερόμενο πέρασμα επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες της έκθεσης του ΜΕ2 που αποτελούν πραγματική μαρτυρία και το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε σχέση με την ανταπαίτηση των εναγόμενων ο ενάγοντας 1 αναφέρει ότι ουδέποτε κατέρρευσαν εντός του κτήματος της εναγόμενης 1 οποιεσδήποτε ποσότητες χώματος από το κτήμα των εναγόντων και σε καμία περίπτωση ο ίδιος και ή οι υπόλοιποι ενάγοντες προέβησαν σε οποιανδήποτε επιχωμάτωση του κτήματος τους. Ισχυρίζεται επίσης ότι το κτήμα της εναγόμενης βρίσκεται σε απότομη κατωφέρεια και ουδέποτε αυτό διέθετε οποιαδήποτε θέα. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε ο ίδιος και ή οποιοσδήποτε άλλος από τους συνιδιοκτήτες του τεμ 5X4 επέτρεψαν στους εναγόμενους να εισέλθουν στο κτήμα τους και να εκτελέσουν οποιεσδήποτε εργασίες. Αντεξεταζόμενος ισχυρίσθηκε ότι γνώριζε τα κοινά σύνορα των δύο επίδικων κτημάτων τα οποία ήταν καθορισμένα από το κτηματολόγιο και επιβεβαιώθηκαν με την χωρομετρική εργασία που διενήργησε ο ΜΕ
  16. Ο ίδιος δεν ήταν όμως σε θέση να αναφερθεί στα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκα ως ήταν άλλωστε αναμενόμενο παρέπεμψε στην μαρτυρία που έδωσαν οι εμπειρογνώμονες. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις διευκρίνισε ότι δεν έγινε επίσημος διαχωρισμός του τεμ 5X4 μεταξύ των συνιδιοκτητών αλλά ο καθένας γνωρίζει το μέρος που του ανήκει. Αρνήθηκε ότι κατά την διάρκεια της κατασκευής του παρακαμπτήριου δρόμου ζήτησε ο ίδιος να τοποθετηθούν χώματα στο κτήμα του. Ισχυρίσθηκε όμως ότι χωρίς την συγκατάθεση του τοποθετήθηκαν στο κτήμα του πέτρες και αυτός ήταν και ο λόγος που έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον των αρμοδίων που κατασκεύασαν το δρόμο. Η λήψη δικαστικών μέτρων είναι αποδεκτή δεδομένου ότι τέθηκε και από την πλευρά της υπεράσπισης. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι κατά την μαρτυρία του ο ενάγοντας 1 δεν έδωσε σαφή απάντηση κατά πόσο μετακινήθηκαν τελικά οι πέτρες που τοποθετήθηκαν στο κτήμα του. Το γεγονός όμως αυτό από μόνο του και χωρίς την προσκόμιση άλλης επαρκούς μαρτυρίας εκ μέρους των εναγόμενων δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό τους περί ανύψωσης κατά 6 μέτρα του κτήματος των εναγόντων με επιχωμάτωση. Τέλος από τη μαρτυρία του ενάγοντα 1 γίνεται επίσης αποδεκτό ότι το φυσικό σύνορο μεταξύ των επίδικων κτημάτων ουδέποτε αμφισβητήθηκε δεδομένου ότι και ο εναγόμενος 2 σε αντίφαση βέβαια με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης δήλωσε ότι ουδέποτε υπήρξε συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων κτημάτων. Ο ΜΕ4 είναι πολιτικός μηχανικός με πολυετή πείρα στις κατασκευές. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν και γίνονται αποδεκτά. Επισκέφθηκε το ακίνητο των εναγόντων στις 8.6.2017 και εκεί διαπίστωσε ότι υπήρξε επέμβαση που έγινε με την εκσκαφή του όχτου. Με βάση την επί τόπου κατάσταση και τα τοπογραφικά σχέδια υπολόγισε ότι η επέμβαση είναι 7 μέτρα εντός του τεμ. 5X4 ενώ το ύψος της εκσκαφής είναι γύρω στα 6.5 μέτρα. Εξήγησε ότι για να επανέλθει το μέρος επί του οποίου έγινε η επέμβαση στο ίδιο υψόμετρο που βρίσκεται το υπόλοιπο μέρος του τεμαχίου 554 και να προστατευτεί ο όχτος είναι αναγκαία η ανέγερση τοίχου αντιστήριξης στο σύνορο του με το τεμ. 70 ύψους 6.5 μέτρων και ακολούθως να γίνει επιχωμάτωση βάθους περίπου 7 μέτρων. Σε σχέση με το κόστος του τοίχου αντιστήριξης ο ΜΕ4 ετοίμασε έκθεση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμ14). Σύμφωνα με την έκθεση του ο τοίχος θα είναι μήκους μήκος 54 μ . το κόστος του οποίου ανέρχεται στο ποσό των €53.
  17. Διευκρίνισε πως για να καταλήξει στο συμπέρασμα του για το κόστος διενήργησε πρώτα σχετική στατική μελέτη και στη συνέχεια μετρήθηκαν οι ποσότητες του σκυροδέματος, του ξυλότυπου, του οπλισμού, οι υγρομονώσεις που θα χρειαστούν καθώς και οι απαιτούμενες επιχωματώσεις. Ακολούθως οι ποσότητες αυτές πολλαπλασιάστηκαν με τις τιμές μονάδας που ισχύουν στην αγορά. Συγκεκριμένα οι τιμές αυτές αναλύονται στα €85 ανά κυβικό το σκυρόδεμα, €15 ανά τ.μ ο ξυλότυπος, €1 το κιλό ο οπλισμός και €1072 το συνολικό κόστος της υγρομόνωσης. Υπέδειξε επίσης ότι στην έκθεση του τεκμ. 14 επισυνάπτεται το τοπογραφικό σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΕ1 όπου στο σύνορο φαίνεται η υψομετρική διαφορά με το υπόλοιπο μέρος του κτήματος των εναγόντων και από το οποίο προκύπτει και το μήκος του τοίχου που χρειάζεται να ανεγερθεί. Επισυνάπτει επίσης σχέδιο που ετοίμασε ο ίδιος όπου μεταξύ άλλων όπως εξήγησε καταγράφονται οι διαστάσεις του τοίχου, ο οπλισμός, οι διατομές αυτών, η τομή του τοίχου, καθώς και η επιχωμάτωση. Εξήγησε επίσης ότι παρά το γεγονός ότι η επέμβαση ανέρχεται κατά μήκος του συνότου στα 45 μ. ο τοίχος για να αναγερθεί τεχνικά σωστά θα πρέπει να είναι μήκους 54 μ. Θα έχει επίσης 6.5.μ. ύψος ενώ το πάχος θα ξεκινά από 45.εκ. στη βάση και θα τελειώνει σε 20 εκ. στη κορυφή. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι το κόστος για τη κατασκευή του τοίχου ανέρχεται στο ποσό των €41.474 και της επιχωμάτωσης στο ποσό των €12.
  18. Αναφερόμενος στον υπολογισμό του κόστους αποκατάστασης της ζημιάς που διενήργησε ο ΜΕ 2 δήλωσε ότι η μέθοδος που εφάρμοσε είναι λανθασμένη. Η ορθή μέθοδος όπως εξήγησε είναι να εξευρεθούν πρώτα οι ποσότητες των υλικών το κάθε ένα από τα οποία υπολογίζεται με διαφορετική τιμή μονάδας. Ακολούθως διαιρείται το συνολικό κόστος με το μήκος του τοίχου και υπολογίζεται η τιμή του τοίχου ανά τρέχον μέτρον και όχι ανά τετραγωνικό μέτρο. Αναφερόμενος στις φωτογραφίες που περιέχονται στην έκθεση του υπέδειξε το υψόμετρο στο οποίο έχει κατέλθει το τμήμα του κτήματος των εναγόντων που επηρεάσθηκε από την επέμβαση και την εκσκαφή του όχτου λέγοντας ότι είναι το σημείο όπου θα πρέπει να ανεγερθεί ο τοίχος αντιστήριξης και να γίνει η επιχωμάτωση. Ο τοίχος όπως εξήγησε θα ανεγερθεί επί του συνόρου των επίδικων κτημάτων για το καθορισμό της θέσης του οποίου απαιτείται τοπογραφική εργασία. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι θεωρεί λανθασμένη την εκτίμηση του ΜΕ2 σε σχέση με το κόστος ανέγερσης του τοίχου αντιστήριξης. Σε σχέση με τη δική του εκτίμηση διευκρίνισε ότι υπολόγισε το κόστος με βάση τις τιμές αγοράς για τις οποίες συμβουλεύθηκε και επιμετρητή ποσοτήτων. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι σε περιπτώσεις που απαιτείται να καλυφθεί με επιχωμάτωση υψομετρική διαφορά είναι αναγκαία η ανέγερση τοίχου αντιστήριξης. Διευκρίνισε ότι στην προκειμένη περίπτωση τα χώματα θα τοποθετηθούν πίσω από το τοίχο αντιστήριξης εντός του κτήματος των εναγόντων έτσι ώστε το μέρος που επηρεάσθηκε από την επέμβαση να επανέλθει στο ίδιο υψόμετρο με το υπόλοιπο κτήμα και ότι ο τοίχος θα ανεγερθεί στη θέση του συνόρου των δύο επίδικων κτημάτων. Συμφώνησε ότι για την ανέγερση του συγκεκριμένου τοίχου αντιστήριξης θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής που όμως όπως ισχυρίσθηκε με βάση την πείρα του σε τέτοιες περιπτώσεις παραχωρείται από τις αρμόδιες αρχές. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι για την επιχωμάτωση θα χρειαστούν 2.457 κυβικά μέτρα χώμα ενώ για το τοίχο 10.728 κιλά σίδηρο. Ο ΜΕ4 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν θετική και απάντησε με αμεσότητα και τεκμηριωμένα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν χωρίς σε κανένα σημείο να κλονισθεί η αξιοπιστία των συμπερασμάτων του, ενώ παράλληλα δεν επιχείρησε να δώσει υποθετικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο των γνώσεων του και της εργασίας που του ανατέθηκε. Διευκρίνισε μάλιστα ότι η εργασία που του ανατέθηκε αφορούσε τη σχετική μελέτη για το τοίχο αντιστήριξης έτσι ώστε το ύψος του συνόρου του τεμαχίου 554 να αποκατασταθεί και να έρθει στο ίδιο ύψος με το υπόλοιπο μέρος του κτήματος. Επιπρόσθετα υπογραμμίζεται ότι η μαρτυρία και τα συμπεράσματα του ΜΕ4 ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του κατά την οποία του υποβλήθηκαν κυρίως ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ΜΕ4 γίνεται αποδεκτή. Η πρώτη μάρτυρας που κλήθηκε από τους εναγόμενους ως ΜΥ1 είναι τεχνικός μηχανικός χωρομετρίας και εργάζεται στο Τμήμα χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Δήλωσε ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της το φάκελο ΑΧ 1938/16 ο οποίος είχε προηγουμένως παραδοθεί στον ΜΕ1 για να διενεργήσει χωρομετρική εργασία σε σχέση με την οριοθέτηση του τεμαχίου 5X
  19. Ο ΜΕ 1 ζήτησε και του δόθηκαν πέντε ορόσημα στην ανατολική πλευρά του τεμαχίου 5X4 όπου αυτό συνορεύει με το τεμάχιο
  20. Αφού διαπεραίωσε την χωρομετρική εργασία που του ανατέθηκε και υπέδειξε επί τόπου τα συγκεκριμένα ορόσημα, επέστρεψε στο Κτηματολόγιο το φάκελο μαζί με τα στοιχεία που του παραδόθηκαν, η εργασία του όμως δεν έχει ακόμα ελεγχθεί. Η ΜΥ1 δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της δεν ήταν θετική, σαφής και άμεση στις απαντήσεις της. Ενώ δε εργάζεται και ασκεί τα συγκεκριμένα καθήκοντα στο Κτηματολόγιο εντούτοις δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με σαφήνεια και να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινήσεις σε σχέση με συγκεκριμένα ζητήματα. Αρχικά προσπάθησε αόριστα και γενικά να αφήσει να νοηθεί ότι τα στοιχεία που δόθηκαν από το Κτηματολόγιο στον ΜΕ1 σε σχέση με τα σύνορα μεταξύ των δύο επίδικων κτημάτων δεν είναι οριστικά επιχειρώντας μάλιστα να αποδώσει τούτο στο γεγονός ότι εκκρεμεί η εξέταση συνοριακής διαφοράς του τεμαχίου 5X4 με άλλο τεμάχιο της περιοχής στα πλαίσια του φακέλου με αριθμό 2953/
  21. Στη συνέχεια όμως και σε αντίφαση με τα πιο πάνω δήλωσε ότι τα στοιχεία που δόθηκαν στον ΜΕ1 είναι καταχωρημένα βάσει των χωρομετρικών δεδομένων του κτηματολογίου και μπορούν να δοθούν εφόσον ο συγκεκριμένος φάκελος με αριθμό 2953/05 δεν αφορά συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων κτημάτων. Κατά την κυρίως εξέταση της ισχυρίσθηκε ότι θα γίνει έλεγχος του κοινού συνόρου των επίδικων κτημάτων θέση όμως που δεν συνάδει με την απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση της όπου ανέφερε ότι δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων κτημάτων κάτι που άλλωστε επιβεβαίωσε με την μαρτυρία του και ο εναγόμενος
  22. Απαντώντας μάλιστα σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι από τα μητρώα του κτηματολογίου δόθηκε στο ΜΕ1 και σχέδιο της περιοχής που ετοιμάσθηκε ηλεκτρονικά και υπέδειξε ότι πρόκειται για το τεκμήριο
