EVERGLADES SHIPPING CORP. κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 3664/2013, 29/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A347 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3664/2013 Μεταξύ: 1. EVERGLADES SHIPPING CORP., από Παναμά 2. KINGFISHER MARITIME CORP., από Παναμά 3. PNO SHIPMANAGEMENT LTD, από Λεμεσό Εναγόντων -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων --------------------------------- Ημερ.: 29.8.2018 Για τις Ενάγουσες: κ. Κ. Μελάς με κα Λ. Χατζηξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Στ. Πολυβίου με κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 27.8.2013. Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 2.1.2014. Σύμφωνα με αυτή οι Ενάγουσες 1 και 2 Εταιρείες από τον Παναμά που ασχολούνται με την πλοιοκτησία, εκμετάλλευση πλοίων και άλλες συναφείς ναυτιλιακές δραστηριότητες και η Ενάγουσα 3 Κυπριακή Εταιρεία που ασχολείται με την πλοιοδιαχείριση ανήκουν σε όμιλο ναυτιλιακών εταιρειών που ασχολείτο με την πλοιοκτησία και πλοιοδιαχείριση. Οι Ενάγουσες 1 και 2 ήταν ιδιοκτήτριες δύο εμπορικών φορτηγών πλοίων του Bravo P και του Alfa K που ήταν εγγεγραμμένα στο νηολόγιο του Παναμά. Αυτά διαχειριζόταν κατόπιν συμφωνίας η Ενάγουσα 3. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2008 οι Ενάγουσες 1 και 2 είχαν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη κυπριακή τράπεζα μέσω του καταστήματος της στον Πειραιά για την χρηματοδότηση τους για τις ανάγκες των εργασιών τους. Με επιστολή της Τράπεζας ημερ. 22.7.2008 εγκρίθηκε η παραχώρηση δανειακής διευκόλυνσης προς τις Ενάγουσες 1 και 2 και την 28.8.2008 υπογράφηκε μεταξύ τους, στον Πειραιά, δανειακή σύμβαση με την οποία παραχωρήθηκε δάνειο δολ. HΠΑ 13.500.000. Η Ενάγουσα 3 εγγυήθηκε την υπό των Εναγουσών 1 και 2 πιστή εφαρμογή της σύμβασης. Αναφέρεται ότι μετά την εκταμίευση του ποσού και λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε και που έπληξε ιδιαίτερα τον τομέα της ναυτιλίας και την επιχείρηση των Εναγουσών, συμφωνήθηκε η τροποποίηση της συμφωνίας ημερ. 28.8.2008 και συνάφθηκε η πρώτη τροποποιητική συμφωνία ημερ. 12.6.2009. Προνοείτο σε αυτή ότι οι Ενάγουσες 1 και 2 δικαιούνταν να πωλήσουν τα δύο πλοία με σκοπό την αγορά νεότερων σε ηλικία πλοίων. Το προϊόν της πώλησης θα χρησιμοποιείτο για την αγορά δύο νεότερων πλοίων. Το τίμημα πώλησης θα κατατίθετο σε ειδικό λογαριασμό και θα δεσμεύετο. Εάν δεν αγοράζονταν νέα πλοία μέσα σε έξι μήνες από την 12.6.2009 τα μέρη θα σύναπταν νέα συμπληρωματική συμφωνία. Την 12.3.2010 υπογράφηκε δεύτερη συμπληρωματική συμφωνία με την οποία μεταξύ άλλων επιβεβαιώθηκαν οι υποχρεώσεις δυνάμει των προηγούμενων συμφωνιών και επανακαθορίστηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου. Δικογραφείται ακόμα ότι η Τράπεζα με συμπληρωματικές ή και διευκρινιστικές προφορικές ή και γραπτές δηλώσεις της ή και παραστάσεις της, άμεσα ή και έμμεσα, επαναβεβαίωσε τα συμφωνηθέντα, ότι δηλαδή το προϊόν από την πώληση των δύο πλοίων θα αποδιδόταν στις Ενάγουσες 1 και 2 για να χρησιμοποιηθεί για την αγορά νέων πλοίων. Κατά ή περί τους μήνες Δεκέμβριο 2010 και Μάρτιο 2011 οι Ενάγουσες 1 και 2 πώλησαν τα δύο τους πλοία. Εισπράχθηκε το συνολικό καθαρό ποσό των δολ. HΠΑ 9.100.667,56 το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό παρακράτησης στο κατάστημα της Τράπεζας στον Πειραιά. Ποσό των δολ. HΠΑ 2.890.757,50 χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή υποχρεώσεων των Εναγουσών 1 και 2 και παρέμεινε υπόλοιπο ποσό δολ. HΠΑ 6.209.910,06 για την αγορά δύο νεότερων πλοίων. Καταλογίζεται στην Τράπεζα ότι «δια των αρμοδίων υπαλλήλων της στον Πειραιά εν συνεργία με ανώτατα διευθυντικά στελέχη της, αντισυμβατικά, ανέντιμα, κακόπιστα, αυθαίρετα και καταχρηστικά και κατά αντίθεση με τις λογικές προσδοκίες των [Εναγουσών] προ και κατά την υπογραφή των συμφωνιών αλλά και τη συμπεριφορά της εναγόμενης κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης μέχρι την πώληση των πλοίων, με δόλια συνωμοτική πρόθεση εκδηλωθείσα κατά ή περί την 24/3/2011 χωρίς να λάβει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των [Εναγουσών], δεν απέδωσε το εν λόγω ποσό των 6.209,910 Δολ. ΗΠΑ, στις ενάγουσες, αλλά πίσω από την πλάτη και/ή χωρίς οιανδήποτε εκ των προτέρων αποκάλυψη τέτοιας προδιάθεσης αλλά και χωρίς την οιανδήποτε γνώση και ή έγκριση των [Εναγουσών] μετέφερε το εν λόγω ποσό από τον λ/σμό παρακράτησης στον δανεικό λ/σμό των [Εναγουσών] που διατηρούσαν μετ' αυτών στο υποκατάστημα των στον Πειραιά έναντι κεφαλαίου, με σκοπό την πρόωρη εξόφληση του δανείου αφού δεν είχαν καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμες οι υπόλοιπες δόσεις του». Περαιτέρω, η Τράπεζα με επιστολή ημερ. 24.3.2011 ζήτησε από την Ενάγουσα 3, ως εγγυήτρια των Εναγουσών 1 και 2, την πληρωμή του υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού που ήταν τότε περίπου δολ. HΠΑ 4.638.300,11 χωρίς να έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες οι υπόλοιπες δόσεις που ήταν πληρωτέες από 15.6.2011 έως 15.6.2016 και χωρίς να έχει απαιτήσει το ποσό από τις Ενάγουσες 1 και 2 πρωτοφειλέτριες και χωρίς να έχει καταγγείλει την δανειακή σύμβαση. Αναφέρεται ακόμα ότι η Τράπεζα «υπέβαλε κατά ή περί την 15/7/2011 απαίτηση προς το υποκατάστημα Διεθνών Δραστηριοτήτων των [Εναγουσών] στη Λ/σό, για είσπραξη της ανωτέρω ρηθείσας εγγυητικής επιτυγχάνοντας έτσι την μεταφορά της εν λόγω χρέωσης από την Ελλάδα στην Κύπρο, με παράλληλη χρέωση του τραπεζικού λ/σμού της εναγομένης 3 . μετέφερε το ισάξιο ποσό από Κύπρο εις Ελλάδα και με τον τρόπο αυτό επέτυχε παράνομα, αυθαίρετα και καταχρηστικά την εξόφληση του υπολοίπου κεφαλαίου του δανείου των [Εναγουσών] 1 & 2». Καταλογίζεται στην Τράπεζα ότι ενήργησε κατά παράβαση των συμφωνιών και κακόπιστα, καταστρέφοντας και διαλύοντας την επιχείρηση των Εναγουσών, εξέλιξη που ήταν γνωστή, εύλογα προβλεπτή ή και που η Τράπεζα όφειλε να γνωρίζει ή γνώριζε. Οι Ενάγουσες αδυνατώντας να αγοράσουν νέα πλοία υπέστησαν ζημιές. Διεκδικούν οι μεν Εναγόμενες 1 και 2 αποζημιώσεις δολ. ΗΠΑ 28.500.000, ή δε Ενάγουσα 3 δολ. ΗΠΑ 5.696.000. Περαιτέρω, αξιώνονται γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και νόμιμος τόκος. Η Τράπεζα, που την 1.11.2013 καταχώρησε άνευ όρων εμφάνιση, με την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε την 7.7.2014 ήγειρε, μεταξύ άλλων, ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αίτηση της, ημερ. 7.5.2015, για την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος απορρίφθηκε με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 9.11.2015. Κρίθηκε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Περαιτέρω, πως το πραγματικό υπόβαθρο δεν είχε αποκρυσταλλωθεί. Αναφέρθηκε ότι «Για να αποφασιστούν τα εγειρόμενα σημεία σίγουρα θα χρειασθεί μαρτυρία που μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς μπορεί να προσκομιστεί με την παρουσίαση των ιδίων των εγγράφων». Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεχτά γεγονότα και παρουσιάστηκαν από κοινού Τεκμήρια. Στη βάση του παραδεκτού υπόβαθρου γεγονότων η Τράπεζα ήγειρε εκ νέου ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αξίωση. Είναι η θέση της Τράπεζας ότι οι Ενάγουσες ρητά και ξεκάθαρα αποδέκτηκαν ότι οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις τους που τυχόν προκύψουν και πηγάζουν από την αρχική δανειακή σύμβαση θα εκδικαστούν στα Δικαστήρια του Πειραιά, νοουμένου ότι τις διαδικασίες έχουν κινήσει οι Ενάγουσες. Το υπόβαθρο επί του οποίου κρίνεται η δικαιοδοσία είναι η έκθεση απαίτησης. Η βάση για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πρέπει να αποκαλύπτεται στην έκθεσης απαίτησης. Η βάση αυτή μπορεί να ανατραπεί με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ενδιαμέσως, μόνο με μη διφορούμενα παραδεκτά γεγονότα. Εάν, για παράδειγμα, η έκθεση απαίτησης αναφέρει ότι η επίδικη συμφωνία των διαδίκων, που είναι η μόνη βάση για ανάληψη δικαιοδοσίας, έγινε στην Κύπρο, τότε τα κυπριακά Δικαστήρια αναλαμβάνουν δικαιοδοσία. Ακόμα και όταν μαρτυρηθεί ότι η συμφωνία έγινε στην αλλοδαπή, η δίκη συνεχίζεται. Εάν το Δικαστήριο αποδεχτεί τη μαρτυρία αυτή και προβεί σε εύρημα ότι η συμφωνία έγινε πράγματι στην αλλοδαπή, θα αναστείλει την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Εάν κατά τη διάρκεια της δίκης γίνει παραδεκτό γεγονός ότι η συμφωνία καταρτίστηκε στην αλλοδαπή, τότε το Δικαστήριο μπορεί και θα πρέπει να παρέμβει διακόπτοντας τη δίκη προβαίνοντας σε διαπίστωση έλλειψης εκ μέρους του δικαιοδοσίας. Η συμφωνία ημερ. 28.8.2008, η αρχική δανειακή σύμβαση, παρουσιάστηκε από κοινού (Τεκμ.3). Ο όρος 38 που τιτλοφορείται «Law and Jurisdiction» προνοεί ότι: «38.2: In relation to any legal action or proceeding arising out of or in connection with this Agreement, and for the exclusive benefit of the Bank, the Borrowers hereby irrevocably and unconditionally: (
- a)submit to the jurisdiction of the competent Courts of Piraeus, Greece and waive any objection to proceedings with respect to this Agreement in such Courts on the grounds of venue or inconvenient forum; and further irrevocably agree that a judgment or order in any proceedings brought in such Court shall be conclusive and binding upon the Borrowers . 38.3: Nothing in this Clause shall affect the Bank's right to serve process in any other manner permitted by law or limit the right of the Bank to take proceedings with respect to this Agreement in any jurisdiction (including, without limitation, any jurisdiction where a Ship may be located) nor shall the taking of proceedings with respect to this Agreement in any jurisdiction preclude the Bank from taking proceedings in any other jurisdiction or jurisdictions, whether concurrently or not. 38.4: If it is decided by the Bank that any such proceedings should be commenced in any other country, then any objections as to the jurisdiction or any claim as to the inconvenience of the forum, is hereby waived by the Borrowers and it is agreed and undertaken by the Borrowers to instruct lawyers in that country to accept service of legal process and not to contest the validity of such proceedings as far as the jurisdiction of the Court or Courts involved is concerned ...». Το έγγραφο εγγύησης της Ενάγουσας 3 ημερ. 28.3.2008 επίσης παρουσιάστηκε από κοινού (Τεκμ.5). Οι όροι 19.2, 19.3 και 19.4 του εγγράφου εγγύησης, με τις ανάλογες προσαρμογές σε εταιρικό εγγυητή αντί για δανειζόμενες, είναι πανομοιότυποι με τους όρους 38.2, 38.3 και 38.4 αντίστοιχα της αρχικής δανειακής σύμβασης. Οι τροποποιητικές συμφωνίες ημερ. 12.6.2009 και 12.3.2010 έχουν και αυτές παρουσιαστεί από κοινού (Τεκμ.10 και 11 αντίστοιχα). Προνοούν και οι δύο, στις παραγράφους 9.2 και 10.2 αντίστοιχα ότι: «The Borrowers agree, for the benefit of the Lender, that any legal action or proceedings arising out of or in connection with this Agreement against the Borrowers or any of their assets may be brought in the Courts of Piraeus. The Borrowers irrevocably and unconditionally submit to the jurisdiction of such courts. The submission to such jurisdiction shall not (and shall not be construed so as
