← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γενεθλίου, Αρ. Αγωγής: 1261/17, 28/9/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γενεθλίου, Αρ. Αγωγής: 1261/17, 28/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A380 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1261/17 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- XXXXX Γενεθλίου Εναγομένη ----------------------------- Αίτηση ημερ. 25.07.2018 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2018 Για την Αιτήτρια-Εναγομένη: κ. Γαλανός Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Γιωρκάτζη ------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια-Εναγομένη ζητά (Α) Παραμερισμό και/ή ακύρωση της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και Διαζευκτικά (Β) ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης που εξεδόθη στην πιο πάνω αγωγή ημερ. 21.06.

  1. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου του Κεφ. 113 στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5 και 7, Δ.17 θ.10, Δ.18, Δ.26 θ.14, Δ.33 και 5, και Δ.48 θθ.1,2,3 του άρθρου 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης - Αιτήτριας στην οποία αφενός παρατίθενται οι λόγοι παράλειψης της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και αφετέρου αναφέρεται στην Υπεράσπιση της στην αγωγή. Η παράλειψη της Εναγομένης να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου έγκαιρα αποδίδεται (α) στο ότι παραπλανήθηκε από τον επιδότη στο χρόνο που έπρεπε να αντιδράσει και (β) λόγω άγνοιας των Δικαστικών Διαδικασιών. Η Υπεράσπιση αναφέρεται στις παραγράφους 11-16 της ενόρκου δηλώσεως του στις οποίες αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσιοι): «
  2. Αρνούμαι κατηγορηματικά ότι εγώ οφείλω εις τους Ενάγοντες τα ως άνω ποσά για τους κάτωθι λόγους: α) Εις τα ως άνω ποσά περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας τους οποίους παράνομα, αυθαίρετα και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας επέβαλαν οι Ενάγοντες. β) Αρνούμαι ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τις επίδικες συμφωνίες δανείου ή την λειτουργία των λογαριασμών μου. γ) Οι Ενάγοντες κατά την διάρκεια λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού μου με αρ. XXXXX6707 και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, επέτρεπαν, συγκατατίθεντο και αποδέχοντο την δημιουργία παρατραβηγμάτων και υπερβάσεων του ορίου από μέρους μου, και αυτά εγένοντο και με τις οδηγίες και την ανοχή και παροτρύνσεις των Εναγόντων, των αντιπροσώπων και υπαλλήλων τους. Οι Ενάγοντες με την πιο πάνω συμπεριφορά τους εμποδίζονται (Estopped by conduct) από το να ισχυρίζονται παράβαση της συμφωνίας από εμένα. δ) Αρνούμαι ότι οφείλω τα εξ' αποφάσεως ποσά ή και τόκους και τα ισχυριζόμενα επιτόκια και περαιτέρω λέγω ότι οι απαιτούμενοι και προστεθέντες τόκοι είναι υπερβολικοί και εξογκωμένοι και έχουν επιβληθεί και καταλογιστεί αυθαίρετα, παράνομα κα αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των επίδικων συμφωνιών δανείου και νομοθεσίας. ε) Στα ποσά που επιδικάσθηκαν περιλαμβάνονται χρεώσεις που έχουν επιβληθεί μονομερώς και αυθαίρετα και κατά παράβαση του νόμου και της καλής τραπεζικής πρακτικής και πίστης.