  23. Ερωτηθείσα όμως σχετικά με τους σταυρούς που σημειώνονται στο τεκμήριο 3 και φαίνεται να περικλείουν το τεμάχιο 5X4 για ακόμη μία φορά απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση κατά πόσο αυτοί προκύπτουν από μετρήσεις του Κτηματολογίου λέγοντας όμως στη συνέχεια ότι κάθε σταυρός καθορίζει συγκεκριμένο σημείο της περιμέτρου του τεμαχίου 5X4 και υπάρχουν συντεταγμένες. Σε ερωτήσεις που ακολούθησαν ανέφερε ότι το τεμάχιο 5X4 έχει χωρομετρηθεί μέσα στα πλαίσια του φακέλου 2953/05 κάτι που ισχυρίσθηκε κατά τη μαρτυρία του και ο ΜΕ
  24. Δήλωσε μάλιστα ότι το τεκμήριο 3 αποτυπώνει την επί τόπου κατάσταση και τα εγγεγραμμένα σύνορα μεταξύ των επίδικων κτημάτων. Σε ερώτηση όμως κατά πόσο ο ΜΕ1 μπορούσε με τα στοιχεία που του δόθηκαν από το Κτηματολόγιο να διαπιστώσει επί τόπου το σύνορο μεταξύ των επίδικων κτημάτων δεν έδωσε σαφή και άμεση απάντηση. Ενώ απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις με τα λεγόμενα της ουσιαστικά επιβεβαίωσε τη θέση του ΜΕ1 ότι ο ίδιος για να διαπιστώσει επί τόπου το σύνορο μεταξύ των επίδικων κτημάτων και να διεκπεραιώσει την εργασία που του ανατέθηκε υιοθέτησε και εφάρμοσε τα στοιχεία και τις συντεταγμένες που του δόθηκαν από το κτηματολόγιο, ακολούθως σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ερωτηθείσα σε σχέση με το ίδιο ζήτημα απέφυγε για ακόμη μια φορά να δώσει σαφή και άμεση απάντηση. Ακολούθως όμως σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της δήλωσε πως ο ΜΕ1 για να διαπιστώσει το σύνορο μεταξύ των δύο επίδικων κτημάτων τοποθέτησε επί του εδάφους τα στοιχεία που έλαβε και είναι καταχωρημένα στο κτηματολόγιο κάτι που όπως ισχυρίσθηκε είχε το δικαίωμα να το πράξει. Αναφερόμενη στο σχέδιο τεκμήριο 3 ανέφερε ότι το τεμάχιο 7X έχει χωρομετρηθεί δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει σε ποιο φάκελο είναι καταχωρημένη η χωρομέτρηση του. Δεν ήταν επίσης σε θέση να πει κατά πόσο στο παρελθόν και συγκεκριμένα πριν από τον φάκελο 2953/05 είχε καθοριστεί το κοινό σύνορο των δύο επίδικων κτημάτων δηλώνοντας όμως ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά μεταξύ τους. Ακόμα και στο στάδιο της επανεξέτασης της η ΜΥ1 απέφυγε να απαντήσει εάν τα στοιχεία που έδωσε το κτηματολόγιο στον ΜΕ1 είναι δεσμευτικά ή όχι λέγοντας γενικά χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση, ότι, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο τα στοιχεία που δίνει το κτηματολόγιο είναι δεσμευτικά σε όλες τις περιπτώσεις. Δεν έδωσε επίσης οποιαδήποτε διευκρίνηση κατά πόσο τα σύνορα μεταξύ των δύο επίδικων κτημάτων θα μπορούσε να ήταν άλλα δεδομένης της ύπαρξης του όχτου που αποτελεί φυσικό σύνορο, την ύπαρξη του οποίου αποδέχθηκε αναφέροντας μάλιστα ότι ο όχτος αυτός υποδεικνύεται εμφανώς στο επίσημο χωρομετρικό σχέδιο του κτηματολογίου τεκμ
  25. Στη βάση συνεπώς όλων των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν κρίνεται ικανή να κλονίσει την μαρτυρία και τα συμπεράσματα του ΜΕ1 τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά. Ως ΜΥ2 κατέθεσε ο εναγόμενος 3 εναντίον του οποίου όπως σημειώνεται και πιο πάνω η αγωγή έχει αποσυρθεί. Πρόκειται για το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η εκτέλεση των επίδικων χωματουργικών εργασιών οι οποίες έγιναν με τη χρήση μηχανημάτων. Η μαρτυρία του όπως διαφαίνεται στη συνέχεια δεν βοήθησε την υπεράσπιση αλλά ούτε και την ανταπαίτηση των εναγόμενων. Ανέφερε ότι οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα ο εναγόμενος 2 του ανέθεσαν να ισοπεδώσει το κτήμα τους το οποίο βρίσκεται «κάτω» δηλαδή υψομετρικά χαμηλότερα από το κτήμα των εναγόντων. Ερωτηθείς αναφορικά με την εργασία που εκτέλεσε ανέφερε ότι ισοπέδωσε το κτήμα της εναγόμενης 1 και με τα χώματα δημιούργησε εντός αυτού τέσσερα επίπεδα. Για την εργασία που εκτέλεσε είσπραξε το ποσό των €4.500 και προς τούτο κατέθεσε σχετική απόδειξη (τεκμ15). Όπως ισχυρίσθηκε όταν επισκέφθηκε μαζί με τον εναγόμενο 2 την περιοχή των επίδικων κτημάτων, επειδή δεν υπήρχε κοντινός δρόμος που να επιτρέπει την είσοδο του στο κτήμα της εναγόμενης 1, κάλεσαν τον ενάγοντα 3 ο οποίος στη παρουσία και του εναγόμενου 2 του υπέδειξε από ποιο συγκεκριμένο σημείο να περάσει μέσα από το δικό του κτήμα και ακολούθως του ζήτησε να καθαρίσει και τον όχτο. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ΜΥ2 σαφώς καταδεικνύουν ότι έγινε η ισχυριζόμενη επέμβαση στο κτήμα των εναγόντων. Η δήλωση του επίσης ότι δεν υπήρχε πρόσβαση στο κτήμα της εναγόμενης 1 οδηγούν θεωρώ και στο λογικό συμπέρασμα ότι για να δημιουργηθεί πέρασμα έγινε εκσκαφή και αναμόχλευση του όχτου που με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή αποτελεί το σύνορο των επίδικων κτημάτων τα οποία παρουσιάζουν μεταξύ τους υψομετρική διαφορά. Το πέρασμα μάλιστα αυτό όπως θα διαφανεί στη συνέχεια υποδείχθηκε και από τον εναγόμενο 2 στις φωτογραφίες του τεκμ 8 . Η θέση όμως που προσπάθησε ο ΜΥ2 να υποστηρίξει ότι δηλαδή η είσοδος στο κτήμα των εναγόντων από συγκεκριμένο σημείο και το σκάψιμο του όχτου έγινε με τη συγκατάθεση και την παραχώρηση άδειας εκ μέρους ενός από τους ενάγοντες και συγκεκριμένα του ενάγοντα 3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον τέτοια θέση δεν συμπεριλαμβάνεται στα δικόγραφα των εναγόμενων. Αντίθετα και ενώ με βάση τα λεγόμενα του ΜΥ2 ο εναγόμενος 2 ήταν παρών στη έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι δεν γνωρίζουν από ποιο σημείο πέρασε ο εναγόμενος 3 και κατά πόσο έλαβε προς τούτο άδεια από οποιοδήποτε πρόσωπο. Η σημασία της δικογραφίας στην πολιτική δίκη είναι γνωστή, χαρακτηριστικά δε είναι τα όσα λέχθηκαν στην Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, στις σελ. 28-29. Πρόσφατα επαναλήφθηκε στην Dairy King Ltd v. Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Πολ. Έφ. 272/10, ημερ. 21.7.16 ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα δικόγραφα και όχι απ' ό,τι εισηγείται η μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα, ούτε και είναι επιτρεπτό σε διάδικο κατά τη δίκη να προβάλλει ζητήματα και θέσεις που δεν έχουν δικογραφηθεί προηγουμένως, παρέχοντας έτσι σε αυτόν την ευκαιρία να ελίσσεται κατά το δοκούν. Είναι επίσης καλά νομολογημένη η αρχή ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ακόμα και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση (μεταξύ άλλων, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, ημερ. 28.9.15, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541). Στην προκειμένη περίπτωση όπως πιο πάνω περιγράφεται οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν ισχυρίζονται στα δικόγραφα τους ότι η είσοδος στο κτήμα των εναγόντων και η εκσκαφή του όχτου έγινε νόμιμα κατόπιν παραχώρησης σχετικής άδειας εκ μέρους των εναγόντων και συγκεκριμένα του ενάγοντα
  1. Ο ΜΥ2 αρνήθηκε ότι με τις εργασίες που διενήργησε προξένησε οποιαδήποτε ζημιά στο κτήμα των εναγόντων θέση βέβαια που δεν γίνεται αποδεκτή αφού βρίσκεται σε αντίφαση με την υπόλοιπη μαρτυρία και ειδικότερα τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που έγινε αποδεκτή. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών που του ανατέθηκαν χρησιμοποίησε καδενοφόρο μηχάνημα με λεπίδα βάρους 30 τόνων. Κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας που εκτέλεσε χρειάσθηκε να απομακρύνει από το κτήμα της εναγόμενης κάποια ξένα χώματα χωρίς όμως να είναι σε θέση να αναφέρει από που προήλθαν τα χώματα αυτά. Ακολούθως όμως κατά την αντεξέταση του και σε αντίφαση με τον πιο πάνω ισχυρισμό του ανέφερε ότι τα χώματα αυτά τα χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει μέσα στο κτήμα της εναγόμενης 1 τέσσερα επίπεδα ή αλλιώς «πάγκους» όπως τα αποκάλεσε. Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Ταυτόχρονα όμως καταρρίπτει την αξίωση των εναγόμενων για το ποσό των €4.500 που με βάση τους ισχυρισμούς της έκθεσης ανταπαίτησης τους πλήρωσαν για την απομάκρυνση των χωμάτων που ισχυρίζονται ότι κατολίσθησαν στο κτήμα τους από το κτήμα των εναγόντων. Παράλληλα το γεγονός ότι ο ΜΥ1 δεν απομάκρυνε οποιαδήποτε χώματα οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι ακόμα και τα χώματα από την εκσκαφή του όχτου χρησιμοποιήθηκαν για την δημιουργία των πιο πάνω αναφερόμενων «πάγκων». Από τη μαρτυρία του ΜΥ 2 γίνεται επίσης αποδεκτό όπως προκύπτει άλλωστε και από την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ότι τα επίδικα κτήματα διαχωρίζονται μεταξύ τους από τον φυσικό όχτο. Αποδεκτή γίνεται επίσης και η δήλωση του ότι το κτήμα των εναγόμενων δεν διέθετε θέα προς το χωριό Πάχνα. Για τους λόγους συνεπώς που εξηγούνται πιο πάνω πλην των σημείων που γίνονται αποδεκτά η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΥ2 απορρίπτεται. Ως ΜΥ3 έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος 2 ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β).Ο ΜΥ3 δεν μου άφησε καλή εντύπωση αφού η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και σε πολλά σημεία δεν συνάδει με το δικόγραφο της υπεράσπισης. Προσπαθώντας να απαλλάξει τη σύζυγο του, εναγόμενη 1 και ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 70, από οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη, ισχυρίσθηκε ότι αυτή δεν γνώριζε οτιδήποτε για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν στο κτήμα της και δεν έδωσε προς τούτο οποιεσδήποτε οδηγίες αλλά αυτές δόθηκαν μόνο από τον ίδιο. Ο ισχυρισμός του αυτός βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης όπου γίνεται αποδεκτό ότι η ανάθεση της εκτέλεσης των αναφερόμενων εργασιών προς τον εναγόμενο 3 έγινε από τους εναγόμενους 1 και
  2. Παράλληλα σημειώνεται ότι η θέση του εναγόμενου 2 ότι μόνο ο ίδιος έδωσε τις αναφερόμενες οδηγίες δεν συνάδει με το δικογραφημένο ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής εναντίον του. Σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν γνωρίζουν από ποιο σημείο πέρασε ο εναγόμενος 3 και εάν του παραχωρήθηκε προς τούτο άδεια από οποιοδήποτε πρόσωπο, ο ΜΥ3 ισχυρίσθηκε όπως και ο ΜΥ2 ότι η είσοδος στο κτήμα των εναγόντων από συγκεκριμένο σημείο έγινε κατόπιν άδειας που τους παραχώρησε ο ενάγοντας
  3. Δήλωσε μάλιστα ότι ο ίδιος ήταν παρών και γνώριζε το συγκεκριμένο σημείο από το οποίο πέρασε το μηχάνημα του εναγόμενου 3 θέση που δεν συνάδει με την έκθεση υπεράσπισης ως περιγράφεται πιο πάνω και καταδεικνύει την αναξιοπιστία της εκδοχής του. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι ουδέποτε του παραπονέθηκε κάποιος ότι έγινε επέμβαση στο κτήμα των εναγόντων, ισχυρισμός που δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΥ2 ο οποίος ανέφερε ότι έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ του ενάγοντα 1 και του εναγόμενου
  4. Σε αντίφαση επίσης με την έκθεση υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι οι ενάγοντες επιχωμάτωσαν το κτήμα τους με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί υψομετρική διαφορά με το κτήμα της εναγόμενης 1 ύψους 6 μέτρων και ότι ακόμη τοποθετήθηκαν στο κτήμα των εναγόντων ξένα χώματα κατά την διάρκεια που γίνονταν οι διαπλατύνσεις του δρόμου, ο ΜΥ3 καταθέτοντας στο Δικαστήριο ισχυρίσθηκε ότι όταν κατασκευαζόταν ο παρακαμπτήριος δρόμος ο ενάγοντας 1 έδωσε οδηγίες στους κατασκευαστές να τοποθετούν τα χώματα που αφαιρούσαν όχι σε ολόκληρο το κτήμα αλλά στο σύνορο των δύο επίδικων κτημάτων. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι η επιχωμάτωση του κτήματος των εναγόντων έγινε μόνο μία φορά κατά την διάνοιξη του παρακαμπτήριου δρόμου και μάλιστα μόνο στο μέρος του κτήματος που ανήκει στον ενάγοντα
  5. Σε κάθε περίπτωση ανοίγω εδώ μία παρένθεση για να σημειώσω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία που να τεκμηριώνει στον απαιτούμενο βαθμό τη θέση των εναγόμενων ότι έγινε ανύψωση του κτήματος των εναγόντων κατά 6 μέτρα με επιχωμάτωση. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η θέση αυτή των εναγόμενων δεν αποδεικνύεται, ως ήταν η εισήγηση τους στο στάδιο των αγορεύσεων, από την γενική δήλωση του ΜΕ4 σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του, ότι σε μία από τις φωτογραφίες που επισυνάπτει στην έκθεση του φαίνονται κάποια ξένα χώματα. Η θέση του ΜΥ3 ότι η υψομετρική διαφορά μεταξύ των επίδικων κτημάτων ήταν μόνο ένα μέτρο δεν αποδείχθηκε με επαρκή μαρτυρία ενώ παράλληλα βρίσκεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που κλήθηκαν εκ μέρους των εναγόντων και κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η θέση του ότι κατέβαλε το ποσό των €4.500 για να απομακρυνθούν τα χώματα που κατέρρευσαν από το κτήμα των εναγόντων στο κτήμα της εναγόμενης 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού τόσο από την μαρτυρία του ίδιου όσο και του ΜΥ2 προκύπτει ότι δεν έχουν απομακρυνθεί οποιαδήποτε χώματα από το κτήμα της εναγόμενης
  6. Αντίθετα σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου αλλά και του ΜΥ2 έγινε ισοπέδωση του κτήματος της εναγόμενης 1 και με τα χώματα σχηματίσθηκαν 4 επίπεδα με σκοπό την φύτευση τους. Η πιο πάνω θέση που προσπάθησε ο ΜΥ3 να προωθήσει, ότι δηλαδή οι επίδικες εργασίες έγιναν για να απομακρυνθούν τα χώματα που κατολίσθησαν στο κτήμα της εναγόμενης 1 από το κτήμα των εναγόντων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν βρίσκεται σε συνοχή και συνέπεια με την έκθεση υπεράσπισης όπου συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ανέθεσαν στον εναγόμενο 3 να εκτελέσει «κάποια εργασία» στο κτήμα τους. Ενώ δε ο ΜΥ3 επανειλημμένα αρνήθηκε ότι έγινε επέμβαση στο κτήμα των εναγόντων όταν του υποδείχθηκαν συγκεκριμένες φωτογραφίες από το τεκμ. 8 αποδέχθηκε ότι αυτές απεικονίζουν τον όχτο που είναι σκαμμένος. Όταν επίσης του υποδείχθηκε στις φωτογραφίες το μέρος όπου σχηματίζεται πέρασμα που οδηγεί στο κτήμα της εναγόμενης 1 αποδέχθηκε ότι είναι το σημείο από το οποίο πέρασε το μηχάνημα του εναγόμενου 3 για να εισέλθει στο κτήμα της εναγόμενης
  7. Η δήλωση του ότι δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων κτημάτων γίνεται αποδεκτή αφού συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία ενώ ταυτόχρονα καταρρίπτει τον δικογραφημένο ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι τα σύνορα των επίδικων κτημάτων αμφισβητούνται. Για τους πιο πάνω λόγους πλην των σημείων που αυτή γίνεται αποδεκτή η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΥ3 δεν κρίνεται αξιόπιστη και απορρίπτεται. Τελευταίος κατάθεσε ο ΜΥ4 ο οποίος είναι εκτιμητής ακινήτων. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν αλλά αντίθετα δηλώθηκαν παραδεκτά από την πλευρά των εναγόντων. Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε σχετική έκθεση που κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμ. 18 Α) σε σχέση με την ισχυριζόμενη επιζήμια επίδραση στο κτήμα της εναγόμενης 1 ένεκα της ισχυριζόμενης επιχωμάτωσης που έγινε στο κτήμα των εναγόντων. Ανέφερε ότι ο ίδιος κατάγεται από το χωρίο Πάχνα και γνωρίζει την περιοχή όπου βρίσκονται τα επίδικα κτήματα. Ακολούθως ανέφερε γενικά και αόριστα ότι κατά την κατασκευή του παρακαμπτήριου δρόμου όλοι οι ιδιοκτήτες της περιοχής ζήτησαν από τα συνεργεία των δημοσίων έργων και τοποθέτησαν στα κτήματα τους τα χώματα που αφαιρέθηκαν με σκοπό να τα ισοπεδώσουν. Κατά την αντεξέταση του όμως διαφάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί συγκεκριμένα για το κτήμα των εναγόντων και κατά πόσο τοποθετήθηκαν σε αυτό χώματα και με ποιο τρόπο. Αντίθετα εκείνο που διαφάνηκε από τα λεγόμενα του είναι ότι ο ισχυρισμός του περί επιχωμάτωσης του κτήματος των εναγόντων στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο σε εικασίες και υποθέσεις. Υπέδειξε σε φωτογραφία που κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμ 19) συγκεκριμένο σημείο που όπως ισχυρίσθηκε φαίνεται να τοποθετήθηκαν ξένα χώματα χωρίς όμως να τεκμηριώσει τη θέση του αυτή παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια ή άλλα επαρκή στοιχεία. Ατεκμηρίωτη παρέμεινε επίσης η θέση του ότι πριν από την ισχυριζόμενη επιχωμάτωση του τεμαχίου 5X4 η υψομετρική διαφορά των επίδικων κτημάτων ήταν 1 μέχρι 1.30 μ. αφού δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία ούτε και εξήγησε πως κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό. Σε αντίφαση δε με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης των εναγόμενων όπου αναφέρεται ότι με την επιχωμάτωση οι ενάγοντες ανύψωσαν το ακίνητο τους κατά 6 μέτρα ο ΜΥ4 αναφέρθηκε σε ανύψωση περίπου 1.5 με 2 μέτρα. Σε κάθε περίπτωση ο ΜΥ 4 δεν εξήγησε επαρκώς ούτε και παρουσίασε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία στο Δικαστήριο βάσει των οποίων και κατάληξε στο συμπέρασμα που αναφέρεται στην έκθεση του για την ύπαρξη επιζήμιας επίδραση του κτήματος της εναγόμενης 1 ύψους €6.
  8. Κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίσθηκε ότι από την επιχωμάτωση του κτήματος των εναγόντων το κτήμα της εναγόμενης 1 στερήθηκε τη θέα που διέθετε προς το χωριό Πάχνα. Σε κάποιο στάδιο όμως της αντεξέτασης του απαντώντας σε σχετική υποβολή αποδέχθηκε ότι το τεμάχιο 7X δεν διέθετε θέα προς την κοινότητα του χωριού Πάχνα. Στη συνέχεια και επιχειρώντας να αναθεωρήσει την προηγούμενη του δήλωση αναφέρθηκε σε άλλα ζητήματα τα οποία δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα αλλά και για τα οποία ουδεμία αναφορά γίνεται στην έκθεση του. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε πως παρά το ότι το τεμάχιο της εναγόμενης 1 είναι γεωργικό στη περίπτωση που θα γίνει σε αυτό κάποια οικιστική ανάπτυξη τότε θα υπάρξουν αυξημένα κατασκευαστικά έξοδα για την ανύψωση της κατοικίας που θα ανεγερθεί. Ακολούθως όμως αποκλίνοντας για ακόμα μία φορά από τη θέση του ανέφερε ότι ο ίδιος κοστολόγησε με πολύ χαμηλότερο ποσό την επιζήμια επίδραση του κτήματος της εναγόμενης 1 επειδή αυτό είναι γεωργικό και περίκλειστο. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΥ4 και να αποδεχθεί τα συμπεράσματα του τα οποία και απορρίπτει. Η αγωγή είναι θεμελιωμένη στο αδίκημα της παράνομης επέμβασης που δυνάμει του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, όπως 1) με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή 2) οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή 3) με παράνομη παρέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο. (Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 244). Δέστε επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38, σελ. 740, παρ. 1205. Η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει στη δεύτερη πτυχή της παράνομης επέμβασης του άρθρου 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου δηλαδή της παράνομης πρόκλησης ζημιάς. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ.1194,επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδυκνείουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με την θέληση του. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν Ελένη Κεφάλα κ.ά
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 CLR 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v Papademetriou
(1975)1 CLR 122, λέχθηκε ότι η κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα.» Στην υπό κρίση υπόθεση πλην του ότι δεν αμφισβητήθηκε η κατοχή του κτήματος από τους ενάγοντες, πρόκειται για περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς. Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.,
(1998)1Β Α.Α.Δ. 1059. Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση.» Όσον αφορά δε το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης είναι προφανές ότι το φέρει ο Ενάγοντας, ωστόσο μετατίθεται στον Εναγόμενο το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη και αυτό προκύπτει από το άρθρο 43§2 του Κεφ. 148 και όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653. Επιπρόσθετα έχει καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία, (βλέπε υπόθεση Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της επέμβασης προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον. Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλέπε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou και άλλος
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.). Γενικά θα μπορούσε να ειπωθεί πως η επέμβαση συνίσταται στην παράνομη πράξη ή ενέργεια με την οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριότητα ή η νόμιμη κατοχή περιουσίας από κάποιο πρόσωπο και προκαλείται ενόχληση χωρίς βέβαια τη συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1285 λέχθηκε ότι είναι αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας από το αρμόδιο Κτηματολογικό Τμήμα ή από άλλο εμπειρογνώμονα για να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για παράνομη επέμβαση στα δικαιώματα του, (βλ. επίσης υπόθεση Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α. (πιο πάνω). Στην υπό κρίση υπόθεση προσκομίσθηκε η μαρτυρία εμπειρογνώμονα, συγκεκριμένα του τοπογράφου μηχανικού ΜΕ1 που έγινε αποδεκτή αλλά και τα συμπεράσματα του οποίου επιβεβαιώθηκαν από την μαρτυρία και τις διαπιστώσεις των ΜΕ2 και ΜΕ
