← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. GATEWIDE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/10, 10/8/2018

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. GATEWIDE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/10, 10/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A338 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3209/10 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. GATEWIDE LTD
  2. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της ANDREAS SAZOS TRADING LTD Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 03/12/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και
  3. GATEWIDE LTD
  4. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της ANDREAS SAZOS TRADING LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Καδή με κα Δ. Κωνσταντινίδου για Γιώργο Γιάγκου & Σια (κα Καλυβίτου για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο 1: κ. Σταυρινίδης για Δημήτρη Παναούτα & Συνεργάτες (κ. Ζαχαρίου για να ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξίωναν αρχικά εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό εκ €47.130,00σ δυνάμει επιταγών οι οποίες δεν τιμήθηκαν ή/και δυνάμει συμφωνίας ή/και σαν αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε ή/και δυνάμει αναγνωρίσεως χρέους ή/και σαν αδικαιολόγητο πλουτισμό ή και άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Αναφέρω εξαρχής ότι η παρούσα απόφαση αφορά αποκλειστικά την εναγόμενη 1, για την οποία προωθήθηκε υπεράσπιση με αποτέλεσμα να λάβει χώρα η ακροαματική διαδικασία καθότι για την εναγόμενη 2 στις 13/04/2011 εκδόθηκε απόφαση ερήμην της, αφού είχε προηγουμένως παραλείψει να εμφανιστεί αφού πιστό αντίγραφο της αγωγής της είχε δεόντως επιδοθεί. Τα δικόγραφα και οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων Με την έκθεση απαίτησης τους μέσα από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει ενδιάμεσης διαταγής του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη κατά νόμο και ασχολείτο μεταξύ άλλων με την αγορά και προεξόφληση χρεών, λογαριασμών, γραμματίων, χρεωστικών ομολόγων ή και οποιουδήποτε άλλου ποσού οικονομικής υποχρέωσης, με την ονομασία ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ. Κατά η περί την 7/5/2014 δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 235/2014, διατάχθηκε μεταξύ άλλων η παραχώρηση ή/και ανάθεση ή/και η εκχώρηση ή/και μεταβίβαση από τη Λαϊκή Φάκτορς Λτδ στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ, των όσων λεπτομερώς στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται που αφορούν υποχρεώσεις, δικαιώματα, και όλων των άλλων υπηρεσιών και εργασιών, κατά τρόπο που ενάγων στην παρούσα αγωγή καθίσταται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Αναφορικά με την πρώην εναγόμενη 2 αυτή ως εταιρεία τέθηκε με σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου υπό εκκαθάριση στις 2/12/2009 και ενάχθηκε υπό του εκκαθαριστή της. Η εναγόμενη 1 κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης υπέγραψε και παρέδωσε στην Sazos Trading Ltd διάφορες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ συνολικού ποσού εκ €47.130,00σ ως ακολούθως: Αρ. Επιταγής XXXXX7162 XXXXX7163 XXXXX7160 XXXXX7189 XXXXX7186 Ημερομηνία 30/06/2008 15/07/2008 20/07/2008 18/09/2008 18/10/2009 Ποσό ΕΥΡΩ 6.000,00= ΕΥΡΩ10.130,00= ΕΥΡΩ 6.000,00= ΕΥΡΩ15.000,00= ΕΥΡΩ10.000,00= Αποτελεί ισχυρισμό και θέση της ενάγουσας ότι οι πιο πάνω επιταγές στο σύνολο τους οπισθογραφήθηκαν έναντι νομίμου ανταλλάγματος ή/και δυνάμει συμφωνίας, από την εταιρεία Andreas Sazos Trading Ltd προς όφελος των εναγόντων, με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ ως ήταν τότε, καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες δικαιούχους ή/και νόμιμους κατόχους των επιταγών. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, ως ήταν τότε, παρουσίασαν εντός ευλόγου χρόνου τις προαναφερόμενες επιταγές στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ για πληρωμή, αλλά αυτές δεν τιμήθηκαν ή/και επιστράφηκαν απλήρωτες στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες περαιτέρω αναφέρουν ότι ειδοποίησαν τόσο οι ίδιοι όσο και δια των δικηγόρων τους (με επιστολή ημερ. 08/03/2010), την εναγόμενη 1 αλλά και την Andreas Sazos Trading Ltd για τη μη πληρωμή των επιταγών και τους κάλεσαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά αλλά αυτοί παρέλειψαν ή/και αμέλησαν να ανταποκριθούν μέχρι σήμερα. Η εναγόμενη εταιρεία 1 με την υπεράσπισης της, ως αυτή ακολούθησε της καταχώρησης του τροποποιημένου κλητήριου εντάλματος, θέτει καταρχήν προδικαστικές ενστάσεις που άπτονται διαφόρων ζητημάτων. Καταρχήν ότι το αρχικό κλητήριο ένταλμα είναι άκυρο και/ή αντικανονικό καθότι καταχωρήθηκε από ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο ήτοι την ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ πρόσωπο μη εγγεγραμμένο. Ο τίτλος του κλητήριου ως καταχωρήθηκε αρχικά παραβιάζει δικονομικούς κανόνες και δεν προσδιορίζει ορθά του διαδίκους ενώ ο τίτλος του καταχωρηθέντος στις 14/12/2015 τροποποιημένου κλητήριου εντάλματος δεν είναι σύμφωνος με τους θεσμούς καθότι αναφέρει ως ημερομηνία διατάγματος τροποποίησης την 29/4/2015 που δεν σχετίζεται με το εν λόγω διάταγμα και αποτελεί διάταγμα ανύπαρκτο και λανθασμένο. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ενστάσεων επί των ζητημάτων που θέτει η εναγόμενη 1 προχωρεί και παραθέτει τους ισχυρισμούς της με αναφορά στην ουσία της διαφοράς. Η εναγόμενη 1 αρνείται και αγνοεί τις θέσεις για την νομική οντότητα της ενάγουσας και παραδέχεται την δική της νομική οντότητα. Περαιτέρω αναφέρει και ισχυρίζεται ότι οι επίδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν έναντι καλού και/ή νόμιμου ανταλλάγματος και/ή δεν εκδόθηκαν έναντι ανταλλάγματος το οποίο εξέπεσε και/ή δεν εκπληρώθηκε και/ή εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες από την εναγόμενη κατόπιν συμφωνίας με τον XXXXX Σάζο προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως διευθυντού και/η υπαλλήλου και/ή εκπροσώπου της εταιρείας Andreas Sazos Trading Ltd ότι μέσω της θα προμηθευόταν την εναγόμενη με αριθμό ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλα συναφή εμπορεύματα και υπό την αίρεση και/ή συμφωνία ότι οι επιταγές θα παρουσιάζονταν στην Τράπεζα για εξαργύρωση αμέσως μετά και/ή μόνο από την παραλαβή των εμπορευμάτων από την εναγόμενη και μόνο κατά την ημερομηνία που αναγράφεται σε κάθε μια μεταχρονολογημένη επιταγή. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η Sazos Trading δεν της παρέδωσε και δεν την προμήθευσε με τα εμπορεύματα ως προφορικά συμφώνησαν και για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και ανάλογες εξοφλητικές αποδείξεις με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 να τερματίσει την συμφωνία και ακολούθως να δώσει οδηγίες στην τράπεζα να μην τιμηθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές γνωστοποιώντας το γεγονός αυτό και στον XXXXX Σάζο ως διευθυντή και εκπρόσωπο της εναγόμενης 2 ζητώντας του να του επιστρέψει τις επιταγές. Ο Σάζος του ανάφερε ότι δεν τις είχε στην κατοχή του προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες και υποσχέθηκε να τις επιστρέψει το συντομότερο δυνατό στην εναγόμενη
  5. Επιπλέον με τα πιο πάνω η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η πρώην εναγόμενη 2 κατά παράβαση της συμφωνίας τους κι αφού γνώριζε τα πιο πάνω γεγονότα και ειδικότερα ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές δεν θα πληρώνονταν λόγω της ακύρωσης της συμφωνίας και των οδηγιών προς την Τράπεζα για μη πληρωμή και αφού συμφώνησε να τις επιστρέψει στην εναγόμενη 1 εν τούτοις άνευ εξουσίας και/ή δικαιώματος και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, οπισθογράφησε τις επίδικες επιταγές και τις παρέδωσε στην Ενάγουσα για προεξόφληση και είσπραξη και μάλιστα πριν την αναγραφόμενη ημερομηνία πληρωμής χωρίς να υπάρχει νόμιμο αντάλλαγμα. Περαιτέρω η εναγόμενη 1 θέτει ισχυρισμούς όπως ότι οι επίδικες επιταγές δεν ήσαν επιταγές εν τη εννοία του Νόμου γιατί ήσαν μεταχρονολογημένες και δεν μπορούσαν να οπισθογραφηθούν και/ή μεταβιβασθούν ενώ επιπλέον επειδή αφορούσαν νομικό πρόσωπο θα έπρεπε να κατατεθούν στον τραπεζιτικό λογαριασμό της εναγόμενης
  6. Αναφορικά με τη μεταβίβαση των επιταγών στην ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτή βασίζεται σε συμφωνία παράνομη, άκυρη και στερημένη έννομου αποτελέσματος καθότι καταρτίστηκε κατά παράβαση του Νόμου Περί Συμβάσεων και/ή Συναλλαγματικών και τραπεζιτικών εργασιών. Επίσης ότι η Λαϊκή Φάκτορς κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν αποτελούσε τράπεζα με δικαίωμα πληρωμής και/ή ρευστοποίησης και/ή εξαργύρωσης επιταγών. Άνευ βλάβης των ανωτέρω η εναγόμενη 1 θέτει ζήτημα estoppel από πλευράς Ενάγουσας βασιζόμενη στο ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση πριν μεταβιβαστούν οι επιταγές στο όνομα της δυνάμει οπισθογραφήσεως να ερευνούσαν κατά πόσο αυτές πληρούσαν τις προϋποθέσεις του Νόμου ως επιταγές και κατά πόσο η εναγόμενη 2 μπορούσε να τις εκχωρήσει νόμιμα. Η συμπεριφορά αυτή και η παράλειψη αποτελεί κώλυμα στην αξίωση τους. Περαιτέρω αναφέρουν ότι εάν ήθελε φανεί ότι η Ενάγουσα θα δικαιούται σε οποιαδήποτε εκ των αξιώσεων της ο μόνος υπόλογος είναι ο εναγόμενος 2 ο οποίος θα πρέπει να αποζημιώσει τους ενάγοντες με τους οποίου συναλλάχθηκε και κατέληξε σε συμφωνία σε πλήρη άγνοια της εναγόμενης
  7. Η εναγόμενη 1 ενόψει των πιο πάνω ισχυρισμών της αιτείται απόρριψης της αγωγής εναντίον της με έξοδα. Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση με την οποία καταρχήν ισχυρίζονται ότι όλες οι προδικαστικές ενστάσεις της εναγόμενης 1 δεν ευσταθούν και είναι απορριπτέες ως παντελώς αβάσιμες αι νομικά και πραγματικά αστήρικτες έχουσες ως σκοπό την παρακώλυση της διαδικασίας ενώ είναι αόριστες. Ειδικότερα σε ότι αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις α και β επικαλούνται την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 3/12/2015 που αφορούσε αίτημα για υποκατάσταση διαδίκου και τροποποίηση με την οποία τα θέματα αυτά αποφασίστηκαν τελεσιδίκως. Αναφορικά με τις ενστάσεις γ και δ αναφέρουν ότι το επίδικο διάταγμα δια του οποίου επιτράπηκε η τροποποίηση επισυνάφθηκε στο τροποποιημένο κλητήριο κατά την καταχώρηση και η αναφορά σε λάθος ημερομηνία στον τίτλο σε καμία περίπτωση επιφέρει ακυρότητα και/ή αντικανονικότητα. Σε σχέση με τους λοιπούς ισχυρισμούς της εναγόμενης 1 αναφέρουν ότι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τις αναφορές για την εξέλιξη της συμφωνίας και συνεργασίας των εναγόμενων 1 με την εναγόμενη
  8. Στην σφαίρα γνώσης της Ενάγουσας υπάρχει το γεγονός της έκδοσης των επίδικων επιταγών τις οποίες έχουν προεξοφλήσει προς την εναγόμενη 2 καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες δικαιούχους και νομίμους κατόχους αυτών. Επικαλούνται επιπλέον τεκμήριο αξίας και καλής πίστης και ότι οι επιταγές εκδόθηκαν έναντι νόμιμου ανταλλάγματος. Επιπρόσθετα αναφέρουν ότι οι όποιες διαφορές εάν υπάρχουν μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 δεν τους επηρεάζουν νομικά. Περαιτέρω η Ενάγουσα αναφέρει ότι είναι νόμιμος κομιστής των επίδικων επιταγών και καμία υποχρέωση δεν είχε να αρνηθεί την αποδοχή αυτών. Δυνάμει δε του δικαίου των αξιογράφων είχαν δικαίωμα καταχώρησης και προώθησης της αγωγής εναντίον της εναγόμενης
  9. Τέλος η Ενάγουσα επιμένει και επαναλαμβάνει όλους τους δικογραφημένους στην έκθεση απαίτησης της ισχυρισμούς και ζητά την έκδοση απόφασης υπέρ της ως η απαίτηση της αιτούμενη απόρριψη της υπεράσπισης ως νομικά και πραγματικά αστήρικτης και αβάσιμης. Ακροαματική Διαδικασία Για την προώθηση της υπόθεσης της Ενάγουσας και εκ μέρους αυτής κατέθεσε ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Αδαμίδης (Μ.Ε. 1), ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε επίσης ένας μάρτυρας ο κ. XXXXX Ευσταθίου (Μ.Υ.1). Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι κατά το στάδιο της μαρτυρίας του ΜΥ1 υποβλήθηκε γραπτό αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης της εναγόμενης 1 το οποίο και μετά από ενδιάμεση ακροαματική διαδικασία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση ημερ.19/09/
  10. Η προσφερθείσα μαρτυρία Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του και ως μέρος αυτής γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Α), το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε συμφώνως του Νόμου Περί Αποδείξεως. Με τη γραπτή του δήλωση επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ευρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων ως προϊστάμενος του Τμήματος των Προβληματικών Λογαριασμών και ότι είναι γνώστης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Επεξήγησε περαιτέρω το λόγο για τον οποίο η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, νομιμοποιείται να είναι ενάγουσα στην παρούσα διαδικασία καταθέτοντας και το σχετικό διάταγμα το οποίο αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  11. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην έγγραφη συμφωνία ημερ. 06/06/05 την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης 2 εταιρείας, με βάση την οποία οι ενάγοντες με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς ως ήταν τότε αγόρασαν και η εναγόμενη 2 εταιρεία πώλησε προς τους ενάγοντες, όλα τα εγγεγραμμένα στα βιβλία της χρέη των πελατών της προς αυτήν (τα οποία στη συμφωνία αναφέρονται ως «εισπρακτέα»), τα οποία οφείλονταν από τους πελάτες της εναγομένης 2 σε αυτήν κατά την ημερομηνία ενάρξεως της συμφωνίας, καθώς και χρέος το οποίο θα είχε δημιουργηθεί από τους πελάτες της εναγομένης 2 κατά την διάρκεια της συμφωνίας Τεκμήριο
  12. Επίσης έκανε αναφορά και σε συγκεκριμένους, ουσιώδεις κατά τον ίδιο, όρους της συμφωνίας. Με αναφορά στις επίδικες επιταγές ο ΜΕ1 ανάφερε ότι η εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης της εναγόμενης 2 και έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγόμενη 2, η εναγόμενη 1 υπέγραψε και παρέδωσε προς την εναγομένη 2 τις ακόλουθες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, τις οποίες παραθέτω με αναφορά σε αριθμό, ποσό και ημερομηνία στην παρούσα απόφαση πιο πάνω κατά την αναφορά στα δικόγραφα, και τις οποίες και κατάθεσε ως Τεκμήρια 3 - 7 αμφότερων συμπεριλαμβανομένων. Τα συνολικό ποσό των επιταγών αυτών ανέρχεται σε ποσό εκ €47.130,00=. Περαιτέρω ανέφερε ο ΜΕ1 ότι οι υπηρεσίες που παραχωρούνταν στην εναγομένη 2 από τους ενάγοντες με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 2, συνίσταντο στην αγορά από τους ενάγοντες των οφειλόμενων προς την εναγόμενη 2 χρεών, δηλαδή την προεξόφληση από τους ενάγοντες στην εναγομένη 2 των εισπρακτέων (οφειλομένων χρεών) που εξέδιδε η εναγομένη 2 σε πελάτες της, για πωλήσεις εμπορευμάτων ή υπηρεσιών με τέτοιους όρους όπως προβλέπονταν στη συμφωνία ημερομηνίας 06/06/2005 (Τεκμήριο 2) καθώς και την προεξόφληση επιταγών των πελατών της εναγόμενης
  13. Αποτέλεσε θέση του ΜΕ1 ότι οι επίδικες επιταγές οπισθογραφήθηκαν έναντι νομίμου ανταλλάγματος, από την εναγόμενη 2 προς όφελος των εναγόντων και πιστώθηκαν τα ποσά των αναφερόμενων επιταγών στον λογαριασμό της εναγόμενης 2 εταιρείας, καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες δικαιούχους και νόμιμους κατόχους σε κανονική πορεία των επιταγών. Σχετικά με το ζήτημα αυτό κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 κατάσταση του λογαριασμού της εναγόμενης 2 με τους ενάγοντες, ημερομηνίας 01/12/2016 με αριθμό 225-28-
  14. Επεξήγησε ότι το τεκμήριο 8 αφορά την κατάσταση λογαριασμού της εναγόμενης 2 για την περίοδο από 1/1/2008 - 30/11/2008 και τυπώθηκε από τον ίδιο από το ηλεκτρονικό σύστημα των εναγόντων. Στο τεκμήριο 8 συνέχισε παρουσιάζεται η εκχώρηση των αναφερόμενων επιταγών (posting) και η πίστωση των ποσών των επιταγών (client payment) προς όφελος της εναγόμενης
  15. Συγκεκριμένα και με αναφορά σε έκαστη εκ των επιταγών ανάφερε τα ακόλουθα: - Στην σελίδα 12 του τεκμηρίου 8 κατά την 18/4/2008 κάτω από την περιγραφή Posting φαίνεται η εκχώρηση επιταγών συνολικής αξίας €23.850,00= που αφορούν τις επιταγές με αριθμούς XXXXX7160 και XXXXX7162 για ποσό έκαστη €6.000= καθώς και άλλες επιταγές πελατών της εναγόμενης 2 που δεν περιλαμβάνονται στις επίδικες και στην ίδια σελίδα κάτω από τη περιγραφή Client Payment φαίνεται να πιστώθηκε ο λογαριασμός της εναγόμενης 2 για το συνολικό ποσό των €16.000= το οποίο περιλάμβανε το ποσό των δυο επίδικων επιταγών καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες κατά την ημέρα εκείνη δικαιούχους των επιταγών. - Στην σελίδα 14 του τεκμηρίου 8 κατά την 2/5/2008 κάτω από την περιγραφή Posting φαίνεται η εκχώρηση επιταγών συνολικής αξίας €40.000,00= που αφορούν μεταξύ άλλων και την επιταγή με αριθμό XXXXX7163 για ποσό εκ €10.130,00= και στην ίδια σελίδα κάτω από τη περιγραφή Client Payment φαίνεται να πιστώθηκε ο λογαριασμός της εναγόμενης 2 για το συνολικό ποσό των €27.000= το οποίο περιλάμβανε το ποσό της επίδικης ανωτέρω επιταγής καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες κατά την ημέρα εκείνη δικαιούχο της επιταγής. - Στην σελίδα 19 του τεκμηρίου 8 κατά την 03/06/2008 κάτω από την περιγραφή Posting φαίνεται η εκχώρηση επιταγών συνολικής αξίας €25.000,00= που αφορούν τις επιταγές με αριθμούς XXXXX7186 για ποσό εκ €10.000= και XXXXX7189 για ποσό €15.000= και στην ίδια σελίδα κάτω από τη περιγραφή Client Payment φαίνεται να πιστώθηκε ο λογαριασμός της εναγόμενης 2 για το συνολικό ποσό των €25.000= το οποίο αφορά το ποσό των δυο επίδικων επιταγών καθιστώντας έτσι του ενάγοντες κατά την ημέρα εκείνη δικαιούχους και των επιταγών αυτών. Μετά την πιο πάνω εκχώρηση αναφέρει ο ΜΕ1 ότι ενάγοντες παρουσίασαν εντός ευλόγου χρόνου τις προαναφερόμενες επιταγές στη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για πληρωμή, αλλά αυτές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες στους ενάγοντες ως ακολούθως: (α) η επιταγή υπ' αρ. 74497162 Τεκμήριο 3, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 02/07/2008, δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - STOP PAYMENT» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε

(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (β) η επιταγή υπ' αρ. 74497163 Τεκμήριο 4, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 17/07/2008, δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - STOP PAYMENT» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (γ) η επιταγή υπ' αρ. 74497160 Τεκμήριο 5, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 23/07/2008, δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - STOP PAYMENT» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (δ) η επιταγή υπ' αρ. 74497189 Τεκμήριο 6, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 22/09/2008, δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ACCOUNT CLOSED» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (ε) η επιταγή υπ' αρ. 74497186 Τεκμήριο 7, αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 22/010/2008, δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ACCOUNT CLOSED» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Όπως επίσης ανέφερε ο μάρτυρας δεδομένης της μη πληρωμής των προαναφερόμενων επιταγών, οι ενάγοντες ειδοποίησαν τόσο οι ίδιοι όσο και με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 19/10/2009 (βλ. Τεκμήριο 5) κατ' επανάληψη τους εναγόμενους 1 και 2 για τη μη πληρωμή των επιταγών και τους κάλεσαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα από αυτούς ποσά, αλλά αυτοί, παρέλειψαν να ανταποκριθούν στην πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Μετά την πορεία των επιταγών ως αυτή αναφέρθηκε ανωτέρω μετά την κατάθεση τους για πληρωμή οι Ενάγοντες ειδοποίησαν τόσο οι ίδιοι όσο και με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 08/03/2010 κατ' επανάληψη τόσο τους εναγόμενους 1 όσο και τους εναγόμενους 2 για την μη πληρωμή των επιταγών και κάλεσαν αυτούς να προβούν σε άμεση πληρωμή των χωρίς όμως αυτοί να ανταποκριθούν. Ως Τεκμήριο 9 ο ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 08/03/