  3. Απ' όσα έχω πληροφορηθεί και με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, οι Ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των ως άνω συμφωνιών δανείου και εκ του νόμου καθηκόντων και υποχρεώσεων τους και/ή της καλής τραπεζικής πρακτικής. α) Παρέλειψαν να με ενημερώσουν, για το ύψος του τόκου που θα χρεωνόμουν κάθε φορά αναφορικά με τα επίδικα δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις και τον τρόπο με τον οποίο θα εισπράττετο και θα χρεωνόταν στους λογαριασμούς μου. β) Παρέλειψαν να παρέχουν σε μένα, λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις και ανάκτηση εξόδων που τυχόν να σχετίζοντο με τα επίδικα δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις. (γ) Προέβησαν σε αλλαγές στο επιτόκιο και στον τρόπο υπολογισμού του σχετικά με τα ως άνω επίδικα δάνεια και στον χρόνο καταβολής του και σε άλλες αλλαγές σχετικές με τα επίδικα δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις χωρίς να με ενημερώσουν και χωρίς την αποδοχή των Εναγομένων. δ) Παρέλειψαν να με ενημερώσουν και δώσουν σ'εμένα αντίγραφο των τροποποιημένων όρων και αλλαγών στις αρχικές συμφωνίες. ε) Προέβησαν σε μονομερείς, αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις και επιβολές εξόδων, τόκων και άλλων επιβαρύνσεων. ζ) Παρέλειψαν να παρέχουν σε μένα καταστάσεις λογαριασμού. η) Παρέλειψαν να παράσχουν σε μένα πληροφορίες και λεπτομέρειες των χρεώσεων και επιβαρύνσεων που επέβαλλαν σε μένα.
  4. Τα πιο πάνω αποτελούσαν ουσιώδεις όρους των αναφερόμενων συμφωνιών δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων και οι Ενάγοντες παραβίασαν αυτούς.
  5. Οι διατάξεις και οι όροι των επίδικων συμφωνιών οι οποίες αφορούσαν τις αυξήσεις του τόκου και επιβολή επιβαρύνσεων και υποχρεώσεων σε μένα και οι οποίοι επέτρεπαν στους Ενάγοντες να τροποποιούν μονομερώς τους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων και της λειτουργίας των λογαριασμών μου συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες και είναι παράνομες, ανίσχυρες, χωρίς καμία νομική ισχύ και έννομο αποτέλεσμα.
  6. Οι όροι και ρήτρες των επίδικων συμφωνιών δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και αυτοί είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων και εγώ εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσω το περιεχόμενο τους και η εκτέλεση των υποχρεώσεων μου δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών, εξαρτήθηκε αποκλειστικά από τη βούληση και επιρροή των Εναγόντων μόνο και ως εκ τούτου οι επίδικες συμφωνίες δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων είναι καταχρηστικές και συνήφθησαν κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και πρακτικής και δημιούργησαν σε βάρος μου σημαντικές ζημιές.
  7. Οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες τραπεζικής διευκόλυνσης και συμφωνίες δανείων και οι επίδικες συμφωνίες δανείου έχουν συναφθεί κατά παράβαση του νόμου και είναι άκυρες και χωρίς καμία νομική ισχύ και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή είναι αντικανονική και αυθαίρετη και ηγέρθη κατά παράβαση του προαναφερόμενου νόμου». Οι Eνάγοντες-Kαθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση. Οι λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως: (παρατίθενται αυτούσιοι). «i. Η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος έγινε καθόλα νομότυπα αφού το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγομένη. ii Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ψευδείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πληροφορίες. iii. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε λόγω μη εμφάνισης της Εναγομένης. ίν. Η Εναγομένη επέδειξε σε όλα τα στάδια της διαδικασίας αδιαφορία και γενικά η διαγωγή και συμπεριφορά τους είναι τέτοια που συνιστά περιφρόνηση στη δικαστική διαδικασία και πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. ν. Δεν υπάρχει σοβαρός και εύλογος λόγος που η Εναγομένη δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Καμία σοβαρή ή επαρκής αιτιολόγηση της καθυστέρησης και/ή μη έγκαιρης εμφάνισης δεν δίνεται από την Εναγομένη. vi. H Εναγομένη παρέλειψε να καταδείξει ότι έχει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. vii. Τα όσα επικαλείται η Εναγομένη προς υποστήριξη της θέσης της ότι έχει καλή υπεράσπιση είναι γενικά και αόριστα και στερούνται οποιουδήποτε ερείσματος και τεκμηρίωσης. viii. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά και μοναδικός σκοπός της είναι να καθυστερήσει τους Ενάγοντες από το να εισπράξουν το λαβείν τους. ix. Δεν είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις να παραμεριστεί η απόφαση αφού κάτι τέτοιο θα αποτελέσει πλήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης». Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧ Χωραϊτη υπαλλήλου των Εναγόντων και του Επιδότη ΧΧΧΧΧ Γεωργίου. Σε αυτές οι Ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις της Εναγομένης τόσο για τα αναφερόμενα σ' αυτή ως προς την επίδοση της αγωγής όσο και ότι υπάρχει οποιαδήποτε Υπεράσπιση από την Εναγομένη. Από τους ενόρκως δηλούντες κατά την ακροαματική διαδικασία αντεξετάστηκε ο κ. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου επιδότης ο οποίος αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Εναγομένης για παραπλάνηση της ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε ανέφερε σε οποιοδήποτε στάδιο είτε στην επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος είτε στην επίδοση του Τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη ότι θα της επέδιδε άλλο έγγραφο ούτε της ανέφερε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το τι θα έπρεπε να πράξει. Οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η Δ.17 θ.10 που καθορίζει το δικαιοδοτικό πλαίσιο παραμερισμού ερήμην εκδοθείσας απόφασης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Είναι φανερό από το λεκτικό της Δ.17 θ.10 ότι το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης, έχει πλατιά διακριτική εξουσία. Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες υιοθετούν τις αρχές όπως διατυπώθηκαν στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam

(1937)2 All ER 646, (βλ. Phylactou and others ν Michael
(1982)1 CLR 204, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 736, Χρύσανθου και άλλων v. Mariala Constructions Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129, Vica Pica Disco Ltd v. Happy Streets Disco Ltd
(1997)1(A) ΑΑΔ 28, Milouca Motor Agency Trading Ltd v. KoupTnc
(1997)1 ΑΑΔ 941, Mine Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 2, Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd.
(2001)1 Α.Α.Δ. To Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, από την μια την ανάγκη να διατηρήσει το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και από την άλλη την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με τη βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Δύο είναι τα στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν για να ασκηθεί, υπέρ του Αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Πρώτον, ο Αιτητής θα πρέπει να αποκαλύψει επαρκή θετικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη ή βάσιμη υπεράσπιση χωρίς να απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης του. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτής της πτυχής της υπόθεσης δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Περιορίζεται στην διαπίστωση συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Στην υπόθεση Χρύσανθου v. Mariala Construction Ltd (ανωτέρω) τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο στοιχείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας, υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον αυτή η υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται". Δεύτερον, ο Αιτητής πρέπει επίσης να πείσει για τους λόγους μη εμφάνισης του ή για τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του. Στην υπόθεση Milouca (ανωτέρω) επεξηγείται η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντας που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από την διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Στη σελίδα 945 της πιο πάνω απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου". Επίσης, στην υπόθεση Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω) στη σελίδα 30 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Από σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του". Στη παρούσα υπόθεση έχοντας ως γνώμονα τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω εν πρώτοις την προϋπόθεση της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης της Αιτήτριας. Η ίδια αναφέρει ότι παραπλανήθηκε από τον επιδότη και λόγω άγνοιας της διαδικασίας δεν αντέδρασε έγκαιρα. Προτού εξετάσω αυτή την πτυχή της παρούσας αίτησης θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης όπως προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης που όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο δικαιούται να αντλήσει πληροφορίες από τα έγγραφα τα οποία είναι καταχωρημένα σε αυτόν (βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ). Στις 03.05.2017 καταχωρήθηκε η Αγωγή. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη ΧΧΧΧΧ Γεωργίου ημερομηνίας 10.05.2017 η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη στις 09.05.
  1. Την 22.05.2017 οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για απόφαση εναντίον της η οποία ορίσθηκε στις 01.06.
  2. Την ημέρα εκείνη απέσυραν την αίτηση και κατεχωρήθει τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο επιδόθει την ίδια μέσα στην Εναγομένη. Στις 13.06.2017 κατεχωρήθη αίτηση για απόφαση η οποία ορίστηκε στις 21.06.2017 και την ίδια μέρα εκδόθηκε απόφαση. Στις 25.07.17 η Εναγομένη καταχώρησε την παρούσα αίτηση παραμερισμού μέσω του δικηγόρου της. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη ΧΧΧΧΧ Γεωργίου και έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και ιδιαίτερα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της πρώτης επίδοσης δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι υπήρχε πρόθεση τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος αφού μετά την επίδοση καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση εκ μέρους των Αιτητών, γεγονός που υποδηλοί ότι δεν υπήρχε σε εκείνο το στάδιο ζήτημα επίδοσης άλλου εγγράφου, κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αληθής. Με βάση το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης κρίνω ότι έγινε καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και του Τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της επίδοσης, ως η θέση της Αιτήτριας, αίτημα το οποίο απορρίπτω. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω τόσο το αρχικό Κλητήριο Ένταλμα όσο και το Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στην Εναγομένη προσωπικά. Τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια σχετικά με παραπλάνηση της από τον επιδότη δεν ευσταθούν αφού ο επιδότης στο χρόνο που έγινε η αρχική επίδοση δεν μπορούσε να γνωρίζει για τροποποιημένο κλητήριο και οι Ενάγοντες μετά την αρχική επίδοση προώθησαν αίτηση για απόφαση. Ως προς την μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στην αγωγή η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν αντιλήφθηκε τι έπρεπε να κάνει και μετά από συμβουλή του δικηγόρου της κινήθηκε άμεσα καταχωρώντας την παρούσα αίτηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και καθοδηγούμενη από την πιο πάνω νομολογία κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν επέδειξε τέτοια αδιαφορία που να προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Επίσης έχοντας ως γνώμονα τις πιο πάνω αρχές καταλήγω στο συμπέρασμα ότι με την ένορκο δήλωση της αποκάλυψε συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η Αιτήτρια μέσα από τις παραγράφους 11-17 πιο πάνω, έχει θέσει τέτοιους ισχυρισμούς που αφορούν διάφορες πτυχές της διαφοράς που δικαιολογούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και έτσι δημιουργείται ζήτημα προς εκδίκαση. Γι' αυτό καταλήγω ότι τέθηκε ικανοποιητικό υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνει ότι η Αιτήτρια -Εναγομένη έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη ή καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και υπάρχουν τέτοια ζητήματα που δικαιολογούν την επανάνοιξη της. Αυτό που έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας είναι ότι αφενός έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και αφετέρου έχει διαπιστωθεί ότι η Εναγομένη δεν επέδειξε ασέβεια στη δικαστική διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 : «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης.» Εφόσον υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, και εφόσον η Εναγομένη δεν επέδειξε ασυγχώρητη ασέβεια και αδιαφορία, θεωρώ ότι πρέπει να υπερισχύσει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο για εξέταση της ουσίας των εκατέρωθεν ισχυρισμών στο πλαίσιο της δίκης, και καθίσταται παρακινδυνευμένος ο αποκλεισμός της υπεράσπισης της Εναγομένης (βλ. ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ ΛΤΔ v. KS Socratous Ltd
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1387 και Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, υπό τον όρο ότι θα καταβληθούν όλα τα έξοδα που προέκυψαν, εντός προθεσμίας που θα καθορίσω πιο κάτω, εφόσον η απόφαση είχε εκδοθεί κανονικά και νομότυπα, ενώ έχει διαπιστωθεί με την παρούσα υπαιτιότητα της πλευράς της Eναγομένης στην παράλειψη να εμφανιστεί στη διαδικασία (βλ. Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 988). Συνακόλουθα, εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης στις 21.06.2017. υπό τον όρο ότι η Εναγομένη θα καταβάλει στους Ενάγοντες τόσο όλα τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 13.06.2017 για έκδοση απόφασης, όσο και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης. Ο χρόνος καταβολής των πιο πάνω ποσών καθορίζεται σε 20 ημέρες από την ημερομηνία που θα γνωστοποιηθεί στην Εναγομένη-Αιτήτρια ή στον δικηγόρο της ο υπολογισθείς από τον Πρωτοκολλητή και εγκεκριμένος από το Δικαστήριο κατάλογος και τότε η Εναγομένη-Αιτήτρια θα έχει το δικαίωμα εντός 10 ημερών από την καταβολή των εξόδων να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ....................................... Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.