  1. Με βάση συνεπώς την μαρτυρία όπως αυτή αξιολογείται πιο πάνω καταλήγω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 χωρίς την άδεια και ή την συγκατάθεση των εναγόντων κατά ή περί την 3.6.2008 ανέθεσαν στον ΜΥ2, με σκοπό την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών στο κτήμα της εναγόμενης 1, να εισέλθει με τη χρήση μηχανήματος στο κτήμα των εναγόντων και να προσχωρήσει στην εκσκαφή του όχτου (κρημνού) που αποτελούσε το σύνορο των δύο επίδικων κτημάτων μεταξύ των οποίων υπάρχει υψομετρική διαφορά. Από την εκσκαφή του όχτου έγινε μετακίνηση του συνόρου των επίδικων κτημάτων σε βάρος του κτήματος των εναγόντων, τμήμα από το οποίο εμβαδού 330 τ.μ κατήλθε στο υψομετρικά χαμηλότερο επίπεδο που βρίσκεται το κτήμα της εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ενάγοντες. Οι αναφερόμενες ενέργειες συνιστούν παράνομη επέμβαση στο κτήμα των εναγόντων με πρόκληση ζημιάς. Οι εναγόμενοι απέτυχαν ως είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι η αναφερόμενη επέμβαση δεν είναι παράνομη. Περαιτέρω με βάση την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή καταλήγω ότι για την αποκατάσταση της ζημιάς και συγκεκριμένα την επαναφορά του μέρους του κτήματος των εναγόντων που επηρεάσθηκε από την επέμβαση στο υψόμετρο που βρίσκεται το υπόλοιπο κτήμα, απαιτείται η επιχωμάτωση του και η ανέγερση τοίχου αντιστήριξης με τον τρόπο που έχουν περιγράψει οι ΜΕ2 και ΜΕ
  2. Στο στάδιο των αγορεύσεων η πλευρά των εναγόμενων υποστήριξε ως λόγο απόρριψης της απαίτησης των εναγόντων το γεγονός ότι δεν προσκομίσθηκε επιστημονική μαρτυρία ή άλλα στοιχεία για την ύπαρξη του κινδύνου διάβρωσης και κατολίσθηση στο μέλλον επιπρόσθετης ποσότητα χωμάτων από το τεμ 5X4 που θα έχει ως αποτέλεσμα ακόμα μεγαλύτερο μέρος αυτού να κατέλθει στο υψομετρικά χαμηλότερο επίπεδο που βρίσκεται το τεμάχιο 7X, κάτι που ισχυρίσθηκαν κατά την μαρτυρία τους ο ΜΕ2 και ο ενάγοντας
  3. Υπογραμμίζεται ότι το εν λόγω ζήτημα δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο καθότι δεν δικογραφείται από τους ενάγοντες οποιοσδήποτε ισχυρισμός για την ύπαρξη κινδύνου πρόκλησης επιπρόσθετης ζημιάς στο κτήμα τους. Τούτο όμως δεν αναιρεί ούτε και καταρρίπτει τη θέση των εμπειρογνωμόνων ότι η αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε με την εκσκαφή του φυσικού όχτου και η επαναφορά του μέρους του κτήματος των εναγόντων που καλύπτει η παράνομη επέμβαση στο ίδιο υψόμετρο με το υπόλοιπο κτήμα, απαιτείται να γίνει με τεχνητά μέσα και συγκεκριμένα με επιχωμάτωση και την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης. Το γεγονός άλλωστε ότι για να επανέλθει το κτήμα των εναγόντων στην προηγούμενη του κατάσταση απαιτείται να γίνει επιχωμάτωση οδηγεί θεωρώ και από μόνο του στο λογικό συμπέρασμα ότι τα χώματα που θα προστεθούν θα πρέπει να στηριχτούν με τεχνητά μέσα. Παράλληλα σημειώνεται πως οι εναγόμενοι ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν είτε προς αμφισβήτηση της θέσης αυτής είτε προς υποστήριξη ότι η ζημιά που προκλήθηκε στο κτήμα των εναγόντων με την επέμβαση και την εκσκαφή του φυσικού όχτου θα μπορούσε να αποκατασταθεί με άλλο τρόπο και χωρίς να απαιτείται η εκτέλεση των αναφερόμενων κατασκευών. Δε με βρίσκει επίσης σύμφωνη η εισήγηση των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν επαρκώς και στο βαθμό που απαιτείται οποιανδήποτε ζημιά, βασίζοντας τη θέση τους αυτή στη δήλωση του ΜΕ4 ότι το κόστος της ανέγερσης του τοίχου αντιστήριξης μπορεί να αυξηθεί ή και να μειωθεί στη περίπτωση που απαιτηθούν κάποιες τροποποιήσεις κατά την έκδοση άδειας οικοδομής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. Πολ. Εφ. 118/10 ημερ. 16.1.15 «Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει βεβαίως να εξειδικεύονται και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, αλλά είναι δυνατή η απόδοση αποζημίωσης όταν η μαρτυρία είναι αξιόπιστη, αλλά υπολείπεται σε επάρκεια διότι όπου είναι αποδεκτό ότι έχει προκληθεί ζημιά, ο παραβάτης δεν πρέπει να απαλλάσσεται. Το Δικαστήριο μπορεί να καθορίζει ένα ποσό στη βάση της όλης εικόνας ως εύλογο υπό τις περιστάσεις (Πέτρου ν. Γαλάνη
(2009)1 Α.Α.Δ. 84 και Chaplin v. Hicks
(1911)2 Κ.Β. 786). Ερχόμενη στο θέμα των αποζημιώσεων οι ενάγοντες απαιτούν το κόστος της αποκατάστασης της ζημιάς που προκλήθηκε στο κτήμα τους από την παράνομη επέμβαση των εναγομένων. Με βάση την μαρτυρία του ΜΕ4 που έγινε αποδεκτή το κόστος των κατασκευών που απαιτείται να γίνουν για την επαναφορά του κτήματος των εναγόντων στη κατάσταση που βρισκόταν πριν λάβει χώρα η παράνομη επέμβαση ανέρχεται στο ποσό των €53.784. Οι ενάγοντες όμως, όπως άλλωστε δηλώθηκε ρητά εκ μέρους τους ως αποδεκτό στο στάδιο των αγορεύσεων, κατά το οποίο μάλιστα εισηγήθηκαν όπως εκδοθεί απόφαση ως η απαίτηση, με την αγωγή τους αξιώνουν το ποσό €21.060 το οποίο κατά συνέπεια και θα πρέπει να επιδικαστεί προς όφελος τους. Όσο αφορά τις περαιτέρω ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους, κρίνω ότι από αυτές έχει αποδειχθεί το ποσό των €345 που κατέβαλαν για την αμοιβή του ΜΕ1 καθώς και το ποσό των € 650 που κατέβαλαν για την αμοιβή του ΜΕ2, ποσά για τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς αμφισβήτηση σχετικές αποδείξεις πληρωμής (βλ.