ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 591/2017, 28/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. ΜΟΥΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 591/2017 XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντα -V- 1. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ 2. XXXXX ΜΕΤΑΞΑ 3. XXXXX ΙΩΝΑ Εναγόμενοι --------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23/02/2018 για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: ο ίδιος προσωπικά Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Λ. Κωνσταντίνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την αγωγή του εξαιτείται εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αποζημιώσεις και έκδοση διάφορων διαταγμάτων, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης του που προήλθαν, ως οι ισχυρισμοί του, από μία σωλήνα στα σύνορα του δικού του τεμαχίου με αριθμό 3XXXX4/1/1 και του κυβερνητικού τεμαχίου με αριθμό 2X1 στο χωριό Ακρούντα της επαρχίας Λεμεσού. Να σημειωθεί εδώ ότι η αγωγή καταχωρήθηκε και εναντίον του εναγόμενου 3 και η οποία σε κατοπινό στάδιο αποσύρθηκε. Μετά την καταχώρηση της αγωγής και πριν οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους, υπέβαλαν την υπό κρίση αίτηση εξαιτούμενοι διάταγμα του Δικαστηρίου για απόρριψη και/ή διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής και/ή ανυπόστατης και/ή άστοχης και/ή ενοχλητικής και/ή ως μη αποκαλύπτουσα εύλογης αιτίας αγωγής. Διαζευκτικά με το πιο πάνω αίτημα τους, ζητούν και διάταγμα για διαγραφή των παραγράφων 10, 15, 16, 17, 18, 20, 27, 25, 27, 29, των υποπαραγράφων (α) μέχρι και (κ) της παραγράφου 31 και της παραγράφου 34, με το επιπρόσθετο αιτιολογικό ότι είναι αχρείαστες και/ή σκανδαλώδεις και/ή καταχρηστικές που δυνατόν να προκαλέσουν αμηχανία και να παρακωλύσουν και/ή κωλυσιεργήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.19 Κ.26, Δ.27 Κ.2 και 3, Δ.48 Κ.1, 2, 3, 9 (
- j)και (ο) και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας με την ένσταση του που υποστηρίζεται από τη δική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24/05/2018, αλλά επισυνάπτοντας και αντίγραφο παλαιότερης ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 01/12/2017, προβάλλει τους ακόλουθους συγκεκριμένους λόγους, ζητώντας την απόρριψη της αίτησης: «1. Με την αίτηση του αυτή ο Ενάγων ζητά από το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη το περιεχόμενο αυτής της μη σοβαρής και γελοίας αίτησης που καταχώρησε το Δικηγορικό Γραφείο ΧΡΥΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ, δια τους εξής λόγους. α) Η αίτηση αυτή είναι παράτυπη και/η αντικανονική και/η ελαττωματική και/η συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και/η είναι ενοχλητική και/η είναι εκδικητική και/η νομικά αβάσιμη και έχει σκοπό την παραπλάνηση την δικαιοσύνης για να καθυστερήσει την δίκαιη διεξαγωγή της παρούσας στην πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγή. β) Μαζί με την πιο πάνω αίτηση στις 19/4/2018, το Δικηγορικό Γραφείο ΧΡΥΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ κατάθεσε με σκοπό την σύγχυση και συσκότιση του Δικαστηρίου την ίδια αίτηση και μάλιστα με επισυναπτόμενη ένορκη δήλωση που ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου, για παράταση του χρόνου καταχώρησης στο Πρωτοκολλητειο της Υπεράσπισης δια 30 ημέρες. 2. Με την αίτηση του αυτή ο Ενάγων ζητά σύμφωνα με τα πιο πάνω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, απορρίπτον και/η παραμερίζουν και/η ακυρώνουν την αίτηση που υπεβλήθηκε από το Δικηγορικό Γραφείο ΧΡΥΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. 3. Με την αίτηση του αυτή ο Ενάγων ζητά Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναφέρεται και να αναγνωρίζει τον χαμένο χρόνο των πέραν των 365 ημερών που είχαν στην διάθεση τους οι Εναγόμενοι και δεν κατέθεσαν ως όφειλαν να πράξουν την νενομισμένη έκθεση Υπεράσπισης. 4. Με την αίτηση του αυτή ο Ενάγων ζητά Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσει την επαναφορά για ακρόαση της αίτησης του, για ΜΗ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΗ ΥΠΕΡΑΠΙΣΗΣ που κατατέθηκε στις 2/4/2018 και βάσει της αίτησης αυτής και των πιο πάνω ζητείται η έκδοση απόφασης που να διστάσει την καταβολή αποζημιώσεως από τους Εναγόμενους με Αρθ.1 και 2, βάσει της αποδοχής, μείωσης μέχρι και 80% του ζητηθέντος συνολικού ποσού της παραγράφου 32 της αγωγής, όπως περιγράφεται καθαρά στην Ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. 5. Με την αίτηση του αυτή ο ενάγων ζητά από το Σεβαστό Δικαστήριο να αναγνωρίζει την αντινομική και μη λογική τοποθέτηση του Αγωγού μέσα στο κέντρο της κοίτης του Ποταμού και να εκδώσει Διάταγμα που να διατάσει την άμεση χωρίς χρονοτριβή, μετακίνηση του Αγωγού σε ασφαλέστερη περιοχή και εν πάση περιπτώσει μακριά από την κοίτη του Ποταμού / Χειμάρρου.» Θα πρέπει να πω ότι πέραν από τους λόγους ένστασης του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση περί παράτυπης αίτησης και νομικά αβάσιμης, λόγο τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει σε κάθε περίπτωση, από τους υπόλοιπους λόγους, δεν προκύπτει κάτι που εμπίπτει στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγο ένστασης, ζητά ακόμη και την έκδοση διαταγμάτων που έχουν σχέση με την κατάθεση της υπεράσπισης των εναγομένων και την επαναφορά της αίτησης του ημερομηνίας 02/04/2018. Εν πάση όμως περιπτώσει, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στου ώμους των αιτητών και το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το αίτημα λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη νομική βάση της αίτησης, όσο και τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τα εγειρόμενα ζητήματα. Η αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες της Δ.19 θ.26 οι οποίες έχουν ως εξής: «26. The Court or a judge may, at any stage of the proceeding, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action.» Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν αιτήσεις για διαγραφή δικογράφων δυνάμει των πιο πάνω θέσεων, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmako Development Ltd.
(1991)1 C.L.R. 246 και Cyber Group Ltd. ν. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 1852). Επέμβαση γίνεται μόνο όπου υπάρχει πρόδηλη παράβαση των κανόνων δικογράφησης. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 448 και μετά, με αναφορά στην αντίστοιχη αγγλική πρόνοια Δ.19, κ.27, τίθενται οι αρχές που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων αλλά και καθορίζουν τα όρια εντός των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για διαγραφή μέρους δικογράφων. Η διατύπωση του θ.26 της Δ.19 είναι αρκετά ευρεία και τα πλαίσια της έχουν τεθεί με την ύπαρξη επαρκούς νομολογίας τόσο Κυπριακής όσο και Αγγλικής. Στην υπόθεση Lavar Shipping Co. Ltd. ν. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. 416, λέχθηκε: «.though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited». Επίσης, στο The Annual Practice 1958, στις σελίδες 477 - 479, επεξηγούνται οι λόγοι για έγκριση ή απόρριψη τέτοιων αιτήσεων και η έννοια των λέξεων «unnecessary, scandalous, tend to prejudice embarrass or delay the fair trial of the action» (βλ. Carl Zeiss Stiftung v. Rayner & Another
(1969)3 All E.R. 697, Fasili v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679 και Λοϊζος Λουκά και Υιοί Λτδ. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316). Στη θεμελιακή υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D.P. 270 ο Δικαστής Bowen L.J. έθεσε το θέμα ως εξής : « The rule that the court is not to dictate to the parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But this rule is of course, subject to this modification and limitation that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law. If a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond right. » Σε γενικές γραμμές, δηλαδή, ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διάδικους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφά τους νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφό του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.ά. ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, στην οποία λέχθηκε ότι «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μην βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 θ.4 (πιο πάνω), δυνάμει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697 στην οποία η έννοια του ουσιαστικού «material» ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει, «απαραίτητο» δηλαδή «necessary for the purpose of formulating a complete cause of action ». Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R. 8 Ch. 503, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό («embarrassing») το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111L.T. : « I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Στο σύγγραμμα Bullen & Leak & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.147 αναφέρεται: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations. » Η βασική αρχή είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1944)72 B.L.R. 26 : «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that the party properly to answer it. ............................... Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing.» Το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι από μόνο του ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί διαγραφή. Μια δήλωση δε διαγράφεται μόνο για το λόγο ότι είναι αχρείαστη, εκτός αν τείνει να βλάψει την άλλη πλευρά. Αν όμως επουσιώδη θέματα διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και με αυτό τον τρόπο καθίστανται επίδικα άσχετα θέματα τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε αυτά θα διαγραφούν επειδή επηρεάζουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι η προώθηση διαζευκτικών βάσεων αγωγής, μέχρι να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι και το τέλος, (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Belvestico Trading Ltd.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 838), είναι μεν δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον διάδικο από τους Θεσμούς και τη Νομολογία, αλλά η ενάσκησή του θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και προσοχή. Δεν ωφελεί η φόρτωση του δικογράφου με πολυάριθμες βάσεις αγωγής, οι οποίες τελικά τείνουν να συσκοτίσουν και να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα παρά να αυξήσουν τις πιθανότητες του διάδικου να πετύχει θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις η υπόθεση του διάδικου μάλλον πλήττεται παρά ωφελείται. Επιπλέον, αναφέρω ότι ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ικανό να δυσχεραίνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι ή διατυπώνονται διαζευκτικά. Το ίδιο ισχύει και για την πολυλογία, η οποία όμως δεν προκαλεί αμηχανία (βλ. Athina Leathergoods Ltd κ.ά. ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787). Τούτου λεχθέντος, η πολυλογία και πολύ περισσότερο η περιττολογία, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ενθαρρύνονται. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685 τονίστηκε αφενός, ότι η παρουσίαση της υπόθεσης στα δικόγραφα πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς και αφετέρου, ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Όταν δε σχετικοί ισχυρισμοί είναι διατυπωμένοι σε μεγαλύτερη έκταση απ' ό,τι χρειάζεται και διαπλέκονται με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία τότε δυνατό είναι να προκληθεί σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο (βλ. Davy v. Garret 7 Ch. D. 473). Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση αίτηση αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί εξαρχής είναι η θέση των αιτητών ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και ως εκ τούτου ολόκληρη η αγωγή θα πρέπει να διαγραφεί ή και να απορριφθεί. Το Δικαστήριο στο στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία και στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης δεν είναι δυνατόν, αλλά ούτε και επιτρεπτό, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς το βάσιμο των ισχυρισμών του ενάγοντα. Ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης, σε σχέση με τη σωλήνα, τις ζημιές που, κατά τη θέση του, προκλήθηκαν στην περιουσία του και ποσά που ο ίδιος ισχυρίζεται κατέβαλε για επιδιόρθωση ή και περιορισμό της ζημιάς. Θεωρεί ως υπεύθυνους τους εναγόμενους 1 και 2 και προς τούτο προβάλλει και πάλι σχετικούς ισχυρισμούς. Αν τώρα ο ενάγοντας έχει δίκαιο και δικαιούται των θεραπειών που αξιώνει, αυτό θα κριθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης και εφόσον τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η σχετική μαρτυρία που θα τύχει της ανάλογης αξιολόγησης. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν υπάρχει περιθώριο απόρριψης της αγωγής γι' αυτό τον λόγο. Αναφορικά με το αίτημα των εναγομένων για διαγραφή των παραγράφων 10, 15, 16, 17, 18, 20, 27, 25, 27, 29, 31 (α) - (κ) και 34, θα πρέπει και πάλι να πω ότι η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα δεν είναι διατυπωμένη και με τον καλύτερο τρόπο. Αυτό προφανώς οφείλεται από το ότι ο καθ' ου η αίτηση επέλεξε να προωθήσει από μόνος του την απαίτηση του, χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου. Αυτό όμως έχει σαν αποτέλεσμα, πέραν του κακού τρόπου σύνταξης της απαίτησης του, να περιλαμβάνονται και παράγραφοι και των οποίων ζητείται η διαγραφή, που είτε είναι υπό μορφή μαρτυρίας είτε επιχειρηματολογίας από πλευράς ενάγοντα. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 10 της έκθεσης απαίτησης, όπως και οι παράγραφοι 18 και 25, περιλαμβάνουν μαρτυρία κατά παράβαση της Δ.19 θ.4, όπου προνοείται το τι ακριβώς θα πρέπει να περιλαμβάνει το δικόγραφο. Το ίδιο ισχύει και για τις παραγράφους 16 και 17 της έκθεσης απαίτησης, όπου γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 03/11/2015 και για το οποίο ο ενάγοντας επιχειρηματολογεί. Η ύπαρξη όμως της επιστολής αναφέρεται στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαίτησης, χωρίς κατά την κρίση μου να είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει το περιεχόμενο της στην αγωγή. Επί του περιεχομένου της αίτησης, αναφορά θα γίνει κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αν και εφόσον κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αξιολογηθεί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση των εναγομένων-αιτητών όσον αφορά τις παραγράφους 10, 16, 17, 18 και 25 θα πρέπει να επιτύχει. Υπάρχει όμως και το ζήτημα των παραγράφων 31 (α) - (κ) και 34, όπου ο ενάγων στην ένσταση του αποδέχεται τη διαγραφή τους. Δεν μπορώ να αντιληφθώ το σκεπτικό του καθ' ου η αίτηση στην αποδοχή της διαγραφής των εν λόγω παραγράφων, τη στιγμή που στην παράγραφο 31 καταγράφει τις κατ' ισχυρισμό ενέργειες και παραλείψεις των εναγομένων και που οδήγησαν στη ζημιά του, ως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 34 και από την οποία διεκδικεί αποζημιώσεις. Θεωρώ ότι αυτό έγινε από άγνοια, λόγω της έλλειψης νομικής κατάρτισης του ενάγοντα και της απροθυμίας του να συμβουλευθεί δικηγόρο, παρά το ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας δήλωσε ότι θα το έπραττε. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για διαγραφή των εν λόγω παραγράφων, αφού θα κάλυπτε τα συμφέροντα του, αλλά θα ήταν κατ' επέκταση και σε βάρος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, η αίτηση διαγραφής επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 10, 16, 17, 18 και 25 της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./K.K. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο