BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. A. Hadjiyiannis Constructions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1855/2011, 26/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A373 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1855/2011 Μεταξύ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και
- A. Hadjiyiannis Constructions Ltd
- XXXXX Αριστείδου
- XXXXX Χατζηγιάννης Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει δεύτερου διατάγματος τροποποίησης που αφορούσε τον τίτλο της με ημερομηνία 22.03.2017 Μεταξύ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και
- A. Hadjiyiannis Constructions Ltd
- XXXXX Αριστείδου
- XXXXX Αριστείδου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ανίκανου προσώπου XXXXX Χατζηγιάννη Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κα Α. Χατζηχαραλάμπους με κα Μ. Δαμιανού για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Tο χειρισμό της υπόθεσης είχε η κα Μ. Δαμιανού Για τους Εναγομένους 1, 2 και 3: Ο κ. Μ. Β. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Θα επιχειρήσω μια σύνοψη των δικογραφημένων ισχυρισμών ως έχουν διαμορφωθεί μετά τα διατάγματα τροποποίησης με ημερομηνία 24.11.2014 και 22.03.
- Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 1.07.2005 μετά από αίτηση ή και παράκληση των εναγομένων 1 συμφώνησαν στις 4.07.2005 και παραχώρησαν στους Εναγομένους 1 τραπεζικές διευκολύνσεις με όριο €25.629,02σ. με την μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και συμφωνηθέν κυμαινόμενο επιτόκιο 7,850%. Ο πιο πάνω τρεχούμενος λογαριασμός διεπόταν από όρους ως αυτοί αναγράφονται με λεπτομέρεια στη Συμφωνία που έγινε μεταξύ εναγόντων και εναγομένων 1 και υπεγράφη ως αναφέρθηκε ανωτέρω στις 4.07.
- Κατά ή περί την 23.11.2006, μετά από αίτηση ή και παράκληση των εναγομένων 1 οι ενάγοντες συμφώνησαν και αύξησαν το όριο του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού από €25.629,02σ. σε €59.801,05σ. Ο εναγόμενος 3 προς περαιτέρω εγγύηση και εξασφάλιση των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων που δόθηκαν από τους ενάγοντες στους εναγομένους 1, εκτέλεσαν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού την Υποθήκη με αρ. εγγραφής Υ11717/06 ημερ. 24.11.2006 με βάση την οποία έχουν υποθηκεύσει όλο το συμφέρον τους στα ακίνητα:
(1)με αρ. εγγραφής 0/1XXX4, Φ/Σχ. 47/43, τεμάχιο 2X8,
(2)με αρ. εγγραφής 01/1XXX9, Φ/Σχ. 47/35, τεμάχιο 4X0 και
(3)με αρ. εγγραφής 0/1XXX0, Φ/Σχ. 47/35, τεμάχιο 1XX8, όλα στο χωριό Κοιλάνι της Επαρχίας Λεμεσού για το συνολικό ποσό των €44.423,64σ. πλέον τόκους. Η πιο πάνω υποθήκη εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης ημερ. 24.11.2006 οι οποίοι έχουν επισυναφθεί σ΄ αυτήν και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της (Τεκμ. 10). Κατά ή περί την 30.01.2007 μετά από αίτηση ή και παράκληση των εναγομένων 1 οι ενάγοντες συμφώνησαν και αύξησαν το όριο του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού από €59.801,05σ. σε €230.661,19σ. Οι εναγόμενοι 2 και 3 προς περαιτέρω εγγύηση και εξασφάλιση των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων και επανεγκρίσεων και αυξήσεων που εδόθησαν από τους ενάγοντες στους εναγομένους 1, εκτέλεσαν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού την Α΄ Υποθήκη με αρ. εγγραφής Υ1079/07 ημερ. 5.02.2007 με βάση την οποία έχουν υποθηκεύσει όλο το συμφέρον τους στο ακίνητο
(1)με αρ. εγγραφής 0/1XXX2, Φ/Σχ. 53/46, τεμάχιο 3X0 που βρίσκεται στον Ύψωνα, της Επαρχίας Λεμεσού για το συνολικό ποσό των €256.290,22σ. πλέον τόκους. Η πιο πάνω υποθήκη εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης ημερ. 05.02.2007 οι οποίοι έχουν επισυναφθεί σ΄ αυτήν και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της (Τεκμ.14). Κατά ή περί την 4.02.2008 μετά από αίτηση ή και παράκληση των εναγομένων 1 οι ενάγοντες συμφώνησαν και αύξησαν το όριο του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού από €230.661,00 σε €231.000,00 με επιτόκιο 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 3,500 εκατοστιαίες μονάδες. Οι εναγόμενοι 2 και 3 προς περαιτέρω εγγύηση και εξασφάλιση των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων και επανεγκρίσεων και αυξήσεων που εδόθησαν από τους ενάγοντες στους εναγομένους 1, εκτέλεσαν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού την Α΄ Υποθήκη με αρ. εγγραφής Υ1079/07 ημερ. 5.2.2007 με βάση την οποία έχουν υποθηκεύσει όλο το συμφέρον τους στο ακίνητο
(1)με αρ. εγγραφής 0/1XXX2, Φ/Σχ. 53/46, τεμάχιο 3X0 που βρίσκεται στον Ύψωνα, της Επαρχίας Λεμεσού για το συνολικό ποσό των €256.290,22 πλέον τόκους. Η πιο πάνω υποθήκη εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης ημερ. 05.02.2007 οι οποίοι έχουν επισυναφθεί σ΄ αυτήν και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της (Τεκμ. 14). Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 στην κοινή τους Υπεράσπιση, ενίστανται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον τους λόγω των διανοητικών προβλημάτων υγείας του εναγομένου 3 γι' αυτό και η Εναγομένη 2 διορίσθηκε σαν διαχειριστής της περιουσίας του, ο οποίος λόγω των προβλημάτων αυτών είναι ανίκανος να διαχειρίζεται την περιουσία του και τις υποθέσεις του και έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου την 24.01.2011 με βάση τον περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμο και ενόψει τούτου η παρούσα αγωγή δεν έπρεπε να εγερθεί προσωπικά εναντίον του εναγομένου 3 αλλά εναντίον της διαχειρίστριας της περιουσίας του. Εδώ παρεμβάλλω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός οδήγησε τους ενάγοντες να προβούν στην τροποποίηση του τίτλου της αγωγής τους καθιστώντας την διαχειρίστρια της περιουσίας του εναγομένου 3 την εναγόμενη 2 ως εναγόμενη
- Επομένως ο ως άνω ισχυρισμός δεν ενέχει πλέον οποιασδήποτε σημασίας. Η εναγομένη 2 και διαχειρίστρια της περιουσίας του εναγομένου 3 ισχυρίζεται ότι στις 4.07.2005 που οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν στους εναγομένους 1 τραπεζιτικές διευκολύνσεις, ο εναγόμενος 3 και διευθυντής των εναγομένων 1, κατά το χρόνο σύναψης της εν λόγω συμφωνίας με τους ενάγοντες λόγω των προβλημάτων υγείας του δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του ή να διευθύνει τις υποθέσεις του και οι ενάγοντες και ή αντιπρόσωποι αυτών ζημίωσαν αδικαιολόγητα το ανίκανο πρόσωπο, δηλαδή τον εναγόμενο
- Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τόσο η επίδικη συμφωνία ημερ. 4.07.2005 όσο και οι υπόλοιπες συμφωνίες με τις οποίες οι ενάγοντες παραχωρούσαν αύξηση του ορίου των τραπεζιτικών διευκολύνσεων στους εναγομένους 1 είναι άκυρες και άνευ οποιασδήποτε νομικής ισχύος αφού οι ενάγοντες και ή αντιπρόσωποι αυτών εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 ήτο ανίκανο πρόσωπο και κατά το χρόνο σύναψης των συμφωνιών δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του και ή επωφελήθηκαν της κατάστασης της υγείας του προκειμένου να συνάψουν τις εν λόγω συμφωνίες για τραπεζιτικές διευκολύνσεις με απώτερο σκοπό κάποιοι υπάλληλοι των εναγόντων να επωφεληθούν μέρος του εν λόγω δανείου και να εξασφαλίσουν αθέμιτο οικονομικό όφελος. Οι εναγόμενοι αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων και ανταπαιτούν εναντίον των εναγόντων επί της ουσίας απόρριψη της αγωγής, αποζημιώσεων για διάρρηξη συμφωνίας και διάφορα διατάγματα ως αυτά περιγράφονται με λεπτομέρεια στην Ανταπαίτησή τους όπως είναι η απόρριψη της αγωγής και των αξιώσεων των εναγόντων καθ' ότι δεν τερματίστηκε ο λογαριασμός των πρωτοφειλετών - εναγομένων 1, αξιώνουν αποζημιώσεις για διάρρηξη συμφωνίας, διάταγμα με το οποίο να απαλλάσσονται οι εναγόμενοι 2 και 3 από την εγγύηση που είχαν παράσχει προς τους εναγομένους
- Σημειώνω ότι το αιτητικό Ε της ανταπαίτησης τους, με το οποίο ζητούσαν διάταγμα για διορισμό ερευνητή με εντολή όπως εξετάσει τα περιστατικά της υπόθεσης σχετικά με την κατάσταση της υγείας του διευθυντή της εναγομένης 1 και εναγομένου 3 στις επίδικες περιόδους και να υποβάλει προς τούτο στο Δικαστήριο μέσα σε τακτή προθεσμία έκθεση αναφορικά με τις συμφωνίες του ανικάνου προσώπου - εναγομένου 3 καθώς και την υποθήκευση της περιουσίας του από τους ενάγοντες δεν προωθήθηκε και έτσι δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Στην τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγομένων και την τροποποιημένη Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι ενάγοντες αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης που δεν αποτελούν παραδοχές και ή συγκρούονται με την Έκθεση Απαιτήσεως τους και καλούν τους εναγομένους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω αρνούνται την Ανταπαίτηση των εναγομένων και καλούν τους εναγομένους όπως αποδείξουν καθένα από τους ισχυρισμούς τους ξεχωριστά όπως αυτοί εκτίθενται στην Ανταπαίτηση τους. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας, οι ενάγοντες περιόρισαν τα ποσά τα οποία αξιώνουν από τους εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, ως η παράγραφος 19 Α - Ε της συμπληρωματικής Γραπτής Δήλωσης (Έγγραφο Β) του κ. XXXXX Τσαγγάρη (Μ.Ε. 1), στην οποία εξηγεί πως αυτές προκύπτουν με την αναδομημένη κατάσταση χρέους του τρεχούμενου λογαριασμού των εναγομένων 1 τον οποίο είχαν εγγυηθεί οι εναγόμενοι 2 και
- Επομένως οι αξιώσεις των εναγόντων στη βάση των αναδομημένων πλέον καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμ. 29 και 32), είναι μικρότερες από αυτές που αξιώνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως και τέτοια ευχέρεια ασφαλώς και παρέχεται σε αυτούς, όπως εξάλλου έχει κριθεί και από τη νομολογία μας (βλ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238. Πως οι χρηματικές αξιώσεις έχουν πλέον διαμορφωθεί θα καταγραφούν στο διατακτικό της απόφασης μου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Πριν καταγράψω ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας και προβώ σε αξιολόγηση της κρίνω σκόπιμο να καταγράψω στο σημείο αυτό κάποιες γενικές αρχές που ακολουθούνται από τα Δικαστήρια μας όπως διαχρονικά έχουν επισημανθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου τις οποίες και λαμβάνω υπ' όψιν μου. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατάθεσαν για τους διαδίκους στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ.C&A Pelekanos Assoc.Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι:«... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω τη σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Στη διεργασία διάπλασης ευρημάτων γεγονότων, έλαβα υπόψη μου επιπρόσθετα την ύπαρξη ή παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας με γνώμονα το γενικό κανόνα ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος είτε σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του είτε σε σχέση με ισχυρισμούς που εκπηγάζουν από τη δικογραφία, ισοδυναμεί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις με αποδοχή τους (βλ. Aloupou and another v. HjiGeorghiou and Another and the Attorney General of the Republic
(1984)CLR 475). Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής, ότι η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείσει, αφ' εαυτής, το όποιο βάρος απόδειξης που έχει η κάθε πλευρά να αποσείσε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα (βλ. Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.,
(1997)1 ΑΑΔ 814). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχω διεξέλθει με προσοχή τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν και όπου χρειαστεί στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα κάνω αναφορά σε αυτές όπως και σε άλλες. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος να προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο κ. XXXXX Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), εργάζεται στην υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων και είναι ένας εκ των λειτουργών που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Η κα XXXXX Ερωτοκρίτου (Μ.Ε.2), χειριζόταν τους λογαριασμούς του εναγομένου 3 και των εναγομένων 1 εταιρείας από τον Ιούλιο 2005 μέχρι και τον Ιανουάριο 2007 στο κατάστημα των εναγόντων όπου αυτοί είχαν ανοιχθεί. Η κα XXXXX Ορφανίδου (Μ.Ε.3) χειριζόταν τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 εταιρείας από τον Ιανουάριο 2007 όταν εργαζόταν στο Υποκατάστημα των Εναγόντων στην οδό Πάφου στη Λεμεσό ως Λειτουργός εξυπηρέτησης Πελατών. Οι Εναγόμενοι παρουσίασαν ως μάρτυρες τον Δρ. Χρ. Γαλατόπουλο, Ειδικό Ψυχίατρο (Μ.Υ.1), τον XXXXX Κωνσταντή, υπάλληλο στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα (Μ.Υ.2), τον XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Υ.3), υπεύθυνο προσωπικού των εναγόντων, την εναγομένη 2 XXXXX Αριστείδου (Μ.Υ.4), τον εναγόμενο 3 XXXXX Χ" Γιάννη (Μ.Υ.5), τον XXXXX Πάντη (Μ.Υ.6), υπάλληλο στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα και τον XXXXX Κωστή (Μ.Υ. 7) που είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου επί της οδού Γρηγόρη Αυξεντίου XXXXX, στον Άγιο Τύχωνα. Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν είτε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου τους είτε χωρίς αποδοχή τους για το περιεχόμενο των οποίων αντεξετάστηκαν αυτοί που τα ετοίμασαν ή συνέταξαν συνολικά 52 έγγραφα - τεκμήρια. Αναφορά σε αυτά θα γίνει στη συνέχεια τόσο κατά την καταγραφή της μαρτυρίας όσο και κατά την αξιολόγησή της. Το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Π. Παπά το οποίο σχολιάστηκε κατά τη μαρτυρία παρέμεινε ως Τεκμήριο B Για Αναγνώριση εφόσον δεν κλήθηκε το άτομο αυτό για να υποστηρίξει το περιεχόμενο του ή να αντεξεταστεί επ' αυτού, επομένως η όποια μαρτυρία δόθηκε και το αφορούσε παραμένει άνευ σημασίας. Στη συνέχεια θα επιχειρήσω σύνοψη της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων όπως και παράθεση των τεκμηρίων και αναφορά στο περιεχόμενο τους. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), στις Γραπτές Δηλώσεις του (Έγγραφα Α και Β) στο πλαίσιο των οποίων κατάθεσε και τα Τεκμ. 1 - 35 αναφέρθηκε σε κάθε στοιχείο που περιέχει ο φάκελος που τηρείται από τους ενάγοντες σε σχέση με τους δύο επίδικους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι εναγόμενοι 1 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 στους ενάγοντες. Κατάθεσε τις αναλυτικές καταστάσεις των 2 λογαριασμών ως Τεκμ. 27 και 28 τις οποίες τύπωσε από το ηλεκτρονικό σύστημα που τηρούν οι ενάγοντες αφού πρώτα τις σύγκρινε με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, και βεβαιώθηκε ότι είναι ορθοί. Κατέθεσε τις αναδομημένες καταστάσεις των 2 επίδικων λογαριασμών ως τα Τεκμ. 29 και 32, τις οποίες ετοίμασε ο ίδιος βασιζόμενος στα Τεκμ. 27 και 28, και αφού προηγουμένως αφαίρεσε χρεώσεις και τόκους αναλογούντες σε αυτές που οι ενάγοντες δεν αξιώνουν πλέον και οι οποίοι περιγράφονται με λεπτομέρεια στα Τεκμ. 30, 31 και
- Όπως καταγράφηκε και στην αρχή της απόφασης σύμφωνα με τα Τεκμ. 29 και 32, τα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες όπως εξήγησε ο μάρτυς είναι μικρότερα σε σύγκριση με τα ποσά που αιτούνται οι ενάγοντες στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως τους. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στα Τεκμ. 27 και 28 αναφέροντας ότι σε αυτά περιλαμβάνονται όλες τις χρεοπιστώσεις των επίδικων λογαριασμών. Σε σχέση με το Τεκμ. 27, ο μάρτυς ανέφερε ότι περιλαμβάνει όλες τις πράξεις στον λογαριασμό από το άνοιγμά του μέχρι και την 31.10.
- Όσον αφορά το Τεκμ. 28 ανέφερε ότι περιλαμβάνει όλες τις πράξεις μέχρι και την 30.06.2017 όπου έγινε η τελευταία κεφαλαιοποίηση των τόκων. Η πλευρά των εναγομένων αξίζει να σημειωθεί ότι δεν αντεξέτασε τον ως άνω μάρτυρα σε σχέση με τις ως άνω καταστάσεις και ούτε αμφισβητήθηκαν τα ποσά που οι ενάγοντες αξιώνουν σήμερα από τους εναγομένους. Πέραν τούτου, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την άλλη πλευρά που να αντικρούει και/ή αμφισβητεί το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Ώς αποτέλεσμα η μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό αλλά και τα τεκμήρια που κατάθεσε τα οποία αποδεικνύουν το οφειλόμενο χρέος των εναγομένων προς τους ενάγοντες έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Υποβλήθηκε στον κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), ότι η Τράπεζα δανειοδοτούσε τους εναγομένους 1 - εταιρεία όταν διευθυντικό στέλεχος της Τράπεζας και συγκεκριμένα ότι ο κ. XXXXX Χριστοφή λάμβανε προμήθεια από τους εναγόμενους, ο μάρτυς ανέφερε ξεκάθαρα ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο αλλά και ότι ουδέποτε υπέπεσε κάτι τέτοιο στην αντίληψη τους. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος. Απαντούσε άμεσα και με ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές και με σαφήνεια. Μου προκάλεσε την καλύτερη των εντυπώσεων. Γνώριζε το αντικείμενο για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει και όσα κατάθεσε προέρχονταν από εγγραφές στα έγγραφα που τηρούνταν στο φάκελο των εναγόντων που αφορούσαν τους επίδικους λογαριασμούς από το άνοιγμα τους, ακόμα και πιο πριν από την υποβολή αιτήσεων δανειοδοτήσεων από πλευράς των εναγομένων 1 μέχρι και τον τερματισμό τους και ακολούθως πως αυτοί εξελίχθησαν σε ανύποπτο χρόνο, μέχρι και τη παρουσία του στο Δικαστήριο για να καταθέσει γι' αυτούς. Ανάτρεχε σε αυτούς με ευκολία και κάθε απάντηση που έδιδε ήταν τεκμηριωμένη. Όπου είχε ερωτηθεί για κάτι που ξέφευγε από το πεδίο της γνώσης του το παραδεχόταν αμέσως, κάτι που συνέβαλε στην πιο πάνω εντύπωση που μου προκάλεσε και καθόλου δεν μείωνε την αξιοπιστία του. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα μου. Τα όσα κατάθεσε καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου. Τα έγγραφα τα οποία κατάθεσε αποδεικνύουν, όπως κρίνω και την απαίτηση των εναγόντων. Δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τη μαρτυρία του επί των διαμορφωθέντων αξιώσεων των εναγόντων και έτσι αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη προς αντίκρουση της και καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου τα ποσά που αξιώνονται κρίνοντας ότι δικαίως αυτά αξιώνονται από τους ενάγοντες. Η κα Μ. Ερωτοκρίτου (Μ.Ε.2), ανέφερε ότι χειριζόταν τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 και 3 μέχρι τον Ιανουάριο 2007, οπόταν και οι λογαριασμοί μεταφέρθηκαν στο υποκατάστημα των εναγόντων στην οδό Πάφου στην Λεμεσό μετά από αίτημα των εναγομένων. Ήταν αυτή που είχε προβεί σε αξιολόγηση των αιτημάτων των εναγομένων 1 που οδήγησε στην έγκριση της δανειοδότησης τους. Στη Γραπτή Δήλωση της (Έγγραφο Γ), κάνει αναφορά για όλα όσα γνώριζε προσωπικά λόγω της προσωπικής της εμπλοκής και επαφής με τον εναγόμενο
- Ανέφερε ότι ήταν αυτή που αξιολογούσε τα αιτήματα του εναγόμενου 3 και των εναγομένων 1 - εταιρείας, για παραχώρηση και στη συνέχεια της αύξησης/ ή τροποποίησης των τραπεζικών διευκολύνσεων προς αυτούς μέχρι και τις αρχές του Ιανουαρίου
- Ανέφερε ότι, η αξιολόγηση βασιζόταν σε προσφορές που ο ίδιος ο εναγόμενος 3 της παρουσίαζε στο γραφείο της, αλλά και στην κίνηση των λογαριασμών που διατηρούσαν οι εναγόμενοι 1 - εταιρεία, η οποία ήταν ανέκαθεν θετική, και δικαιολογούσε την παραχώρηση νέων διευκολύνσεων. Ανέφερε ότι ενώπιον της παρουσιάστηκε και η τότε σύζυγος του εναγομένου 3 κα Αθηνά Σκέντερ, η οποία υπέγραψε ως εγγυήτρια για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στους εναγόμενους 1 - εταιρεία. Η μάρτυς ανέφερε ότι από την προσωπική επαφή και επικοινωνία της με τον εναγόμενο 3, αλλά και σε συνάρτηση με τις προσφορές που έδιδαν οι εναγόμενοι 1 - εταιρεία και τις προκαταβολές που εισέπρατταν για την ανάληψη και εκτέλεση οικοδομικών έργων αλλά και ο κύκλος εργασιών τους, της έδιδε πάντοτε την εντύπωση ενός ατόμου επαγγελματία, υπεύθυνου και συνεργάσιμου. Υποβλήθηκε και σε αυτή τη μάρτυρα η θέση της πλευράς των εναγομένων ότι η Τράπεζα δανειοδοτούσε τους εναγομένους 1 - εταιρεία καθώς το διευθυντικό στέλεχος της ήτοι ο κ. XXXXX Χριστοφή τότε διευθυντής του υποκαταστήματος των εναγόντων στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στην Λεμεσό, λάμβανε προμήθεια από τους εναγόμενους. Η μάρτυς αντέδρασε έντονα και κατηγορηματικά ανέφερε ότι οι παραχωρήσεις τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους εναγομένους 1 αξιολογούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από την ίδια προσωπικά και όταν η ίδια έκρινε ότι βάση των ενώπιον της στοιχείων που παρουσίαζε ο εναγόμενος 3 σε αυτήν δικαιολογείτο η παραχώρηση, έδιδε τις θετικές της εισηγήσεις στον προϊστάμενο της, και τότε προχωρούσε για επίσημη έγκριση από τον εκάστοτε διευθυντή του υποκαταστήματος. Στο στάδιο της αξιολόγησης ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν είχε παρέμβαση από τον ως άνω κ. Η. Χριστοφή. Η μάρτυς κατάθεσε προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων τα Τεκμ. 37,39 και 40 που είναι αντίγραφα συμβολαίων που υπέγραφαν οι εναγόμενοι 1 για ανάληψη οικοδομικών εργασιών τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των εναγομένων και τα οποία παρουσιάζονταν από τον εναγόμενο 3 με σκοπό την υποβοήθηση της αίτησης του για παροχή ή συνέχιση παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων. Δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ στην ολότητα της τη μαρτυρία της κας Μ. Ερωτοκρίτου (Μ.Ε. 2), η οποία κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια απαντούσε ευθέως, χωρίς υπεκφυγές, με σαφήνεια και τεκμηριωμένα για όσα ρωτήθηκε. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα ανέφερε και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν για να εξαγάγω τα δικά μου συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η κα XXXXX Ορφανίδου (Μ.Ε.3), χειριζόταν τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 από τον Ιανουάριο του 2007 και μετά, όταν εργαζόταν στο Υποκατάστημα Business Center των εναγόντων στην οδό Πάφου στην Λεμεσό ως Λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών. Η Γραπτή Δήλωση της κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. Κατάθεσε προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων τα Τεκμ. 39 -
- Η μάρτυς αναφέρθηκε σε όλα όσα γνώριζε σε σχέση με τις δανειοδοτήσεις των εναγομένων 1 και της προσωπικής της εμπλοκής και επαφής που είχε με τους εναγομένους 2 και
- Η μάρτυς ανέφερε ότι ήταν το άτομο το οποίο χειριζόταν και αξιολογούσε τα αιτήματα των εναγομένων 1 για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων κατά τον χρόνο συνεργασίας των εναγομένων 1 με το υποκατάστημα στο οποίο εργαζόταν. Κατά το χειρισμό των αιτημάτων, ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε επαφή εκ μέρους των εναγόντων με τους εναγομένους 2 και 3 στο γραφείο της για την ετοιμασία και υπογραφή των συμφωνιών και άλλων εγγράφων ενώπιον της. Κατά την αξιολόγηση των αιτημάτων των εναγομένων λάμβανε υπόψη τις προσφορές που ο ίδιος ο εναγόμενος 3 της παρουσίαζε, αλλά και στην θετική κίνηση των λογαριασμών των εναγομένων 1 που διατηρούσαν στους ενάγοντες, η οποία ήταν ανέκαθεν θετική με θετικό υπόλοιπο η οποία δικαιολογούσε την παραχώρηση νέων διευκολύνσεων. Η εγγυήτρια εναγομένη 2, ανέφερε, υπέγραψε ενώπιον της τα εγγυητήρια Τεκμ. 21 και
- Η μάρτυς ανέφερε επίσης ότι στις 17.04.2008, ημερομηνία κατά την οποία υπεγράφη η συμφωνία για παραχώρηση του Δανείου ως το Τεκμ. 21, η προς όφελος των εναγόντων προσωπική εγγύηση των εναγομένων 2, 3 αλλά και της κας Σκέντερ ακυρώθηκαν, καθώς και η προς όφελος των εναγόντων Υποθήκη Υ9741/06 ημερομηνίας 06.10.2006 εξαλείφθηκε. Η μάρτυς ανέφερε ότι προϋπόθεση για τις πιο πάνω απαλλαγές και ακυρώσεις ήταν η υπογραφή του εγγυητήριου ως το Τεκμ.
- Ως εκ τούτου η εναγομένη 2 είχε ενημερωθεί αναλόγως και ήταν σε γνώση της τι υπέγραφε και για ποιον λόγο υπέγραφε. Ανέφερε ακόμα ότι περί τον Ιούλιο 2007 την επισκέφτηκε προσωπικά στο γραφείο της ο εναγόμενος 3 ο οποίος της γνωστοποίησε την αλλαγή της διεύθυνσης του, και προς τούτου υπόγραψε ενώπιον της σχετικό έγγραφο γνωστοποίησης, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμ.
- Ο εναγόμενος 3, ανέφερε, με τον ίδιο τρόπο χειριζόταν αιτήματα του όσον αφορά τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 - εταιρείας, και υπέγραφε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως αποδεικνύουν τα Τεκμ. 41 και
- Ενώ η υπογραφή των Τεκμ. 41 και 43 δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης, και παρόλο που τα Τεκμ. 41, 42 και 43 υπογράφτηκαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο εναγόμενος 3 αμφισβήτησε την υπογραφή του στο Τεκμ.
- Η μάρτυς εξήγησε ότι με τη γνωστοποίηση της αλλαγής της διεύθυνσης των εναγομένων 1 και 3, όλες οι μετέπειτα συμφωνίες και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα περιλαμβανομένων των εγγυητήριων που υπέγραψε η εναγομένη 2, ετοιμάζονταν για υπογραφή από τους εναγόμενους και έφεραν την πιο πάνω τροποποιηθείσα διεύθυνση, έγγραφα τα οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραφαν ενώπιον της χωρίς διαμαρτυρία ή υποδεικνύοντας ότι αυτά δεν έφεραν την ορθή τους διεύθυνση. Το πιο πάνω μπορεί εύκολα να αποδειχθούν, όπως εισηγήθηκε, από τα Τεκμ. 17, 19 - 21 και
- Η μάρτυς ανέφερε ότι από την προσωπική επαφή και επικοινωνία της με τον εναγόμενο 3, αλλά και σε συνάρτηση με τις προσφορές που λάμβαναν οι εναγόμενοι 1 - εταιρεία, και τον κύκλο εργασιών τους, ο εναγόμενος 3 της έδωσε την εντύπωση ενός ατόμου επαγγελματία, υπεύθυνου και συνεργάσιμου. Σε υποβολή που της τέθηκε ότι η Τράπεζα δανειοδοτούσε τους εναγομένους 1 - εταιρεία, αφού διευθυντικό στέλεχος της Τράπεζας ήτοι ο κ. XXXXX Χριστοφή τότε διευθυντής του υποκαταστήματος στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στην Λεμεσό των εναγόντων, λάμβανε προμήθεια από τους εναγόμενους, η μάρτυς αντέδρασε διαψεύδοντας έντονα και επαναλαμβάνοντας ότι οι παραχωρήσεις τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους εναγομένους 1 αξιολογούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από την ίδια προσωπικά και όταν η ίδια έκρινε ότι βάση των ενώπιον της στοιχείων δικαιολογείτο η παραχώρηση, έδιδε τις θετικές της εισηγήσεις, και τότε προχωρούσε για επίσημη έγκριση από τον εκάστοτε διευθυντή του υποκαταστήματος. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η κα XXXXX Ορφανίδου (Μ.Ε.3), είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και απάντησε τις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν με ειρμό στη σκέψη, με τρόπο πειστικό και με σαφήνεια τεκμηριωμένα καθώς όπου απαιτήθηκε προς τεκμηρίωση της απάντησης της παρέπεμψε σε συγκεκριμένες καταγραφές σε έγγραφα τα οποία είχαν συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο και επισημαίνοντας το γεγονός ότι οι εναγόμενοι συνεργάζονταν αρμονικά λειτουργώντας τους λογαριασμούς τους προβαίνοντας σε διάφορες πράξεις (αναλήψεις - καταθέσεις). Τα ως άνω συνηγορούν κατά την αντίληψη μου στο να κριθεί η μάρτυς ως αξιόπιστη μάρτυρας επί της μαρτυρίας της οποίας κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ για να εξαγάγω τα δικά μου συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση αναμφισβήτητα στοιχεία από τη μαρτυρία της καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου. Ο Δρ Χρ. Γαλατόπουλος (Μ.Υ.1) ανέφερε ότι είναι ειδικός Ψυχίατρος και διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο. Από τις 30.04.2001 μέχρι τις 15.06.2007 και μερικές φορές και εντός του έτους 2010 ο εναγόμενος 3 βρισκόταν υπό την παρακολούθηση του διότι πάσχει και έχει διαγνωστεί από Διπολική Διαταραχή Τύπου 1 (Μανιοκατάθλιψη). Προς απόδειξη των ισχυρισμών του κατέθεσε το Τεκμ. 44 που είναι. Εξήγησε ότι η Διπολική Διαταραχή χαρακτηρίζεται από 2 καταστάσεις οι οποίες εμφανίζονται εναλλάξ, αυτή της βαριάς μελαγχολίας και η άλλη της ευφορίας. Κατά την πρώτη κατάσταση, ο ασθενής έχει την τάση να βλέπει τα προβλήματα του πιο σοβαρά και να μην μπορεί να λειτουργήσει στην καθημερινότητα του. Στη δεύτερη κατάσταση, ο ασθενής θεωρεί ότι μπορεί να πετύχει το κάθε τι ή να συμπεριφέρεται με τρόπο ανεύθυνο και να υπάρχει ο κίνδυνος να εκτεθεί. Σε κάθε περίπτωση ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να ελέγξει συναισθηματικές καταστάσεις. Κατά την αντεξέταση του ο Δρ Χρ. Γαλατόπουλος (Μ.Υ.1) ερωτήθηκε τι είναι η «νορμοθυμία» στην ιατρική ορολογία και εξήγησε ότι είναι η φυσιολογική συναισθηματική κατάσταση του ασθενή. Ερωτηθείς κατά πόσο η «νορμοθυμία» μπορεί να αποτελέσει κατάσταση στην οποία μπορεί να βρεθεί το άτομο που έχει διαγνωστεί με διπολική διαταραχή, συμφώνησε ότι νορμοθυμία είναι μια τρίτη κατάσταση πέραν την ευφορίας και της κατάθλιψης, στην οποία ο ασθενής μπορεί να βιώσει περιόδους φυσιολογικής λειτουργίας ανάμεσα σε εναλλαγές των 2 πιο πάνω καταστάσεων. Κατά την εν λόγω περίοδο, το άτομο λειτουργεί φυσιολογικά, και δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να αντιληφθεί ότι το άτομο αυτό πάσχει από διπολική διαταραχή. Ερωτηθείς στη συνέχεια, ανέφερε ότι πέραν των ατόμων που είναι εξειδικευμένα στο αντικείμενο, ως ο ίδιος, ο οποιοσδήποτε δεν μπορεί να εξαγάγει συμπέρασμα κατά πόσο ένα άτομο πάσχει από διπολική διαταραχή. Πέραν τούτου, ο μάρτυς ανέφερε ότι με την λήψη σωστής ιατροφαρμακευτικής αγωγής, ο ασθενής μπορεί να σταθεροποιήσει την κατάσταση του και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Παρεμβάλλεται εδώ ότι σύμφωνα με το Τεκμ. 45 ο εναγόμενος 3 - διευθυντής των εναγομένων 1 κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο να διαχειρίζεται την περιουσία του με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μόλις στις 24.01.2011, ήτοι 2 ½ χρόνια μετά την υπογραφή της τελευταίας συμφωνίας για παραχώρηση του δανείου, και 1 ½ χρόνο μετά τον τερματισμό των 2 επίδικων λογαριασμών των εναγομένων
- Ακολούθησε σειρά από μάρτυρες με απώτερο σκοπό να αποδείξει η Υπεράσπιση τη θέση της ότι οι επιστολές τερματισμού των επίδικων συμφωνιών στάλθηκαν σε άγνωστη στους εναγόμενους 1 και 3 διεύθυνση και δεν λήφθηκαν από αυτούς. Η αξιολόγηση της θα γίνει ενιαία εφόσον αντικρισθεί σφαιρικά και στο σύνολο της. Ως τέτοια μαρτυρία ήταν αυτή που προήλθε από τον κ. XXXXX Κωνσταντή (M.Y.2), ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα, και κατέθεσε στο Δικαστήριο λογαριασμό του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας για το υποστατικό στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 2, 4521 στον Άγιο Τύχωνα, για την περίοδο 09/2017-12/2017 ως Τεκμ.