- to)limit the right of the Lender to take proceedings against the Borrowers in the courts of any other competent jurisdiction nor shall the taking of proceedings in one or more jurisdictions preclude the taking of proceedings in any other jurisdiction, whether concurrently or not. The parties further agree that only the Courts of Piraeus and not those of any other State shall have jurisdiction to determine any claim which the Borrowers may have against the Lender arising out of or in connection with this Agreement.» Το άρθρο 23 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις προνοεί ότι: «1. Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: (α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση ..................................... 5. Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας .. δεν παράγουν αποτελέσματα αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 13, 17 και 21 ή αν τα δικαστήρια, τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.» Ο Κανονισμός 44/2001 καταργήθηκε την 10.1.2015 από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ωστόσο συνεχίζει να ισχύει αναφορικά με δικαστικές διαδικασίες που άρχισαν πριν την κατάργηση του, όπως προνοείται στην παρ.34 και στο άρθρο 66 του Κανονισμού 1215/2012. Όπως προειπώθηκε η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 27.8.2013 και συνεπώς ισχύουν οι πρόνοιες του Κανονισμού 44/2001. Αυτό συνιστά και κοινό έδαφος των μερών. Ο Κανονισμός 44/2001 εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του Κυπριακού Δικαίου περιλαμβανομένων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 452). Ο Κανονισμός αφορά σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και έχει εφαρμογή όταν υπάρχει το στοιχείο του ξένου κράτους. Στην προκειμένη περίπτωση η διαφορά εμπίπτει στον ορισμό των αστικών και εμπορικών υποθέσεων και η Εναγόμενη Τράπεζα είναι Κυπριακή, έχει δηλαδή την κατοικία της σε Κράτος Μέλος. Περαιτέρω, η συμφωνία, που είναι γραπτή, αφορά Δικαστήριο της Ελλάδας, που είναι Κράτος Μέλος της Ένωσης. Επομένως ο Κανονισμός εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δυνάμει νόμου, καθ' ύλην ή κατά τόπο, μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η δε εμφάνιση του εναγόμενου άνευ όρων δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο εκεί που δεν έχει. Ακριβώς γιατί αφορά ζήτημα δημόσιας τάξης που μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα. Διακρίνεται η περίπτωση μεταξύ έλλειψης δικαιοδοσίας ως ζήτημα νόμου και έλλειψη δικαιοδοσίας ως αποτέλεσμα συμπεφωνημένης ρήτρας δικαιοδοσίας άλλου Δικαστηρίου. Όταν υπάρχει έλλειψης δικαιοδοσίας ως ζήτημα νόμου η υπόθεση δεν μπορεί να εκδικαστεί, ούτε και με την συναίνεση των μερών. Ένα παράδειγμα είναι όταν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του Κανονισμού 44/2001 που δίδει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε κάποιο άλλο Δικαστήριο. Από την άλλη όταν εγείρεται ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας ως αποτέλεσμα συμπεφωνημένης ρήτρας δικαιοδοσίας άλλου Δικαστηρίου, μπορεί εφόσον δεν υπάρχει ένσταση, οποιοδήποτε Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία δυνάμει νόμου να εκδικάσει την υπόθεση. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του μέρους του άρθρου 24 του Κανονισμού 44/2001 που ενδιαφέρει και συζητείται πιο κάτω. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εγείρεται ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας ως ζήτημα νόμου. Γι' αυτό και συζητείται κατά πόσο η Τράπεζα έχει παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και κατά πόσο η παράσταση της είχε ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς του δικαιοδοσίας. Αν ήταν ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας ως ζήτημα νόμου, όπως εισηγείται η Τράπεζα, η διαδικαστική συμπεριφορά της Τράπεζας και η εν γένει προσέγγιση της στο ζήτημα θα ήταν αδιάφορη. Το άρθρο 24 του Κανονισμού προνοεί ότι: «Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.» Συνιστά κοινό έδαφος και είναι ορθό ότι το άρθρο 22 δεν εμπλέκεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, αυτό που πρέπει να διαπιστωθεί είναι κατά πόσο η παράσταση της Τράπεζας στην αγωγή αυτή είχε ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Αν όχι, τότε το Δικαστήριο έχει, στην περίπτωση που δεν είχε, αποκτήσει διεθνή δικαιοδοσία και το αίτημα της Τράπεζας θα πρέπει να απορριφθεί. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Elefanten Schuh Gmbh v. Pierre Jacqmain (case 150/80) ημερ. 24.6.1981 όπου ερμηνεύτηκε το άρθρο 18 της Συνθήκης των Βρυξελλών το οποίο έχει αναπαραχθεί με το άρθρο 24 του Κανονισμού 44/2001. Αποφασίστηκε ότι το άρθρο 18: «.must be interpreted as meaning that the rule on jurisdiction which that provision lays down does not apply where the defendant not only contests jurisdiction but also makes submissions on the substance of the action, provided that, if the challenge to jurisdiction is not preliminary to any defence as to the substance, it does not occur after the making of the submissions which under national procedural law are considered to be the first defence addresses to the court seized» Περαιτέρω, στην Cartier Parfums - Lunettes SAS v. Ziegler France SA (Case C - 1/13), 27.02.2014, αναφέρθηκε ότι: «Τhe Court has already held that it is clear from Article 18 of the Brussels Convention, a provision which in essence is identical to Article 24 of Regulation No 44/2001, that the challenge to jurisdiction may not occur after the making of the submissions which under national procedural law are considered to be the first defence addressed to the court seized . However, the challenge to jurisdiction may have the result attributed to it by Article 18 only if the applicant and the court seized of the matter are able to ascertain from the time of the defendant's first defence that it is intended to contest the jurisdiction of the court.» Στην προκειμένη περίπτωση από τις ενστάσεις που καταγράφονται στην παρ. 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και εμφατικό ότι η Τράπεζα είχε πρόθεση να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Οι Ενάγουσες επικαλούνται την Hampton Advisory Group S.A. v. 1. Bost AD κ.α.
(2012)1 (Α) A.A.Δ. 549, 563, ως αυθεντία ότι για να μην αποκτά το Δικαστήριο δικαιοδοσία ως αποτέλεσμα της παράστασης του εναγόμενου ενώπιον του, η παράσταση του πρέπει να έχει σκοπό μόνο την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αναφέρει το σχετικό απόσπασμα ότι «. το Άρθρο 24, προνοεί περαιτέρω ότι το Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται με την καταχώριση εμφάνισης, αποκτά δικαιοδοσία, αλλά όχι αν η εμφάνιση έχει σκοπό μόνο την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας .». Και στη συνέχεια «Και εδώ, η εμφάνιση της εταιρείας ήταν υπό διαμαρτυρία, τηρουμένης ακριβώς της διαδικασίας που επιβάλλει η Δ.16 θ.9, προς αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας». Εφόσον το δικαίωμα του εναγόμενου να εμμένει στην συμπεφωνημένη ρήτρα δικαιοδοσίας άλλου Κράτους Μέλους διασφαλίζεται από τον Κανονισμό 44/2001, και ο ίδιος ο Κανονισμός προνοεί με το άρθρο 24 πότε ο εναγόμενος θεωρείται ότι έχει παραστεί ενώπιον Δικαστηρίου, η άνευ όρων εμφάνιση που, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία που δεν εμπλέκει τον Κανονισμό, επιμετρά ως υπαγωγή στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, δεν μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα όταν εφαρμόζεται ο Κανονισμός 44/2001. Επομένως το άρθρο 24 δεν ενεργοποιείται όταν ο εναγόμενος πριν ή ταυτόχρονα με την πρώτη, κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, υπεράσπιση του επί της ουσίας της υπόθεσης του ενάγοντα, αμφισβητεί τη διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Οι Ενάγουσες αποδέχονται στην αγόρευση τους ότι σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο η πρώτη υπεράσπιση είναι η καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης. Έτσι, στην παρούσα διαδικασία, το άρθρο 24 δεν έχει ενεργοποιηθεί ώστε αυτό να προσδώσει δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο γιατί, παρόλο που η Τράπεζα καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων, με την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε ήγειρε ζήτημα και αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Η συμπεριφορά αφενός των Εναγουσών στη δικαστική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (βλ. Τεκμ.12 και 13) και αφετέρου της Τράπεζας στην αγωγή 1958/2012 Ε.Δ. Λεμεσού (βλ. Τεκμ.14), ουδόλως επηρεάζει την θέση οιουδήποτε στην παρούσα διαδικασία. Εφόσον εφαρμόζεται ο Κανονισμός 44/2001, οι διατάξεις του πρέπει να εφαρμόζονται με ευλάβεια και δεν υπάρχει περιθώριο ώστε να λαμβάνονται υπόψη άλλες παράμετροι. Εγείρουν οι Ενάγουσες ζήτημα καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος της Τράπεζας και παραπέμπουν στην Κατσουρίδης ν. Αντωνίου κ.α.
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 835, 842-3, όπου αναφέρθηκε ότι αιτήσεις για αναστολή λόγω ρήτρας αλλοδαπής διαιτησίας πρέπει να γίνονται το συντομότερο δυνατό και ότι το θέμα της καθυστέρησης είναι αυτοτελές και εξετάζεται ανεξάρτητα από τους παράγοντες που καθοδηγούν το Δικαστήριο επί της ουσίας, προκειμένου να εγκρίνει ή όχι την αναστολή. Στην Κατσουρίδης δεν εμπλέκονταν οι διατάξεις του Κανονισμού 44/2001 που διέπει και ρυθμίζει το ζήτημα στην παρούσα αγωγή. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 9.11.2015 έγινε αναφορά σε ζήτημα καθυστέρησης στην έγερση του ζητήματος από την Τράπεζα. Από την άλλη όμως αναφέρθηκε ότι «Για να αποφασιστούν τα εγειρόμενα σημεία σίγουρα θα χρειασθεί μαρτυρία που μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς μπορεί να προσκομιστεί με την παρουσίαση των ιδίων των εγγράφων». Υπονοείται ότι το αίτημα ήταν πρόωρο. Είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό πως ενόσω η επίλυση του ζητήματος προϋπόθετε μαρτυρία που μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς θα μπορούσε να προσκομιστεί, υπήρξε καθυστέρηση στην έγερση του ζητήματος από την Τράπεζα. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος της δικαιοδοσίας του. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου πως το αποτέλεσμα του όρου 38 της αρχικής δανειακής σύμβασης (και του όρου 19 της σύμβασης εγγύησης) δεν είναι η απόδοση αποκλειστικής δικαιοδοσίας στα Δικαστήρια του Πειραιά. Σε συντομία ο όρος 38.2 (και ο όρος 19.2) προνοεί ότι εφόσον η Τράπεζα εκκινήσει δικαστική διαδικασία στα Δικαστήρια του Πειραιά οι Ενάγουσες 1 και 2 (και η Ενάγουσα 3) είναι υπόχρεες να υπαχθούν στη δικαιοδοσία αυτή και αποποιούνται οιασδήποτε ένστασης σε σχέση με τον τόπο ή την καταλληλόλητα των Δικαστηρίων αυτών. Μάλιστα οι όροι 38.3 και 38.4 (και 19.3 και 19.4) αφήνουν ανοικτή την επιλογή στην Τράπεζα να εκκινήσει δικαστική διαδικασία σε οιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία ή και περισσότερες. Ο όρος 38 (και 19) αφορά στην περίπτωση που τη διαδικασία εκκινά η Τράπεζα και ουδόλως αφορά στην περίπτωση όπου η διαδικασία έχει καταχωριστεί από τις Ενάγουσες 1 και 2 (και την Ενάγουσα 3). Η δικογράφηση στην παρ. 3(β) της τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση ότι η συμφωνία της 28.8.2008 εμπεριέχει όρο αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων του Πειραιά δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Η δικογράφηση δεν αφορά σε γεγονότα, άλλα σε εκτίμηση της σημασίας των σχετικών όρων. Η ερμηνεία εγγράφου είναι έργο του Δικαστηρίου και η εσφαλμένη νομική αντίληψη οιουδήποτε μέρους δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Η πρώτη τροποποιητική συμφωνία αναφέρει στον όρο 4.1.6 ότι «. the submission by the borrowers to the non-exclusive jurisdiction of the Piraeus courts is valid and binding». Η ίδια πρόνοια, όρος 5.1.6, εμπεριέχεται και στη δεύτερη τροποποιητική συμφωνία. Είναι η θέση των Εναγουσών ότι με αυτό τον τρόπο τροποποιήθηκε η αρχική δανειακή σύμβαση. Η θέση τους έχει ως υπόβαθρο την λανθασμένη αντίληψη τους, όπως και της Τράπεζας, ότι η αρχική δανειακή σύμβαση προνοούσε ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Όπως έχει εξηγηθεί ο όρος 38 της αρχικής δανειακής σύμβασης προνοούσε την υπαγωγή των Εναγουσών 1 και 2 στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του Πειραιά σε περίπτωση διαδικασίας εκ μέρους της Τράπεζας και αυτό όχι μόνο δεν τροποποιείται αλλά επιβεβαιώνεται με τους πιο πάνω όρους των τροποποιητικών συμφωνιών. Περαιτέρω οι όροι 9.2 και 10.2 των τροποποιητικών συμφωνιών αντίστοιχα επιβεβαιώνουν τη δυνατότητα της Τράπεζας να εκκινήσει δικαστική διαδικασία σε οιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία όπως προνοείτο στη αρχική δανειακή σύμβαση. Γι' αυτό και στην πρώτη τροποποιητική συμφωνία ο όρος 9.2 δεν είναι αντιφατικός ως προς τον όρο 4.1.6, ούτε και στη δεύτερη τροποποιητική συμφωνία ο όρος 10.2 είναι αντιφατικός ως προς τον όρο 5.1.
- Η περίπτωση όπου η διαδικασία έχει καταχωριστεί από τις Ενάγουσες 1 και 2, όπως στην προκειμένη περίπτωση, διαχωρίζεται στο κατά πόσο η αξίωση εγείρεται στη βάση της αρχικής δανειακής σύμβασης ή οιασδήποτε των τροποποιητικών συμφωνιών, οπόταν και θα καλύπτεται από τους όρους 9.2 και 10.2 των τροποποιητικών συμφωνιών. Αυτό συμβαίνει γιατί η τελευταία παράγραφος των όρων 9.2 και 10.2 ρητά αναφέρει «.in connection with this Agreement» και επομένως περιορίζεται σε απαιτήσεις που εγείρονται από τις Ενάγουσες 1 και 2 σε σχέση με την πρώτη ή τη δεύτερη τροποποιητική συμφωνία αντίστοιχα. Ο περιορισμός των Εναγουσών 1 και 2, γιατί περί περιορισμού της ευχέρειας τους να εκκινήσουν δικαστική διαδικασία αλλού πρόκειται, είναι λογικό να εισάχθηκε μόνο σε σχέση με δικαιώματα που απέκτησαν με τις τροποποιητικές συμφωνίες. Η πρόνοια δεν φαίνεται να καλύπτει απαιτήσεις που εγείρονται από τις Ενάγουσες 1 και 2 σε σχέση με την αρχική δανειακή σύμβαση. Σημειώνεται ότι σε αμφότερες τις τροποποιητικές συμφωνίες η αρχική δανειακή σύμβαση καλείται ως «Financial Agreement» και όχι «this Agreement». Περαιτέρω, προβάλλεται από τις Ενάγουσες η θέση ότι η Ελλάδα δεν είναι «State» με την αυστηρή ερμηνεία της λέξης και παραπέμπουν σε λεξικό αντιπαραβάλλοντας τη λέξη «State» με τη λέξη «Country». Σε αυτή τη βάση υποστηρίζουν ότι η αναφορά σε «State» στους όρους 9.2 και 10.2 των τροποποιητικών συμφωνιών δεν αφορά στην Ελλάδα και δεν εννοεί ότι δεν επιτρέπεται η εκκίνηση δικαστικής διαδικασίας σε άλλη χώρα εκτός της Ελλάδας. Εισηγούνται ότι η αποκλειστική δικαιοδοσία που δίδεται στα Δικαστήρια του Πειραιά είναι έναντι οποιασδήποτε άλλης πόλης στην Ελλάδα και όχι σε σχέση με άλλη χώρα. Η θέση των Εναγουσών δεν μπορεί να ευσταθεί. Αρκεί κάποιος να διέλθει τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνιστούν υπέρτατο νόμο στην Κύπρο, και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει τους, για να διαπιστώσει ότι τα Κράτη Μέλη πάντοτε αποκαλούνται «Member States». Η Ελλάδα είναι Κράτος Μέλος και για σκοπούς των νόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι «State». Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το αποτέλεσμα των όρων 9.2 και 10.2 των τροποποιητικών συμφωνιών ήταν να προσδώσει αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση οιασδήποτε αξίωσης των Εναγουσών 1 και 2 που απορρέει από τις τροποποιητικές συμφωνίες στα Δικαστήρια του Πειραιά. Οι Ενάγουσες μπορούσαν να προωθήσουν οιαδήποτε αξίωση σε σχέση με την κάθε τροποποιητική συμφωνία μόνο στα Δικαστήρια του Πειραιά. Ούτε στα Δικαστήρια άλλης πόλης στην Ελλάδα, ούτε στα Δικαστήρια οιασδήποτε άλλης χώρας. Με την αρχική δανειακή σύμβαση και τη σύμβαση εγγύησης δεν συμφωνήθηκε ότι τα Δικαστήρια του Πειραιά «θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν», παρά μόνο ότι αν η Τράπεζα εκκινήσει εκεί δικαστικές διαδικασίες οι Ενάγουσες δεν θα έχουν ένσταση. Περαιτέρω, αυτό που προστέθηκε με τις τροποποιητικές συμφωνίες είναι ότι τα Δικαστήρια του Πειραιά «θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν» σε σχέση με τις τροποποιητικές συμφωνίες. Η περίπτωση όπου η διαδικασία έχει καταχωριστεί από την Εναγόμενη 3 εξακολουθεί να διέπεται από τη συμφωνία εγγύησης που δεν έχει τροποποιηθεί. Αυτή δεν εμπεριέχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων του Πειραιά. Συνεπώς σε σχέση με την Ενάγουσα 3 το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Η αξίωση της Ενάγουσας 3 θα πρέπει να εκδικαστεί και ενδεχομένως η μαρτυρία που θα προσκομιστεί θα περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που αφορά στην αξίωση των Εναγουσών 1 και
- Αυτό ως υποσημείωση, γιατί ασφαλώς δεν είναι παράμετρος που θα περισώσει την αξίωση των Εναγουσών 1 και 2 εάν αυτές θα πρέπει να ανασταλούν. Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και προτού το Δικαστήριο ακούσει τη μαρτυρία και προβεί σε ευρήματα ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, κρίνεται ανασφαλές να επιχειρηθεί να διακριθούν, αν υπάρχουν, αξιώσεις που εδράζονται αποκλειστικά στην αρχική δανειακή σύμβαση ή στις τροποποιητικές συμφωνίες. Και τούτο παρά το ότι προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ότι το δικαίωμα για πώληση των δύο πλοίων με σκοπό την αγορά νεότερων σε ηλικία πλοίων, προκύπτει από την πρώτη τροποποιητική συμφωνία. Οι δικηγόροι των διαδίκων δεν αγόρευσαν με τέτοιο προσανατολισμό. Έχουν όμως οι Ενάγουσες παραπέμψει στη συμφωνία «Assignment, Pledge and Charge Retention Account» (Τεκμ.6) και υποδεικνύουν ότι ο όρος 12 αναφέρεται σε μη αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του Πειραιά. Είναι η θέση των Εναγουσών 1 και 2 ότι μια από τις βάσεις της παρούσας αγωγής είναι η παράβαση της συμφωνίας «Assignment, Pledge and Charge Retention Account». Διαπιστώνεται ότι ο όρος 12 της συμφωνίας αυτής, που σημειωτέο συνομολογήθηκε την ίδια ημέρα με την αρχική δανειακή σύμβαση, βρίσκεται σε αρμονία με τον όρο 38 της τελευταίας και είναι όρος που επιβάλλει την υπαγωγή των Εναγουσών 1 και 2 και της Τράπεζας στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του Πειραιά, χωρίς να απαγορεύει την έναρξη δικαστικής διαδικασίας αλλού. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το αίτημα της Εναγομένης θα πρέπει να απορριφθεί και η εκδίκαση της αγωγής να συνεχιστεί ώστε το Δικαστήριο να προβεί στην διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, οπόταν και θα μπορεί να διακριθεί κατά πόσον αξιώσεις ή επιμέρους πτυχές μπορεί να εμπίπτουν και να καλύπτονται αποκλειστικά από την αρχική δανειακή σύμβαση ή και τις τροποποιητικές συμφωνίες. Ως εκ των ανωτέρω το αίτημα απορρίπτεται. Τα έξοδα της δικασίμου της 8.5.2018 και τα σημερινά επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγομένης και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Ρήτρα δικαιοδοσίας Αλλοδαπού Δικαστηρίου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο