← Κύπρος

ΤΥΡΡΗ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 89/11, 28/9/2018

ΤΥΡΡΗ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 89/11, 28/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. B. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 89/11 Μεταξύ: XXXXX ΤΥΡΡΗ Ενάγοντος -και-

  1. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. Κ.Μ. KARAVELAS CONSTRUCTIONS LIMITED
  3. XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  4. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγομένων ........... Αίτηση ημερ. 12.1.18 για Επαναφορά Αγωγής 28 Σεπτεμβρίου 2018 Για Ενάγοντες: κ. Π. Οικονόμου Για Εναγόμενη 1: κ. Σ. Αλβάνης για κ. Χ. Αδάμου Για Εναγόμενο 2: κα Μ. Παναγιωτίδου για κ. Κ.Μ. Χατζηπιέρα Για Εναγόμενο 3: κ. Μ. Χρίστου για Χαραλάμπους & Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόμενος 4: Αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση του ο Ενάγων αιτείται επαναφορά (reinstatement) της αγωγής του. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.31 κ.10, Δ.33 κ.1, Δ.48 και Δ.57, καθώς και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων του Ενάγοντος XXXXX Βαλανίδου υποστηρίζει ότι για τους Εναγόμενους 1 και 4 η αγωγή απερρίφθη εκ λάθους λόγω εκπνοής του κλητηρίου (ενώ αυτό είχε επιδοθεί εγκαίρως) και για τους Εναγόμενους 2 και 3 απερρίφθη δυνάμει της Δ.31 κ.10 λόγω μη καταχώρισης αίτησης ορισμού (ενώ είχε προωθηθεί αίτηση τροποποίησης υπό του Ενάγοντος). Κατά την άποψη της θα πρέπει να επαναφερθεί η αγωγή δεδομένου ότι δεν επηρεάζονται τα συμφέροντα των Εναγομένων και η απόρριψη έγινε εκ λάθους. Ενστάσεις Η αίτηση επιδόθηκε δεόντως σε όλους τους Εναγομένους αλλά εξ αυτών καταχώρισαν ενστάσεις μόνον οι Εναγόμενοι 2 και
  5. Οι Εναγόμενοι 1 και 4 δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να καταχωρίσουν γραπτή ένσταση και ότι θα ακολουθήσουν το όποιο αποτέλεσμα της ακρόασης. Η Εναγόμενη 2 προέβαλε τέσσερις λόγους ένστασης ισχυριζόμενη ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, καταχρηστική, αστήρικτη θεσμικά, καθώς και ότι ο Ενάγων δεν δίδει επαρκείς εξηγήσεις ως προς τη μη εμφάνιση του στις 26.3.05 σε αίτηση του για τροποποίηση δικογράφων. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων της Μαρίνα Κουρέα επανέλαβε απλώς τον τελευταίο λόγο ένστασης, εισηγούμενη την απόρριψη της αίτησης ως σκοπούσας στην καταχρηστική «απασχόληση» του δικαστικού χρόνου. Στη δική του ένσταση ο Εναγόμενος 3 προέβαλε 11 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι έχουν ως εξής: «
  6. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά λανθασμένη και η Δ.
  7. Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση της αιτούμενης θεραπείας.
  8. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και/ή είναι εκπρόθεσμη και δη μετά την παρέλευση 15 ημερών από την απόρριψη όπως θέτει η Δ.33 Κ. 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  9. Χωρίς βλάβη των παραπάνω ισχυρισμών, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των εκζητούμενων διαταγμάτων αφού ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι έχει καλή τη πίστη συζητήσιμη υπόθεση εναντίον του Καθ' ού η Αίτηση 3 .
  10. Ο Καθ' ού η αίτηση 3 καμία αμέλεια δεν έχει επιδείξει και καμία ευθύνη δεν υπέχει έναντι του Ενάγοντα - Αιτητή για το ισχυριζόμενο ατύχημα.
  11. Χωρίς βλάβη των παραπάνω ισχυρισμών, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά με τα πιο πάνω ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι η μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 26.03.2015 ήταν δικαιολογημένη.
  12. Η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Αιτητή μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφ' όσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση.
  13. Η αγωγή δεν απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής και ο Αιτητής προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο στο συγκεκριμένο σημείο.
  14. Υπήρξε υπό τις περιστάσεις μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση περί τα τρία έτη εκ μέρους του Αιτητή στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης και/ή η δικονομική συμπεριφορά του Αιτητή προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας.
  15. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of court process) και σκοπός του Αιτητή είναι η παρεμπόδιση της τελεσιδικίας της απόφαση και/ή η δημιουργία αχρείαστων εξόδων.
  16. Τυχόν έκδοση του εκζητούμενου διατάγματος θα προσβάλει την αρχή της τελεσιδικίας των αποφάσεων.
  17. Θα ήταν άδικη η τυχόν έκδοση διατάγματος επαναφοράς της αγωγής αφού καμία ευθύνη δεν έχει ο Εναγόμενος Καθ' ού η Αίτηση 3 για την απόρριψη της Αγωγής του Ενάγοντα.» Στη δική του ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος 3 προβάλλει πως ο λόγος της απόρριψης της αγωγής εναντίον του ήταν η μη εμφάνιση του Ενάγοντος στις 26.3.15 στην αίτηση τροποποίησης και περαιτέρω το ότι για περίοδο ενός έτους στη συνέχεια δεν υπήρξε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο παρότι δόθηκε η προβλεπόμενη ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή στον Ενάγοντα για την παράλειψη προώθησης της αγωγής του και για το ενδεχόμενο απόρριψης της. Πέραν των πιο πάνω, προβάλλει ότι υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης, χωρίς να δίδεται σχετική εξήγηση, ενώ προβλέπεται προς τούτο 15μερη προθεσμία. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ως ιδιοκτήτης του υπό ανέγερση υποστατικού δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια έναντι του Ενάγοντος και ως εκ τούτου κακώς τον έχει εναγάγει. Γεγονότα Πριν την ενασχόληση με τη νομική πτυχή του ζητήματος επαναφοράς αγωγής κρίνεται ότι απαιτείται μια σύντομη και συνοπτική αναφορά στην πορεία της υπόθεσης όπως αυτή προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο. Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 7.1.11 και αφορούσε την υπό του Ενάγοντος αξίωση αποζημιώσεων (για εργατικό ατύχημα) εναντίον των εργοδοτών, του εργολάβου, του ιδιοκτήτη της οικοδομής και του επιβλέποντος αρχιτέκτονος, ήτοι των Εναγομένων 1 έως 4 αντίστοιχα. Από τις τέσσερις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, οι οποίες ας σημειωθεί πως ευρίσκονται στον φάκελο, διαπιστώνεται ότι το κλητήριο επιδόθηκε πρώτα στον Εναγόμενο 2 στις 29.12.11 και λίγες μέρες μετά, στους Εναγόμενους 1, 3 και 4, ήτοι στις 3.1.
  18. Σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου καταχώρισε αρχικά η Εναγόμενη 2, στις 5.1.12 (προφανώς είναι εσφαλμένη η δακτυλογραφημένη ημερομηνία «5.1.2011») και αργότερα ο Εναγόμενος 3, στις 18.1.
  19. Στις 9.5.12 ο Πρωτοκολλητής, είτε επειδή δεν υπήρχαν τότε στον φάκελο όλες οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης είτε επειδή διέλαθαν την προσοχή του, καταχώρισε σημείωμα του αναφέροντας ότι «[Ε]πειδή το Κλητήριο Ένταλμα δεν επιδόθηκε εντός ενός έτους από της καταχώρησης της αγωγής, το Κλητήριο έπαψε να ισχύει (Εναγ.1,4)». Δεν υπάρχει όμως καμιά αμφιβολία πως ήδη είχαν όντως διενεργηθεί όλες οι επιδόσεις και απόδειξη τούτου είναι το ότι λίγες μέρες αργότερα, ήτοι στις 24.5.12 καταχώρισε αυτοπροσώπως σημείωμα εμφάνισης και ο Εναγόμενος
  20. Στις 12.9.13 ο Ενάγων καταχώρισε την Έκθεση Απαίτησης του με οπισθογράφηση ότι αντίγραφο αυτής παρεδόθη στους Εναγομένους ή στους δικηγόρους αυτών. Στις 18.12.13 καταχώρισε την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 2, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει ότι τουλάχιστον αυτή είχε παραλάβει την Έκθεση Απαίτησης. Στις 25.7.14 ο Πρωτοκολλητής εξέδωσε και επέδωσε μέσω επιδότη προς τον δικηγόρο του Ενάγοντος Ειδοποίηση βάσει του κ.10

(1)της Δ.31 καλώντας τον Ενάγοντα να υποβάλει Αίτηση Ορισμού (βάσει των κ.1 ή κ.2 της ίδιας διαταγής) εντός 14 ημερών και πληροφορώντας τον ότι σε αντίθετη περίπτωση δυνατόν η αγωγή να απορρίπτετο λόγω παράλειψης λήψης των αναγκαίων διαβημάτων, χωρίς να διευκρινίζεται σε αυτή ποιον Εναγόμενο αφορούσε. Στις 13.10.14 ο Ενάγων καταχώρισε αίτηση τροποποίησης απευθυνόμενη προς όλους τους Εναγόμενους. Στον φάκελο εντοπίζεται ένορκη δήλωση επίδοσης της μόνο για την Εναγόμενη 1, από την οποία συνάγεται ότι της επιδόθηκε όντως στις 13.11.
  1. Παρόλα αυτά στις δύο πρώτες δικασίμους υπήρξαν εμφανίσεις για όλους τους Εναγομένους (28.11.14 και 16.1.15). Εν τέλει οι Εναγόμενοι 2-4 είχαν δηλώσει πως δεν θα έφεραν ένσταση και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 26.2.15 με οδηγίες για καταχώριση της ένστασης από την Εναγομένη
  2. Κατά την εν λόγω δικάσιμο υπήρξε εμφάνιση μόνο από τον Ενάγοντα και την Εναγόμενη 1 (με δικηγόρο παρότι δεν υπήρχε ακόμα σημείωμα εμφάνισης για την ίδια) αλλά ζητήθηκε από κοινού αναβολή λόγω του ότι η Εναγομένη 1 εταιρεία είχε εν τω μεταξύ διαγραφεί από το Μητρώο Εφόρου Εταιρειών και οι συνήγοροι ήθελαν να ελέγξουν το ζήτημα. Κατά την επόμενη δικάσιμο όμως, δηλαδή στις 26.3.15, ο Ενάγων δεν εμφανίστηκε για την ακρόαση της αίτησης του ενώ από πλευράς Εναγομένων ήταν παρών μόνον ο Εναγόμενος 4, κατ' απαίτησιν του οποίου το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση τροποποίησης λόγω μη προώθησης της. Στις 20.8.15 ο Πρωτοκολλητής έθεσε τον φάκελο ενώπιον Δικαστηρίου, στη βάση της παλαιότερης Ειδοποίησης του για υποβολή αίτησης ορισμού, το οποίο την απέρριψε με το εξής σκεπτικό: «Ειδοποίηση σύμφωνα με τον θεσμό 10
(1)Κανονισμός 31 εκδόθηκε και επιδόθηκε. Ένορκος Δήλωση επίδοσης καταχωρήθηκε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Α. Δικαστήριο: Η αγωγή απορρίπτεται». Νομική Πτυχή Εισερχόμενος στη νομική πτυχή της αίτησης θα πρέπει να διευκρινιστεί πως βάσει του παρατεθέντος ήδη ιστορικού της υπόθεσης συνάγεται ότι η αγωγή απερρίφθη για όλους τους Εναγόμενους στις 20.8.15 κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί. Η τοποθέτηση στον φάκελο σημειώματος του Πρωτοκολλητή περί μη επίδοσης του κλητηρίου εντός ενός έτους και περί παύσης της ισχύος του εν σχέσει με τους Εναγόμενους 1 και 4 αφενός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού αναμφίβολα είχαν προηγηθεί οι εν λόγω επιδόσεις και αφετέρου σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να ισοδυναμεί με απόρριψη της αγωγής δεδομένου ότι ούτε προβλέπεται κάτι τέτοιο στους Θεσμούς και ούτε κατ' άλλον τρόπο διαθέτει τέτοια εξουσία ο Πρωτοκολλητής. Άλλωστε είναι γνωστή η νομολογία πως επιτρέπεται ανανέωση της ισχύος κλητηρίου ακόμα και μετά τη λήξη των 12 μηνών. Στην Potato Marketing Board v. Thetis Shipping
(1988)1 C.L.R. 401 εξηγήθηκε η υπόσταση του κλητηρίου εντάλματος μετά την πάροδο των 12 μηνών αν δεν έχει στο μεταξύ ανανεωθεί με αίτηση ως εξής: «I do not regard it as strictly accurate to describe a writ which has not been served within twelve months as a nullity. It is not as though it had not been issued. It is something which can be renewed. A nullity cannot be renewed. The Court can grant an application which results in making it just as effective as it was before the twelve months period has elapsed.» Συνεπώς υπό τις πιο πάνω περιστάσεις δεν τίθεται ζήτημα απόρριψης της παρούσας αγωγής λόγω λήξης του κλητηρίου ή λόγω μη επίδοσης του. Ούτε βέβαια ευσταθεί η προβληθείσα θέση ότι η απόρριψη της αγωγής σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης είτε από πλευράς ουσίας του αιτήματος επαναφοράς είτε από πλευράς προθεσμίας για την καταχώριση αίτησης επαναφοράς. Είναι σαφές πως η αγωγή απερρίφθη βάσει του κ.10 της Δ.31 ο οποίος στο σύνολο του έχει ως εξής: «10.
(1)The Registrar shall, at least once a year or at shorter intervals if so by the Court or a Judge, furnish the Court or Judge with a list of actions in which there has been a failure to apply under Rule 1 or 2 of this Order for three months after the close of the pleadings, and the Court or Judge may thereupon direct the Registrar to give notice to the plaintiff and any counterclaiming defendant, requiring the plaintiff and any such defendant to apply under Rule 1 or 2 within fourteen days after the giving of the notice, and informing the plaintiff and any such defendant that upon failure to so apply within the fourteen days aforesaid the action shall stand dismissed for want of prosecution.
(2)Upon failure to apply within the fourteen days aforesaid, or within such extended time as may be allowed, the action υπόκειται σε απόρριψη for want of prosecution but without prejudice to the institution of a fresh action, και τίθεται για το σκοπό αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου.
(3)The provisions of Rule 14
(3)in Order 17 shall apply, mutatis mutandis to a notice under this Rule». Όπως συνάγεται από τις πρόνοιες του κ.10
(1)απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση ειδοποίησης προς τον Ενάγοντα με την οποία να απαιτείται η συμμόρφωση του με τους κ.1 και 2 (δηλαδή με την υποβολή αίτησης ορισμού) είναι να έχουν παρέλθει άπρακτοι τρεις μήνες από τη συμπλήρωση των δικογράφων. Με βάση τη Δ.26 κ.11 τα δικόγραφα συμπληρώνονται με την καταχώριση Απάντησης ή με την παρέλευση επτά ημερών από την καταχώριση της Υπεράσπισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Γεωργίου ν. Αντωνίου, Πολ. Έφ. 185/2017, ημερ. 18.4.17). Στην παρούσα περίπτωση, εκ των πραγμάτων δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης των δικογράφων για τους Εναγομένους 1, 3 και 4 δεδομένου ότι δύο εξ αυτών είχαν καταχωρίσει μόνο Σημειώματα Εμφάνισης και κανένας από αυτούς δεν προχώρησε με την Υπεράσπιση του. Η μόνη ειδοποίηση η οποία θα μπορούσε να δοθεί εν σχέσει με αυτούς ήταν βάσει της Δ.17 κ.14 για το θέμα εμφάνισης ή της Δ.26 κ.13 για το θέμα Υπεράσπισης και προφανώς ο Ενάγων είχε το δικαίωμα να αποταθεί με σχετικές αιτήσεις για απόφαση εναντίον τους. Είναι περαιτέρω αυταπόδεικτο πως οι προϋποθέσεις του κ.10
(1)πληρούντο μόνο για την Εναγομένη 2 δεδομένου ότι είχε καταχωρίσει Υπεράσπιση στις 18.12.13 και δεν είχε καταχωριστεί Απάντηση από πλευράς Ενάγοντος, οπότε για την ίδια τα δικόγραφα είχαν συμπληρωθεί επτά ημέρες μετά και συνεπώς όταν στις 18.7.04 ο Πρωτοκολλητής εξέδωσε την επίμαχη Ειδοποίηση του είχε παρέλθει άπρακτη και η προβλεπόμενη τρίμηνη περίοδος από τη συμπλήρωση των δικογράφων. Διαπιστώνεται όμως πως και σε σχέση με την Εναγόμενη 2 παρεισέφρησε σφάλμα όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ειδικότερα, βάσει του κ.10
(3), κατά την έκδοση οποιασδήποτε ειδοποίησης θα πρέπει (shall) να εφαρμόζονται mutatis mutandis οι πρόνοιες του κ.14
(3)της Δ.17 οι οποίες έχουν ως εξής: «
(3)The notice from the Registrar mentioned in paragraph
(1)of this Rule shall be served at the plaintiff's address for service, and a copy thereof sent by post to the plaintiff if in Cyprus; and the fourteen days mentioned in the notice shall be reckoned as from the day of service or posting, whichever be the later. An affidavit of service and posting shall be filed». Με βάση λοιπόν τον πιο πάνω κ.14