  1. Επιπλέον ο ΜΕ1, λαμβάνοντας ως ανάφερε συμβουλή από τους δικηγόρους των Εναγόντων, ανάφερε ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (όπως η Ενάγουσα) θεωρείται ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο με βάση τις πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας και ως εκ τούτου η Ενάγουσα ως κάτοχος των αναφερόμενων επιταγών από τις ημερομηνίες που πίστωσε τα ποσά αυτά στον λογαριασμό της εναγόμενης 2, απέκτησε άμεσο δικαίωμα ανάκτησης των ποσών των επιταγών από τους εναγόμενους 1 και
  2. Ανάφερε επιπλέον ότι ήταν συνήθης πρακτική βασιζόμενη στην συμφωνία - Τεκμήριο 2 όσον αφορά τη διαδικασία προεξόφλησης επιταγών, όταν παραλάμβαναν τις επιταγές να σφραγίζονται στο πίσω μέρος της κάθε επιταγής με σφραγίδα «PAY TO THE ORDER OF LAIKI FACTORS LTD», κατά την ημερομηνία προεξόφλησης της και πίστωσης του ποσού στον λογαριασμό του πελάτη της. Επεξήγησε δε με παράδειγμα την επιταγή XXXXX7162 ημερ. 30/6/2008 (Τεκμήριο 3) η οποία στο πίσω μέρος της αναγράφεται η φράση «Laiki Factors», ο κωδικός 237 και η ημερομηνία 18/4/2008, ως ημερομηνία εκχώρησης της επιταγής. Η ένδειξη «06/30/2008» (30 Ιουνίου 2008) είναι η ημερομηνία που επιταγή παρουσιάστηκε για να τιμηθεί. Το ίδιο ανάφερε ισχύει και για τις υπόλοιπες επίδικες επιταγές. Με αναφορά στην υπεράσπισης της εναγόμενης 1 ανάφερε ο ΜΕ1 ότι διαφωνεί με όλους τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτή και ισχυρίζεται ότι αυτοί είναι παντελώς αβάσιμοι και αστήρικτοι ενώ ο ίδιος υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα ανάφερε αλλά και περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτηση της Ενάγουσας. Ειδικότερα αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε οιαδήποτε ενημέρωση από οιονδήποτε είτε πριν την προεξόφληση των επιταγών είτε και μεταγενέστερα σχετικά με τις επιταγές και αγνοεί και συνεπώς αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης 1 σε σχέση με την συνεργασία της με την εναγόμενη 2 και τους ισχυρισμούς για την ανάκληση των επιταγών. Επίσης αναφορικά με τον λόγο ανάκλησης αλλά και την ανάκληση της πληρωμής των επιταγών αναφέρει ότι δύο εκ των επίδικων επιταγών δεν ανακλήθηκαν αλλά δεν τιμήθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός έκλεισε και παγοποιήθηκε αντίστοιχα ενώ τοποθέτηση στο ΚΑΠ (Κέντρο Αρχής Πληροφοριών της Κεντρικής Τράπεζας) μπορεί να γίνει μόνο στην περίπτωση που οι επιταγές δεν μπορούσαν να τιμηθούν «λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων» και όχι στην περίπτωση ανάκλησης επιταγών για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ο ΜΕ1 υποβλήθηκε σε μακρά αντεξέταση κατά την οποία ανάφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου στην υπηρεσία Factors ενώ πριν εργαζόταν από το 1994 στην Laiki Factors Ltd στην ίδια θέση. Η Λαϊκή Φάκτορς ήταν εγγεγραμμένη με το αρ. 43444 στον Έφορο Εταιρειών χωρίς να γνωρίζει σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένη η ονομασία. Στις σφραγίδες χρησιμοποιούντο τόσο η αγγλική όσο και η ελληνική ονομασία. Στο τεκμήριο 1 η αναγραφή είναι με λατινικούς χαρακτήρες (Διάταγμα Ε. Δ. Λευκωσίας) το ίδιο και στο σχέδιο αναδιάρθρωσης που είναι συνημμένο στο Τεκμήριο 1 και δέχτηκε ότι πουθενά δεν αναφέρεται με ελληνικούς χαρακτήρες. Συμφώνησε ότι η Λαϊκή Φάκτορς δεν ήταν Τράπεζα και ότι η εξαργύρωση επιταγών είναι τραπεζιτική εργασία. Για την προεξόφληση επιταγών ανάφερε δεν απαιτείτο η κατάθεση τιμολογίου καθότι η συμφωνία με την εναγόμενη 2 προέβλεπε ότι η Φάκτορς θα μπορούσε να αγοράσει όλα τα εισπρακτέα της που αυτό περιλαμβάνει και επιταγές. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός λειτουργούσε με προεξόφληση επιταγών. Εξ' όσων γνωρίζει μια επιταγή με δικαιούχο εταιρεία μπορεί να οποσθογραφηθεί και αυτό που πρακτικά δεν επιτρέπεται είναι να αλλαχθεί και εξαργυρωθεί σε μετρητά σε ταμείο τράπεζας. Οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και η Φάκτορς τις προεξόφλησε στην εναγόμενη 2 εργασία που προβλεπόταν στην συμφωνία με την εναγόμενη 2 - Τεκμήριο 2 και παρέπεμψε στην σελίδα 1/15 του Τεκμηρίου 2 όπου αναφέρεται η «αγορά εισπρακτέων» μεταξύ άλλων και συναλλαγματικών. Επέμεινε ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική και διαφώνησε με την θέση ότι η επιταγή είναι διαφορετική από την συναλλαγματική αναφέροντας ότι οι επίδικες επιταγές προήλθαν από τις συναλλαγές μεταξύ των εναγομένων και τις προεξόφλησαν ως η συμφωνία. Διαφώνησε ότι η προεξόφληση δεν δύνατο να λάβει χώρα από την Φάκτορς καθότι αποτελεί εργασία τραπεζιτική εκτός των δυνατοτήτων της αναφέροντας ότι η Φάκτορς αγόραζε και προεξοφλούσε εισπρακτέα από το 1991 μέχρι και το 2013 όταν και έκλεισε. Σε όλη αυτή την περίοδο ουδέν τέτοιο θέμα τέθηκε ενώπιον Δικαστηρίου και αυτό το γνωρίζει καθότι ο ίδιος πάντα μεταβαίνει στις ακροαματικές διαδικασίες, παρέπεμψε δε στο καταστατικό της Φάκτορς. Η εναγόμενη 2 συνέχισε ήταν η πελάτης τους και ως ανάφερε την εναγόμενη 2 την πίστωσε για το ποσό της επιταγής ημερ.30/6/2008 στις 18/4/
  3. Ανάφερε ότι αυτή είναι η λογική που ακολουθείτο και για αυτό ονομάζεται προεξόφληση. Αυτή η διαδικασία αφορά μεταχρονολογημένες επιταγές καθότι δεν θα υπήρχε λογική να προεξοφλήσει επιταγή την ημέρα που αυτή θα μπορούσε να γίνει κατάθεση. Όλη η φιλοσοφία ανάφερε του factoring είναι ότι μπορεί να προεξοφλεί τα εισπρακτέα κατά την ημερομηνία της δημιουργίας τους έτσι ώστε οι πελάτες να μπορούν να χρησιμοποιούν τα χρήματα αυτά της προεξόφλησης για να διεξάγουν τις εργασίες τους και να μην στερούνται ρευστότητας από την ημέρα δημιουργίας τους μέχρι την ημερομηνία πληρωμής των. Η ημερομηνία παραλαβής έκαστης επιταγής αναφέρεται στο πίσω μέρος εκάστης και ανάφερε ότι το τεκμήριο 4 εκχωρήθηκε στις 2/5/2008, το τεκμήριο 5 στις 18/4/2008, το τεκμήριο 6 στις 3/6/2008 και το τεκμήριο 7 στις 3/6/
  4. Το τεκμήριο 3 στις 18/4/
  5. Επεξήγησε ότι τις επιταγές τις κατέθεσαν στην Λαϊκή Τράπεζα η οποία λειτουργούσε ως μεσάζων με την εκδότρια τράπεζα που ήταν η Τράπεζα Κύπρου και τις παρουσίασε σε αυτήν μέσω του συστήματος clearing. Επιπλέον ανάφερε ότι η Φάκτορς είχε λογαριασμούς και δοσοληψίες μόνο με την Λαϊκή Τράπεζα και δεν συνεργαζόταν με την Τράπεζα Κύπρου. Επεξήγησε περαιτέρω ότι οι προεξοφλήσεις των χρεών της εναγόμενης 2 γίνονταν μαζικά και έδωσε παράδειγμα με αναφορά στην 18/4/2008 αναφέροντας ότι εκείνη την ημερομηνία είχαν παραλάβει έντυπο υπογεγραμμένο από την εναγόμενη 2 στο οποίο αναγράφονταν τα στοιχεία πολλών επιταγών με συνολικό ποσό €23.850,00=. Μεταξύ αυτών των επιταγών ήταν και οι δύο από τις επίδικες. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε επί του τεκμηρίου 8 με αναφορά σε εγγραφές και ενδείξεις ποσών αναφέροντας για παράδειγμα ότι η ένδειξη DR ENTRY σημαίνει DEBIT ENTRY για ποσό στην προκείμενη περίπτωση της ημερομηνία 18/4/2008 ύψους €5.125,80σ που αφορά επιστροφή επιταγής άλλου χρεώστη της εναγόμενης 2 η οποία δεν τιμήθηκε και δεν σχετίζεται με τις επίδικες όπως επίσης και οι αναφορές σε άλλα ποσά τα οποία και ανάφερε. Επεξήγησε περαιτέρω ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε σαν τρεχούμενος. Με την εκχώρηση εισπρακτέων από την εναγόμενη 2 δημιουργούνταν κάποια διατεθειμένα χρήματα στο πρόγραμμα και οι προεξοφλήσεις γίνονταν ανάλογα με τις ανάγκες που είχε η εναγόμενη 2 να πληρώσει. Στην προκειμένη περίπτωση της 18/4/2008 είχαν εκχωρηθεί επιταγές των €23.000= και η εναγόμενη 2 ζήτησε να μεταφερθούν στον λογαριασμό της στην Τράπεζα μόνο €16.000=. Αυτό γινόταν για να μην χρεώνονται οι πελάτες επιπλέον δικαιώματα προεξόφλησης πάνω σε χρήματα τα οποία δεν θα χρησιμοποιούσαν. Ο ΜΕ1 ανάφερε ότι τα έντυπα και έγγραφα αιτημάτων της εναγόμενης 2 βρίσκονται σε αποθήκες του οργανισμούς από το 2008 οπόταν και μεταξύ άλλων γεγονότων έλαβε χώρα και μια φωτιά στις αποθήκες. Θα μπορούσε να κάνει έλεγχο όμως εάν τα βρει να τα παρουσιάσει. Ο ΜΕ1 ανάφερε ότι δεν ήταν παρών ο ίδιος προσωπικά κατά την εκχώρηση των επίδικων επιταγών όμως η διαδικασία εκχώρησης δεν επηρεάζεται από τις συζητήσεις πελατών με τραπεζίτες. Ο ΜΕ1 ερωτηθείς και για την συμπλήρωση των επιταγών - Τεκμήριο 3 - 7 απάντησε ότι σε σχέση με το τεκμήριο 3 βλέπει ότι το όνομα του δικαιούχου είναι συμπληρωμένο με διαφορετικό μελάνι από ότι τα λοιπά στοιχεία όπως και για τα τεκμήρια 4 και 5 ενώ τα τεκμήριο 6 και 7 βλέπει να είναι συμπληρωμένα με το ίδιο μελάνι. Σε ότι αφορά τους αριθμούς των επιταγών και τις ημερομηνίες πληρωμής των και τις διαφορές που προκύπτουν ο ΜΕ1 ανάφερε ότι μπορεί κάποιος από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών να εξέδωσε επιταγές μεταχρονολογημένες χωρίς να ακολουθήσει την σειρά της αρίθμησης. Ο ΜΕ1 διαφώνησε με την θέση ότι δεν είναι ο εκδότης που ανάγραψε την ημερομηνία πληρωμής έκαστης επιταγής αλλά και το όνομα του δικαιούχου. Ο ΜΕ1 επεξήγησε με λεπτομέρεια και αναφορές σε διάφορες εγγραφές των τεκμήριο 8 και τον τρόπο ανάγνωσης τους με αναφορά στα υπόλοιπα, πιστωτικά και χρεωστικά ενώ επεξήγησε που φαίνεται η πίστωση των ποσών της προεξόφλησης των επιταγών. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι καταχωρήθηκε η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 1 λόγω της εκκαθάρισης της εναγόμενης 2 και της αδυναμίας είσπραξης των ποσών αναφέροντας ότι οι επιταγές εκχωρήθηκαν στην Φάκτορς και τα δικαιώματα είσπραξης τα έχει πλέον η Ενάγουσα. Στις υποβολές ότι οι επιταγές δεν τιμήθηκαν καθότι η εναγόμενη 2 δεν τήρησε την συμφωνία της με την εναγόμενη 1 ενώ ακολούθησε συμφωνία να της επιστραφούν οι επιταγές ο ΜΕ1 ανάφερε ότι από την στιγμή που οι επιταγές εκχωρήθηκαν στην Φάκτορς θα έπρεπε να πληρωθούν σε αυτήν και οιαδήποτε συμφωνία δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι ψεύδεται και ότι απέκρυψε γεγονότα και επέμενε ότι γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπική γνώση και έχει στην κατοχή του τον φάκελο της εναγόμενης 3 με όλα τα στοιχεία και ο ίδιος τον χειριζόταν στην Λευκωσία. Με την μαρτυρία του ΜΕ1 ολοκληρώθηκε η υπόθεση της Ενάγουσας. Ως προανέφερα εκ μέρους της εναγόμενης 1 κατέθεσε ενόρκως ο ΜΥ1 - γραμματέας αυτής. Ο ΜΥ1 κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του και ως μέρος αυτής, γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β με την οποία αναφέρει ότι είναι ο γραμματέας της εναγόμενης 1 ενώ διευθύντρια είναι η σύζυγος του XXXXX Ευσταθίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης τα γνωρίζει προσωπικά γιατί είχε άμεση και προσωπική ανάμειξη με αυτά. Η εναγόμενη 1 ουδεμία σχέση ή συνεργασία είχε με την ενάγουσα την οποία και δεν γνωρίζει και δεν ήταν στην γνώση της ότι η εναγόμενη 2 είχε συνεργασία με αυτήν. Το 2008 εργαζόταν στο τμήμα διαφημίσεων της εφημερίδας Σημερινής και παράλληλα ήταν δάσκαλος πολεμικών τεχνών και ένας από τους πελάτης που του έκανε διαφημίσεις ήταν και το XXXXX Σαζός που είχε την εταιρεία Andreas Sazos Trading Ltd, εναγόμενη 2 και ασχολείτο με εισαγωγές. Στις αρχές Μαρτίου 2008 ζήτησε από τον Σαζό εάν μπορούσε η εναγόμενη 2 να προμηθεύσει την εναγόμενη 1 με αριθμό ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλα ηλεκτρικά είδη. Περί τα τέλη Μαρτίου 2008 ο Σαζός τον ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμος και στις 3/4/2008 είχαν συνάντηση στα γραφεία του και κατέληξαν σε συμφωνία όπως η εναγόμενη 2 τους παρέδιδε ηλεκτρικά είδη και ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέχρι τις αρχές Μαΐου 2008 για το συνολικό ποσό των €47.130,00= και η πληρωμή συμφωνήθηκε να γίνει με μεταχρονολογημένες επιταγές υπό την αίρεση ότι οι επιταγές αυτές θα παρουσιάζονταν στην Τράπεζα για πληρωμή αμέσως μετά και μόνο τότε από την παραλαβή των εμπορευμάτων και μόνο κατά η μετά την ημερομηνία που κάθε επιταγή αναφέρει. Στις 3/4/2008 εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές με την πρώτη πληρωτέα στις 30/6/2008 και την τελευταία στις 18/10/2018 και έλαβε με την έκδοση εξοφλητική απόδειξη ημερ. 3/4/
  6. Μετά πάροδο μερικών ημερών επικοινώνησε με τον Σάζο και τον ρώτησε εάν έκανε την παραγγελία και αυτός του απάντησε θετικά και ότι θα του απόστελλε το τιμολόγιο παραγγελίας μετά από λίγες ημέρες. Όταν ήρθε το τέλος Μαίου του 2008 και η παραγγελία δεν ήρθε και ούτε παραδόθηκε δελτίο παραγγελίας συναντήθηκε αρχές Ιουνίου με τον Σαζό ο οποίος προέβαλε διάφορες δικαιολογίες όπως ότι απουσίαζε στο εξωτερικό και ότι είχε καθυστέρηση το πλοίο. Ο ίδιος κατάλαβε ότι έπεσαν θύματα απάτης και πληροφόρησε τον Ανδρέα Σαζό ότι τερματίζει την συμφωνία η εναγόμενη 1 η οποία θα δώσει οδηγίες στην τράπεζα της να μην πληρωθούν και ζήτησε όπως επιστραφούν στην εναγόμενη 1 οι μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο Σαζός ισχυρίστηκε και προφασίστηκε ότι δεν τις είχε στην κατοχή του προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες αλλά υποσχέθηκε να τις επιστρέψει το συντομότερο δυνατό. Ακολούθως και στις 5/6/2008 η εναγόμενη 1 ειδοποίησε την τράπεζα της όπως οι επιταγές μην πληρωθούν. Μετά την ανάκληση έκανε προσπάθειες να συναντήσει τον Σαζό με αποτέλεσμα να βρεθούν στις 26/6/2008 στα γραφεία του που ήταν γεμάτα χάρτινες κούτες. Τον πληροφόρησε για την ανάκληση των επιταγών λόγω της ακύρωσης της συμφωνίας τους και μετά από αρκετή συζήτηση ο ίδιος του παραδέχτηκε ότι πήγαν λανθασμένα τα πράγματα και ετοίμασε την ίδια ημέρα και υπόγραψε δήλωση πλήρους διακανονισμού σχετικά με τις επιταγές και ότι δεν είχε καμία απαίτηση η εναγόμενη 2 από την εναγόμενη 1 και ότι οι επιταγές θα επιστρέφονταν με την ολοκλήρωση της μετακόμισης τους στα νέα γραφεία. Ο ίδιος ο ΜΥ1 ακολούθως έφυγε αφού πήρε την γραπτή δήλωση διακανονισμού και έφυγε αναμένοντας τις επιταγές. Περί τα μέσα Ιουλίου και αφού δεν επιστράφηκαν οι επιταγές πήγε στο παλιό του γραφείο το οποίο βρήκε κλειστό και ακολούθως στην βιομηχανική περιοχή Αγίου Αθανασίου που θα στεγάζονταν τα νέα του γραφεία οπόταν και διαπίστωσε ότι του έλεγε ψέματα. Ενημερώθηκε από συναδέλφους του ότι τον Σαζό αναζητούσε η Αστυνομία και στις 15/7/2008 πήγαν στην Τράπεζα τους και ανάφεραν στον Τραπεζίτη τους τα συμβάντα ο οποίος τους είπε ότι κάτι άκουσε για αυτό το πρόσωπο και κατόπιν συζήτησης αποφάσισαν να κλείσουν τον λογαριασμό και υπέγραψε η γυναίκα του ως διευθύντρια της εναγόμενης 1 το κλείσιμο του λογαριασμού χωρίς ποτέ παράλληλα να ανακαλέσουν τις οδηγίες τους για ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Παρά τις οδηγίες αυτές σε κάποιες επιταγές δεν αναγράφηκε η ανάκληση παρά μόνο το κλείσιμο του λογαριασμού. Ο ΜΥ1 ανάφερε στην δήλωση του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες κατόπιν συμφωνίας και εκδόθηκαν έναντι ανταλλάγματος το οποίο εξέπεσε και δεν εκπληρώθηκε και δεν υπήρξε καλό και νόμιμο αντάλλαγμα καθότι δεν παραδόθηκαν τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκαν οι επιταγές. Ο ΜΥ1 στην γραπτή του δήλωση αναφέρει επίσης και επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης 1 σε σχέση με το ότι οι επίδικες επιταγές δεν είναι επιταγές εν τη εννοία του νόμου ως μεταχρονολογημένες, αυτές δεν μπορούσαν να εκχωρηθούν, οπισθογραφηθούν και μεταβιβασθούν ενώ η συμφωνία μεταξύ εναγόμενης 2 και ενάγουσας είναι παράνομη και στερείτε οιονδήποτε αποτελεσμάτων καθότι η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα ρευστοποίησης και εξαργύρωσης επιταγών. Η εναγόμενη 2 αναφέρει επιπλέον ο ΜΥ1 κατέθεσε και οπισθογράφησε τις επίδικες επιταγές ενώ ήδη γνώριζε ότι η συμφωνία που αφορούσε αυτές ακυρώθηκε και έπρεπε να τις επιστρέψει και ότι αυτές στερούντο ανταλλάγματος. Στην προφορική του μαρτυρία, πέραν της γραπτής δήλωσης, ο ΜΥ1 αναγνώρισε στα τεκμήρια 3 - 7 τις επίδικες επιταγές και ανάφερε επιπλέον ότι το όνομα του δικαιούχου το άφησε ανοιχτό καθότι θα τοποθετούσαν σφραγίδα της εταιρείας. Ανάφερε επιπλέον ότι τα τεκμήρια 4, 6 και 7 είναι οπισθογραφημένες και φέρουν υπογραφή και σφραγίδα της εναγόμενης 2 ενώ τα τεκμήρια 3 και 5 δεν είναι οπισθογραφημένες. Ο ΜΥ1 ανάφερε ότι γνωρίζει αναφορικά με την λειτουργία της Factors ότι για να γίνει κάποιος πελάτης της θα πρέπει και ο πελάτης που εκδίδει τις επιταγές να παρουσιαστεί στην Τράπεζα και να υπογράψει ένα κοινό συμβόλαιο για να μπορεί να ξεκινήσει η συνεργασία. Η εναγόμενης 1 ουδεμία τέτοια συμφωνία έκανε με την Factors. Επανέλαβε δε τις θέσεις του αναφορικά με την ένδειξη για ΚΑΠ και κλειστό λογαριασμό για 2 εκ των επίδικων επιταγών αναφέροντας ότι η εναγόμενη 1 έκλεισε τον λογαριασμό της κατόπιν συμβουλής από τον τραπεζίτη τους. Ανάφερε μάλιστα και το όνομα του τραπεζίτη του αναφέροντας επιπλέον ότι θα έπρεπε να αναγράφεται σε αυτές τις δύο πρώτα η οδηγία ανάκλησης της πληρωμής των. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 διαφώνησε ότι οι επίδικες επιταγές οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν στην Ενάγουσα για προεξόφληση και είσπραξη. Επίσης επανέλαβε τις θέσεις του για τις δύο επιταγές που δεν φαίνεται από το σώμα τους να έχουν ανακληθεί τα όσα έθεσε στην κυρίως εξέταση του περί του ότι απουσιάζει η σφραγίδα της ανάκλησης. Γνωρίζει ότι ένα πρόσωπο καταχωρείται στο ΚΑΠ όταν κάποιες επιταγές κάνουν την εμφάνισης τους χωρίς να υπάρχει επαρκές ποσό και συμφώνησε με την συνήγορο ότι αυτό λαμβάνει χώρα όταν η επιταγή επιστραφεί λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Περαιτέρω ανάφερε ότι η εισαγωγή της εταιρείας (αναφερόμενος στην εναγόμενη 1) στο ΚΑΠ ακολούθησε την πρώτη οδηγία για ανάκληση των επιταγών γιατί η συμφωνία ανάκλησης έγινε στις Αρχές Απριλίου - αρχές Μαΐου που θα έρχονταν τα εμπορεύματα και μέχρι τον Σεπτέμβριο που ήταν η ημερομηνία πληρωμής της επιταγής μεσολάβησαν 5 μήνες κατά την διάρκεια των οποίων η εταιρεία μπήκε στο ΚΑΠ. Δεν συμφώνησε ότι τα Τεκμήρια 6 και 7 δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων όπως επίσης και ότι ο λόγος ανάκλησης των λοιπών επιταγών ήταν τα μη επαρκή υπόλοιπα. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι η συμφωνία με την εναγόμενη 2 τερματίστηκε τέλη Μαΐου 2008 χωρίς να ενημερώσει την Φάκτορς για την εμπλοκή της οποίας δεν γνώριζε μέχρι και που καταχωρήθηκε η αγωγή. Στην υποβολή ότι η εκχώρηση των επιταγών στην Φάκτορς προηγήθηκε της ακύρωσης και διακανονισμού μεταξύ των εναγόμενων 1 και 2 για επιστροφή των επιταγών ο μάρτυρας επανέλαβε ότι δεν γνώριζε για την εκχώρηση. Επίσης αρνήθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και ότι είναι ψευδείς. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΟΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο ΜΕ1 οφείλω να αναφέρω ότι άφησε πολύ καλή εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο. Το σύνολο της μαρτυρίας του, τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην μακρά αντεξέταση του, χαρακτηρίζεται από ηρεμία, απλότητα και ξεκάθαρες θέσεις, χωρίς υπερβολές, εξάρσεις και αντιφάσεις. Βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου τη σχέση του ΜΕ1 με την ενάγουσα, ότι ο ίδιος ως εργαζόμενος σε αυτήν επιθυμούσε σαφέστατα να βοηθήσει με την μαρτυρία του την υπόθεση της, όμως ,καταλήγω ότι τα όσα ανάφερε δεν είχαν έναυσμα την επιθυμία του να βοηθήσει αναφέροντας οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων έλαβαν χώρα, των όσων ο ίδιος γνωρίζει αναφορικά με τις υπηρεσίες factoring αλλά και τα όσα ειλικρινά πιστεύει και γνωρίζει ένεκα της θέσης που κατέχει. Ο ΜΕ1 έθεσε με σαφήνεια τις θέσεις του από την ημερομηνία εκχώρησης των επιταγών προς την Φακτορς και την πορεία που αυτές ακολούθησαν μέχρι την επιστροφή τους ως απλήρωτες επεξηγώντας και παραπέμποντας και στα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια, δίνοντας λεπτομέρειες και υποδεικνύοντας στα έγγραφα αυτά και ιδιαίτερα στην κατάσταση λογαριασμού τις ημερομηνίες κατάθεσης, πληρωμής των επιταγών προς την εναγόμενη 2 και επεξηγώντας τις τραπεζιτικές διαδικασίες. Η μαρτυρία του και οι θέσεις που δόθηκαν μέσω αυτής παρέμειναν αναλλοίωτες και στην αντεξέταση σταθερές ενώ σε κανένα σημείο η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε από αντιφάσεις και υπεκφυγές. Δεν αρνήθηκε ότι με την εναγόμενη 1 ουδεμία συμβατική σχέση είχε η ενάγουσα επεξηγώντας γιατί κατέστη η ίδια νόμιμος κομιστής και δικαιούχος των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εκχώρηση. Με αναφορά στα αμφισβητούμενα ζητήματα της νομικής υπόστασης της Φάκτορς επεξήγησε ότι η ονομασία αναγράφεται τόσο με ελληνικούς όσο και λατινικούς χαρακτήρες ενώ δεν δίστασε να αναφέρει ότι η ρευστοποίηση επιταγών αποτελεί τραπεζιτική εργασία ενώ η Φάκτορς δεν ήταν τράπεζα παραπέμποντας και στο καταστατικό της εταιρείας. Πέραν της αμφισβήτησης της νομικής υπόστασης της Φάκτορς (αρχικής ενάγουσας) με κύρια αναφορά στο όνομα και τον χαρακτήρα γραφής η μαρτυρία του αναφορικά με το δικαίωμα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να προωθεί την παρούσα αγωγή ως ενάγουσα δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης οφείλω να αναφέρω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 περί παράδοσης των επιταγών αρχικά από την εναγόμενη 1 προς την εναγόμενη 2 και η μεταγενέστερη οπισθογράφηση από την εναγόμενη 2 προς την Φάκτορς δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί. Παρά το ότι τέθηκαν διάφορα ζητήματα από την υπεράσπιση αναφορικά με την συμπλήρωση των επιταγών και την οπισθογράφηση σημειώνω ότι αποτελεί δικογραφημένη θέση της εναγόμενης 1 ότι το σύνολο των επιταγών δόθηκε από την εναγόμενη 1 προς την εναγόμενη 2 και ότι αυτές οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν στην Φάκτορς. Τα όσα τέθηκαν υπό μορφή ερωτήσεων και υποβολών στον ΜΕ1 αναφορικά με την κατάθεση επιταγών, την σφράγιση και της συμπλήρωση απαντήθηκαν από τον μάρτυρα επαρκώς, με σαφήνεια και επεξηγηματικό τρόπο ενώ ουδεμία άλλη μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να αντικρούσει τις διαδικασίες που ο μάρτυρας αυτός ανάφερε. Επιπλέον κατ' ουσία η μαρτυρία του με αναφορά στην οπισθογράφηση των επίδικων επιταγών, την προεξόφληση τους από την Φάκτορς προς την εναγόμενη 2, και την επιστροφή τους ως απλήρωτες για τους λόγους που φαίνονται στο σώμα αυτών δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε η μαρτυρία του όσον αφορά την αποστολή επιστολής και προς την εναγόμενη 1 με την οποία ενημερωνόταν για το διεκδικούμενο ποσό και καλείτο να το καταβάλει. (βλέπε Τεκμήριο 9). Περαιτέρω ο ΜΕ1 δεν απέφυγε να αναφέρει ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ των εναγόμενων 1 και 2 αναφορικά με την συνεργασία τους όμως αναφέρει ότι ουδέν τέτοιο γεγονός γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι και ουδεμία τέτοια θέση τέθηκε από την υπεράσπιση περί του ότι ενημερώθηκε η ενάγουσα για την ισχυριζόμενη διάρρηξη της συμφωνίας. Επιπλέον ο ΜΕ1 απάντησε με σαφήνεια για τους λόγους που οι οιεσδήποτε διαφορές προέκυψαν μεταξύ εναγομένων δεν αφορούν την ενάγουσα η οποία κατέστη νόμιμος κομιστής και δικαιούχος των επίδικων επιταγών. Επί δεν των ειδικότερων ζητημάτων που του υποβλήθηκαν σχετικές θέσεις κατά την αντεξέταση, όπως για παράδειγμα οι θέσεις για την αδυναμία οπισθογράφησης επιταγών όταν αυτές έχουν ως δικαιούχο νομικό πρόσωπο, δεν υποστηρίχθηκαν στη συνέχεια με μαρτυρία και παρέμειναν στην ουσία μετέωρες. Επίσης σημειώνω ότι αμφισβητήθηκε η ύπαρξη ανταλλάγματος για τις επίδικες επιταγές από την εναγόμενη 2 λόγω του ότι τα προϊόντα που συμφώνησε να παραλάβει δεν τα παρέλαβε ποτέ. Προκύπτει όμως μη αμφισβητούμενη θέση και κοινά αποδεκτή και από τον ΜΥ1 ότι κατά το χρόνο που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές από την εναγόμενη 1, είχε συμφωνηθεί νόμιμο αντάλλαγμα ήτοι η παραγγελία συγκεκριμένων προϊόντων, το εάν τώρα οι μετέπειτα διαφορές των εναγόμενων 1 και 2 ή και η ανάκληση κάποιων εκ των επιταγών η οποία ακολούθησε μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στην αξίωση των εναγόντων είναι ζήτημα νομικό, το οποίο θα εξετασθεί πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Σε αντίθεση με τον ΜΕ1 ο ΜΥ1 οφείλω να αναφέρω ότι δεν άφησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του επί των επίδικων και ουσιωδών ζητημάτων ήταν παντελώς ασαφής, αντιφατική ενώ οι θέσεις που έθεσε παρέμειναν στο σύνολο τους μετέωρες και χωρίς έρεισμα επί οιουδήποτε εγγράφου. Αρχής γενομένης με την έκδοση των επιταγών, ενώ στην γραπτή του δήλωση αναφέρει με πλήρη λεπτομέρεια την σύναψη συμφωνίας με την εναγόμενη 2 μέσω του διευθυντή της για την παραγγελία προϊόντων και την έκδοση των μεταχρονολογημένων επιταγών και ενώ ουδέν ζήτημα θέτει αναφορικά με την συμπλήρωση αυτών και ιδιαίτερα ότι αρχικός δικαιούχος ήταν η εναγόμενη 2 ακολούθως και χωρίς να επεξηγηθεί και η αιτιολογία και σκοπός αυτής της θέσης ισχυρίζεται ότι στις επιταγές δεν αναγράφηκε το όνομα του δικαιούχου. Ενώ αρνείται την δυνατότητα οπισθογράφησης αυτών των επιταγών με δικαιούχο νομικό πρόσωπο, θέση που δεικνύει ότι πράγματι αρχικός δικαιούχος ήταν η εναγόμενη 2 εταιρεία, παράλληλα παραλείπει να αιτιολογήσει την αντίφαση με την υπεράσπιση της εναγόμενης 1 περί του ότι οι επιταγές αυτές οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν στην Φακτορς. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι το σύνολο των θέσεων του που αφορούν καθαρά τραπεζιτικές πρακτικές και πρακτικές στην υπηρεσία factoring δεν υποστηρίχθηκαν από σχετική μαρτυρία προσώπου που να γνωρίζει για αυτές και παρέμειναν αόριστες θέσεις βασιζόμενες στην αναφορά του ΜΥ1 ότι πρόσωπα που γνωρίζουν του τις μετέφεραν. Το σύνολο της μαρτυρίας του παρουσιάζει πλήρη και παντελή απουσία οιονδήποτε στοιχείων που να αποδεικνύουν έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τις θέσεις της εναγόμενης 1 για την ανάκληση των επιταγών έστω και αυτών που επεστράφησαν απλήρωτων λόγω ανάκλησης της πληρωμής των. Επεξηγώ αναφέροντας ότι ενώ δίνεται δικαιολογία για την απουσία του δελτίου παραγγελίας κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας με την εναγόμενη 2 ουδεμία δικαιολογία η λόγος δίνεται για την παράλειψη παρουσίασης του εγγράφου διακανονισμού ως το ανάφερε ο ΜΥ1 μεταξύ εναγόμενης 1 και εναγόμενης 2, για την αποδέσμευση από την μεταξύ τους συμφωνία και την συμφωνία για επιστροφή των επιταγών. Το έγγραφο αυτό παρέμεινε μια απλή προφορική αναφορά που δεν κατέστη δυνατό να στηριχθεί επί έγγραφης μαρτυρίας ενώ αυτή η δυνατότητα υπήρχε ως ο ΜΥ1 ανάφερε αφού έλαβε αυτή την δήλωση διακανονισμού κατά την αναχώρηση από το γραφείο της εναγόμενης 2 και αφού ο διευθυντής αυτής υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο. Επιπλέον ενώ αναφέρει ότι αντιλήφθηκε ότι έπεσε θύμα απάτης ουδεμία αναφορά σε τυχόν καταγγελία στις αρμόδιες αρχές εναντίον της εναγόμενης 2 και του διευθυντή αυτής ή έστω στην αποστολή κάποιας επιστολής μέσω δικηγόρων ή και από τον ίδιο γραπτώς. Επίσης ενώ τα όσα αναφέρει έλαβαν χώρα το 2008 ουδεμία ενέργεια ο ίδιος φαίνεται να έχει κάνει για είσπραξη των ποσών αυτών από την εναγόμενη 2 με την λήψη δικαστικών μέτρων ακόμα και μετά το 2010 όπου πλέον για τις επίδικες επιταγές είχε να αντιμετωπίσει την παρούσα αγωγή. Ενώ αναφέρει ότι τερμάτισε την συμφωνία με την εναγόμενη περί το τέλος Μαΐου του 2008 ουδεμία ενέργεια φάνηκε να έχει κάνει εναντίον της έκτοτε και μέχρι και σήμερα ενώ άξιο απορίας είναι για ποιο λόγο ενώ επικαλείται στην υπεράσπιση της η εναγόμενη 1 ευθύνη της εναγόμενης 2 σε περίπτωση που ήθελε φανεί η Ενάγουσα να δικαιούται σε αποζημίωση δεν έχει ενεργήσει δικονομικά ώστε να θέσει την εναγόμενη 2 έναντι των ισχυριζόμενων ευθυνών της ακόμα και μέσα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ακόμα και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγή το 2010, χρονικό σημείο που ο ΜΥ1 αναφέρει ως τον χρόνο που ενημερώθηκε για την Φάκτορς, ουδεμία θέση ή ισχυρισμός περί του ότι ενημέρωσε την Φάκτορς για την ισχυριζόμενη ακύρωση της συμφωνίας και τις σχέσεις της εναγόμενης 1 με την εναγόμενη 2. Η λήψη οιασδήποτε ενέργειας ή μέτρων προς την κατεύθυνση, αν μη τι άλλο, της ενημέρωσης της ενάγουσας για τα όσα ισχυρίζεται θα δείκνυε την προσπάθεια ενός προσώπου με ειλικρινή κίνητρα να αποδεσμευτεί από ευθύνες που πραγματικά δεν του αναλογούσαν και μάλιστα στην περίπτωση της εναγόμενης 1 που ως και ο ΜΥ1 ανάφερε κατέστη θύμα απάτης. Σημειώνω ότι ενώ ο ίδιος παράλληλα αναγνωρίζει και δεν αμφισβητεί την έκδοση και παράδοση των επιταγών από την εναγόμενη 1 ως εκδότρια και με την εναγόμενη 2 ως αρχικό δικαιούχο ως επίσης και ότι αυτές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες στην συνέχεια θέτει ισχυρισμούς για την φύση των επιταγών εν τη εννοία του νόμου, ότι αυτές δεν είναι επιταγές ενόψει την μεταχρονολόγησης αλλά και ζητήματα υπογραφής των και συμπλήρωσης των επιμέρους στοιχείων. Η εναλλαγή αυτή θέσεων και ισχυρισμών έδωσε την εντύπωση ότι ο ΜΥ1 προσπάθησε να απαγκιστρωθεί επί σωρεία ζητημάτων και θεμάτων με σκοπό να αποποιηθεί τυχόν ευθυνών χωρίς να θέτει ουσιώδεις ισχυρισμούς βασιζόμενους επί έγγραφης μαρτυρίας. Όσον αφορά τώρα τις θέσεις του ΜΥ1 αναφορικά με την λειτουργία της Φάκτορς και τους ισχυρισμούς του περί ανάγκης υπογραφής συμφωνίας τόσο με τον πελάτη της Φάκτορς όσο και με τους πελάτες αυτούς, ως η εναγόμενη 1, αναφέρω ότι δεν μπορώ να τους αποδεχτώ και προσδώσω οιαδήποτε βαρύτητα. Καταρχήν ο ΜΥ1 ουδέν στοιχείο έθεσε περί του ότι έχει γνώσεις τραπεζιτικών εργασιών η εργασιών factoring ενώ τα όσα ανάφερε προέρχονται από τα όσα φέρεται να του είπαν «διάφοροι» τους οποίους ρώτησε μετά την καταχώρηση της αγωγής. Σημειώνω ότι ουδέν πρόσωπο εμφανίστηκε ως μάρτυρας ενώπιον μου αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της υπηρεσίας factoring. Επιπλέον τα όσα ισχυρίστηκε αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας και τις συμφωνίες δεν τέθηκαν και δεν υποβλήθηκαν στον ΜΕ1 ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε ότι ασχολείται και εργάζεται στην υπηρεσία factoring από το 1994. Ο ΜΕ1 επεξήγησε ως ανάφερα κατά την αξιολόγηση του με πάσα λεπτομέρεια και επαρκώς τον τρόπο λειτουργίας μιας υπηρεσίας factoring τόσο πρακτικά όσο και με έναυσμα την φιλοσοφία αυτής της υπηρεσίας. Ενώ αντεξετάστηκε επί πολλαπλών ζητημάτων, τα όσα ο ΜΥ1 έθεσε κατά την μαρτυρία του δεν τέθηκαν σε αυτόν με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να αντικρουστούν και επεξηγηθούν και από αυτόν. Ενώ αναφέρει ότι η πληρωμή των επίδικων επιταγών ανακλήθηκε και ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν έκλεισε με δική τους πράξη παράλληλα αναφέρει ότι έλαβαν για τις πιο πάνω ενέργειες τους συμβουλή από τον τραπεζίτη τους, το όνομα του οποίου και αναφέρει. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να περιλαμβάνει και επιβεβαιώνει τα όσα ανωτέρω έθεσε ο ΜΥ1. Επίσης ουδεμία δικαιολογία για την απουσία μιας τέτοιας μαρτυρίας αλλά έστω και η παρουσίαση των εντύπων ανάκλησης που θα μπορούσαν να στηρίξουν και ενισχύσουν τις θέσεις του αναφορικά με την έκδοση, πορεία των επιταγών και συμφωνία που τις αφορούσε. Η θέση του ότι αυτές ανακλήθηκαν για συγκεκριμένο λόγο παρέμεινε μια γενική αναφορά στηριζόμενη σε αόριστες θέσεις χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο. Επί του ίδιου σημείου η αναφορά του ΜΥ1 περί του ότι δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση όλων των επιταγών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και δεν ήταν πειστική. Η θέση του ήταν ότι το τραπεζιτικό ίδρυμα παρέλειψε να θέσει και στα τεκμήρια 6 και 7 την σφραγίδα της ανάκλησης. Η θέση αυτή παρέμεινε μετέωρη, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου περί του ότι η εναγόμενη 1 έδωσε οδηγίες ανάκλησης του συνόλου των επιταγών. Πέραν τούτου ούτε και αυτή η θέση, μαζί με άλλες επί ειδικότερων τραπεζιτικών θεμάτων, τέθηκε στον ΜΕ1 όταν αυτός κατέθετε για να τοποθετηθεί (βλέπε Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Όλες οι πιο πάνω ελλείψεις, κενά και προβληματισμοί αφήνουν την εκδοχή της εναγόμενης 1 έκθεση σε απόρριψη, σε αντιπαράθεση μάλιστα με την εκδοχή της ενάγουσας η οποία κρίνω ότι πληροί τα εχέγγυα για να γίνει στο σύνολο της αποδεκτή. Ο ΜΥ1 καταλήγω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να προωθήσει τις θέσεις της εναγόμενης 1 επί διαφόρων και πολλαπλών ζητημάτων χωρίς όμως αυτές να στηρίζονται επαρκώς. Το σύνολο της μαρτυρίας του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, κενά και παραλείψεις που οδηγούν δίχως άλλο σε απόρριψη της μαρτυρίας του στο σύνολο της και αδυνατούν να καταστήσουν αυτή ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ευρήματα Έχοντας προβεί στην ανωτέρω αξιολόγηση καταλήγω ότι τα αληθή και πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η αρχική ενάγουσα κατά πάντα για την παρούσα αγωγή ουσιώδη χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη κατά το νόμο και ασχολείτο μεταξύ άλλων με αγορά και προεξόφληση χρεών, επιταγών, λογαριασμών, γραμματίων, χρεωστικών ομολόγων και/ή οποιουδήποτε άλλου ποσού οικονομικής υποχρέωσης, με την ονομασία ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ. Στις 18/3/2014 η ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ προχώρησε στη συνομολόγηση Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ , δυνάμει του οποίου το ενεργητικό, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα, υποχρεώσεις και γενικά η επιχείρηση της Λαϊκής Φάκτορς Λτδ θα εκχωρούνταν, μεταβιβάζονταν και αναληφθούν προς και από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατά την 7/5/2014 δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 235/2014 (βλέπε Τεκμήριο 1), διατάχθηκε μεταξύ άλλων η παραχώρηση και/ή ανάθεση ή/και η εκχώρηση ή/και μεταβίβαση από την Λαϊκή Φακτορς Λτδ στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ των όσων λεπτομερώς αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 και αναφέρθηκαν και από τον ΜΕ1 στην γραπτή του δήλωση υπό στοιχεία 5 (α - ε). Η εναγόμενη 2 εταιρεία στις 6/6/2009 προέβη σε έγγραφη συμφωνία με την Λαϊκή Φάκτορς Λτδ βάσει της οποίας η Φάκτορς αγόρασε και η εναγόμενη 2 πώλησε προς αυτή όλα τα εγγεγραμμένα στα βιβλία της εταιρείας - εναγόμενης 2 χρέη πελατών που αναφέρονται ως εισπρακτέα και τα οποία οφείλονταν σε αυτήν κατά την ημερομηνία έναρξης της συμφωνίας αλλά και κάθε χρέος το οποίο θα είχε δημιουργηθεί κατά την διάρκεια της συμφωνίας (βλέπε την συμφωνία ως το Τεκμήριο 2). Οι υπηρεσίες που παραχωρούνταν στην εναγομένη 2 από την Φάκτορς με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 2, συνίσταντο στην αγορά από αυτήν των οφειλόμενων προς την εναγόμενη 2 χρεών, δηλαδή την προεξόφληση από την Φάκτορς στην εναγομένη 2 των εισπρακτέων που εξέδιδε η εναγομένη 2 σε πελάτες της, για πωλήσεις εμπορευμάτων ή υπηρεσιών με τέτοιους όρους όπως προβλέπονταν στη συμφωνία ημερομηνίας 16/06/2005 (Τεκμήριο 2) καθώς και την προεξόφληση επιταγών των πελατών της εναγόμενης
  1. Η εναγόμενη 2 κατά την 2/12/2009 τέθηκε υπό εκκαθάριση με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε παραλήπτης της περιουσίας της και η παρούσα αγωγή εγέρθηκε εναντίον της μέσω του παραλήπτη. Στις 13/4/2011 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2 εταιρείας. Η εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν πελάτης της εναγόμενης 2 εταιρείας και εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγόμενη 2 εξέδωσε έναντι νομίμου ανταλλάγματος, υπέγραψε και παρέδωσε προς την εναγομένη 2 μέσω του αντιπροσώπου της Ανδρέα Σαζού τις επίδικες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ συνολικού ποσού €47.130,00 (βλ. Τεκμήρια 3 - 7). Ενόψει της συμφωνίας που η εναγόμενη 2 είχε με την Φάκτορς και στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας και δυνάμει των όρων αυτής, η εναγόμενη 2 κατά η περί τον 4ο, 50 και 6ο του 2008 οπισθογράφησε έναντι νομίμου ανταλλάγματος, από την εναγόμενη 2 προς όφελος των εναγόντων και πιστώθηκε το συμφωνηθέν ποσοστό προεξόφλησης στο λογαριασμό της εναγόμενης 2 με αριθμό XXXXX2000 (βλ. Τεκμήριο 8). Συγκεκριμένα στις 18/4/2008 εκχωρήθηκαν επιταγές συνολικού ποσού εκ €23.850,00= περιλαμβανομένων και δύο εκ των επίδικων επιταγών με αριθμούς XXXXX7160 και XXXXX7162 (Τεκμήρια 1 και 5) και πιστώθηκε αυθημερόν ποσό εξ' αυτού του συνολικού στον λογαριασμό της εναγόμενης
  2. Στις 2/5/2009 εκχωρήθηκαν συνολικά επιταγές ποσού εκ €40,000,00= περιλαμβανομένης και της επίδικης με αρ. XXXXX7163 (Τεκμήριο 4) και πιστώθηκε την ίδια ημέρα ποσό στον λογαριασμό της εναγόμενης
  3. Στις 3/6/2008 εκχωρήθηκαν επιταγές συνολικού ποσού εκ €25.000,00= περιλαμβανομένων και των επίδικων επιταγών με αρ. XXXXX7186 και XXXXX7189 (Τεκμήρια 6 και 7) και την ίδια ημέρα πιστώθηκε το σχετικό ποσό στον λογαριασμό της εναγόμενης
  4. Η Ενάγουσα παρουσίασε εντός ευλόγου χρόνου τις προαναφερόμενες επίδικες επιταγές στη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για πληρωμή, αλλά αυτές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες στους ενάγοντες για τους λόγους που αναγράφονται σε αυτές ως ανωτέρω αναφέρεται κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ΜΕ
  5. Η Ενάγουσα σε κανένα στάδιο από την παραλαβή των επίδικων επιταγών, αλλά και νωρίτερα ενημερώθηκε ή έλαβε ειδοποίηση για την ύπαρξη οιασδήποτε διαφοράς μεταξύ εναγόμενης 1 και εναγόμενης 2 σε σχέση με τις μεταξύ τους δικαιοπραξίες και εργασίες ενώ οι επιταγές ως προκύπτει και από το σώμα τους και την συμπλήρωση τους δεν ήσαν διγραμμισμένες καθ' οιονδήποτε τρόπο. Μετά την επιστροφή των επιταγών για τους λόγους που φαίνονται στο σώμα κάθε μιας από αυτές η Ενάγουσα ειδοποίησε τόσο την εναγόμενη 2 όσο και την εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 08/03/2010 (Τεκμήριο 9) για τη μη πληρωμή των επιταγών και τους κάλεσαν να καταβάλουν το οφειλόμενο από αυτούς ποσό, χωρίς όμως αυτοί να το πράξουν μέχρι και σήμερα. Νομική Πτυχή Υπόβαθρο γεγονότων της αξίωσης της ενάγουσας αποτελούν οι επιταγές οι οποίες οπισθογραφήθηκαν στο όνομα της και οι οποίες με την κατάθεση τους για εξαργύρωση και εμφάνιση στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν τιμήθηκαν για τους λόγους που φαίνονται στις σφραγίδες που τέθηκαν επί αυτών. Νομικό καθεστώς υπό τον πρίσμα του οποίου θα πρέπει να εξεταστούν τα επίδικα ζητήματα και να τύχουν εφαρμογής τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω αποτελεί ο Νόμος Περί Συναλλαγματικών - Κεφ.
  6. Βεβαίως η παρούσα περίπτωση δεν αφορά την κατάθεση επιταγών και αξίωση του ποσού τους από τον πρώτο και εγγραμμένο εις το σώμα της επιταγής δικαιούχο αλλά αφορά αξίωση από πρόσωπο - στην προκειμένη την ενάγουσα εις το όνομα της οποίας οπισθογραφήθηκαν οι επιταγές και ενώ με αυτό το πρόσωπο, ο εκδότης - εναγόμενη 1 ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση συνεργασίας είχε ως και ο ΜΕ1 ανάφερε. Προτού προχωρήσω με την παράθεση της σχετικής με τα ανωτέρω ζητήματα νομοθεσίας και νομολογίας θα πρέπει να αναφέρω ότι το κατά πόσο η Ενάγουσα ως αντικαταστάθηκε με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, ήτοι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή παρά το ότι έγινε αναφορά σε αμφισβήτηση της δεν έχει κατ΄ ουσία αμφισβητηθεί. Τα όσα σχετικά τέθηκαν από τον ΜΕ1 όπως είναι το σχέδιο αναδιάρθρωσης και το επακόλουθο διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν έχουν αμφισβητηθεί και ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε επί των αναφορών του αυτών αλλά και επί των σχετικών εγγράφων (Τεκμήρια 1 και 2) που κατέθεσε. Επίσης αντικείμενο εξέτασης θα πρέπει να τύχουν οι προδικαστικές ενστάσεις της εναγόμενης 1 οι οποίες άπτονται καταρχήν της λανθασμένης αναφοράς στον τίτλο της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης της ημερομηνίας του σχετικού διατάγματος και κατά δεύτερο λόγο στην ανυπαρξία της Λαϊκής Φάκτορς λόγω διάλυσης της αλλά και της αναγραφής της με ελληνικούς χαρακτήρες και όχι λατινικούς. Αναφέρω εξαρχής ότι το σύνολο των προδικαστικών ενστάσεων της εναγόμενης 1 είναι απορριπτέες και δεν δύναται να γίνουν αποδεκτές. Καταρχήν σε ότι αφορά τον τίτλο της αγωγής αναφέρω ότι η αποδοχή της θα οδηγούσε σε υιοθέτηση τυπολατρικών πρακτικών που δεν συνάδουν με το πνεύμα της δικονομίας και δεν εξυπηρετούν την αρχή της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. Δεν κρίνω περαιτέρω ότι τίθεται ζήτημα ακόμη και παρατυπίας θεραπεύσιμης δυνάμει της Διαταγής 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Ενάγουσα δεόντως νομιμοποιημένη καταχώρησε συμφώνως του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, αναγράφοντας τόσο τον παλαιό όσο και τον σε ισχύ πλέον τίτλο με αναφορά στους διαδίκους. Η λανθασμένη ημερομηνία του διατάγματος τροποποίησης δεν κρίνω ότι επιφέρει οιαδήποτε συνέπεια όταν μάλιστα το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε μετά από ακρόαση σχετικής αίτησης και επισυνάφθηκε επί του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος κατά την καταχώρηση. Όσον αφορά τώρα την θέση ότι η Λαϊκή Φάκτορς Λτδ αναγραφόμενη με ελληνικούς χαρακτήρες δεν αποτελεί υπαρκτό νομικό πρόσωπο και ιδιαίτερα μετά την διάλυση της αδυνατεί να προωθεί την παρούσα αγωγή. Σημειώνω καταρχήν ότι η αντικατάσταση της αρχικής ενάγουσας με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έγινε κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου με σχετική ενδιάμεση ακροαματική διαδικασία. Η εναγόμενη 1 επικαλείται ανυπαρξία διαδίκου λόγω αφενός της χρήση ελληνικών χαρακτήρων και αφετέρου της διάλυσης. Αποτελεί πάγια αρχή ότι ακόμα και μετά τον διάλυση εταιρείας ή και θάνατο φυσικού προσώπου το επίδικο θέμα δεν εξαλείφεται. Στην απόφαση στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, ημερ.11/5/2011,
(2011)1 Α.Α.Δ. 825, στην οποία με παρέπεμψε και η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας όπου δυνάμει δικαστικού διατάγματος ολόκληρη η επιχείρηση μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ταυτόχρονα διαλύθηκε χωρίς να εκκαθαριστεί τέθηκαν όμοιοι με τους υπό κρίση ισχυρισμούς για ανυπαρξία διαδίκου. Το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ άλλων ανάφερε ότι: «Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12, κ.3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.8
(1)(p) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διάδικου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte).» Σε κάθε περίπτωση βέβαια αναφέρω ότι μετά την επιτυχή έκβαση της σχετικής αίτησης το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ενέκρινε την αντικατάσταση της αρχικής Ενάγουσας Φάκτορς με την νυν ενάγουσα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ως προανέφερα η νομιμοποίηση της ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε ότι αφορά τώρα την αναγραφή με ελληνικούς χαρακτήρες της επωνυμίας της Φάκτορς, η σχετική ένσταση δεν μπορεί να βρει έρεισμα επιτυχίας. Μέσα από την αποδεχτή μαρτυρία του ΜΕ1 προκύπτει ότι στα έγγραφα και σφραγίδες της Φάκτορς χρησιμοποιείτο τόσο η ελληνική όσο και λατινική γραφή. Αυτό βέβαια προκύπτει και μέσα από τα σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν, και παραπέμπω στο Τεκμήριο 1 όπου η γραφή είναι με λατινικούς χαρακτήρες ενώ στο τεκμήριο 2 (συμφωνία ενάγουσας με εναγόμενη 2) η γραφή είναι με ελληνικούς χαρακτήρες. Προκύπτει ότι στα πλαίσια άσκησης των εργασιών της η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε αμφότερους τους χαρακτήρες και δεν τίθεται ζήτημα αντικανονικότητας ή ακυρότητας της διαδικασίας λόγω αυτής της διαφοράς. Επιστρέφοντας τώρα πίσω στα κατ' ουσία επίδικα ζητήματα σημαντικό επίσης στοιχείο το οποίο προκύπτει και από τα ευρήματα ανωτέρω είναι ότι η Ενάγουσα έλαβε στην κατοχή της τις επίδικες επιταγές αφού η εναγόμενη 2 τις οπισθογράφησε προς όφελος της και τις προεξόφλησε καταθέτοντας τα σχετικά ποσά στον λογαριασμό που τηρούσε η εναγόμενη 2 στην Ενάγουσα. Ο τρόπος αυτός με τον οποίο η Ενάγουσα έλαβε στην κατοχή της τις επίδικες επιταγές, η προεξόφληση, η έλλειψη συμβατικής και/ή άλλης σχέσης Ενάγουσας και εναγομένης 1 θα εξεταστούν κατωτέρω. Επίσης στοιχείο αναφοράς αποτελεί και η φύση των επιταγών που προκύπτει ως αναντίλεκτο και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι ήταν μεταχρονολογημένες αποτέλεσε επίδικο ζήτημα μέσα από την υπεράσπιση της εναγόμενης
  1. Η Ενάγουσα ως προέκυψε επίσης από τα ευρήματα και δεν αμφισβητήθηκε έλαβε τις επίδικες επιταγές και τις προεξόφλησε, ενόψει του ότι ήταν μεταχρονολογημένες, στα πλαίσια των εργασιών της (και αναφέρομαι στις υπηρεσίες factoring) και κατέβαλε τα ποσά στην εναγόμενη 2 πιστώνοντας τον λογαριασμό της. Η φύση των εργασιών αυτών προεξόφλησης επιταγών έτυχε εξέτασης και από άλλα Δικαστήρια και αναφέρομαι στην αγωγή με αριθμό 9853/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Emporiki Bank Ltd, v.
  2. Tamassoscom Ltd. κ.α. ημερ. 28/12/2007 όπου αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές: «Σύμφωνα με το σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, του Ι. ΒΕΛΕΝΤΖΑ, εκδ. 1992, σελ. 259 η χρηματοδοτική ανάληψη απαιτήσεων ή πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων (σύμβαση Factoring) είναι η σύμβαση μεταξύ μιας χρηματοδοτικής εταιρείας δηλ. του αναλήπτη και μιας επιχείρησης, με την οποία συμφωνείται όπως ο αναλήπτης αναλάβει απαιτήσεις που έχει η επιχείρηση κατά πελατών της από τη διάθεση εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών. Ο αναλήπτης διαχειρίζεται αυτές τις απαιτήσεις, δηλαδή τις εισπράττει, συνήθως τις προεξοφλεί και ανάλογα με τη συμφωνία αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη φερεγγυότητας των πελατών της επιχείρησης. Η συμφωνία προεξόφλησης στην οποία προέβη η Ενάγουσα Τράπεζα ανήκει σ' αυτή τη γενικότερη κατηγορία χρηματοδοτικής ανάληψης απαιτήσεων και ενόψει της εμπλοκής επιταγής και ιδιαίτερα ενόψει της δέουσας οπισθογράφησης της προς την Τράπεζα, τυγχάνει εφαρμογής ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ.
  3. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ» του Χρ. Λουκά, 2η εκδ., Τομ. 1, σελ. 528 «εάν προτού καταστεί πληρωτέα, πληρωθεί από την Τράπεζα, η πληρωμή θεωρείται απλώς προεξόφληση (discounted),και δεν αποσβένεται η εκ της επιταγής ενοχή» (βλ. και Halsbury´s Laws of England, 3η εκδλ., Τομ. 3 παρ.401). Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 262 όλες οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται και σε επιταγή. Κατ' αναλογία λοιπόν επιταγή πληρωτέα σε διαταγή διαπραγματεύεται με οπισθογράφηση του κατόχου η οποία συμπληρώνεται με παράδοση, πράγμα που στην παρούσα περίπτωση έχει γίνει από την Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα (άρθρο 31
(3)). Όπως προνοείται στο άρθρο 32(α) για να ισχύει η οπισθογράφηση ως διαπραγμάτευση θα πρέπει να γράφεται επί της ίδιας της επιταγής και να υπογράφεται από τον οπισθογράφο. Συγκεκριμένα «η απλή υπογραφή του οπισθογράφου επί της συναλλαγματικής, χωρίς πρόσθετες λέξεις, είναι επαρκής». Σύμφωνα με το άρθρο 34 η οπισθογράφηση εν λευκώ δεν καθορίζει αυτόν υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση, ενώ αντιθέτως η ειδική οπισθογράφηση ορίζει το πρόσωπο στο οποίο ή σε διαταγή του οποίου η επιταγή είναι πληρωτέα.» Αναφορά στην ίδια απόφαση και στο ίδιο απόσπασμα γίνεται στην επίσης πρωτόδική απόφαση της αδελφού μου Δικαστή Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 173/10, Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερ.28/4/2017 μεταξύ Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεωργίου Παναγιώτης κ.α, στην οποία εξετάστηκαν πανομοιότυπα ζητήματα αξίωσης ποσών από επιταγές που είχαν εκχωρηθεί δια οπισθογραφήσεως στην Φάκτορς και δεν τιμήθηκαν. Καταρχήν με βάση το Κεφ. 262 η επιταγή συνιστά συναλλαγματική η οποία καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου ως «. η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.» Τέθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 αλλά και στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της εναγόμενης 1 ότι η μεταχρονολογημένη επιταγή δεν είναι έγκυρη ως τέτοια λόγω της μεταχρονολόγησης. Δυνάμει όμως του άρθρου 13 του Κεφ. 262:
(1)Όταν συναλλαγματική ή αποδοχή ή οποιαδήποτε οπισθογράφηση σε συναλλαγματική φέρει ημερομηνία, η ημερομηνία, θεωρείται εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, ως η πραγματική ημερομηνία της έκδοσης, αποδοχής ή οπισθογράφησης, ανάλογα με την περίπτωση.
(2)Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη εκ μόνου του λόγου ότι είναι προχρονολογημένη ή μεταχρονολογημένη, ή ότι φέρει ημερομηνία Κυριακής. (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Επομένως οι επίδικες επιταγές ως μεταχρονολογημένες ήσαν επιταγές και αποτελούν επιταγές εν τη εννοία του Νόμου. Σημειώνω ότι προτού προχωρήσω να εξετάσω δυνάμει Νόμου και Νομολογίας τα ζητήματα της εκχώρησης, οπισθογράφησης αλλά και νομιμοποίησης στην αξίωση εναντίον της εναγόμενης 1, αναφέρω ότι η έκδοση της επιταγής από την εναγόμενη 1 και η παράδοση της στην εναγόμενη 2 μέσω του αντιπροσώπου της και στα πλαίσια συμφωνίας για παραγγελία προϊόντων δεν έχει αμφισβητηθεί. Με βάση την αποδεχτή μαρτυρία του ΜΕ1 οι επίδικες επιταγές οπισθογραφήθηκαν από την εναγόμενη 2 προς όφελος της Ενάγουσας έτσι ώστε η εναγόμενη 2 με την ενέργεια της αυτή καθόρισε ότι οι επιταγές ήταν πληρωτέες στη διαταγή των εναγόντων. Με βάση το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262: «Κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο~ αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγματική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική.» Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ουδέν τέτοιο ζήτημα που να άπτεται δόλο ή παρανομία τέθηκε. Η εγκυρότητα των οπισθογραφήσεων επίσης αναφέρω δεν αμφισβητήθηκε και δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα. Αποτελεί δικογραφημένη θέση της εναγόμενης 1 ότι η εναγόμενη 2 οπισθογράφησε τις επιταγές προς όφελος της Φάκτορς. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 7 (α) της υπεράσπισης της εναγόμενης 1 αναφέρονται τα εξής: «Ο εναγόμενος 2 σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερθέντα γεγονότα γνώριζε ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές δεν θα πληρώνονταν κατόπιν οδηγιών της εναγομένης προς την Τράπεζα της μετά την εκ μέρους της ακύρωση της συμφωνίας που είχαν μεταξύ τους λόγω της μη εκτέλεσης της εκ μέρους του εναγόμενου 2 και ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές συμφώνησε και/ή υποσχέθηκε ότι έπρεπε να επιστραφούν στην εναγόμενη μετά την ακύρωση της συμφωνίας που είχε μαζί της και/ή όπως της είχε υποσχεθεί, εντούτοις άνευ εξουσίας και/ή νόμιμου δικαιώματος και/ή κατά παράβαση των ανωτέρω συμφωνηθέντων οπισθογράφησε τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές και τις παρέδωσε στους Ενάγοντες για προεξόφληση των και είσπραξη των και όχι στην Τράπεζα της εναγόμενης και μάλιστα προ της αναγραφόμενης ημερομηνίας επί εκάστης μεταχρονολογημένης επιταγής και χωρίς να υπάρχει νόμιμο αντάλλαγμα εκ μέρους του προς την εναγόμενη». (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Επομένως προκύπτει ότι η οπισθογράφηση των επιταγών και παράδοση τους στον ενάγουσα για προεξόφληση αποτελούσε κοινά παραδεκτό γεγονός μέσα από τα δικόγραφα και μη αμφισβητούμενο. Εκείνο που η εναγόμενη αμφισβήτησε έντονα και αποτελεί και το κυριότερο θέμα που αποτελεί επίδικο και προς επίλυση είναι την δυνατότητα να οπισθογραφηθούν οι εν λόγω επιταγές, κατά πόσο υπάρχει για αυτές νόμιμο αντάλλαγμα και κατά πόσο η ενάγουσα νομιμοποιείται να εγείρει αξίωση εναντίον της εναγόμενης
  1. Η μη δικογράφηση του ισχυρισμού περί μη έγκυρης οπισθογράφησης οδήγησε τους διαδίκους και ειδικά την ενάγουσα στην μη παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας και λεπτομερούς επεξήγησης των σφραγίδων και πολλαπλών υπογραφών που φέρουν οι επιταγές στο πίσω μέρος αυτών. Αντίθετα αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι αυτές οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν στην ενάγουσα από την εναγόμενη
  2. Παρόλα αυτά όμως κατά την τελική αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 1 τίθεται το ζήτημα της ορθής και δέουσας οπισθογράφησης. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι ενώ στο τεκμήριο 4 υπάρχει οπισθογράφηση από την εναγόμενη 2 στα λοιπά τεκμήρια - επιταγές υπάρχει η αναφορά μόνο «pay to the order of Laiki Factors Ltd» μόνο. Εξετάζοντας τις θέσεις αυτές του συνηγόρου πράγματι προκύπτει ότι στην επιταγή τεκμήριο 4 υπάρχει η σφραγίδα της εναγόμενης 2 η οποία συνοδεύεται από μια υπογραφή. Σε αντίθεση με το τεκμήριο 4 στο πίσω μέρος των λοιπών επιταγών - τεκμηρίων 3, 5, 6 και 7 υπάρχουν οι αναφορές «Pay to the order of Laiki Factors Ltd» και επίσης φαίνεται να υπάρχουν διάφορες υπογραφές Με βάση τα επίδικα θέματα ως αυτά καθορίστηκαν μέσα από τα δικόγραφα, την αποδοχή της οπισθογράφησης των επιταγών από την εναγόμενη 1 μέσα από την υπεράσπιση της και τα όσα ανάφερε ο ΜΕ1 του οποίου την μαρτυρία αποδέχτηκα κρίνω ότι δεν προκύπτει οιοδήποτε ζήτημα εγκυρότητας της οπισθογράφησης των επιταγών προς όφελος της Ενάγουσας η οποία ως προκύπτει και από το Τεκμήριο 8 πίστωσε τον λογαριασμό της εναγόμενης 2 με τα σχετικά ποσά των επιταγών. Επομένως η Ενάγουσα προς όφελος της οποίας οπισθογραφήθηκαν οι επίδικες επιταγές, κατέστησαν νόμιμοι κάτοχοι αυτών. ως προκύπτει από το άρθρο 30
(2)πο ανωτέρω παράθεσα ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο (holder in due course) και η εναγόμενη 1 καταλήγω ότι απέτυχε να καταρρίψει την τυπική νομιμοποίηση της ενάγουσας ως δικαιούχου εξ' οπισθογραφήσεως. Βεβαίως σχετικό με την κατάληξη αυτή αποτελεί και το εύρημα του Δικαστηρίου ως καθορίστηκε μέσα από την αποδεχτή ως αξιόπιστη μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο οπισθογράφησης, παράδοσης και προεξόφλησης η Ενάγουσα ουδεμία γνώση είχε τυχόν ισχυριζόμενων προβλημάτων μεταξύ του εκδότη των επιταγών, εναγόμενης 1 και των αρχικών δικαιούχων εναγομένων 2. Επιπλέον ουδεμία γνώση για την ύπαρξη οιονδήποτε οδηγιών για την μη πληρωμή αυτών. Με βάση το άρθρο 38 (α) και (β) του Κεφ. 262: «Τα δικαιώματα και οι εξουσίες του κατόχου συναλλαγματικής είναι τα ακόλουθα: (α) Αυτός δύναται να εγείρει αγωγή στο όνομα του~ (β) όταν αυτός είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική~ .» Επομένως η Ενάγουσα ως κάτοχος των επίδικων επιταγών είχε το δικαίωμα να εγείρει αγωγή στο όνομα της και περαιτέρω ως κάτοχος κατά τον προσήκοντα τρόπο (holder in due course) κατείχε την επιταγή απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης και από απλές προσωπικές υπερασπίσεις άλλων μερών, ενώ είχε και τη δυνατότητα να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στην επιταγή. (βλ. και Midland Bank Ltd v. RV Harris Ltd
(1963)2 All E.R. Bank Ltd v. Astley Industrial Trust Ltd
(1970)1 All. E.R. 719). Με αναφορά στο σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, του Χρ. Λουκά, 2η εκδ., Τομ. 1 σελ. 139, αυτό οφείλεται «στην αυτοτέλεια του δικαιώματος του εκάστοτε κομιστή της επιταγής με την έννοια ότι το πρόσωπο που αποκτά την επιταγή με οπισθογράφηση εξασφαλίζει δικαίωμα ανεξάρτητο από εκείνο του μεταβιβάζοντος». Σχετικό όμως είναι και το άρθρο 27 του Κεφ. 262: «27.-
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται- (α) Από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση~ (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος θεωρείται ως κάτοχος για αξία σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό.
(3)Όταν ο κάτοχος συναλλαγματικής έχει δικαίωμα επίσχεσης επί αυτής, το οποίο προκύπτει είτε από σύμβαση είτε από νόμο, θεωρείται ως κάτοχος για αξία που ανέρχεται στο ύψος του ποσού για το οποίο αυτός έχει δικαίωμα επίσχεσης.» Με βάση τις ανωτέρω πρόνοιες προκύπτει ότι η Ενάγουσα προεξοφλώντας τις επιταγές και πιστώνοντας με τα σχετικά ποσά τον λογαριασμό της εναγόμενης 2 κατέστη και κάτοχος για αξία (holder for value). Ως τέτοια κάτοχος έχει επίσης δικαίωμα αναγωγής εναντίον όλων των προηγηθέντων μερών δηλαδή και του εκδότη και του οπισθογράφου. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα πίστωσε τον λογαριασμό της εναγόμενης με ποσό και ακολούθως το χρέωσε κατά την επιστροφή των επιταγών. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή όμως η Ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα να εναγάγει τον εκδότη ή οιονδήποτε οπισθογράφο και παραπέμπω σχετικά στην Royal Bank of Scotland v. Tottenham
(1894)2 Q.B.715). Επομένως με τα πιο πάνω απορρίπτονται οι θέσεις της υπεράσπισης που άπτονται της εκχώρησης των δικαιωμάτων από τις επίδικες επιταγές και της νομιμοποίησης της ενάγουσας να διεκδικήσει τα ποσά αυτά και από τον εκδότη ήτοι την εναγόμενη
  1. Η θέση περί του ότι οι επίδικες επιταγές δεν μπορούσαν να εκχωρηθούν και οπισθογραφηθούν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ενόψει και της μη ύπαρξης επ' αυτών ενός τέτοιου περιορισμού. Οι επίδικες επιταγές δεν τέθηκε και δεν προκύπτει ούτε από την μαρτυρία αλλά ούτε και από τις ίδιες τις επιταγές (Τεκμήρια 3 - 7) να είναι διγραμμισμένες επομένως να τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 76 - 82 Ζ του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
  2. Το άρθρο 81 προνοεί: "Όταν πρόσωπο λαμβάνει δίγραμμη επιταγή η οποία φέρει επ' αυτής τις λέξεις "μη διαπραγματεύσιμη", δεν έχει και δεν είναι ικανό να παράσχει καλύτερο τίτλο στην επιταγή από αυτό που είχε το πρόσωπο από το οποίο την έλαβε". Το άρθρο 82
(1)επίσης αναφέρει: "Όταν επιταγή είναι δίγραμμη και φέρει επ΄ αυτής, σε συσχετισμό με τη διγράμμιση, τις λέξεις "για λογαριασμό του δικαιούχου" με ή χωρίς τη λέξη "μόνο" η επιταγή δεν είναι μεταβιβάσιμη αλλά ισχύει μόνο μεταξύ των μερών". Στην προκειμένη περίπτωση ουδέν τέτοιο στοιχείο προκύπτει από τις ίδιες τις επιταγές επομένως ελλείψει οιουδήποτε τέτοιου περιορισμού, προβλεπόμενου από το νόμο, οι επίδικες επιταγές ως συναλλαγματικές ήταν δεκτικές οπισθογράφησης και μεταβίβασης και η Ενάγουσα ενόψει των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω κατέστη νόμιμος κομιστής και κάτοχος έχοντας δώσει αξία με την προεξόφληση αυτών προς την εναγόμενη 2, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό δικαίωμα διεκδίκησης των ποσών που αυτές προέβλεπαν και από τον εκδότη. Σε σχέση τώρα με τους λόγους επιστροφής των επιταγών αναφέρω καταρχήν ότι οι επιταγές δεν έχει αμφισβητηθεί ότι δεν τιμήθηκαν αλλά επιστράφηκαν απλήρωτες. Περαιτέρω δεν έχει γίνει δεκτό ότι η πληρωμή ανακλήθηκε με ενέργειες της εναγόμενης 1 για όλες τις επιταγές. Αυτό που έγινε δεχτό με βάση τα ευρήματα είναι ότι οι επιταγές επεστράφησαν για τους λόγους που φαίνονται επί των σωμάτων αυτών ήτοι πέραν της ανάκλησης για μέρος αυτών και της εισαγωγής του εκδότη στο ΚΑΠ αλλά και λόγω του ότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν έκλεισε. Σε κάθε περίπτωση όμως ακόμα και σε σχέση με τις επιταγές για τις οποίες δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής τους η κατάληξη δεν δύναται να διαφοροποιηθεί. Ο νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course) έχει δικαίωμα να αξιώσει την πληρωμή της επιταγής ανεξαρτήτως της ανάκλησης της και δεν είναι δυνατό να προβληθούν εναντίον τέτοιου κομιστή ενστάσεις που μπορεί να αντιτάξει ο εκδότης κατά του αρχικού δικαιούχου. Στο σύγγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ», που παράπεμψα ανωτέρω παρατίθεται από το Jone´s Studies on Practical Banking, 5η εκδ., σελ. 228-229 το εξής σχετικό απόσπασμα: «Η επιταγή αφού είναι συναλλαγματική, είναι συνήθως αξιόγραφο κι' αυτό τεκμαίρεται από το κείμενο του Νόμου. Αυτό σημαίνει ότι ο νομιμοποιημένος κομιστής αποκτά πλήρη τίτλο επί της επιταγής, έγκυρο έναντι όλων των προηγηθέντων μερών και εκτελεστό εναντίον του μέρους που έχει πρωταρχική ευθύνη, δηλαδή του εκδότη¨. Πολλοί πελάτες είναι της γνώμης ότι είναι αρκετό ν' ανακαλέσουν την επιταγή για να ακυρωθεί το έγγραφο. Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Οποιαδήποτε και να ναι η σχέση μεταξύ του εκδότη και του δικαιούχου - όπως ψευδείς παραστάσεις ή δόλος - η οποία δίνει στον εκδότη τη δυνατότητα ανάκλησης πληρωμής, εάν η επιταγή εξέλθει από τα χέρια του δικαιούχου, εάν δηλαδή μεταβιβασθεί σε τρίτο πρόσωπο υπό τέτοιες περιστάσεις που το καθιστούν νομιμοποιημένο κομιστή, το μέρος αυτό μπορεί να προχωρήσει εναντίον του εκδότη και ν' αξιώσει ολόκληρη την αξία του εγγράφου. Δεν τον ενδιαφέρουν οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα ούτω καλούμενα άμεσα μέρη (immediate parties) - εκδότη και δικαιούχο. Ο νομιμοποιημένος κομιστής που αποκτά την επιταγή συμπληρωμένη δεόντως και κανονική απ' όλες τις απόψεις, καλόπιστα, έναντι αξίας και προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη (overdue) και χωρίς να γνωρίζει προηγούμενη εμφάνιση και άρνηση πληρωμής της επιταγής ή ελαττωματικότητα του τίτλου, έχει κάθε δικαίωμα να αξιώσει την πληρωμή της επιταγής». Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω ότι τα όσα ο ΜΥ1 ανάφερε για την αιτία ανάκλησης των επιταγών και τις ισχυριζόμενες διαφορές με την εναγόμενη 2 για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του δεν έχουν γίνει αποδεκτά και απορρίφθηκαν. Κατάληξη Ενόψει των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω και αναλύσω και λαμβάνοντας υπόψη μου το βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, καταλήγω ότι η Ενάγουσα παρουσίασε μαρτυρία ικανή να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την αξίωση της εναντίον της εναγόμενης 1. Συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 για το ποσό των €47.130,00= με νόμιμο τόκο από 23/06/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι η παρούσα απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου 2. (Υπ.) ...................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil / Other Action / Final Αναφορικά: Επιταγές - Εκχώρηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.