← Κύπρος

ΤΟΥΚΟΥΣΙΔΟΥ ν. NIKOLAOU BROS TOURIST ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 778/2011, 31/8/2018

ΤΟΥΚΟΥΣΙΔΟΥ ν. NIKOLAOU BROS TOURIST ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 778/2011, 31/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A352 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 778/2011 Μεταξύ: XXXXX ΤΟΥΚΟΥΣΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσα κ α ι NIKOLAOU BROS TOURIST ENTERPRISES LTD, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Αυγούστου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Σ. Φασουλιώτης Για Εναγομένους: κ. Χατζηπιέρας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγομένους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα για ζημιές, απώλειες, σωματικές βλάβες και ανικανότητα που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία ατυχήματος που είχε στο χώρο εργασίας της στις 26.1.2009 όπου εργαζόταν ως εργοδοτούμενη των Εναγομένων. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Όπως η Ενάγουσα επικαλείται, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν 57 ετών, πλήρως υγιής και εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων σαν εργάτρια στην κουζίνα «Ajax» στην Λεμεσό, με ακαθάριστες απολαβές για το έτος 2008, ύψους €17,641 ενώ αφαιρουμένων των εισφορών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με απολαβές ύψους €16,251, απολαβές οι οποίες έχουν δηλωθεί σαν παραδεκτό γεγονός και έχει εγκριθεί από το Δικαστήριο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Ενάγουσα στις 26.01.09 ενώ εκτελούσε τα καθήκοντα της ως υπάλληλος των εναγομένων στην κουζίνα του ξενοδοχείου και μετέφερε μία στοίβη πιάτων από το ένα σημείο στο άλλο, γλίστρησε στο βρεγμένο πάτωμα της κουζίνας, με αποτέλεσμα να πέσει με δύναμη στο πάτωμα να σπάσουν τα πιάτα και να τραυματιστεί σοβαρά, αφού ένα κομμάτι γυαλί της έκοψε το μέσο νεύρο στον αριστερό καρπό του χεριού της. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι ο λόγος για τον οποίο η ίδια γλίστρησε ήταν γιατί το πάτωμα της κουζίνας ήταν βρεγμένο επειδή το πλυντήριο των πιάτων το οποίο βρισκόταν εντός της κουζίνας « έχανε» νερά με αποτέλεσμα το πάτωμα να πλημμυρίσει. Ισχυρίστηκε δε περαιτέρω ότι αυτό το γεγονός ήταν σε γνώση των μετόχων αλλά και του διευθυντή του ξενοδοχείου. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια των Εναγομένων καθώς και στην παράβαση από μέρους τους υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σχετική με το θέμα αυτό νομοθεσία, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται μέσα από το σημείο (α) μέχρι (ι) της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ένεκα του εργατικού ατυχήματος επωμίστηκε ειδικές ζημιές. Παράλληλα η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνεπεία του πιο πάνω εργατικού ατυχήματος υπέστη σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα υπέστη διατομή του μέσου νεύρου στον αριστερό καρπό και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Ήταν η θέση της ότι παρουσιάστηκε στην ίδια δυσκαμψία στην κάμψη αλλά και στην έκταση του αριστερή δείκτη, του αριστερού αντίχειρα και του αριστερού μέσου δακτύλου και μούδιασμα. Η Ενάγουσα εξαιτίας αυτού του τραυματισμού είχε καταστεί ανίκανη για εργασία με αποτέλεσμα να απωλέσει την εργασία της, αφού δεν μπορούσε να εκτελέσει τα καθήκοντα της αλλά και τις καθημερινές της δραστηριότητες. Η Ενάγουσα εκτός από τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη, υποβλήθηκε συστηματικά σε σειρά φυσιοθεραπειών για μεγάλη περίοδο χωρίς όμως κατά την ενάγουσα να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική βελτίωση στα τραύματα τα οποία σύμφωνα με την ενάγουσα είχε η ίδια υποστεί. Από την άλλη οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τις θέσεις της Ενάγουσας ότι επέδειξαν αμέλεια και ότι παρέβηκαν οποιοδήποτε καθήκον τους που απορρέει από νομοθεσία. Γενικότερα οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι ευθύνονται για την πρόκληση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος και ισχυρίζονται ότι ενέργησαν ως λογικοί και συνετοί εργοδότες. Παράλληλα είναι η θέση των Εναγομένων ότι το πιο πάνω εργατικό ατύχημα προκλήθηκε λόγω αμέλειας της ιδίας της Ενάγουσας, λεπτομέρειες της οποίας παρέχονται μέσα από τα σημεία (α) μέχρι (δ) της παραγράφου 4 της υπεράσπισης. Σύμφωνα με τους Εναγομένους η ανατεθείσα στην Ενάγουσα εργασία ήταν απλή και για την εκτέλεση της δεν απαιτείτο ούτε οδηγίες αλλά ούτε και επίβλεψη της αφού ο τρόπος διεκπεραίωσης της μπορούσε να αφεθεί στην Ενάγουσα, η οποία καθημερινά ασκούσε τα συγκεκριμένα καθήκοντα. Επίσης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι για την εργασία που ανάθεσαν στην Ενάγουσα δεν απαιτείτο σύστημα εργασίας ή η λήψη ειδικών προφυλάξεων αλλά η Ενάγουσα με τις γνώσεις και την εμπειρία της ήταν σε θέση να την εκτελέσει χωρίς ειδικές προφυλάξεις και οδηγίες και αφού ελέγξει το χώρο που θα χρησιμοποιούσε, όπως το έπραττε για μεγάλη περίοδο θα εκτελούσε την εργασία της χωρίς κανένα πρόβλημα. Επιπλέον οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Ενάγουσα υπέστηκε τις σωματικές βλάβες και ζημιές που επικαλέστηκε ότι υπέστηκε μέσα από την έκθεση απαίτησης της και ζητούν απόρριψη των αιτουμένων αξιώσεων της με έξοδα εις βάρος της. Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν επτά συνολικά μάρτυρες. Από πλευράς Ενάγουσας, κατέθεσε η ίδια η ενάγουσα (ΜΕ1) και ο XXXXX Σιαπτάνης (ΜΕ2), ενώ από πλευράς εναγομένων η XXXXX Χατζηευαγγέλου (ΜΥ1), ο XXXXX Κλεάνθους (ΜΥ2), η XXXXX Ζησημίδου (ΜΥ3), ο XXXXX Ευλογημένος (ΜΥ4), και ο XXXXX Θεοδώρου (ΜΥ5). Κατατέθηκε επίσης και από τις δύο πλευρές μεγάλος αριθμός τεκμηρίων τα οποία αφορούν τις εκατέρωθεν θέσεις. Όλη η προφορική μαρτυρία των μαρτύρων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο κάτω, θ' αναφερθώ σε εκείνα τα στοιχεία της μαρτυρίας, τα οποία επέδρασαν στη δικαστική μου κρίση και κατάληξη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και είχα την ευκαιρία να δω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και να συγκρίνω τα λεγόμενά τους με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιόν μου. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη

(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 και Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718). Στην παρούσα υπόθεση, προσήλθαν τα δύο μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου με δύο αντίθετες και αντιμαχόμενες εκδοχές γεγονότων. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που δόθηκε προς υποστήριξη της κάθε εκδοχής, για να αποφανθεί ποιαν από τις δύο αποδέχεται και να καταλήξει στα ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Το κεντρικό στοιχείο αντιδικίας σε σχέση με το οποίο θα αξιολογηθεί στη λεπτομέρειά της η μαρτυρία είναι το εξής꞉ αν ευσταθεί ο ισχυρισμός γεγονότων που υποστήριξε η ενάγουσα ΜΕ1, ότι οι εναγόμενοι ήταν υπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος αφού δεν της προσέφεραν τα αναγκαία και τα βασικά για την ασφάλεια της ιδίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της τότε οι εναγόμενοι θα πρέπει να πληρώσουν στην ενάγουσας τις γενικές και τις ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες δικαιούται και τις οποίες θα καθορίσει στην πορεία το δικαστήριο. ή αν, αντίθετα, ευσταθεί ο ισχυρισμός γεγονότων που υποστηρίζουν οι εναγόμενοι ότι ουδεμία ευθύνη δεν είχαν για το εν λόγω ατύχημα και ότι την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος την είχε η ενάγουσα τότε η αγωγή θα απορριφθεί και η ενάγουσα θα καταδικαστεί και έξοδα της υπόθεσης. Αν, ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων, το Δικαστήριο καταλήξει να αποδέχεται την εκδοχή της Ενάγουσας, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι είναι αυτοί που ευθύνονται για την μη εξασφάλιση ασφάλειας στην εργασία και από την συμπεριφορά τους προκλήθηκε το ατύχημα τότε θα προχωρήσει, ως ζήτημα νομικό, να ερμηνεύσει τους λόγους που οδήγησαν στο ατύχημα για να διαπιστώσει πως αυτοί δύνανται να στηρίξουν αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας κατά των Εναγομένων. Αν όντως αυτό αποδεικνύεται, τότε οι εναγόμενοι θα είναι αναγκασμένοι να καταβάλουν σε μορφή γενικών και ειδικών αποζημιώσεων αποζημίωση στην Ενάγουσα. Αν απορρίψει την εκδοχή της Ενάγουσας τότε τυχόν αποδοχή της θέσης των Εναγομένων ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους τους, τότε η αξίωση της Ενάγουσας θα υπόκειται σε απόρριψη. Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, στη σελ. 1305, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).» Ερχόμενη στην αξίωση, ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44. Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο Ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του Εναγόμενου η αντίκρουσή τους («evidential burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ., σελ. 451 κ.ε.. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1746). Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα: (α) Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Ενάγουσα ήταν υπάλληλος των Εναγομένων και μεταξύ τους υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου. (β) Η Ενάγουσα εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων ως εργάτρια στην κουζίνα «Ajax» στην Λεμεσό, με ακαθάριστες απολαβές για το έτος 2008, ύψους €17,641 ενώ αφαιρουμένων των εισφορών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με απολαβές ύψους €16,251, (γ) Στις 26.01.09 και ενώ η Ενάγουσα εκτελούσε τα καθήκοντα της ως υπάλληλος των εναγομένων στην κουζίνα του ξενοδοχείου και μετέφερε μία στοίβη πιάτων από το ένα σημείο στο άλλο, γλίστρησε στο πάτωμα της κουζίνας, με αποτέλεσμα να πέσει με δύναμη στο πάτωμα να σπάσουν τα πιάτα και να τραυματιστεί σοβαρά, αφού ένα κομμάτι γυαλί της έκοψε το μέσο νεύρο στον αριστερό καρπό του χεριού της. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο είναι τα εξής:
(1)Εάν το εργατικό ατύχημα συνέβηκε υπό τις συνθήκες που η Ενάγουσα επικαλείται.
(2)Ποιος ευθύνεται για την πρόκληση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος.
(3)Κατά πόσο το προαναφερόμενο εργατικό ατύχημα προκάλεσε τις σωματικές βλάβες που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστηκε.
(4)Κατά πόσο η Ενάγουσα τυχόν δικαιούται σε οποιεσδήποτε από τις αξιούμενες θεραπείες και σε ποιο ενδεχομένως βαθμό. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα o ευπαίδευτoς συνήγορος της Ενάγουσας κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστη την μαρτυρία της πελάτιδας του (ΜΕ1) αλλά και τις μαρτυρίες των υπολοίπων μαρτύρων που κλήθηκαν από την πλευρά της Ενάγουσας για να καταθέσουν. Παράλληλα είναι η θέση του συνηγόρου ότι θα πρέπει να απορριφθεί η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από την πλευρά της υπεράσπισης γιατί σύμφωνα με τον κ. Φασουλιώτη η πλευρά των εναγομένων τεχνηέντως απέκρυψε και ή δεν προσκόμισε μαρτυρία η οποία θα έδινε φως στα πραγματικά γεγονότα και ή στο τι ακριβώς συνέβαινε τον επίδικο χρόνο στην κουζίνα του ξενοδοχείου. Περαιτέρω είναι η θέση του κ. Φασουλιώτη ότι η πλευρά των εναγομένων αν ήθελε πράγματι να υποστηρίξει και να ενισχύσει την θέση της θα έπρεπε να φέρει και τον διευθυντή του ξενοδοχείου κ. Άκη Ιωαννίδη για να επιβεβαιώσει ή όχι την θέση της Ενάγουσας κάτι το οποίο βέβαια δεν έγινε. Σύμφωνα με τον συνήγορο της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος επειδή δεν παρείχαν στην Ενάγουσα ασφαλές σύστημα εργασίας, επειδή την εξέθεσαν σε περιττό κίνδυνο, επειδή δεν προέβλεψαν τον κίνδυνο και έτσι δεν προέβηκαν σε αποτροπή του με τη λήψη προσιτών μέτρων. Όπως λέχθηκε, ο κίνδυνος πτώσης μπορούσε εύκολα να προβλεφθεί και να αποφευχθεί. Σύμφωνα με την πλευρά της Ενάγουσας, η κατάσταση στην οποία βρισκόταν το πάτωμα το οποίο ήταν βρεγμένο από τα νερά τα οποία έφευγαν από το χαλασμένο πλυντήριο αύξανε τον κίνδυνο απώλειας ισορροπίας στους εργαζόμενους οι οποίοι ασκούν καθήκοντα μέσα στην κουζίνα. Είναι εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε και την νομολογία που εντόπισε θα πρέπει να επιδικαστούν στην πελάτιδα του οι ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και γενικές αποζημιώσεις ύψους €22,000 για τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστηκε πλέον το ποσό των €52.923.00 ως απώλεια μελλοντικών απολαβών καθώς και τόκο επί παντός επιδικαζόμενου ποσού από την ημέρα που το εργατικό ατύχημα συνέβηκε. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, η οποία υποστήριξε ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία που προσκομίστηκε για τον τρόπο που η ενάγουσα απώλεσε την ισορροπία της και ακολούθως οδήγησε στην πτώση της. Είναι η θέση του συνηγόρου σε καμιά περίπτωση το πάτωμα της κουζίνας δεν ήταν βρεγμένο αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε βλάβη οποιουδήποτε πλυντηρίου το οποίο βρισκόταν στην κουζίνα. Κατά τον κο Χατζηπιέρα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν η ενάγουσα ήταν οι καλύτερες υπό τις περιστάσεις και αυτό το οποίο έγινε ήταν απλά λόγω της υπαιτιότητας της ίδιας της ενάγουσας επειδή η ίδια ήταν αμελής. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης, με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republi v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Με γνώμονα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ορθότερο να ξεκινήσω τη αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία προσκόμισε η πλευρά των εναγομένων, γιατί με αυτόν τον τρόπο κρίνω ότι θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με την μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε αλλά και την μαρτυρία η οποία αμισβητήθηκε και αφορά κυρίως τον τρόπο εργασίας, το παρουσιολόγιο των υπαλλήλων του ξενοδοχεόυ κλπ , θέματα τα οποία η υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα. Ως ΜΥ1 προσήλθε η XXXXX Χατζηευαγγέλου, η οποία εργάζεται από το 1991 μέχρι και σήμερα στο ξενοδοχείο Ajax, δηλαδή 26 χρόνια. Η μάρτυρας αυτή αναγνωρίζοντας το τεκμ. Β για αναγνώριση το κατέθεσε ως τεκμ. 34 ενώπιον του Δικαστηρίου και ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη για την μισθοδοσία του προσωπικού. Η μάρτυρας αυτή προσπάθησε να αναλύσει το πρόγραμμα στις 26.1.2009 με λεπτομέρεια με σκοπό να αποδείξει στο δικαστήριο ότι ο ΜΕ2 την ημέρα του ατυχήματος δεν ήταν στην εργασία του. Ως ΜΥ2 προσήλθε η XXXXX Κλεάνθους, ο οποίος εργάζεται ως chef στο ξενοδοχείο Ajax και μέσα στα καθήκοντα του ήταν και είναι ο προγραμματισμός της βάρδιας του προσωπικού. Αναγνώρισε το τεκμ. 34 ότι είναι υπογεγραμμένο από τον ίδιο και και ότι το παρουσιολόγιο είναι το πρόγραμμα το οποίο βγάζει ο ίδιος με τον ίδιο τρόπο μέχρι και σήμερα. Η προσπάθεια αυτού του μάρτυρα ήταν εμφανής και θέλησε με κάθε τρόπο να καταδείξει στο δικαστήριο ότι την ημερομηνία του ατυχήματος ο ΜΕ2 δεν εργαζόταν στο ξενοδοχείο. Αξιολογώντας την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 κρίνω ότι ο σκοπός της παρουσίας και των δύο τους ήταν να βοηθήσουν τους εργοδότες τους. Θέλησαν να αποδείξουν ότι ο ΜΕ2 δεν εργαζόταν τον επίδικο χρόνο στο ξενοδοχείο και άρα ότι ο ΜΕ2 ανέφερε στο δικαστήριο δεν είναι η αλήθεια αλλά ασύστολα ψεύδη που είχαν σαν μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν την ενάγουσα να αποδείξει την υπόθεση της. Οι μάρτυρες αυτοί δεν μου έκαναν καθόλου καλή εντύπωση, απαντούσαν με υπεκφυγές και με έμμεσο τρόπο. Η προσπάθεια τους ήταν εμφανής και ήταν να υποστηρίξουν ότι τα όσα γράφονται στο παρουσιολόγιο ήταν η αλήθεια παρόλο που οι ίδιοι, και αυτό ισχύει και για τον ΜΥ1 αλλά και για τον ΜΥ2, στην μαρτυρία τους δεν μπορούσαν να το ερμηνεύσουν και να το στηρίξουν, π.χ δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν γιατί η ένάγουσα ενώ είναι παραδεκτό εκατέρωθεν των πλευρών ότι εργαζόταν «split» στο παρουσιολόγιο αναγραφόταν ότι εργαζόταν ως «Normal» . Βεβαίως ο κ. Χ'Πιέρας προσπάθησε να αναλύσει ο ίδιος τους σχετικούς όρους και με τους δικούς του συλλογισμούς, πλήν όμως αυτό, που κατά τα άλλα καθ' όλα σεβαστό, δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να αντικαταστήσει την διά ζώσης μαρτυρία των μαρτύρων. Κρίνω λοιπόν ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν ήρθαν να πουν στο δικαστήριο όλη την αλήθεια αλλά ο σκοπός τους ήταν να έρθουν στο δικαστήριο για να αποδυναμώσουν την μαρτυρία της ενάγουσας. Απορρίπτω λοιπόν την μαρτυρία τους ως μη αξιόπιστη και αληθινή και δεν τους κατατάσσω σαν μάρτυρες της αλήθειας. Ως ΜΥ3 προσήλθε η XXXXX Ζησιμίδου, η οποία και ανάφερε ότι εργάζεται σαν μάγειρας στο ξενοδοχείο Ajax. Ήταν η θέση της ότι την συγκεκριμένη ημέρα αυτή εργαζόταν στην κουζίνα του ξενοδοχείου και ήταν η μοναδική μάγειρας αφού και οι δύο ανώτεροι της απουσίαζαν. Ανέφερε ότι ενώ η ίδια μαγείρευε άκουσε θόρυβο και είδε την XXXXX (ενάγουσα) να κρατά το χέρι της με ένα χαρτί. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είδε πως έγινε το ατύχημα και ότι το μόνο που άκουσε ήταν την ενάγουσα να φωνάζει. Δεν μπορούσε να δεί στο σημείο εκείνο γιατί ακριβώς ο χώρος της λάντζας είναι διαφορετικός και η ίδια δεν μπαίνει ποτέ. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είδε ούτε πως έγινε το ατύχημα αλλά ούτε και αν η ενάγουσα ήταν κάτω στο πάτωμα όταν γλύστρησε, αφού δεν είχε οπτική επαφή με τον χώρο του ατυχήματος. Η μαρτυρία αυτή δεν είναι καθόλου βοηθητική γιατί ακριβώς δεν ρίχνει καθόλου φως στην εξέλιξη των γεγονότων τα οποία και προκάλεσαν το ατύχημα, τα οποία να οδηγήσουν το δικαστήριο στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για τον τρόπο που αυτό επεσυνέβη. Αν προχωρώντας ένα βήμα πιο κάτω δεχτώ στο σύνολο της την μαρτυρία αυτής της μάρτυρας, ότι δηλ. ήταν η μοναδική υπεύθυνη στην κουζίνα αφού οι δυο προιστάμενοι της απουσίαζαν, γιατί η ίδια δεν ασχολήθηκε και δεν γνώριζε και τα περαιτέρω και να ενημερωθεί είτε για το ατύχημα είτε για την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας παρά μόνο συνέχισε την δουλειά της; Ως ΜΥ4 προσήλθε ο XXXXX Ευλογημένος ως ειδικός εμπειρογνώμονας και ανέφερε ότι μετέβη στον χώρο του ατυχήματος μετά το ατύχημα για να επιθεωρήσει τον χώρο και να ετοιμάσει και σχετική έκθεση, πράγμα το οποίο ο ίδιος έκανε. Ο μάρτυρας αφού κατέγραψε τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε, κατά την επίσκεψη του στο συγκεκριμένο χώρο του ξενοδοχείου, θεωρεί ότι υπήρχαν μέτρα τα οποία είχαν ληφθεί από τους εναγόμενους, τα οποία ουσιαστικά αφορούν κατασκευαστικά μέτρα τα οποία εφάρμοσαν οι εναγόμενοι στο χώρο του ξενοδοχείου, ήτοι στο χώρο εργασίας των εργαζομένων στην κουζίνα και στην λάντζα, εκμηδενίζοντας με αυτό τον τρόπο την πιθανότητα ατυχήματος στο εν λόγω σημείο. Δέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, με δεδομένο ότι πρόκειται βέβαια για ένα περιστατικό το οποίο άπτεται γεγονότων παρά εμπειρογμωμοσύνης η οποία δεν έγινε αμέσως μετά το ατύχημα. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν είναι βοηθητική για το δικαστήριο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Ως ΜΥ5 προσήλθε ο XXXXX Θεοδώρου ως εκπρόσωπος της Παγκυπριακής Ασφαλιστικής. Ξεκάθαρη και αυτού η πρόθεση και ο σκοπός της μαρτυρίας τους. Να αμφισβητήσει και να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρας σε βαθμό που να καταρρίψει την εκδοχή της όσον αφορά τον τρόπο που επεσυνέβη το ατύχημα. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία του γιατί θεωρώ ότι εξυπηρετεί αλλότρια κίνητρα. Ως ΜΕ2 προσήλθε στο δικαστήριο ο XXXXX Σιαπτάνης, ο οποίος εργαζόταν ως μάγειρας, βοηθός του chef XXXXX Κλεάνθους ΜΥ
  1. Ανάφερε στην μαρτυρία του ότι την ημέρα του ατυχήματος ο ίδιος εργαζόταν και την συγκεκριμένη στιγμή ο ίδιος βρισκόταν σε άλλο χώρο και κάπνιζε. Ο ίδιος άκουσε φασαρία και θόρυβο και μετέβη στην κουζίνα όπου και βρήκε την ενάγουσα στα αίματα και στα νερά και ένα συνάδελφο της να τις προσφέρει τις πρώτες βοήθειες. Ήταν η θέση του ότι στο πάτωμα υπήρχαν νερά και αίματα αφού την ημέρα εκείνη υπήρχε και διαρροή νερού από το πλυντήριο. Δέχθηκε ότι ένα από τα σοβαρά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε η κουζίνα ήταν και τα πλυντήριο τα οποία βέβαια τα επιδιόρθωναν συνεχώς. Γνώστες των προβλημάτων αυτών κατά τον μάρτυρα ήταν και η διεύθυνση του ξενοδοχείου, τόσο ο κ.Ιωαννίδης όσο και η κα Νικολάου. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε και πάλιν επί μακρόν από την υπεράσπιση, με κύριο θέμα της αμφισβήτησης το αν ο μάρτυρας εργαζόταν τελικά την συγκεκριμένη ημέρα του ατυχήματος ή όχι. Δεν κλονίστηκε ο μάρτυρας αυτός σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του είτε αυτό αφορά την κατάσταση που επικρατούσε στην κουζίνα είτε και στο αν ο ίδιος βρισκόταν τελικά στην εργασία του. Η μαρτυρία του ήταν άμεση και ευθύς χωρίς υπεκφυγές στις ερωτήσεις που του τίθεντο. Δεν αμφιταλαντευόταν καθόλου και αυθόρμητα έδινε την θέση του η οποία πήγαζε από τα γεγονότα τα οποία είχαν υποπέσει στην δική του γνώση και αντίληψη. Δεδομένου δε ότι έχω απόρρίψει την μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 θεωρώ ότι αναπόφευκτα και αβίαστα η μοναδική μαρτυρία η οποία μου απομένει και η οποία συνάδει με την μαρτυρία και της ενάγουσας είναι αυτή του ΜΕ
  2. Δέχομαι λοιπόν την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη και αληθινή. Η Ενάγουσα (ΜΕ1) ήταν το μοναδικό άτομο στην υπόθεση που η μαρτυρία της αναφέρεται σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν τη στιγμή του ατυχήματος. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν σαφής και επεξηγηματική στις τοποθετήσεις της και με τις αναφορές της κατατόπισε το Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά του ατυχήματος. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια η ενάγουσα, άτομο κάπως μεγάλης ηλικίας, με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, περίγραψε το τι συνέβηκε τη στιγμή του ατυχήματος χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε και δίχως να κατασκευάζει απαντήσεις. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον Χ''Πιέρα σε σχέση με διάφορα θέματα τα οποία κατά την υπεράσπιση θα πρέπει να διερευνηθούν προτού το δικαστήριο καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα. Η ενάγουσα αντεξετάστηκε α) σε σχέση με τα καθήκοντα που είχε στην εργασία της, β) σε σχέση με ποιοι ήταν οι συνάδελφοι της που εργάζονταν μαζί της τον επίδικο χρόνο γ) ποιος την εντόπισε και ποιος την μετέφερε στον γιατρό και κάτω από ποιες συνθήκες η ίδια έχασε την ισορροπία της και γλίστρησε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων με την επίπονη αντεξέταση του πράγματι θέλησε με τον δικό του τρόπο να αμφισβητήσει τα πάντα, όλα δηλ. τα γεγονότα τα οποία η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να προωθήσει την θέση της. Θα ασχοληθώ τώρα με τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας της Ενάγουσας που αναφέρεται σε γεγονότα που γίνονται αποδεκτά και συνάμα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Κατ' αρχήν η θέση της Ενάγουσας ότι την ημέρα του ατυχήματος ήταν ηλικίας 57 ετών. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση της ότι τη στιγμή του ατυχήματος η ίδια ασχολείτο με την μεταφορά πιάτων από το ένα σημείο στο άλλο. Η μάρτυρας αυτή ήταν εξαιρετική. Παρόλο που σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της πράγματι υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις ή ακόμα δεν ήταν τόσο σαφής η θέση της, εντούτοις θεωρώ ότι οι όποιες αντιφάσεις δεν μπορούν να ατονήσουν την μαρτυρία της η οποία αφορά τα γεγονότα πριν και μετά την πτώση, δηλαδή πριν και μετά το ατύχημα. Αυτό που πράγματι ενδιαφέρει το δικαστήριο είναι να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα όσο αφορά τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν στην κουζίνα το ξενοδοχείου. Απ΄όσα λοιπόν προκύπτουν από την μαρτυρία της ενάγουσας κρίνω ότι η ίδια τον επίδικο χρόνο δηλ. στις 26.1.2009 εργαζόταν στην κουζίνα του ξενοδοχείου Ajax στην Λεμεσό μαζί με τον ΜΕ
  3. Η ίδια στην προσπάθεια της να μεταφέρει μικρά πιάτα από το ένα σημείο στο άλλο έχασε την ισορροπία της, γλίστρησε λόγω νερού που υπήρχε στο πάτωμα με αποτέλεσμα πέσει κάτω στο έδαφος να τραυματιστεί και να υποστεί σωματικές βλάβες. Συγκεκριμένα υπέστη διατομή του μέσου νεύρου στον αριστερό καρπό και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Ήταν η θέση της ότι παρουσιάστηκε στην ίδια δυσκαμψία στην κάμψη αλλά και στην έκταση του αριστερού δείκτη, του αριστερού αντίχειρα και του αριστερού μέσου δακτύλου και μούδιασμα. Η Ενάγουσα εξαιτίας αυτού του τραυματισμού είχε καταστεί ανίκανη για εργασία με αποτέλεσμα να απωλέσει την εργασία της, αφού δεν μπορούσε να εκτελέσει τα καθήκοντα της αλλά και των καθημερινών της δραστηριοτήτων της. Παράλληλα παρατηρώ ότι η μαρτυρία αυτή της Ενάγουσας δεν έχει πληγεί από οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Στη βάση των δεδομένων αυτών δεν έχω οποιονδήποτε λόγο να την αμφισβητήσω και την αποδέχομαι ως ορθή και αληθή και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Η αναφορά της Ενάγουσας στο ότι γλίστρησε παραπέμπει σε απώλεια της ισορροπίας του λόγω ολισθηρότητας του δαπέδου. Αυτό άφησε η ίδια να εννοηθεί στη συνέχεια όταν αφού ερωτήθηκε αν υπήρχε κάτι επικίνδυνο και γι' αυτό γλίστρησε αυτη είπε ότι πιθανόν να ήταν από το βρεγμένο πάτωμα αλλά και από το γεγονός ότι είχαν χαλάσει τα πλυντήρια και υπήρχε από αυτά διαρροή νερού. Αν κάποιος ανατρέξει στο 'Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας' του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, σελίδα 424 θα διαπιστώσει ότι η έννοια που αποδίδεται στη λέξη 'γλιστρώ' είναι 'χάνω την ισορροπία μου λόγω της ολισθηρότητας του εδάφους'. Ήταν η θέση της ότι γλίστρησε τη στιγμή που η ίδια μετέφερε τα πιάτα από το ένα σημείο στο άλλο. Μελετώντας την μαρτυρία της Ενάγουσας διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι έχασε την ισορροπία της επειδή γλίστρησε. Συνεπώς η αιτία που προκάλεσε την απώλεια της ισορροπίας της Ενάγουσας και οδήγησε σε πτώση της στο πάτωμα κρίνω ότι ήταν το βρεγμένο πάτωμα από την διαρροή νερού που υπήρχε από τα πλυντήρια τα οποία βρίσκονταν στην κουζίνα του ξενοδοχείου. Αυτό όμως που παραμένει αναντίλεκτο γεγονός είναι ότι η Ενάγουσα, λόγω ακριβώς αυτών των περιστάσεων, στην προσπάθεια της να μεταφέρει όλα αυτά τα πιάτα και έπεσε στο πάτωμα απότομα και υπέστη τις σωματικές βλάβες για τις οποίες καταχώρησε και τα σχετικά Ιατρικά Πιστοποιητικά. Από την μαρτυρία της Ενάγουσας δεν λαμβάνω υπόψη τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας των Εναγομένων επειδή δεν παραπέμπουν σε γεγονότα αλλά σε συμπεράσματα. Το εάν οι Εναγόμενοι ευθύνονται για το ατύχημα της Ενάγουσας στη βάση αμέλειας και/ή παράβασης εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους είναι νομικό συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο θα καταλήξει μέσα από το σύνολο των ευρημάτων υπό το φως της προσαχθείσας μαρτυρίας που θα αξιολογήσει και αφού εκτιμήσει όλα τα ενώπιον του στοιχεία και δεδομένα με βάση τις νομικές αρχές που ισχύουν σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων, όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης. Επίσης από την μαρτυρία του αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην ιατρική περιγραφή που η Ενάγουσα προβαίνει για τις σωματικές βλάβες που επικαλείται ότι υπέστηκε. Αυτές τις λαμβάνω υπόψη μόνο για να εξετάσω το θέμα της ταλαιπωρίας της ενάγουσας για τον καθορισμό των Γενικών αποζημιώσεων. Πρόκειται για ιατρική μαρτυρία που σαφώς δεν εμπίπτει στο πεδίο γνώσης της Ενάγουσας. Η πτυχή αυτής της ένορκης κατάθεσης της Ενάγουσας είναι εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία βεβαίως δεν αποκλείεται από αξιολόγηση ως τέτοια που είναι (βλέπε άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Παράμετροι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Κεφ.9, στο περιεχόμενο του οποίου παραπέμπω. Η Ενάγουσα μεταφέρει ιατρικές διαγνώσεις, ευρήματα και συμπεράσματα ιατρών που την εξέτασαν. Επειδή οι ιατροί αυτοί που προέβηκαν στις αρχικές δηλώσεις, τις οποίες η Ενάγουσα μετέφερε στη δικαστική αίθουσα μέσω των πιστοποιητικών τους τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διεξέλθει των τεκμηρίων και να προβεί σε αξιολόγηση τους. Κατά συνέπεια, δεν λαμβάνω υπόψη μου το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Όπως ανέφερα και προηγουμένως η ενάγουσα μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και αξιολογώντας την μαρτυρία της μόνο όσο αφορά τα επίδικα θέματα, τα οποία αφορούν την παρούσα δικαιοδοσία, για να καταλήξω και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα, κρίνω ότι η μάρτυρας ήρθε στο δικαστήριο για να πει όλη την αλήθεια. Έδινε σαφείς απαντήσεις, χωρίς ίχνος προσπάθειας να αποκρύψει οτιδήποτε αλλά να αναφέρει ευθαρσώς και ευθέως όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Με δεδομένη την πάγια νομολογημένη αρχή την οποία ανέπτυξα πιο πάνω ότι το δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει ένα άλλο θεωρώ ότι μπορώ να κάνω αποδεκτή υπό αυτές τις προϋποθέσεις την μαρτυρία της ενάγουσας ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Αποδέχομαι λοιπόν την μαρτυρία της. Νομική Πτυχή Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους της Ενάγουσας να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλεια του στον τόπο της εργασίας του." (Απόσπασμα από την υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123, βλέπε επίσης άρθρο 9 του Συντάγματος). Παρόλο ότι δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, εντούτοις οι υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του σε σχέση με την ασφάλεια αυτών κατά την εργασία τους πηγάζουν από το άρθρο 51 του Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο και κωδικοποίησε τις αρχές του κοινοδικαίου αναφορικά με την αμέλεια. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Το εν λόγω άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης μόνο στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: "Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια ElpinikiPanayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)." Στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το καθήκον της προσήκουσας προσοχής, η έλλειψη της οποίας είναι βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους. Λέχθηκε δε ότι συστατικός όρος της έννοιας του 'μη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου' είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόμα σωστής πρόβλεψης για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που όφειλε ή μπορούσε ο εργοδότης με τη χρήση σωστών μέσων που είχε στη διάθεση του, να αποφύγει, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέμα. Το καθήκον του εργοδότη είναι γενικά πολύπτυχο και περιλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας, ικανό προσωπικό, ασφαλή εξοπλισμό, επαρκή επίβλεψη και ασφαλείς εγκαταστάσεις για εργασία (Kakou v. Adriatica
(1980)1 CLR 357, Charalambous v. Metalco Ltd
(1982)1 CLR 636, Panayi v. Galatariotis & Sons Ltd
(1971)CLR 416). Στην Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 918 λέχθηκε ότι το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί καθήκον του εργοδότη να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε «περιττούς» κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, ο οποίος είναι, αφενός, προβλεπτός και αφετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωση τους. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η έννοια του μη αναγκαίου κινδύνου είχε αρχικά προσδιοριστεί στην αγγλική υπόθεση Allard v. Saunders Ltd [1953] All E.R. 395, η οποία επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε κυπριακές υποθέσεις. Πιο αυστηρή όμως προσέγγιση, ίδια τάση με αυτή που επικρατεί στην Αγγλία (Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551), υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1(A) A.A.Δ. 219 όπου τονίστηκε ότι η προβλεπτικότητα του κινδύνου δεν αποτελεί απαραίτητο κριτήριο, αφού η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει ασφαλή χώρο εργασίας στους εργοδοτουμένους του, υφίσταται ανεξάρτητα από το εάν οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Επομένως, σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, το καθήκον του εργοδότη για παροχή ασφαλούς τόπου ή ασφαλούς συστήματος εργασίας απέναντι στους υπαλλήλους του είναι απόλυτο. Σχετική είναι και η υπόθεση Αγγελή v. Κάρκα κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1118, όπου ο εργοδότης ενός εργάτη οικοδομών που έπεσε στο έδαφος από ικρίωμα ανεγειρόμενης οικοδομής και τραυματίστηκε σοβαρά κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος και κλήθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις στον εργοδοτούμενο του. Σε σχέση με την ευθύνη του εργοδότη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: "Η ευθύνη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη και δεν μπορεί να μετατεθεί αυτή η ευθύνη στους ώμους του εργοδοτουμένου. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση το καθήκον του εργοδότη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στον εργοδοτούμενο του ήταν υπαρκτό και ο εφεσείων δεν το εξετέλεσε." Επίσης στην υπόθεση St. Marina Sporting Promotions Ltd. v. Dimitrov
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1663 όπου εργάτης που τοποθετούσε τσίγκους σε στέγη οικοδομής στην προσπάθεια του να κατέβει από τη θέση που εργαζόταν χρησιμοποίησε αλουμινένια σκάλα η οποία στη βάση της στηριζόταν σε αμιαντότσιγκους, η οποία όμως μαζί με τους τσίγκους υποχώρησαν με αποτέλεσμα ο εργάτης να βρεθεί στο έδαφος με σοβαρά τραύματα. Το Εφετείο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε απόλυτα υπεύθυνο για το ατύχημα τον εργοδότη του εργάτη. Ανάμεσα σ' άλλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανάφερε πως ο εργάτης εκτελούσε τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν με τον τρόπο που του υποδείχτηκε και τα μέσα που του δόθηκαν και ότι ο εργοδότης του όφειλε να τον προστατεύσει από τον εμφανή κίνδυνο στον οποίον τον εξέθεσε αφού έπρεπε να γνώριζε πως η σκάλα που διέθετε για την εργασία του εργάτη δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί με ασφάλεια πάνω στους τσίγκους. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506 αποδόθηκαν οι έννοιες και η σημασία των 'συστήματος εργασίας' και 'καθήκοντος υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας' με αναφορά στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 8η έκδοση. Ειδικότερα, λέχθηκε ότι 'σύστημα εργασίας' είναι όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (α) της οργάνωσης της εργασίας, (β) του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (γ) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (δ) της σειράς των γεγονότων, (ε) της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (στ) του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (ζ) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, και (η) της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Αναφορικά με το 'καθήκον υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας' υποδείχτηκε πως αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Έπεται ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας. Στην προαναφερόμενη υπόθεση, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1952] 2 All E.R. 1110, λέχθηκε περαιτέρω ότι είναι καλά γνωστό στους εργοδότες ότι οι εργάτες πολύ συχνά, αν όχι συστηματικά, δεν λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η εργασία τους. Είναι δε γι' αυτό το λόγο που το κοινοδίκαιο απαιτεί οι εργοδότες να καταβάλλουν λογική φροντίδα και να καθορίζουν ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργοδότες δεν εξαιρούνται από αυτό το καθήκον από το γεγονός ότι οι εργάτες τους είναι έμπειροι και θα μπορούσαν, αν ήταν στη θέση των εργοδοτών, να εφαρμόσουν οι ίδιοι ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργάτες δεν βρίσκονται στη θέση των εργοδοτών. Τα καθήκοντα τους δεν εκτελούνται μέσα στην ήρεμη ατμόσφαιρα του γραφείου με τις συμβουλές των ειδικών. Περαιτέρω με αναφορά στην ίδια αυτή υπόθεση λέχθηκε ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι άλλα συστήματα διεξαγωγής της εργασίας δεν ήταν πρακτικώς εφαρμόσιμα, οι εργοδότες είχαν υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι το σύστημα το οποίο είχε υιοθετηθεί ήταν, όσο μπορούσε αυτό να επιτευχθεί, ασφαλές και ότι οι υπάλληλοι τους είχαν καθοδηγηθεί ως προς τα μέτρα που θα ελάμβαναν για να αποφύγουν τα ατυχήματα. Όσον αφορά το τι περιλαμβάνει το καθήκον του εργοδότη για διασφάλιση της ασφάλειας στην εργασία σχετική είναι η υπόθεση Tziellas v. The Ship "Nadalena H" and others
(1982)1 C.L.R. 807 όπου σημειώθηκε ότι ανάμεσα στα πρώτα καθήκοντα του εργοδότη είναι να διασφαλίσει ασφάλεια στην εργασία ώστε ο χώρος εργασίας να καταστεί όσο πιο ασφαλής εύλογα γίνεται. Αυτό με τη σειρά του περιλαμβάνει ασφαλή πρόσβαση από και προς τον πραγματικό χώρο εργασίας. Περαιτέρω λέχθηκε ότι το καθήκον για λήψη εύλογης φροντίδας για την ασφάλεια των εργαζομένων παραμένει αμείωτο, όμως η εκτέλεση του διαφοροποιείται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Το καθήκον αυτό επεκτείνεται σε κάθε σύστημα το οποίο υιοθετείται για εκτέλεση της εργασίας. Δεν περιορίζεται στις καθιερωμένες - συνήθεις μεθόδους εκτέλεσης μιας εργασίας. Περαιτέρω επεκτείνεται στην προμήθεια ή παροχή ασφαλών μέσων πρόσβασης στο σημείο εργασίας μέσα στον χώρο εργασίας. Επιπροσθέτως στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 αναφέρεται ότι στην υποχρέωση του εργοδότη για επίδειξη εύλογης φροντίδας περιλαμβάνεται και η υποχρέωση για ασφαλή τόπο εργασίας αλλά και για ασφαλή πρόσβαση σε αυτόν. Για να καταλήξουμε δε κατά πόσο ο τόπος εργασίας είναι ασφαλής θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψη τη φύση του χώρου. Εξάλλου, συνεχίζει η απόφαση, ο εργοδότης είναι υπεύθυνος για αμέλεια, αν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, ο εργοδοτούμενος υποστεί τραυματισμό, λόγω ελαττώματος του εξοπλισμού που του έχει παρασχεθεί από τον εργοδότη του για σκοπούς της εργασίας του εργοδότη. Επιπλέον στην υπόθεση Γιαννάκης Λάμπης ν. Shiptrans Trading Agency Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 370 λέχθηκε ότι το καθήκον του εργοδότη για την κατοχύρωση της ασφάλειας των εργοδοτουμένων του περιλαμβάνει και εξασφάλιση των μέσων ασφαλούς διακίνησης μέσα στον τόπο της εργασίας τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε στην υπόθεση αυτή, ο εργοδότης έχει καθήκον για λήψη λογικών μέτρων και φροντίδας που αφορούν στην ασφάλεια των εργοδοτουμένων ανάλογα και σε συσχετισμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ο εργοδότης, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν, έχει υποχρέωση να λαμβάνει τη λογική ασφάλεια των προσώπων που εργοδοτεί και την ανάγκη αποφυγής προβλεπτών κινδύνων. Η λογική φροντίδα που πρέπει να λαμβάνει ένας εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο προσδιορίζεται με κριτήριο την κοινή λογική σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Μέρος του γενικότερου καθήκοντος του εργοδότη αποτελεί και η υποχρέωση του να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας. Αποτελεί πρώτιστο καθήκον του εργοδότη η εφαρμογή στο χώρο εργασίας ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής της εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τους εργαζομένους από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί και ο οποίος με τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Στην δε υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 304, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία ομιλούν από μόνα τους: "Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas
(1953)A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας." Επίσης στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 423 τονίστηκε πως ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τα πρόσωπα που εργοδοτούνται από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που μπορεί λογικά να προβλεφθεί και ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί με προστατευτικά μέτρα των οποίων η λύση είναι αφενός πραγματικά εφικτή και αφετέρου η δαπάνη που συνεπάγεται δεν είναι εντελώς δυσανάλογη προς το είδος και το μέγεθος του κινδύνου που στοχεύεται να αποφευχθεί. Ακόμη στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 556 λέχθηκε ότι κάθε εργοδότης έχει ευθύνη να παράσχει ασφαλή μέθοδο εργασίας και ορθή επιτήρηση του χώρου όπου διεξάγονται οι εργασίες. Περαιτέρω, στο νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, 'Αστικά Αδικήματα', Τόμος 2, σελ. 32 αναφέρονται και τα εξής: "Μέρος της υποχρέωσης του εργοδότη είναι να δίδει και κατάλληλες οδηγίες και να φροντίζει για την επίβλεψη των εργοδοτουμένων του. Οι οδηγίες για ασφάλεια πρέπει να είναι εκείνες που ένας εύλογα επιμελής εργοδότης που έχει εξετάσει το πρόβλημα που προκύπτει από την εργασία θα έδιδε στους εργάτες του. Σχετική επί του θέματος είναι η Charalambous v. Shoham (Cyprus) Ltdand another
(1983)1 C.L.R. 239). Όσον αφορά επίβλεψη, όπως τονίστηκε στην Penteris v. General Constructions
(1984)1 CLR 1 το γενικό καθήκον του εργοδότη για επίδειξη επιμέλειας περιλάμβανε και την επίβλεψη. Όπου ο κίνδυνος είναι ορατός, δεν είναι αρκετό ο εργοδότης να παρέχει τα μέσα προφύλαξης αλλά πρέπει να βεβαιώνεται ότι οι εργάτες του τα χρησιμοποιούν. Η επίβλεψη πρέπει να είναι άμεση, αλλά όχι αναγκαστικά συνεχής, εκτός όπου οι συνθήκες είναι τέτοιες που να το επιβάλλουν." Στην υπόθεση Metalco (Heaters) Ltd ν. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 211, αφού έγινε παραπομπή τόσο σε αγγλική όσο και σε κυπριακή νομολογία, υποδείχθηκε ότι το καθήκον του εργοδότη να λαμβάνει κάθε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια των εργοδοτουμένων του περιλαμβάνει και την εξασφάλιση και συντήρηση ικανοποιητικού εξοπλισμού. Ως προς την υποχρέωση του εργοδότη να εξασφαλίζει ασφαλές εργασιακό περιβάλλον στους εργοδοτουμένους σχετικές ακόμη είναι οι υποθέσεις L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 181/2006 ημερ. 24.03.09, Ευθυμίου v. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιοί Λτδ Πολιτική Έφεση Αρ. 313/2008 ημερ. 21.02.12 και Γεωργική Εταιρεία Πλατωνία Λτδ v. Sharif Πολιτική Έφεση Αρ. 358/2008 ημερ. 17.01.12, στις οποίες και παραπέμπω. Στα πλαίσια θεμελίωσης ευθύνης από μέρους του εργοδότη απαιτείται απόδειξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδυναμίας του συστήματος εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη με τη ζημιά που υπέστηκε ο εργοδοτούμενος με το βάρος απόδειξης να βαρύνει τον ενάγοντα (Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1(A) A.A.Δ. 219, Κωνσταντίνου v. Phasouri Plantations
(1992)1 (A) Α.Α.Δ. 720, Δρουσιώτης v. Petrakis Exhaust Silencers Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1502). Το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας διέπεται από το άρθρο 57 του Κεφ. 148 και η ύπαρξη της αποτελεί παράγοντα μείωσης των αποζημιώσεων που θα καταβάλει ο εναγόμενος (CovotsosTextiles v. Serghiou
(1981)1 C.L.R. 475). Ο καταμερισμός ευθύνης πρόκλησης ατυχήματος στα άτομα που ευθύνονται αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας απορρέει από την παράλειψη του ενάγοντα να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για να προστατεύσει τον ίδιο τον εαυτό του από βλάβη ή ζημιά. Το κριτήριο για να αποφασιστεί αν έχει επιτευχθεί συντρέχουσα αμέλεια είναι βασικά το ίδιο με την αμέλεια αφού το προβλεπτό πρόκλησης ζημιάς και η παράλειψη να ληφθούν προφυλάξεις έναντι προβλεπτών κινδύνων είναι το κλειδί για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας (Charalambous and Another v. Kassapis and Another
(1988)1 C.L.R. 25, Odysseosv. Mantovani & Sons
(1989)1 C.L.R. 321). Στην υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον εργαζόμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι έχει περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελεί την εργασία η οποία του ανατίθεται. Η επιλογή, εξάλλου, την οποία εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων ότι ο εργαζόμενος πάντα έχει να αποχωρήσει από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του." Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που συνήθως απαιτούνται στις περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων, είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να καταγράφονται αναλυτικά και ξεκάθαρα στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Βάσω Μιχαήλ v. Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, R.K.B. Leathergoods Limited v. Βιργίνια Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοκλής Αντωνιάδης v. Μιχάλης Σπύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Κούνουνα κ.α. v. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Επομένως, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται πάντοτε σε αυστηρά πλαίσια και το βάρος απόδειξης τους το φέρει πάντοτε ο ενάγοντας (Παναγιώτη Παναγή v. Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Η σημασία επιδίκασης γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις ατυχημάτων έχει εκφραστεί σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους v. Simon John Worley
(2001)1 Α.Α.Δ. 652 το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματία. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis
(1992)1 C.L.R. 789). Μέσα από την κυπριακή νομολογία αναδύεται μία αυξητική τάση στον καθορισμό τους αφού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Η όποια όμως προσπάθεια γίνει για άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη (Αρετούλλα Μακρή και άλλος v. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Έχει τονιστεί η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση στον καθορισμό τέτοιων αποζημιώσεων. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (Χάρης Νικολάου v. Νίκου Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ v. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Γεώργιος Ταμπούρα v. Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη, Πολιτική Έφεση 222/2006, ημερ. 17.04.08). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Επομένως, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα και να είναι κοινωνικά αποδεκτές (Μιχαήλ v. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494). Σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ζημιωθέντος για τη ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος (Κουμπαρή κ.α. v. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων μειωμένος όμως κατά το ήμισυ για να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Όλα αυτά μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ακολούθως, ολόκληρα τα ποσά φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι εξόφλησης. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποίαν γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Όπως είναι γνωστό μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ.2), Ν.81(Ι)/2008επιδικαζόταν νόμιμος τόκος ύψους 8%. Από την ημέρα δημοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.08, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008, Ν.82(Ι)/2008στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, LonrhoLtd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (PeristeronopigiTransport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Συμπεράσματα: Έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκα, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, θα προχωρήσω στην εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων. (α) Ενδεχόμενη αμέλεια Εναγομένων Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και την πιο πάνω αξιολόγηση κρίνω ότι το ατύχημα που συνέβηκε στις 26.01.09 είναι εργατικό αφού διαδραματίστηκε στο χώρο εργασίας της Ενάγουσας και συγκεκριμένα σε χώρο όπου η ενάγουσα ασκούσε τα καθήκοντα της κατόπιν οδηγιών των εργοδοτών της. Συγκεκριμένα τη στιγμή που η Ενάγουσα εκτελούσε την συγκεκριμένη εργασία η Ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος των Εναγομένων επί πλήρους απασχόλησης υπό την έννοια ότι μεταξύ τους υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου με τη νομική της σημασία και λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο το ατύχημα προκλήθηκε λόγω αμέλειας των Εναγομένων. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ειδοποίησαν το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας για διερεύνηση του περιστατικού. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει παρατηρώ ότι στις 26.1.09 η Ενάγουσα κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων και στα πλαίσια των καθηκόντων της σαν εργάτρια στην κουζίνα του ξενοδοχείου Ajax εκτελούσε τις εργασίες οι οποίες τις είχαν ανατεθεί σαν υπεύθυνη για το καθάρισμα των πιάτων τα οποία την δεδομένη στιγμή βρίσκονταν στην κουζίνα του ξενοδοχείου. Το πλυντήριο το οποίο βρισκόταν στην κουζίνα του ξενοδοχείου ήταν χαλασμένο με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρροή νερού και κατ' έπεκταση το πάτωμα να καταστεί επικίνδυνο για εκείνους που το χρησιμοποιούν. Οι Εναγόμενοι είχαν καθήκον να διασφαλίσουν τη σωματική ακεραιότητα της Ενάγουσας κατά την εκτέλεση της εργασίας της και ή των οδηγιών που της έδωσαν για καθαριότητα της κουζίνας και ή πλύσιμο/ λάντζα της κουζίνας. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι πράγματι το πάτωμα ήταν βρεγμένο και ολισθηρό λόγω διαρροής νερού από τα πλυντήρια τα οποία υπήρχαν στην κουζίνα. Λόγω της συχνότητας χρήσης η ενάγουσα στο βρεγμένο πάτωμα της κουζίνας ο κίνδυνος να πέσει και ή να γλιστρήσει εξαιτίας της συγκεκριμένης κατάστασης την οποία περίγραψα πιο πάνω ο κίνδυνος ήταν προβλεπτός και εμφανής. Στην προκειμένη περίπτωση είναι άνευ σημασίας ο ακριβής λόγος που προκάλεσε την εν τέλει απώλεια της ισορροπίας της Ενάγουσας ενώ μετέφερε τα πιάτα από το ένα σημείο στο άλλο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι Εναγόμενοι έπρεπε να είχαν ένα σχέδιο που να παρείχαν ασφάλεια στην Ενάγουσα από εμφανείς και προβλεπτούς κινδύνους, όπως απώλεια ισορροπίας κατά τη άσκηση των καθηκόντων της. Ήταν ευθύνη των Εναγομένων ως εργοδότης να λάβει προστατευτικά μέτρα για την εκτέλεση της εργασίας που ανέθεσαν στην Ενάγουσα. Γενεσιουργός αιτία ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν το δάπεδο της κουζίνας στην οποία η Εναγουσα δούλευε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παραβάσεις των υποχρεώσεων των Εναγομένων καθώς και η έλλειψη προσήκουσας επιμέλειας από μέρους τους αλλά και η απουσία και εφαρμογή ενός κατάλληλου και ασφαλούς συστήματος εργασίας από τους ιδίους για τους εργοδοτουμένους τους περιλαμβανομένου της Ενάγουσας, ευθύνεται για την πρόκληση του ατυχήματος και την πρόκληση πόνου και ταλαιπωρίας στην Ενάγουσα. Είναι κοινό έδαφος των μερών ότι η Ενάγουσα απώλεσε την ισορροπία της την ώρα που μετέφερε τα πιάτα με αποτέλεσμα να γλυστρήσει και να πέσει στο έδαφος μαζί με τα πιάτα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Επομένως, αναδύεται η απαιτούμενη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απουσίας επαρκούς και κατάλληλου ασφαλούς συστήματος εργασίας και των προαναφερόμενων παραλείψεων των Εναγομένων με τον τραυματισμό που η Ενάγουσα υπέστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το καθήκον των Εναγομένων για παροχή προστασίας στην Ενάγουσα που εργαζόταν στο χώρο εργασίας στα πλαίσια διεκπεραίωσης της εργασίας της ήταν υπαρκτό, πλην όμως οι Εναγόμενοι δεν το εκπλήρωσαν. Κατά συνέπεια, οι Εναγόμενοι παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας που είχαν απέναντι στην Ενάγουσα και έτσι κρίνονται αμελείς για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος που επέφερε τραυματισμό στον Ενάγοντα. (β) Τυχόν παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος από Εναγομένους Το εδάφιο
(1)του άρθρου 13 του Περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμος, Ν.89(Ι)/96 μετά των συναφών τροποποιήσεων επιβάλλει στον εργοδότη τη γενική υποχρέωση να διασφαλίζει την ασφάλεια, υγεία και ευημερία στην εργασία όλων των εργοδοτουμένων του. Εδώ καλύπτεται και ο χώρος εργασίας της δικής μας περίπτωσης. Το δε εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου προχωρεί στην παροχή εξειδικευμένων λεπτομερειών ως προς την πιο πάνω υποχρέωση του εργοδότη, μερικές από τις οποίες αναφέρω ενδεικτικά: α) την παροχή και διατήρηση εγκαταστάσεων, συστημάτων και μεθόδων εργασίας τα οποία να είναι ασφαλή και χωρίς κινδύνους για την υγεία, β) την παροχή, τέτοιων πληροφοριών, οδηγιών, εκπαίδευσης και επιτήρησης για την διασφάλιση, της ασφάλειας και υγείας των εργοδοτουμένων του, γ) την παροχή και τη διατήρηση οποιωνδήποτε χώρων εργασίας που είναι κάτω από τον έλεγχο του, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων προσπέλασης και εξόδου, σε κατάσταση που να είναι ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την υγεία δ) την επίβλεψη της ορθής εφαρμογής των μέτρων ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων του ή και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή από τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του. Περαιτέρω, το άρθρο 34 της πιο πάνω νομοθεσίας πραγματεύεται το θέμα των ασφαλών χώρων και μέσων πρόσβασης που πρέπει να χαρακτηρίζει το χώρο στον οποίο ο εργοδοτούμενος εργάζεται. Σχετικοί ακόμη με την περίπτωση μας είναι οι Περί Ασφάλειας και Υγείας (Χειρονακτική Διακίνηση Φορτίων) Κανονισμοί του 2001 (Κ.Δ.Π. 267/2001). Συγκεκριμένα ο Κανονισμός 4 τονίζει ότι κάθε εργοδότης πρέπει: α) να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα ή να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα μέσα και ιδίως τον κατάλληλο μηχανικό εξοπλισμό προκειμένου να αποφευχθεί η ανάγκη χειρονακτικής διακίνησης φορτίων από τους εργοδοτουμένους, β) όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η χειρωνακτική διακίνηση φορτίων από τους εργοδοτουμένους, να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα, να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα μέσα ή να παρέχει στους εργοδοτουμένους τα μέσα αυτά ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος που διατρέχουν κατά τη χειρωνακτική διακίνηση των φορτίων αυτών. Επίσης ο Κανονισμός 5 υποδεικνύει ότι σε όλες τις περιπτώσεις που είναι αναπόφευκτη η χειρονακτική διακίνηση φορτίων από τους εργοδοτουμένους, ο εργοδότης πρέπει να οργανώνει τις θέσεις εργασίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε η διακίνηση αυτή να είναι ασφαλέστερη και η πλέον υγιεινή και ο εργοδότης πρέπει να αξιολογεί, εάν είναι δυνατό εκ των προτέρων, τις συνθήκες ασφάλειας και υγείας του εν λόγω τύπου εργασίας, εξετάζοντας ιδίως τα χαρακτηριστικά του φορτίου και λαμβάνοντας υπόψη τον Πρώτο Πίνακα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, προκύπτει πως οι Εναγόμενοι, ως εργοδότες της Ενάγουσας, παραβίασαν θέσμια καθήκοντα και υποχρεώσεις τους τα οποία περιέχονται στην εν λόγω νομοθεσία και στους προαναφερόμενους συναφείς κανονισμούς. Ερμηνεύοντας τη σχετική νομοθεσία και κανονισμούς κρίνω ότι είναι από αυτές όπου επιβάλλεται υποχρέωση υπέρ συγκεκριμένης τάξης, ήτοι αυτής των εργοδοτουμένων, όπως η Ενάγουσα στην παρούσα περίπτωση, με αποτέλεσμα να παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα στα άτομα αυτά για την ανάκτηση της ιδιαίτερης ζημιάς που υπέστηκαν, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης, στην προκειμένη περίπτωση των Εναγομένων υπό την ιδιότητα του εργοδότη. (γ) Ενδεχόμενη συντρέχουσα αμέλεια από μέρους της ενάγουσας Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το εν λόγω ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας και/ή συντρέχουσας ευθύνης της Ενάγουσας, λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται μέσα από τα σημεία (α)-(δ) της παραγράφου 4 της υπεράσπιση τους. Αναφορικά με ενδεχόμενο αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας, εντοπίζω το εξής σημείο κατά το οποίο θεωρώ ότι μπορεί να εντοπιστεί η ενέργεια της ενάγουσας η οποία συνέβαλε στο να εκτεθεί στον κίνδυνο, και αυτό δικαιολογείται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η Ενάγουσα προσπάθησε να εκτελέσει τις οδηγίες που έλαβε ρητά από τον προϊστάμενο της αλλά από την άλλη η ενάγουσα θα έπρεπε να εντοπίσει το βρεγμένο πάτωμα το οποίο ήταν ολισθηρό από την διαρροή νερού από το πλυντήριο και να λάβει αυξημένα μέτρα ή να αρνηθεί να εκτελέσει τα καθήκοντα της αν έκρινε ότι εκτίθετο σε αυξημένο κίνδυνο. Ειδικότερα το ότι η Ενάγουσα έχασε την ισορροπία της δεν σημαίνει ότι οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια των εναγομένων. Κατά συνέπεια, βρίσκω πως, υπό τις περιστάσεις, ότι θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη και ή συντρέχουσα αμέλεια στην Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό 70% και η ενάγουσα σε ποσοστό 30%. αποκλειστικά και εξ' ολοκλήρου για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος, συνεπεία του οποίου η Ενάγουσα υπέστηκε τραυματισμούς. (δ) Κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ενδεχόμενο επιδίκασης στην Ενάγουσα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις έχοντας υπόψη ως βάσεις αγωγής την αμέλεια και παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος των Εναγομένων επί πλήρους ευθύνης. 1. Ειδικές αποζημιώσεις: Είναι παραδεκτό γεγονός και κατ' επέκταση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι επί πλήρους ευθύνης ο Ενάγοντας υπέστηκε τις πιο κάτω ζημιές και έξοδα όπως αυτές περιγράφονται στην παρ.9 Β της Έκθεση Απαίτησης και οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των €23,773.44, και αφορούν τα πραγματικά έξοδα και η πραγματική ζημιά η οποία είχε υποστεί η ενάγουσα. Δεν θεωρώ ότι μπορώ να επιδικάσω οποιαδήποτε άλλα ποσά γιατί δεν έχουν αποδειχθεί ενώπιον με ανεξάρτητη και ή αξιόπιστη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και με γνώμονα ότι οι Εναγόμενοι κρίθηκαν υπεύθυνοι για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος κατά 70 % ως αποτέλεσμα του οποίου η Ενάγουσα τραυματίστηκε, καταλήγω ότι το συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που ο Ενάγοντας δικαιούται ανέρχεται στα €23,773.44, ποσό το οποίο και επιδικάζω υπέρ της επί του ανωτέρου ποσοστού. 2. Γενικές αποζημιώσεις: Περαιτέρω, μέσα από την έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία και ανικανότητα που υπέστηκε, έξοδα μελλοντικών εγχειρήσεων, για μείωση της εισοδηματικής του ανικανότητας (απώλεια εισοδημάτων) και απώλεια μελλοντικών απολαβών. (α) Μείωση εισοδηματικής ανικανότητας (απώλεια εισοδημάτων) Η απώλεια εισοδημάτων καλύπτει την περίοδο από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης. Σύμφωνα με τη νομολογία το κονδύλι αυτό εμπίπτει στην κατηγορία των ειδικών αποζημιώσεων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Fysco Constructing Co Ltd v.Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014 και Αντωνίου v. Νικολάου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 136, στις οποίες και παραπέμπω. Το Δικαστήριο έχει πιο πάνω επιδικάσει αυτό το ποσό στον Ενάγοντα στο σύνολο του επί πλήρους ευθύνης. Κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα να επιδικαστεί οποιοδήποτε επιπλέον ποσό. (β) Κόστος μελλοντικών εγχειρήσεων Έχει ήδη λεχθεί ότι δεν υφίσταται θέμα μελλοντικών εγχειρήσεων αφού δεν χρήζει τέτοια αναγκαιότητα υπό το φως της επιστημονικής μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, αφού κάτι τέτοιο μέχρι σήμερα δεν έχει προκύψει. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα επιδίκασης οποιουδήποτε τέτοιου κονδυλιού. (γ) Σωματικές βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία και μείωση απολαύσεων ζωής Συνοψίζοντας τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας καθιστούν σαφές ότι η Ενάγουσα υπέστηκε σωματική βλάβη στην περιοχή του αριστερού καρπού με διατομή του μέσου νεύρου. Παρόλο που το τραύμα συρράφθηκε εντούτοις χρειάστηκε επαναχειρουργική διερεύνηση και απελευθέρωση του μέσου καθώς και του παλαμικού νεύρου του αριστερού αντίχειρα. Λόγω της κατάστασης αυτής η ενάγουσα παρουσιάζει σημαντική δυσκαμψία όσο αφορά την μέγιστη έκταση και κάμψη του αριστερού αντίχειρα και μεσαίου δακτύλου καθώς και σημαντική αδυναμία και μούδιασμα. Σύμφωνα δε με την ιατρική μαρτυρία η ενάγουσα θα έχει δυσκολία και με την άσκηση των δραστηριοτήτων του πέραν της εργασίας της την οποία δεν θα είναι σε θέση πλέον να την ασκεί. Για αποτελεσματική αντιμετώπιση του θέματος των γενικών αποζημιώσεων έχω διεξέλθει με προσοχή σχετικές αποφάσεις. Άντλησα επίσης καθοδήγηση από τα νομικά συγγράμματα 'Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις', έκδοση 2003 των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, 'Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες', έκδοση 1996 του κ. Φρίξου Νικολαΐδη και McGregor on Damages, 17η έκδοση. Στα πλαίσια υπολογισμού ενός εύλογου και δίκαιου ποσού γενικών αποζημιώσεων σχετικά με την πτυχή αυτή που να αντικατοπτρίζουν την όσο δυνατό πραγματική κατάσταση του Ενάγοντα, δεν έχω εντοπίσει περίπτωση όπου υπήρχαν ακριβώς οι ίδιες περιστάσεις με την παρούσα. Όπως είναι νομολογημένο, πρέπει περαιτέρω να καταδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδυναμίας στο σύστημα εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη, με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος απόδειξης των στοιχείων αυτών, βαρύνει τον ενάγοντα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Phassouri Plantations
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 720, Δρουσιώτης ν. Petrakis Exhaust Silencers Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1502). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η αιτιώδης αυτή συνάφεια έχει αποδειχθεί, αφού ο τραυματισμός της ενάγουσας στο χέρι προκλήθηκε από το σπάσιμο των πιάτων τα οποία η ίδια κρατούσε κατά την πτώση της στο έδαφος. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω ποιες σωματικές βλάβες προκλήθηκαν στην ενάγουσα και το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται. Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (βλ. Paraskevaides (Oversas) Ltd v. Aristoph
(1982)1CLR), τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ταλαιπωρία (Μαυροπετρής v. Λούκα
(1995)1 ΑΑΔ 66). Όπως και όμως επαναλήφθηκε στην πολιτική έφεση 12007 ημερομ. 24/4/07 Γεώργιος Σωτηρίου v. Chapo (Investments) Ltd κ.α. 2007 1 (A) AAΔ 491, «Ο καθορισμός και η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά αποσκοπεί στην προσπάθεια επαναφοράς του θύματος στη κατάσταση του πριν από το ατύχημα». Στην υπόθεση Φ. Χριστοδουλίδης v. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 (A) AAΔ.556, ο καθορισμός του ποσού των Λ.Κ.8.000= ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης για ακρωτηριασμό του δείκτη, μέσου και παράμεσου δακτύλου και των δύο χεριών, επανασυγκόλληση των ακρωτηριασθέντων δακτύλων υπό γενική αναισθησία, πόνο, παραμόρφωση και δυσκαμψία που καθιστούσαν αδύνατη την διεξαγωγή εργασίας και/ή χειρωνακτικής εργασίας και την εκτέλεση και των πιο απλών προσωπικών αναγκών, με μόνιμα κατάλοιπα την αγκύλωση στην πρώτη μεταφαλαγγική άρθρωση του δεξιού μέσου δακτύλου και την τελευταία φαλαγγική άρθρωση του δεξιού μέσου δακτύλου επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στοιχείο που λήφθηκε υπόψη ήταν η ύπαρξη περιθωρίων βελτίωσης της λειτουργικότητας των χεριών με πρόγραμμα φυσιοθεραπείας, το οποίο όμως δεν ακολουθήθηκε. Σαφώς η παρούσα υπόθεση είναι σοβαρότερη από την παρούσα περίπτωση. Επ' αυτού παραπέμπω στην εικόνα της ιατρικής κατάστασης του Ενάγουσας που έχω περιγράψει προηγουμένως στη βάση της αποδεκτής ιατρικής μαρτυρίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και εκτιμώντας όλα τα περιστατικά της υπόθεσης αυτής, χωρίς βέβαια να αγνοώ την αποτίμηση της αξίας του χρήματος, επιδικάζω στην ενάγουσα επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €30.000,00 το οποίο, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ εύλογο και δίκαιο. (δ) Απώλεια μελλοντικών απολαβών Θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα είναι 57 ετών. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία οι απώλειες των εισοδημάτων μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης θα πρέπει να διεκδικούνται και επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, ενώ οι απώλειες για μελλοντικό χρόνο, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. (Fysco Constructing Co. Ltd. v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σταύρου Στυλιανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718). Έτσι και εφόσον αυτές συνιστούν ζημιά η οποία έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί και αποτελεί μέρος ειδικών αποζημιώσεων, θα πρέπει τα ποσά που αξιώνονται να αποδεικνύονται με την απαιτούμενη ακρίβεια, βεβαιότητα και αυστηρότητα. Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι ελλείπουν τα αναγκαία εκείνα στοιχεία που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο ακριβές ποσό, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιδικάζεται κατ' αποκοπή ή κατά προσέγγιση οποιοδήποτε ποσό που αντιπροσωπεύει απώλεια εισοδημάτων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. Κουμπαρή κ.ά. v. Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 921). Όμως καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί από την ενάγουσα για την πρόθεση της να συνεχίσει να εργάζεται στο ίδιο ξενοδοχείο, για την περίοδο που θα συνέχιζε να εργάζεται, αν θα εξακολουθούσε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, με ποιο μισθό, αν κατέβαλε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξεύρεση άλλης εργασίας κ.λ.π. Ως εκ τούτου και παρά το ότι αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η δυνατότητα της ενάγουσας για εργασία μετά το ατύχημα μειώθηκε, εν τούτοις αυτή απέτυχε να αποδείξει την αξιούμενη αυτή ειδική ζημιά με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκων και με βάση τις αρχές όπως καθορίσθηκαν στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Miller Rosa Maria v. Ute Petek
(1991)1 (Γ) ΑΑΔ 2091 θεωρώ ότι δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της υπόθεσης, ούτε και κάτι τέτοιο προβλήθηκε από την υπεράσπιση. 3. Τόκος: Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου, παρατηρώ ότι ενώ το ατύχημα συνέβηκε στις 26.01.09, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα στις 18.02.11 υπό τη μορφή ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, στο βαθμό και την έκταση βέβαια που αναφέρεται πιο πάνω. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων στο ποσοστό το οποίο ανέλυσα πιο πάνω για το ποσό των €23,773.44 ως ειδικές αποζημιώσεις και €30.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις. Τα πιο πάνω επιδικασμένα ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο ετησίως από 18.2.2011 ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων. (Υπ.) ................................................... Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: ergatiko atixima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.