(3)σε τέτοιες περιπτώσεις είναι υποχρεωτικές αφενός η επίδοση της ειδοποίησης στη διεύθυνση επίδοσης του Ενάγοντος (όπως αυτή αναγράφεται στο κλητήριο) και αφετέρου η ταχυδρόμηση αντιγράφου αυτής στον Ενάγοντα (εάν ευρίσκεται στην Κύπρο), καθώς και η καταχώριση ενόρκων δηλώσεων τόσο για την επίδοση όσο και για την ταχυδρόμηση. Στην παρούσα περίπτωση ως διεύθυνση επίδοσης αναγράφεται η διεύθυνση του δικηγόρου του Ενάγοντος και συνεπώς ορθώς επιδόθηκε στις 28.7.14 στον κ. Π. Οικονόμου (ως συνάγεται από σχετική ένορκη δήλωση του επιδότη Π. Παναγή). Με δεδομένο όμως ότι ο Ενάγων ευρίσκεται στην Κύπρο, ως συνάγεται από τη δική του σημειωθείσα στο κλητήριο διεύθυνση (και το γεγονός ότι υπέγραψε διοριστήριο δικηγόρου) θα έπρεπε να ταχυδρομηθεί και στον ίδιο αντίγραφο της ειδοποίησης, πράγμα για το οποίο δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο και δη σχετική ένορκη δήλωση ταχυδρόμησης στον φάκελο και δεν μπορεί βέβαια να υποτεθεί ότι έχει γίνει. Επισημαίνεται πως η χρησιμότητα και σκοπιμότητα της εν λόγω πρόνοιας έγκειται ακριβώς στη δυνατότητα που παρέχεται στον ίδιον τον διάδικο να λάβει γνώση για την πιθανότητα απόρριψης της αγωγής του λόγω της παράλειψης κάποιων δικονομικών διαβημάτων από τους εκπροσώπους του και να δράσει αναλόγως, εάν το επιθυμεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως τόσο στην περίπτωση των Εναγομένων 1, 3 και 4 όσο και στην περίπτωση της Εναγομένης 2 δεν ακολουθήθηκαν ορθά οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Αναμφίβολα υπήρξαν παραβάσεις της προβλεπόμενης διαδικασίας, οι οποίες μολύνουν την εκδοθείσα απόφαση με την οποία απερρίφθη συλλήβδην η αγωγή. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθούν οι πρόνοιες της Δ.64 κ.2 οι οποίες παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, εφόσον διαπιστώσει μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα, αναφορικά με τη διαδικασία, όπως κρίνει πρέπον. Κυρίως όμως σημειώνεται πως, ανεξαρτήτως των πιο πάνω προνοιών, το Δικαστήριο διατηρεί απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη εξουσία να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας και μάλιστα οφείλει να το πράξει ex debito justitiae στις περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση λήφθηκε παράνομα, δηλαδή κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας (βλ. Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.64). Στην παρούσα περίπτωση, και ανεξαρτήτως της όποιας σπουδής έχει επιδείξει ο Ενάγων ως προς την προώθηση της υπόθεσης του, γεγονός παραμένει πως κατά παράβαση των κανονισμών η αγωγή τέθηκε ενώπιον Δικαστή στις 20.8.15 χωρίς να είχαν τηρηθεί οι κανονισμοί και χωρίς να πληρούντο οι αναγκαίες δικονομικές προϋποθέσεις με αποτέλεσμα να είχε απορριφθεί αδιακρίτως. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης παρά από την ακύρωση ex debito justitiae της συγκεκριμένης απόφασης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι παρέλκει η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων λόγων ένστασης και ότι ο Ενάγων δικαιούται ex debito justitiae στην ακύρωση και ή παραμερισμό της απόφασης απόρριψης και κατά συνέπεια στην επαναφορά της αγωγής του στο στάδιο το οποίο ευρίσκετο κατά την απόρριψη. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα επαναφοράς της αγωγής για όλους τους Εναγόμενους. Έχοντας υπόψιν τον λόγο για τον οποίο έχει επιτύχει η αίτηση και ο οποίος βασικά εστιάζεται σε παραλείψεις οι οποίες, πέραν από τυχόν αργοπορία, δεν αφορούν τους διάδικους, θεωρώ ορθότερο όπως μη επιδικαστούν έξοδα υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Ως εκ τούτου κάθε διάδικος να επωμιστεί τα δικά του έξοδα. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.