τεκμ.7, 9, 10 και 11). Καμία όμως μαρτυρία προσκομίσθηκε προς απόδειξη της αξίωσης των εναγόντων για την αξία της χαρουπιάς που ισχυρίζονται ότι ξεριζώθηκε κατά την παράνομη επέμβαση καθώς και για το ποσό των για την €850 για έξοδα ιδιώτη χωρομέτρη. Σε ότι αφορά την απαίτηση των εναγόντων για παραδειγματικές αποζημιώσεις είναι θεμελιωμένο ότι όπου διάδικος επιδιώκει παραδειγματικές αποζημιώσεις οι συνθήκες οι οποίες στοιχειοθετούν την απαίτηση πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης. Αυτό είναι αναγκαίο ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της θεραπείας η οποία επιδιώκεται και του επιθυμητού παροχής προειδοποίησης στον αντίδικο να αντιμετωπίσει μια τέτοια εξαιρετική κατάσταση. Στην προκείμενη περίπτωση δεν γίνεται αναφορά σε γεγονότα η αποδοχή των οποίων θα στοιχειοθετούσε το βάθρο για την απόδοση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Σημειώνω ότι στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδριανής Πάλμα κ.α., Πολ. Εφ. 44/13, ημερ. 19.11.15, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν όμως στην αποκατάσταση του θύματος όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, αλλά τέτοιες αποζημιώσεις επιδικάζονται όταν διαπιστώνεται βλάβη στα αισθήματα του ενάγοντα λόγω της επίδειξης από τον εναγόμενο στοιχείων ακραίας αλαζονείας ή καταπιεστικής συμπεριφοράς για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά. Μία εκ των εισηγήσεων των εναγόμενων κατά την αγόρευση τους ήταν ότι το κόστος αποκατάστασης της ζημιάς ξεπερνά την αξία της γης του κτήματος των εναγόντων που επηρεάσθηκε με την παράνομη επέμβαση. Διαπιστώνεται πράγματι και αποτελεί γεγονός ότι με βάση την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή η αξία της γης που επηρεάσθηκε με την επέμβαση είναι μικρότερη από την αξία του κόστους αποκατάστασης της ζημιάς και της επαναφοράς του κτήματος των εναγόντων στην προηγούμενη του κατάσταση. Τούτο όμως δεν κρίνεται ικανοποιητικό στοιχείο βάσει του οποίου θα πρέπει να αποστερηθούν οι ενάγοντες το μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας τους που καλύπτει η παράνομη επέμβαση. (βλ. Ανδρέας Μιχαήλ Σοφοκλέους κ.α V. Παύλου Ηλία Παύλου
(2012)1 Γ Α.Α.Δ 2047). Επιπρόσθετα διαπιστώνεται πως με τα δικόγραφα τους οι εναγόμενοι δεν ανταπαιτούν, προβάλλοντας προς τούτο οποιαδήποτε ικανοποιητικά στοιχεία, όπως αντί άλλης αποζημίωσης επιδικαστεί σε βάρος τους η αξία της γης που καλύπτει η παράνομη επέμβαση. Η θέση τους βέβαια σύμφωνα με τα δικόγραφα τους, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή, είναι ότι δεν επενέβησαν στο κτήμα των εναγόντων και δεν προκάλεσαν οποιανδήποτε ζημιά. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση δεδομένης της μαρτυρίας όπως αυτή αξιολογείται πιο πάνω κρίνεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 απέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό τους ισχυρισμούς βάσει των οποίων στηρίζουν την ανταπαίτηση τους και συνεπώς η κατάληξη αυτής δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της. Συνακόλουθα των όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω εκδίδεται Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στο πιο πάνω αναφερόμενο κτήμα των εναγόντων. Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το συνολικό ποσό των €22.055 που αντιστοιχεί στο ποσό των €21.060 για την αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε στο κτήμα των εναγόντων και στο ποσό των €995 για τα έξοδα των εμπειρογνωμόνων. Σε ότι αφορά την επιδίκαση τόκου το θέμα καθορισμού του εμπίπτει εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, μεταξύ άλλων, τονίστηκε ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή, αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη προώθηση της μπορεί να έχει επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην υπό εξέταση περίπτωση η παράνομη επέμβαση έλαβε χώρα κατά ή περί την 3.6.2008, το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 13.5.2010 και στη συνέχεια η έκθεση απαίτησης στις 7.9.
  1. Μετά από την έγκριση σχετικού αιτήματος το οποίο δεν αντιμετώπισε την ένσταση των εναγόμενων στις 23.2.2012 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Ακολούθως τις 3.4.2017 μετά από την έκδοση σχετικής ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε δεύτερη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης με την οποία και καθορίσθηκε η τελική αξίωση των εναγόντων βάσει των ευρημάτων του ΜΕ1, στον οποίο όπως προκύπτει από τη μαρτυρία ανάθεσαν να αποταθεί στο κτηματολόγιο και να λάβει τα απαιτούμενα στοιχεία κατά το έτος
  2. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θεωρώ συνεπώς δίκαιο να επιδικάσω επί του επιδικασθέντος ποσού νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της δεύτερης τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ήτοι από τις 3.4.2017 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα δεδομένου ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν μαζί. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other actions/Final (Αναφορά: Πολιτική - Παράνομη επέμβαση με πρόκληση ζημιάς). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.