- Το εν λόγω έγγραφο φαίνεται να απευθύνεται στον κ. XXXXX Βαρωσιώτη, ο οποίος, ως ισχυρίστηκε ο μάρτυς, είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του ακινήτου εξ' όσον γνωρίζει. Ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει εάν την περίοδο Ιουλίου 2007 διέμενε κάποιος XXXXX Χατζηγιάννης στο υποστατικό, ο μάρτυς ανέφερε ότι ανέκαθεν διέμενε ο κ. XXXXX Βαρωσιώτης. Παραδέχθηκε όμως ταυτόχρονα ότι ουδέποτε επισκέφτηκε την οικία και/ή κτύπησε την πόρτα και/ή εξέτασε αν στο υποστατικό την δεδομένη περίοδο διέμενε εκεί άλλο πρόσωπο. Ως εκ των ως άνω, η μαρτυρία του είναι αδιάφορη ως προς το σκοπό για τον οποίο κλητεύθηκε, δηλαδή για να αποδείξει η Υπεράσπιση τον ισχυρισμό της ότι δεν τερματίστηκαν οι συμφωνίες εφόσον οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν έλαβαν τις επιστολές που επικαλούνται προς τούτο οι ενάγοντες με τις οποίες τερμάτιζαν τις επίδικες συμφωνίες εφόσον δεν ήταν σε θέση να πει θετικά αν σε οποιανδήποτε χρονική περίοδο στα υποστατικά αυτά ή σε κάποιο μέρος τους διέμεινε ο εναγόμενος 3 παράλληλα με τον ιδιοκτήτη τους. Επομένως κανένα ασφαλές συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία του. Με τον ίδιο φακό αντικρίζεται και η μαρτυρία του κ. XXXXX Πάντη (Μ.Υ.6), ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα από το
- Κατέθεσε τα Τεκμ. 49 - 51 αναφέροντας ότι γνωρίζει ότι στο υποστατικό διαμένει ο κ. XXXXX Βαρωσιώτης. Ανέφερε ότι καθήκοντα του είναι να καταγράφει την κατανάλωση του νερού και ότι ο μετρητής στο επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην αυλή του ακινήτου. Στο Τεκμ. 49, το οποίο αναφέρεται σε λογαριασμό του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας για την περίοδο 05/2017- 08/2017και αφορά το επίδικο ακίνητο, καταγράφεται ως υπόχρεος στην πληρωμή του ο κ. XXXXX Βαρωσιώτης. Περαιτέρω ο μάρτυς κατέθεσε τα Τεκμ. 50 και 51 τα οποία αφορούν κατάσταση εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη για το επίδικο ακίνητο, και έγγραφο τραπεζικής εντολής για πληρωμή λογαριασμού υπογραμμένο από τον κ. XXXXX Βαρωσιώτη. Με αυτή τη μαρτυρία κρίνω ότι δεν τοποθετήθηκε θετικά κατά πόσο ο κ. XXXXX Βαρωσιώτης ήταν ο μόνος ένοικος στα εν λόγω υποστατικά. Ο μάρτυς δεν γνώριζε και δεν μπορούσε με σιγουριά να βεβαιώσει ότι περί τον Ιούλιο 2007 στο ακίνητο διέμενε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αντί του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του ή και μαζί με αυτόν σε κάποιο από τα επί μέρους υποστατικά του. Τέλος, ο κ. XXXXX Κωστή (Μ.Υ.7) ανέφερε ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των υποστατικών που αφορούν τη διεύθυνση όπου απεστάλησαν οι επιστολές τερματισμού των επίδικων συμφωνιών. Η διεύθυνση του, όπως ανέφερε είναι η οδός Γρηγόρη Αυξεντίου XXXXX, XXXXX Άγιος Τύχωνας. Την εν λόγω διεύθυνση είχε δηλώσει ο εναγόμενος 3 ως τελευταία του διεύθυνση του ιδίου και των εναγομένων 1 - εταιρείας στους ενάγοντες σύμφωνα με το Τεκμ. 42 έγγραφο υπογραμμένο από τον ίδιο. Σε γενικές γραμμές ο μάρτυς ανέφερε ότι ανέκαθεν διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση με τη σύζυγο του, τη θυγατέρα του και το γαμπρό του, καθώς και τα εγγόνια του. Λόγω του ότι διαμένουν όλοι μαζί, αναγκάστηκε όπως ανέφερε, να παραχωρήσει την οικία του στη θυγατέρα και τα παιδιά της και να διαμένει ο ίδιος με την σύζυγο του στα βοηθητικά δίπλα από την κύρια οικία. Κατά την αντεξέταση του του υποδείχθηκε δέσμη φωτογραφιών, οι οποίες είχαν ληφθεί πρόσφατα από το δημόσιο δρόμο, έξω από το υποστατικό, και στις οποίες απεικονίζεται το ακίνητο στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου XXXXX, XXXXX στον Άγιο Τύχωνα δηλαδή η κατ' ισχυρισμό κατοικία του μάρτυρος. Δέσμη αυτών των φωτογραφιών κατατέθηκαν ως Τεκμ.
- Στις εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζονται 2 ανεξάρτητες κατοικίες, 1 Container με παράθυρα κουρτίνες και μεγάλο πορτοπαράθυρο στην πρόσοψη του, και μια μεγάλη αποθήκη στο βάθος αριστερά. Αυτά τα υποστατικά φαίνεται να είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Ο μάρτυς ανέφερε ότι το Container, χρησιμοποιείται ως αποθήκη στην οποία αποθηκεύει πολλά αντικείμενα παρ' όλο που παραδέχτηκε ότι δεν υπάρχει λόγος μια αποθήκη- Container να έχει παράθυρα και πόρτα. Περαιτέρω παραδέχτηκε ότι το Container ως αυτό στο ακίνητο του, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται από πολύ κόσμο ως κατοικία. Σε σχέση με τη μεγάλη αποθήκη, όπως απεικονίζεται σε μια από τις φωτογραφίες του Τεκμ. 52, ανέφερε ότι χρησιμοποιείται και αυτή ως αποθήκη στην οποία αποθηκεύει τις τροφές των ζώων του. Η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυς σε σχέση με την μεγάλη πινακίδα που εμφαίνεται στην είσοδο των υποστατικών έξω από την καγκελόπορτα όπου αναγράφονται τα προσωπικά του στοιχεία, όπως ο αριθμός τηλεφώνου και φάξ κ.λπ ότι την τοποθέτησε για να μην το ενοχλούν αλλά να τον παίρνουν τηλέφωνο αν τον χρειαστεί κάποιος, δεν πείθει. Αυτά καθώς ως ανέφερε ότι είναι συνταξιούχος, και δεν υπάρχει λόγος να τον αναζητήσει κάποιος για οποιοδήποτε λόγο. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική, ελέγχεται για την ειλικρίνεια του και δεν την αποδέχομαι. Αν ο μάρτυς είχε ενοικιάσει στον εναγόμενο 3 κάποιο από τα υποστατικά αυτά που μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως ανεξάρτητη κατοικία, χωρίς να το είχε δηλώσει είτε στο Κοινοτικό Συμβούλιο είτε στις φορολογικές αρχές του κράτους, για ευνόητους λόγους στους οποίους έκανε αναφορά η πλευρά των εναγόντων, δεν είχε κανένα λόγο να το αποκαλύψει ενώπιον του Δικαστηρίου, τουναντίον είχε πολλούς λόγους, όπως κρίνω, να το αποκρύψει. Ο μάρτυς κυρίως όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες του Τεκμ. 52 φανέρωσε μια ανησυχία και ταραχή και υπήρξε έντονος και απαντούσε αλλοπρόσαλλα παρά την απεγνωσμένη προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων να μη γίνουν δεκτές αυτές ως τεκμήριο λόγω δήθεν παραβίασης προσωπικών δεδομένων του μάρτυρος. Όμως στις φωτογραφίες αυτές (Τεκμ. 52) εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος ότι στο χώρο λειτουργούσαν δύο οικίες η μια ανεξάρτητη από την άλλη και αυτό φαίνεται από τα ξεχωριστά ηλιακά θερμοσίφωνα στο καθένα με ξεχωριστά συστήματα κλιματισμού κάτι που διαψεύδει τη θέση του μάρτυρος περί αποθήκης ή χώρου φύλαξης ζωοτροφών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του καθίσταται επισφαλής και δεν την αποδέχομαι. Το ζήτημα όμως της αποστολής των επιστολών τερματισμού των επίδικων επιστολών σε λανθασμένη διεύθυνση θα πρέπει να αντικρισθεί και από μια διαφορετική οπτική γωνία. Συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες ξαφνικά κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους εναγόμενους άλλαξαν τη διεύθυνση των εναγομένων 1 και 3 δεν έγινε εκ λάθους καθώς υπάρχει η γραπτή και υπογεγραμμένη δήλωση προς τούτο του εναγομένου 3 (Τεκμ. 42). Σημαντικό επίσης γεγονός προς επίρρωση της θέσης ότι πρόκειται για διεύθυνση που οι ίδιοι οι εναγόμενοι 1 και 3 χρησιμοποιούσαν είναι η αναγραφή της στο Τεκμ. 40 που είναι μια προσφορά που η εναγόμενη 1 έδωσε για οικοδομικές εργασίες στις 20.11.
- Επομένως η άρνηση σχέσης με την εν λόγω διεύθυνση δεν πείθει και απορρίπτεται. Δεν αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του με την οποία δεν αναγνώρισε τις υπογραφές του σε διάφορα έγγραφα που του υποδείχθηκαν εφόσον τα πλείστα από αυτά είτε υπογράφτηκαν την ίδια ημερομηνία είτε και μεταγενέστερα όπως τα Τεκμ. 41 και 43 με το τελευταίο να φαίνεται ως επιστολή των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες με αναγεγραμμένη διεύθυνση αυτή που κοινοποίησε με το Τεκμ.
- Δεδομένο είναι το γεγονός ότι οι επιστολές αυτές δεν επιστράφηκαν πίσω στους ενάγοντες κάτι που θα σχολιάσω στο κατάλληλο σημείο στη συνέχεια. Ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Υ.3), ανέφερε ότι εργάζεται ως υπεύθυνος προσωπικού στους ενάγοντες, και κλήθηκε να προσφέρει μαρτυρία στο Δικαστήριο αναφορικά με τον φάκελο του τότε διευθυντικού στελέχους των εναγόντων κ. XXXXX Χριστοφή. Ανέφερε ότι ο κ. Η. Χριστοφή εργαζόταν ως Διευθυντής στο υποκατάστημα των εναγόντων στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και μετατέθηκε περί το έτος 2006 στο υποκατάστημα των εναγόντων στην οδό Πάφου στην Λεμεσό. Ο μάρτυς ανέφερε ότι o κ. Η. Χριστοφή δεν εργάζεται πλέον στους ενάγοντες αφού απολύθηκε για λόγους όμως που δεν αφορούσαν την εργασία του στους ενάγοντες. Περαιτέρω ο μάρτυς αφού επιθεώρησε το φάκελο του κ. Η. Χριστοφή, ανέφερε ότι καθ' όλη τη διάρκεια υπηρεσία του στους ενάγοντες - η οποία ήταν μακροχρόνια - ο κ. Η. Χριστοφή ουδέποτε έχει καταγραφεί οποιοδήποτε παράπτωμα και/ή παράπονο γι' αυτόν είτε από συνάδελφο του είτε από πελάτη τους. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως άνω μάρτυρος. Η κα XXXXX Αριστείδου (Μ.Υ. 4), εναγομένη 2 και αδελφή του εναγομένου 3, είναι εγγυήτρια και ενυπόθηκος οφειλέτης των δανείων που λάμβαναν οι εναγόμενοι 1 από τους ενάγοντες. Η εναγομένη 2 είναι επίσης η διαχειρίστρια της περιουσίας του εναγόμενου 3, δυνάμει δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε το έτος 2011 (Τεκμ. 45). Η μάρτυς ανέφερε ότι υπέγραφε οποιοδήποτε έγγραφο της παρουσιαζόταν με σκοπό να βοηθήσει τον αδελφό της στο να του παραχωρηθούν τραπεζικές διευκολύνσεις ισχυρίστηκε δε η ότι δεν αντιλαμβανόταν τι υπέγραφε. Στην Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι είναι άτομο που δεν έχει γραμματειακές γνώσεις ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχθηκε ότι φοίτησε μέχρι το Λύκειο. Περαιτέρω, και σε αντίθεση με τις θέσεις της στην Υπεράσπιση της, η μάρτυς κατά την αντεξέταση της στο Δικαστήριο παραδέχτηκε ότι υπέγραφε οποιοδήποτε έγγραφο της παρουσιαζόταν για υπογραφή, χωρίς να έχει πιεσθεί είτε από τον εναγόμενο 3 είτε από οποιοδήποτε υπάλληλο των εναγόντων αφού σκοπός της ήταν να βοηθήσει τον αδελφό της. Εντύπωση μου προκάλεσε όταν της υποδείχθηκαν οι υπογραφές της στα Τεκμ. 21 και 24 και προσποιήθηκε, όπως κρίνω, ότι δεν αναγνώρισε την υπογραφή της. Αυτή δε η διαπίστωση μου επιτείνεται περισσότερο όταν σε ερώτηση που ακολούθησε κατά πόσο προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για πλαστογραφία της υπογραφής της, απάντησε αρνητικά. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί δεν το έκανε; Ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή της για εγγραφή Υποθήκης επί του μεριδίου της στο επίδικο ακίνητο εξασφαλίστηκε με δόλιο τρόπο, ενώ η ίδια μετέπειτα αναγνώρισε την υπογραφή της στο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ. 46), που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Σε πλείστες ερωτήσεις και υποβολές που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της, η μάρτυς απαντούσε διστακτικά, και τις περισσότερες φορές ανέφερε ότι δεν θυμόταν και δεν απαντούσε. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της κας XXXXX Αριστείδου, καταλήγω ότι αυτή δεν ήταν ειλικρινής αλλά με φανερή προσπάθεια εκ μέρους της να απεκδυθεί των ευθυνών της όσο και αυτές του εναγομένου 3 αδελφού της με απώτερο σκοπό να απαλλαχθούν από τις συνέπειες των οφειλών των εναγομένων 1 τις οποίες εγγυήθηκαν προς τους ενάγοντες. Είναι φανερό ότι αυτή είχε επιλεκτική μνήμη με τις συνεχείς απαντήσεις ότι δήθεν δεν θυμόταν και τις απαντήσεις που έδιδε όπως νόμιζε ότι τους βόλευαν κατά τρόπο που την καθιστούσαν ταυτόχρονα και αντιφατική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη μαρτυρία της η αναφορά της ότι με την εγγύηση που παρέσχε και την εγγραφή υποθήκης σε κτήμα της ήθελε να βοηθήσει τον αδελφό της - εναγόμενο 3 αντίθετα από ό,τι υποστήριξε ότι δεν αντιλαμβανόταν τι υπέγραφε όταν μάλιστα ανέφερε ότι είχε φοιτήσει και στο Λύκειο και δεν ήταν αγράμματη. Γι' αυτό και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αναξιόπιστη καθώς η μαρτυρία της παρουσιάζει πολλές αντιφάσεις, απαντούσε γενικά και αόριστα και απαντούσε επιλεκτικά και κατά πως τη βόλευε. Ο εναγόμενος 3 κ. XXXXX Χ" Γιάννης (Μ.Υ.5) είναι ο διευθυντής των εναγομένων 1 - εταιρείας. Ήταν επίσης σύζυγος της κας XXXXX Σκέντερ, η οποία υπέγραψε ως εγγυήτρια για τις παραχωρηθείσες διευκολύνσεις στους εναγόμενους 1 - εταιρεία η οποία απαλλάχθηκε των εξασφαλίσεων που παραχώρησε μετά το διαζύγιο της με τον εναγόμενο
- Σε αντικατάσταση των εξασφαλίσεων που παραχώρησε με συμφωνία των εναγόντων, η εναγομένη 2 πρόσφερε εξασφαλίσεις μέσω προσωπικών εγγυήσεων και ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Ο εναγόμενος 3 κ. Α. Χ" Γιάννης (Μ.Υ.5), καθ' όλη την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρος επέδειξε μια ήρεμη, συγκρατημένη αλλά θα έλεγα και συγκροτημένη στάση και συμπεριφορά. Χαρακτηριστική επί του προκειμένου ήταν και η στάση του καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας - παρευρισκόταν σε κάθε δικάσιμο - και την παρακολούθηση όλων των μαρτύρων όταν κατάθεταν. Σε καμιά περίπτωση δεν παρεκτράπηκε ούτε και επέδειξε συμπεριφορά που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αντίδραση σε όσα οι μάρτυρες ανέφεραν. Χαρακτηριστικές μάλιστα ήταν οι διακριτικές, όπως τις αντιλαμβανόμουν, παρεμβάσεις του και προς τον συνήγορο του όταν έκρινε ότι χρειαζόταν να του υπενθυμίσει ή υποδείξει κάτι όταν αντεξέταζε του μάρτυρες των εναγόντων. Επομένως, το πράο και μειλίχιο ύφος του δεν πρόδιδε τα χαρακτηριστικά που του απέδωσε ο Δρ. Χρ. Γαλατόπουλος τουλάχιστον καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, όπως διαπιστώνεται και από τις απαντήσεις που έδιδε, τόσο κατά την εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του από το ειδώλιο του μάρτυρα, είχε θετική διάθεση απαντούσε με ειρμό στη σκέψη, χωρίς δισταγμό με απώτερο σκοπό να υποστηρίξει τις θέσεις της Υπεράσπισης τους έστω και αν απαντούσε κατά τρόπο αόριστο και γενικό. Σε καμία περίπτωση δεν μου προκάλεσε την εντύπωση ατόμου που πάσχει με διπολική διαταραχή όπως την περιέγραψε ο Δρ Χρ. Γαλατόπουλος (Μ.Υ.1). Εντύπωση μου προκάλεσε όταν δεν αναγνώρισε τις υπογραφές του σε κανένα έγγραφο που του υποδείχθηκε. Παρ' όλα ταύτα, ανέφερε ότι ίσως και να έλαβε τα ποσά των παραχωρηθέντων τραπεζικών διευκολύνσεων, και περαιτέρω δήλωσε ότι κατά την μεγάλη αύξηση στο όριο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, έδωσε στον κ. Η. Χριστοφή ποσό περίπου €20.000 που τον βοήθησε να λάβει έγκριση για την παραχώρηση της αύξησης του ορίου του τρεχούμενου του. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση με ποιο τρόπο κατέβαλε στον κ. Η. Χριστοφή το ποσό των €20.000,00 ανέφερε ότι δεν θυμόταν. Γενικά ο μάρτυρας απάντησε στις πλείστες ερωτήσεις και υποβολές που του τέθηκαν ότι είτε δεν θυμόταν, είτε αρνητικά. Ενώ αρνήθηκε και δεν αναγνώρισε την υπογραφή του στα πλείστα έγγραφα, από την άλλη παραδέχτηκε ότι υπήρξε πελάτης των εναγόντων από το 2003 και μάλιστα ότι για τη βοήθεια που δήθεν δέχθηκε από τον κ. Η. Χριστοφή γι' αυτό και τον δωροδόκησε. Το ζήτημα αυτό και των σχέσεων που είχε με το ως άνω άτομο και πως ο ίδιος αντιλαμβανόταν αυτή τη σχέση αλλά και τυχόν μεταξύ τους συναλλαγές είναι αδιάφορο για την έκβαση της υπόθεσης. Ο μάρτυς δεν ανέφερε ότι δέχθηκε πιέσεις από τον ως άνω αλλά και αν ενεργούσε εκβιαστικά έναντι του σε καμιά καταγγελία του στην αστυνομία δεν προέβη έγκαιρα ή οποτεδήποτε. Επομένως οι ως άνω αναφορά του περί δωροδοκίας του κ. Η. Χριστοφή καμιά επίδραση ενέχει στην εν γένει αντίκριση της υπόθεσης. Σε σχέση ειδικότερα με το ζήτημα της γνωστοποίησης της αλλαγής της διεύθυνσης του και και/ή των εναγομένων 1, αρνήθηκε ότι είχε δηλώσει κάτι τέτοιο όπως και ότι έλαβε τις επιστολές τερματισμού ως τα Τεκμ. 22, 23, 25 και 26, αλλά αναγνώρισε κατά τα άλλα την υπογραφή του στο Τεκμ.
- Στις πλείστες ερωτήσεις και υποβολές που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του, ο κ. Ά. Χ" Γιάννης απαντούσε αρνητικά ή ότι δεν θυμόταν, ενώ κατά τα άλλα ήταν σε θέση να θυμάται όλα τα παρεμφερή γεγονότα και λεπτομέρειες κατά πως δηλαδή τον συνέφερε. Για παράδειγμα ότι πολύ συχνά επισκεπτόταν το γραφείο του κ. Η. Χριστοφή και έπιναν καφέ. Διέκρινα στον μάρτυρα επιλεκτική μνήμη αφού μελέτη του πρακτικού καταδεικνύει ότι αυτός απαντούσε μόνο σε όσα τον βόλευαν εκτός του ότι υπέπεσε και σε πολλές αντιφάσεις που συνίστανται στην αντίθεση όσων υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου σε όσα υπέγραφε σε έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του απορρίπτεται και κρίνω ότι δεν προσέφερε στην Υπεράσπιση των εναγομένων κάτι από αυτά που προσδοκούσε. ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι ενάγοντες όφειλαν με την προσκομισθείσα μαρτυρία να αποδείξουν τα ακόλουθα:
- Το κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 - εταιρεία συνήψαν έγκυρες συμφωνίες παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου με τους ενάγοντες.
- Το κατά πόσον οι επίδικες εξασφαλίσεις που παραχώρησαν οι εναγόμενοι 2 και 3 προς όφελος των εναγομένων 1 - εταιρείας είναι έγκυρες.
- Ότι το ποσά που οι ενάγοντες δανειοδότησαν τους εναγόμενους 1 - εταιρεία έχουν καταστεί απαιτητά τόσο από τους πρωτοφειλέτες όσο και τους εγγυητές τους.
- Το ύψος του χρέους των πρωτοφειλετών και την ανάλογη υποχρέωση εξόφλησης από τους εγγυητές. Πρόκειται περί αστικής υπόθεσης και η απόσειση του βάρους απόδειξης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται κατά κανόνα στους ώμους των εναγόντων οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν τις αξιώσεις της απαίτησης τους. Επί του θέματος αυτού υπάρχει σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Phipson of Evidence 14th edition, συνοψίζεται ως ακολούθως η αρχή η οποία διέπει την απόσειση του αποδεικτικού βάρους σε πολιτικές υποθέσεις: «The standard of proof required in civil cases is generally expressed as proof on balance of probabilities. ( Newis v. Lark [ 1571] Plowd. 403,412; Cooper V. Slade [1858] 6H.L.Cas.746,772;Bonnington Castings Ltd. V. Wardlaw [1956] 1A.C.613,620(H.L). If the evidence is such that the tribunal can say "we think it more propbable that not" the burden is discharged, but if the probabilities are equal it ia not.( Per Denning J. in Miller V. Minister of Pensions [1947]2All E.R.372,373-374». Σύμφωνα με αναμφισβήτητη μαρτυρία οι εναγόμενοι 1 σύναψαν κατά το χρονικό διάστημα 04/2007 - 02/2008 συμφωνίες για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες, ήτοι δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού. Οι πρωτότυπες συμφωνίες των πιο πάνω δανείων κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και αποτελούν τα Τεκμ. 3, 8, 12, 17, 19 που αφορούν την παραχώρηση τρεχούμενου λογαριασμού και τροποποιήσεις της αρχικής συμφωνίας και του Τεκμ. 24 που αφορά την παραχώρηση του δανείου. Διαπιστώνω ότι όλα τα έγγραφα των συμφωνιών είναι δεόντως υπογραμμένα εκ μέρους των εναγομένων 1 - εταιρείας από τον διευθυντή τους και εναγόμενο 3 ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει εκ μέρους τους και να τους δεσμεύει. Προς τούτο, οι ενάγοντες κατέθεσαν τα Τεκμ. 4, 9, 13, 18 και 20 τα οποία αφορούν τα Πρακτικά Συνεδριάσεων των εναγομένων 1 - εταιρείας στα οποία εγκρίνεται η παραχώρηση και/ή τροποποίηση των αιτούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων. Οι συμφωνίες αυτές υπογράφτηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία μαρτύρων που εν προκειμένω ήταν οι Μ.Ε. 2 και
- Ο εναγόμενος 3, ως διευθυντής των εναγομένων 1 - εταιρείας και αρμόδιο πρόσωπο να υπογράφει εκ μέρους τους, κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, και αφού του υποδείχθηκαν οι υπογραμμένες συμφωνίες και υπογραφές του, δεν αναγνώρισε την υπογραφή του και αρνήθηκε ότι υπέγραψε ποτέ οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο. Βρίσκω ότι η μαρτυρία αυτή του εναγομένου 3 δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς δεν παρουσίασε μαρτυρία που να αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό των εναγόντων ή να προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για πλαστογράφηση της υπογραφής του αλλά και εγγράφων των εναγομένων
- Εξάλλου, σημειώνω ότι, η ως άνω άρνηση του δεν αποτελεί ούτε καν δικογραφημένο ισχυρισμό. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση των εναγομένων 1-3 που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 04.04.2017 δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός που να υποδεικνύει ότι ο εναγόμενος 3 ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εκ μέρους των εναγομένων
- Η Υπεράσπιση των εναγομένων περιστρέφεται γύρω από τον άξονα ότι ο εναγόμενος 3 κακώς υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία δεσμευτική προς τους εναγομένους 1, αφού λόγω των προβλημάτων υγείας του δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του. Εξέταση του νέου αυτού ισχυρισμού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προφορική μαρτυρία του ίδιου του εναγομένου 3 (Μ.Υ.5), θέτει νέο επίδικο θέμα το οποίο εκπίπτει του πεδίου των επίδικων θεμάτων όπως αυτά προσδιορίστηκαν στα δικόγραφα και όπως επιτάσσει η νομολογία μας δεν πρέπει να εξεταστεί. Επομένως, η σχετική επί του προκειμένου μαρτυρία η οποία έχει παρεισφρήσει απορρίπτεται και δεν λαμβάνεται υπ' όψιν. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππας
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, στη σελίδα 28 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Αν τους παρείχετο η ευκαιρία απάντησης στους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, οι εφεσίβλητοι θα είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους, ότι η είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή ήταν εν γνώσει και έγινε με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα καθώς και σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή πρακτική.» Περαιτέρω, όπως πολύ ορθά επισημαίνεται και από την ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων στην αγόρευση της, η νέα Υπεράσπιση την οποία επιδίωξε η πλευρά την Υπεράσπισης να προωθήσει μέσω της προφορικής μαρτυρίας του εναγομένου 3 (Μ.Υ.5), δεν μπορεί επιπλέον να αποτελέσει επίδικο θέμα ούτε μέσω της γενικής άρνησης της απαίτησης των εναγόντων. Προς τούτο παραπέμπω και στην συνέχεια της πιο πάνω απόφασης: «Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική. Περαιτέρω η άρνηση της απαίτησης με τη διατύπωση της σε ξεχωριστή παράγραφο δεν μπορεί να διαχωρισθεί από το πλαίσιο της υπεράσπισης το οποίο στοιχειοθετείται από το σύνολο των ισχυρισμών που εκτίθενται στο σχετικό κείμενο της δικογραφίας.» Ο Περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, Άρθρο 10, προνοεί τα ακόλουθα για το ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις: «10.-
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Είναι η Υπεράσπιση των εναγομένων ότι οι Συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών είναι άκυρες και/ή άνευ οποιασδήποτε νομικής ισχύος αφού ο εναγόμενος 3 ήταν ανίκανο πρόσωπο και κατά τον χρόνο της σύναψης των συμφωνιών δεν ήταν σε θέση να διαχειρισθεί την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του και/ή η υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών επετεύχθη συνέπεια εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή υπό περιστάσεις αναγόμενες σε εξαναγκασμό και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση και/ή άλλως πως. Επισημαίνω ότι, πέραν του πρώτου ισχυρισμού, ήτοι ότι οι Συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών είναι άκυρες και/ή άνευ οποιασδήποτε νομικής ισχύος αφού ο εναγόμενος 3 ήταν ανίκανο πρόσωπο και κατά τον χρόνο της σύναψης των συμφωνιών δεν ήταν σε θέση να διαχειρισθεί την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του, οι λοιποί ισχυρισμοί δεν προωθήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και ουδεμία μαρτυρία τέθηκε, ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο και δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω. Ο περί Συμβάσεων Νόμος Κεφ. 149 καθορίζει ως ικανό πρόσωπο να συμβάλλεται, οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει σώας τα φρένας, και δεν στερείται της ικανότητας του αυτής από οποιοδήποτε Νόμο. Η φράση «έχει σώας τα φρένας», ερμηνεύεται στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ως ο «διανοητικώς, ψυχικώς υγιής». Στο άρθρο 1 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 δίδεται ο ακόλουθος ορισμός της φράσης «σώας τας φρένας»: «Πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά το χρόνο της κατάρτισης της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του. Πρόσωπο το οποίο δεν έχει συνήθως σώες τις φρένες, αλλά έχει σώες τις φρένες κατά διαλείμματα, δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που έχει σώες τις φρένες. Πρόσωπο το οποίο συνήθως έχει σώες τις φρένες αλλά κατά διαλείμματα δεν έχει σώες τις φρένες, δεν δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που δεν έχει σώες τις φρένες.» Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων, ότι ο εναγόμενος 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν άτομο ανίκανο και κατά τον χρόνο της σύναψης των συμφωνιών δεν ήταν σε θέση να διαχειρισθεί την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του προκύπτουν τα ακόλουθα: Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε φανερώνει ότι ο εναγόμενος 3 κατά τον χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών, δεν ήταν διανοητικώς μη υγιής. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών ο εναγόμενος 3 ήταν άτομο διανοητικά μη υγιές. Αντίθετα οι Μ.Ε. 2 και 3 που ήταν τα άτομα τα οποία γνώριζαν προσωπικά τον εναγόμενο 3 κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, τόσο με προσωπικές επαφές όσο και τηλεφωνικές και συνεργάζονταν μαζί του, κατάθεσαν ότι ο εναγόμενος 3 ήταν άτομο το οποίο αντιλαμβανόταν πλήρως τις πράξεις του και επιπτώσεις και ήταν πάντοτε συνεργάσιμος με λογική κρίση. Τούτο περαιτέρω υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εναγόμενοι 1 μέσω του εναγομένου 3 λάμβαναν προσφορές για οικοδομικά έργα, και είχαν τέτοια έργα σε εξέλιξη και για εκτέλεση τους από τους εναγόμενους 1 - εταιρεία και ως εκ τούτου βρίσκονταν επί καθημερινής βάσεως, όπως ανέφεραν σε επικοινωνία μαζί τους. Θα έλεγα περαιτέρω ποια ήταν η ανάγκη και η βιασύνη των Μ.Ε. 2 και 3 ως των αρμοδίων λειτουργών εκ μέρους των εναγόντων που αξιολόγησαν τις αιτήσεις για χρηματοδότηση ή δανειοδότηση των εναγομένων 1 να τις αξιολογούν θετικά αν ο εναγόμενος 3 παρουσίαζε συμπτώματα φρενοπάθειας. Και το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει είναι αν θα ρίσκαραν τα κεφάλαια των εναγόντων με τα οποία θα δανειοδοτούσαν τους εναγομένους 1 - εταιρεία την οποία διεύθυνε ο εναγόμενος
- Αυτά ήταν τα καθήκοντα τους και η η υποχρέωση τους έναντι των εργοδοτών τους. Από την άλλη ας μη παραγνωρίζεται και η μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 ήταν αξιόπιστοι και φερέγγυοι πελάτες τους μέχρι τότε που τους είχαν παράσχει τα επίδικα δάνεια. Πέραν όμως των ως άνω, ούτε η μαρτυρία του θεράποντος ιατρού του Δρος Χρ. Γαλατόπουλου (Μ.Υ.1) υποστηρίζει μια τέτοια θέση των εναγομένων αλλά όπως έχω καταγράψει και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου 3 αυτός με την όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έδωσε μια τέτοια εικόνα. Οι διάφορες φάσεις από τις οποίες θα μπορούσε να περάσει εύκολα θα μπορούσε ανάλογα να δώσει εντύπωση ενός φυσιολογικού - χωρίς πρόβλημα υγείας ανθρώπου. Εξάλλου τίθεται και το ερώτημα αν η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τι έπραττε γιατί δεν το αποκάλυψε στους ενάγοντες είτε ο ίδιος είτε η αδελφή του η εναγόμενη 2 κ. Η. Αριστείδου. Πέραν των ως άνω, ο Εναγόμενος 3 κηρύχθηκε επίσημα ως άτομο ανίκανο, με σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ως το Τεκμήριο 45 το έτος 2011, ήτοι πέραν των 2 1/2 ετών από την τελευταία ημερομηνία σύναψης συμφωνίας με τους ενάγοντες, και πέραν του 1 ½ έτους από τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών. Επομένως στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι επίδικες συμφωνίες έχουν συναφθεί μεταξύ ικανών ως προς το συμβάλλεσθαι προσώπων και άρα είναι έγκυρες και εφαρμοστέες. Αλλά ακόμα και εάν ήθελε κριθεί το πιο πάνω εύρημα μου λανθασμένο ως προς τη διανοητική κατάσταση του εναγομένου 3 και κριθεί ότι δεν είχε σώας τα φρένας κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών κάτι που η μαρτυρία δεν κατέδειξε, τότε τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 12 του Κεφ. 149, και συγκεκριμένα οι πρόνοια ότι ανά διαλείμματα ο εναγόμενος 3 είχε σώας τα φρένας και ήταν άτομο ικανό να συμβληθεί. Η θέση αυτή υποστηρίζεται ακόμα και από την πλευρά της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα από την μαρτυρία του Δρος Χρ. Γαλατόπουλου (Μ.Υ.1) ο οποίος ανέφερε ότι η ασθένεια της διπολικής διαταραχής ενέχει την κατάσταση της 'νορμοθυμίας' η οποία εμφανίζεται εναλλάξ με αυτή της κατάθλιψης και ευφορίας, οπόταν και ο ασθενής βρίσκεται σε φυσιολογική διάθεση και κατάσταση. Σε καμία περίπτωση ο εναγόμενος 3 κατά τις επαφές που διατηρούσε με τις Μ.Ε. 2 και 3 φανέρωσε οποιαδήποτε συμπεριφορά που να υποδεικνύει άτομο με διανοητικά προβλήματα, ή ως παράφρων που να μην αντιλαμβανόταν τις πράξεις του. Καταλήγω ότι οι εναγόμενοι 1 - εταιρεία υπέγραψαν έγκυρες συμφωνίες με τους ενάγοντες για παραχώρηση και/ή τροποποίηση των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων, οι οποίες έχουν αποδειχτεί στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα της παραχώρησης εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 προς όφελος των εναγομένων 1 των επίδικων εξασφαλίσεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία η εναγομένη 2 αδελφή του εναγομένου 3 και μεταγενέστερα από το 2011 διαχειρίστρια της περιουσίας του εναγομένου 3, παραχώρησε ως εξασφαλίσεις για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στους εναγομένους 1 προσωπικές εγγυήσεις ως τα Τεκμ. 21 και
- Τις ίδιες εγγυήσεις παραχώρησε και ο ίδιος εναγόμενος 3 προσωπικά. Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω αναφορικά με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών από τον εναγόμενο 3, ισχύουν και στην περίπτωση υπογραφής εκ μέρους του των προσωπικών εγγυήσεων που παραχώρησε καθώς και των υποθηκών που ενέγραψε προς όφελος των εναγόντων. Περαιτέρω η εναγομένη 2 ενέγραψε την Υποθήκη ως το Τεκμ. 14 μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της εναγομένου 3, αφότου υπέγραψε προηγουμένως σχετικό Πληρεξούσιο προς τούτο, η υπογραφή της οποίας φαίνεται να είχε πιστοποιηθεί από Πιστοποιών Υπάλληλο. Το εν λόγω πληρεξούσιο κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Στην παρ. 14 της Υπεράσπισης της η εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι ως άτομο που δεν έχει γραμματικές γνώσεις, πιέσθηκε τόσο από τον εναγόμενο 3 όσο και από τους υπαλλήλους των εναγόντων να εγγράψει την επίδικη υποθήκη προς όφελος των εναγομένων
- Η ως άνω Υπεράσπιση όμως καταρρίπτεται τελικά από την ίδια την μαρτυρία της εναγομένης 2, η οποία ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο για την εγγραφή της υποθήκης καθώς και τις συμφωνίες εγγύησης χωρίς οποιαδήποτε πίεση, και για να βοηθήσει τον αδελφό της να λάβει τα χρήματα. Πέραν αυτού όμως, εφόσον υποστηρίζει ότι ο αδελφός της έπασχε από διανοητικά προβλήματα από το 2001, προκύπτει εύλογο το ερώτημα γιατί συνέβαλε στην απόφαση του να λάβει τραπεζικές διευκολύνσεις και υπέγραψε προς τούτο ως εγγυήτρια των εναγομένων; Επιπλέον, ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε τις συμφωνίες που υπέγραφε ο αδελφός της με την Τράπεζα και άρα η ίδια δεν αντιλαμβανόταν τι υπέγραφε ως εγγυήτρια, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως Υπεράσπιση, και τούτο ενισχύεται από την ισχύουσα νομολογία. Σχετική είναι η υπόθεση Τσολάκη Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ
- Α.Α.Δ. 2003 η οποία παραπέμπει σε απόσπασμα από την υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 στην οποία αναφέρθηκαν σε ελεύθερη μετάφραση τα πιο κάτω: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενέργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Καταλήγω στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας και της νομικής πτυχής που διέπει το ζήτημα ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν με την θέληση τους και αντιλαμβανόμενοι τις πράξεις τους τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης και εξασφαλίσεις προς όφελος των εναγόντων, για τις οποίες είναι σήμερα υπόλογοι. Η Υπεράσπιση τους ως αυτή δικογραφήθηκε και προωθήθηκε στο Δικαστήριο δεν έχει, όπως κρίνω, αποδειχθεί, και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο τα ποσά με τα οποία οι ενάγοντες δανειοδότησαν τους εναγόμενους 1 έχουν καταστεί απαιτητά τόσο από τους Πρωτοφειλέτες όσο και τους εγγυητές τους. Σχετική επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1). Σύμφωνα με αυτόν οι δύο επίδικοι λογαριασμοί των εναγομένων 1 παρουσίαζαν μη ομαλή λειτουργία, ως εκ τούτου οι ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές τερματισμού των δύο επίδικων λογαριασμών ημερομηνίας 7.07.2009 προς όλους τους εναγομένους ως τα Τεκμ. 22 και 25, στην τελευταία τους γνωστή διεύθυνση. Με αυτές κατέστησαν απαιτητά και άμεσα πληρωτέα τα οφειλόμενα ποσά και των δύο συμβολαίων τους στο σύνολο τους. Επιπλέον, οι ενάγοντες απέστειλαν στις 17.11.2010 προς υπενθύμιση των επιστολών τερματισμού άλλες επιστολές ως τα Τεκμ. 23 και 26, στην τελευταία τους επίσης γνωστή διεύθυνση. Οι εναγόμενοι στην παρ. 29 της Υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν τερμάτισαν νόμιμα την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμούς, και επιπλέον ότι ουδεμία επιστολή έλαβαν σχετικά με τον επίδικο λογαριασμό δανείου ως η παρ. 25 της Υπεράσπισης τους. Υπάρχει αναμφισβήτητο ως δεδομένο η δυσλειτουργία των επίδικων λογαριασμών ούτε και προσέφεραν οι εναγόμενοι οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο, γι' αυτό και οι ενάγοντες απαίτησαν με τις επιστολές τους την άμεση εξόφληση των οφειλόμενων προς αυτούς ποσών τους. Αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η λήψη των επιστολών Τεκμ. 22, 23, 25 και 26 από τους Εναγόμενους 1 και
- Η κα XXXXX Ορφανίδου (Μ.Ε.3) ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι περί τον Ιούλιο 2007 την επισκέφτηκε ο εναγόμενος 3 στα γραφεία που εργαζόταν, και της γνωστοποίησε την αλλαγή διεύθυνσης του όπως και των εναγομένων 1 - εταιρείας και ότι πλέον αυτή θα ήταν η Γρηγόρη Αυξεντίου XXXXX, XXXXX στον Άγιο Τύχωνα. Κατέθεσε προς τούτο, έγγραφο που ως ανέφερε υπεγράφη ενώπιον της από τον εναγόμενο 3 ως Τεκμ.
- Συνακόλουθα της πιο πάνω γνωστοποίησης αλλαγής διεύθυνσης, οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες συμφωνίες και/ή έγγραφα όπως είναι το Τεκμ. 16 και έπειτα, ετοιμάζονταν και υπογράφονταν από τα μέρη ενώ σε αυτά αναγραφόταν η νέα διεύθυνση που γνωστοποίησε ο εναγόμενος 3 στους ενάγοντες. Κανένας εναγόμενος δεν διαμαρτυρήθηκε και/ή καμία μαρτυρία δόθηκε η οποία να αποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να υπογράψουν οποιαδήποτε έγγραφα στα οποία αναγραφόταν η κατ' ισχυρισμό λανθασμένη διεύθυνση η Γρηγόρη Αυξεντίου XXXXX XXXXX στον Άγιο Τύχωνα. Ο εναγόμενος 3 αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμ. 42 και δεν αναγνώρισε την υπογραφή του, και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση, άρα ουδέποτε έλαβε τις εν λόγω επιστολές τόσο ο ίδιος όσο και οι εναγόμενοι
- Με δεδομένο ότι ο εναγόμενος 3 υπέγραφε από τον Ιούλιο 2007 και έπειτα οποιαδήποτε έγγραφα των εναγόντων, έχοντας ενώπιον του αναγεγραμμένη τη νέα διεύθυνση την οποία ο ίδιος δήλωσε, προκαλείται η απορία γιατί ουδέποτε δεν ήγειρε το θέμα στους ενάγοντες ότι η εν λόγω διεύθυνση είναι λανθασμένη; Ποιο λόγο άραγε είχαν οι ενάγοντες χωρίς την δεδομένη γνωστοποίηση του εναγομένου 2 περί της αλλαγής της διεύθυνσης τους, την οποία και αποδέχομαι απορρίπτοντας ως εκ των υστέρων σκέψη του εναγομένου 3 την μη αναγνώριση της υπογραφής του σε αυτή, να προβούν στην αλλαγή της διεύθυνσης του. Οι εναγόμενοι 1 και κυρίως ο εναγόμενος 3 δεν παρουσίασε οποιανδήποτε μαρτυρία ότι είχαν οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά το ζήτημα. Κατά τα άλλα η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Υπεράσπιση με σκοπό να καταδείξει ότι η διεύθυνση Γρηγόρη Αυξεντίου XXXXX στον Άγιο Τύχωνα ήταν άσχετη με τους εναγομένους δεν ήταν πειστική και γι' αυτό δεν την αποδέχθηκα. Μια σύμβαση αποτελείται από τους όρους της, οι οποίοι ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, και καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους. Οι όροι αυτοί της συμφωνίας είτε γραπτοί είτε προφορικοί αντικατοπτρίζουν το τι είχαν οι συμβαλλόμενοι κατά νου κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Σχετική είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. Μουζούρη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 134. Ο όρος περί τερματισμού μιας συμφωνίας αναγράφεται ρητά στην ίδια τη συμφωνία που υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι. Σχετικά με τις επίδικες συμφωνίες είναι ο όρος 11 στο Τεκμ. 17 όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, και όρος 9 στο Τεκμ. 24 όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό δανείου. Οι όροι περί τερματισμού είναι οι ίδιοι και στις 2 περιπτώσεις και προνοούν τα ακόλουθα: «Οποιαδήποτε ειδοποίηση βάση της παρούσας Συμφωνίας μπορεί να δοθεί στον Χρεώστη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στην διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα Συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο Χρεώστης προς την Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» Στη βάση επομένως των πιο πάνω όρων οι ενάγοντες όφειλαν, ως η συμβατική τους υποχρέωση, να αποστείλουν τις ειδοποιήσεις τερματισμού στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Χρεωστών γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Οι επιστολές προς τους εναγομένους 1 και 3 αποστάληκαν με αυτόν τον τρόπο στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου διότι την διεύθυνση αυτή είχε γνωστοποιήσει ο εναγόμενος 3 στην Τράπεζα γραπτώς και αφού έθεσε την υπογραφή του, την οποία μετέπειτα και για δικούς του σκοπούς αποφάσισε να μην αναγνωρίσει. Συνάγεται επομένως ότι με την αποστολή των επίδικων επιστολών, οι ενάγοντες νόμιμα απαίτησαν την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου των 2 λογαριασμών των Πρωτοφειλετών το οποίο κατέστη απαιτητό λόγω τις δυσλειτουργίας που παρουσίαζαν. Στην απόφαση του Ανωτάτου Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 κρίθηκε ότι οι επιστολές είχαν αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή τους συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές έχουν επιστραφεί. Περαιτέρω, το γεγονός ότι όλες οι επιστολές τερματισμού και οι υπενθυμίσεις για τον τερματισμό κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση κατάθεσης τους από την άλλη πλευρά, οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί νόμιμα. Στην υπόθεση Βarclays Bank Plc κ.α. v. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726,1733 αναφέρθηκε ότι: «καθ' όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό». Συνακόλουθα, με την γνωστοποίηση αλλαγής διεύθυνσης, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να αποστείλουν τις επιστολές ως οι συμφωνίες προβλέπουν, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων 1 και 3, όπως και έπραξαν. Στην υπόθεση Lombart Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον Πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την αγγλική νομολογία την οποία το Δικαστήριο πραγματεύεται σε έκταση, η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωσή του καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του. Κρίνω ότι στη βάση των πιο πάνω οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υποχρέωση τους να καταστήσουν το χρέος απαιτητό, και έχουν δεόντως τερματίσει τους 2 επίδικους δυσλειτουργικούς λογαριασμούς των εναγομένων
- Η υποχρέωση τους αυτή είναι σύμφωνη με τον ρητό όρο περί τερματισμού στις επίδικες συμφωνίες, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν τις προθέσεις των μερών κατά την σύναψη των επίδικων συμφωνιών. Στο πιο πάνω συμπέρασμα μου έχω οδηγηθεί και από τη μαρτυρία σε σχέση με την γνωστοποίηση της αλλαγής διεύθυνσης των εναγομένων 1 και 3 και από το γεγονός ότι όλες οι μετέπειτα συμφωνίες και έγγραφα που υπογράφονταν από τα μέρη αναγραφόταν η νέα διεύθυνση τους χωρίς να έχει ουδέποτε διαμαρτυρηθεί ο εναγόμενος 3 ή η εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια. Πέραν όμως αυτών, οι εναγόμενοι 1 και 3 είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι δεν διέμεναν στην επίδικη διεύθυνση, γεγονός που δεν κατάφεραν με όσα κατέγραψα κατά την αξιολόγηση της δοθείσας από αυτούς σχετικής μαρτυρίας των Μ.Υ. 2,6 και 7) και δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο άλλη διεύθυνση. Περαιτέρω, δεν έχουν αποδείξει και/ή δείξει εύλογο λόγο γιατί οι ενάγοντες να μπουν στη διαδικασία να τροποποιήσουν την διεύθυνση των εναγομένων 1 και 3 χωρίς τις οδηγίες τους. Ακόμα και αν ήθελε εξαχθεί ως συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι 1 αι 3 ουδέποτε έλαβαν γνώση των επιστολών τερματισμού στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου XXXXX στον Άγιο Τύχωνα, ο τερματισμός των επίδικων λογαριασμών από τους ενάγοντες ήταν καθ' όλα νόμιμος, αφού οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να αποστείλουν τις επιστολές στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση, αυτή που ο εναγόμενος 3 είχε γνωστοποιήσει στους ενάγοντες όπως ανέφερε η κα XXXXX Ορφανίδου (Μ.Ε.3), όπως και έπραξαν λειτουργώντας με καλή τη πίστη στα όσα ο εναγόμενος 3 ανέφερε σε αυτούς. Εάν πρόθεση του εναγομένου 3 ήταν να καταδολιεύσει τους ενάγοντες, και κατά τον ουσιώδη χρόνο δήλωσε λανθασμένη και/ή ψεύτικη διεύθυνση του ιδίου και των εναγομένων 1, αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λειτουργήσει εναντίον των εναγόντων, οι οποίοι ενέργησαν με καλή τη πίστη, και συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Καταλήγοντας κρίνω ότι η θέση των εναγομένων 1 και 3 περί παράνομου τερματισμού αφού ουδέποτε διέμεναν στην εν λόγω διεύθυνση, όπου αποστάληκαν οι επιστολές τερματισμού, είναι εκ των υστέρων σκέψεις τους για να αποφύγουν να αναλάβουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των εναγόντων. Και κάτι τελευταίο αλλά σημαντικό, δεν μας ανέφεραν οι εναγόμενοι 1 και 3 πως αντέδρασαν όταν πλέον, μετά τον τερματισμό του τρεχούμενου τουλάχιστον λογαριασμού τους, δεν μπορούσαν να συναλλαχθούν με αυτόν. Εφόσον με όσα εξήγησα πιο πάνω το χρέος έχει καταστεί πληρωτέο από τους Πρωτοφειλέτες των δύο επίδικων συμβολαίων, τότε οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές καθίστανται παράλληλα αλλά και ταυτόχρονα υπόλογοι για την αποπληρωμή τους. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το ύψος του χρέους των Πρωτοφειλετών για τα δύο επίδικα συμβόλαια και η ανάλογη υποχρέωση εξόφλησης τους από τους εγγυητές. Ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), κατέθεσε τα Τεκμ. 27, και 28 τα οποία αποτέλεσαν τις καταστάσεις λογαριασμών των 2 επίδικων λογαριασμών ως αυτές καταχωρήθηκαν και αποτελούν το ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων (βλ. το σχετικό πιστοποιητικό Τεκμ. 28). Ο κ. Δ. Τσαγγάρης ανέφερε ότι ετοίμασε ο ίδιος και κατάθεσε τα Τεκμ. 29 και 32 που αφορούν αναδομημένες καταστάσεις των δύο επίδικων λογαριασμών βασιζόμενος στα Τεκμ. 27 και 28, και αφού προηγουμένως αφαίρεσε χρεώσεις και τόκους αναλογούντες σε αυτές, τις οποίες οι ενάγοντες πλέον δεν αξιώνουν, οι οποίοι περιγράφονται λεπτομερώς στα Τεκμ. 30, 31 και
- Βάση των Τεκμ. 29 και 32, τα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες με την μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη είναι πιο χαμηλά σε σύγκριση με τα ποσά που αιτούνται οι ενάγοντες στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως τους, γεγονός που λειτουργεί προς όφελος των εναγομένων λόγω του περιορισμού τους, ως ανωτέρω αναφέρεται. Ο ως άνω μάρτυς επεξήγησε τα Τεκμ. 27 και 28 που κατάθεσε και συγκεκριμένα ανάφερε ότι σε αυτά περιλαμβάνονται όλες οι χρεοπιστώσεις των επίδικων λογαριασμών. Όσον αφορά το Τεκμ. 27 ανέφερε ότι, περιλαμβάνει όλες τις πράξεις στον λογαριασμό από το άνοιγμά του μέχρι και την 31.10.
- Όσον αφορά το Τεκμ. 28, ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ. Ε. 1), ανέφερε ότι περιλαμβάνει όλες τις πράξεις μέχρι και την 30.06.2017 όπου έγινε η τελευταία κεφαλαιοποίηση των τόκων. Κρίνω ότι η προσαχθείσα μαρτυρία των εναγόντων αναφορικά με το ύψος του χρέους των εναγομένων 1 και συνακόλουθα των εγγυητών εναγομένων 2 και 3 η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, συνιστούν με βάση την Νομολογία αλλά και το άρθρο 22 του Κεφ.9, όπως έχει τροποποιηθεί, εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρήσεων. Τα περί του αντιθέτου που εισηγείται η πλευρά των εναγομένων στην αγόρευση της δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που δόθηκε εν προκειμένω αλλά ούτε και με τη νομολογία. Το περιεχόμενο δε των πιο πάνω τεκμηρίων και το ύψους του αιτούμενου χρέους δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά και η μαρτυρία αυτή έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Καμία αντίθετη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε ούτε αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων για τα οποία ο κ. Δ. Τσαγγάρης (Μ.Ε.1), που τα κατάθεσε δεν αντεξετάστηκε. Από την στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν αποδεκτά και δεν αμφισβητήθηκαν αυτό συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία που οδηγεί σε απόδειξη των ισχυρισμών των εναγόντων. Το ότι η μαρτυρία του κ. Δ. Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), παρέμεινε αναντίλεκτη με την έννοια ότι δεν αντικρούστηκε από τους εναγομένους, υποστηρίζεται από σωρεία νομολογία επί του θέματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σταύρου v. & J.& A. Philipou, κ.ά.,
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 1165 καθώς και η υπόθεση Καραμάνος v. Δημητρίου Φεσσά,
(2004)1 Γ Α.Α.Δ1911 στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε δοθείσα μαρτυρία αναντίλεκτη υπό την έννοια ότι δεν αντικρούστηκε, καθώς και ότι η μαρτυρία επιβεβαιώθηκε από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Το βάρος απόδειξης μετατέθηκε ουσιαστικά στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν ότι οι λογαριασμοί των εναγομένων 1 χρεώθηκαν υπερβολικά και αδικαιολόγητα ως αναφέρουν στην παράγραφο 30 - 31 της Υπεράσπισης τους, ισχυρισμούς που δεν προώθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία, και πέραν τούτου δεν αμφισβήτησαν καν, έτσι που απέτυχαν να αντικρούσουν την ως άνω μαρτυρία. Κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και έτσι δικαιούνται σε απόφαση σύμφωνα με τις αξιώσεις τους όπως τις διαμόρφωσαν κατά την ακροαματική διαδικασία και εισηγούνται με την αγόρευση τους εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλέγγυα και ξεχωριστά όπως και τα αιτούμενα διατάγματα εκποίησης των υποθηκών. Είναι κατανοητό από την πιο πάνω ανάλυση ότι οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν την ανταπαίτηση τους και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των: Α. €385.129,93 ως χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 0376-11-000007 και/ή λογαριασμού. Β. Τόκο προς 7,694% ετησίως επί ποσού €375.164,52 ετησίως από 4.11.2017 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Γ. € 145.981,23σ. ως χρεωστικό υπόλοιπο δανείου με αριθμό 0378-13-003679 και/ή λογαριασμού. Δ. Τόκο προς 7,627% ετησίως επί ποσού €142.246,29σ. από 4.11.2017 ετησίως μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται το ακόλουθο διάταγμα εναντίον του εναγομένου 3 : Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκποίηση και την με δημόσιο πλειστηριασμό πώληση των ακινήτων: 1) με αριθμό εγγραφής 0/1XXX4, Φ/Σχ 47/43, τεμάχιο 2X8 που βρίσκεται στο Κοιλάνι, της επαρχίας Λεμεσού, 2) με αριθμό εγγραφής 0/1XXX9, Φ/Σχ 47/35, τεμάχιο 4X0 που βρίσκεται στο Κοιλάνι, της επαρχίας Λεμεσού και 3) με αριθμό εγγραφής 0/1XXX0, Φ/Σχ 47/35, τεμάχιο 1XX8 που βρίσκεται στο Κοιλάνι, της επαρχίας Λεμεσού συμφώνως της υποθήκης με αριθμό εγγραφής Υ11717/06 ημερομηνίας 24.11.2006 για το ποσό των €44.423,64 (£26.000) πλέον τόκους και τη διάθεση του προϊόντος αυτών προς ικανοποίηση και/ή έναντι των πιο πάνω αξιώσεων των εναγόντων. Οποιοδήποτε πλεόνασμα να δοθεί στον εναγόμενο 3. Εναντίον των εναγομένων 2 και 3 το ακόλουθο διάταγμα: Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκποίηση και την με δημόσιο πλειστηριασμό πώληση του ακίνητου με αρ. εγγραφής 0/1XXX2, Φ/Σχ 53/46, τεμάχιο 3X0 που βρίσκεται στον Ύψωνα της επαρχίας Λεμεσού, συμφώνως της υποθήκης με αριθμό εγγραφής Υ1079/07 ημερομηνίας 05.02.2007 για το ποσό των €256.290,22 πλέον τόκους και τη διάθεση του προϊόντος αυτής προς ικανοποίηση και/ή έναντι των πιο πάνω αξιώσεων των εναγόντων. Οποιοδήποτε πλεόνασμα να δοθεί στους εναγόμενους 2 και 3. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιδικάζονται επίσης έξοδα ως προς την Ανταπαίτηση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τη διευκρίνηση όπως όσα είναι κοινά με τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί στην αγωγή να είναι ένα σετ εξόδων, εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την αγωγή και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.)........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο