Διομήδης ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ., Έφεση Αρ. 363/2013, 14/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A364 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Έφεση Αρ. 363/2013 Μεταξύ: XXXXX Διομήδης, από την Λεμεσό Εφεσείοντα -και- Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ., από την Λεμεσό Εφεσίβλητης ------------------------------------------- Ημερ.: 14.9.2018 Για τον Εφεσείοντα: κα Β. Γιατρού για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εφεσίβλητη: κα Φ. Μιχαηλίδου Χρίστου για Σπύρος Μιχαηλίδης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 1.6.2012 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Εφεσίβλητης Εταιρείας, το Ταμιευτήριο και εναντίον του Εφεσείοντα και δύο άλλων προσώπων για το ποσό των €983.472,33 με τόκο προς 9% ετησίως από 1.6.2012 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6. και 31.12 εκάστου έτους, πλέον έξοδα διαιτησίας €150. Περαιτέρω διατάχθηκε η εκποίηση των υποθηκών Υ11063/2010 και Υ4821/2010 και αναφέρεται ότι το Ταμιευτήριο δικαιούται στη λήψη μέτρων εκποίησης τους. Εναντίον της διαιτητικής απόφασης καταχωρίστηκε την 15.4.2013 από τον Εφεσείοντα η παρούσα Έφεση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 52
(4)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 μέχρι 2012 (ως ίσχυε τότε) που προνοεί ότι «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μίας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως». Έφεση καταχωρίστηκε και από τα άλλα δύο πρόσωπα που η διαιτητική απόφαση αφορά. Την 1.2.2012 καταχωρίστηκε η Έφεση 114/2013 από τον XXXXX Χαραλάμπους και η Έφεση 115/2013 από την XXXXX Χαραλάμπους. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ο διορισμός του διαιτητή. Αναφέρεται ότι ο Εφεσείοντας δεν είχε λόγο στο διορισμό του και ότι αυτός διορίστηκε μονομερώς από το Ταμιευτήριο. Ως εκ τούτου η διαιτητική διαδικασία ήταν ελαττωματική και στερείτο υπόστασης αφού δεν αποτελούσε δίκαια και αμερόληπτη διαδικασία και παραβίαζε το δικαίωμα του Εφεσείοντα για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο. Με το δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το γεγονός ότι ο διαιτητής προχώρησε στην έκδοση απόφασης ερήμην του, του έχει αποστερήσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δεδομένου ότι ο Εφεσείοντας αμφισβητούσε την ύπαρξη διαφοράς και δεν είχε λόγο στο θέμα του διορισμού του διαιτητή. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι η διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας και είναι ελλιπής και ανύπαρκτη. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι η διαιτητική διαδικασία και η εκδοθείσα απόφαση ήταν παράνομες και άκυρες καθότι δεν υπήρξε διαφορά στην έννοια της σχετικής νομοθεσίας. Προς υποστήριξη της Έφεσης καταχωρίστηκε την 17.1.2014 Ένορκη Δήλωση από την XXXXX. Ο Εφεσείοντας λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να προβεί σε ένορκη δήλωση και εξουσιοδότησε προς τούτο την XXXXX. Είχαν προς τούτο δοθεί την 8.11.2013 οδηγίες από το Δικαστήριο. Το Ταμιευτήριο καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 10 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 12.3.2014 της XXXXX Μιλτιάδους, Τμηματάρχη στην Υπηρεσία Χρεών του Ταμιευτηρίου. Εγείρεται ως λόγος ένστασης το γεγονός ότι η Έφεση στερείται νομικής βάσης αφού σε αυτή δεν περιέχεται καμία αναφορά σε οιοδήποτε νόμο ή κανονισμό. Όπως ορθά σημειώνεται ο Τύπος της έφεσης προνοείται στον Κανονισμό 101
(2)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών (Subs. Leg. Vol.I, 426), Παράρτημα ΙΙ (σελ.454). Ο Τύπος δεν έχει πρόνοια για αναφορά στη νομική βάση της έφεσης. Οι δικηγόροι του Ταμιευτηρίου δεν επιχειρηματολόγησαν διαφορετικά. Συνεπώς, ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ως λόγος ένστασης αναφέρεται και το γεγονός ότι στο σώμα της Έφεσης, όπου ο Εφεσείοντας απευθύνεται προς τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου αναφέρεται ότι: «Έστω δε εις γνώση σας ότι ο Αιτητής XXXXX Αναστασίου από τη Λεμεσό .». Δηλαδή αντί να αναφέρεται το όνομα του Εφεσείοντα αναφέρεται κάποιο άλλο όνομα. Είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για παραδρομή. Η τεχνολογία και η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών για τη σύνταξη εγγράφων με την βοήθεια της χρήσης αντιγραφής (copy paste) οδηγεί σε τέτοια ολισθήματα όταν δεν ασκείται η δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Δεν υπήρξε όμως ουδέποτε αμφιβολία ότι Εφεσείοντας είναι ο XXXXX Διομήδης όπως αναφέρεται στον τίτλο της Ειδοποίησης Έφεσης. Επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην Ειδοποίηση έντυπο τιτλοφορούμενο «Διαιτησία» το οποίο αναφέρεται στην επίδικη διαιτητική απόφαση και απευθύνεται προς τον XXXXX Διομήδη. Το Ταμιευτήριο κατανόησε ότι η Έφεση καταχωρίστηκε από τον XXXXX Διομήδη και έτσι την αντιμετώπισε με την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που καταχώρισε. Ουδεμία βλάβη ή δυσμένεια υπέστηκε και ούτε επικαλείται τέτοια. Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του Εφεσείοντα και των άλλων δύο προσώπων, ωστόσο, δεν υπάρχει άρνηση ότι ο Εφεσείοντας είχε με επιστολή του διαιτητή ημερ. 6.4.2012 κληθεί για να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας. Άλλωστε με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 22.5.2012 προς τον διαιτητή αναφερόταν στην πρόσκληση και πρόβαλλε τη θέση του, δηλώνοντας την άρνηση του να παραστεί στη διαδικασία. Η XXXXX είχε την 27.3.2012 απευθύνει επιστολή προς το Ταμιευτήριο πληροφορώντας το για τις προσπάθειες της για αποπληρωμή του δανείου. Συνεπώς, υποστηρίζεται εκ μέρους του Εφεσείοντα, δεν είχε εγερθεί διαφορά η οποία θα μπορούσε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Αυτό ήταν και το σημείο που εγειρόταν στην επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 22.5.2012, ότι δηλαδή το Ταμιευτήριο δεν είχε απαντήσει στην επιστολή ημερ. 27.3.2012 με αποτέλεσμα ο ίδιος να μη γνωρίζει ότι η διαιτητική διαδικασία θα διεξαγόταν παρά την αμφισβήτηση του διορισμού του διαιτητή. Όσον αφορά τον διαιτητή που διορίστηκε είναι η θέση του ότι στην ουσία αποτελούσε συνδεδεμένο πρόσωπο με το Ταμιευτήριο, ενώ χαρακτηρίζει το Ταμιευτήριο ως εργοδότες του. Αναφέρεται ακόμα από την XXXXX ότι η διαδικασία της διαιτησίας διεξήχθηκε στα γραφεία του Ταμιευτηρίου και ότι αυτό προδίδει τη σχέση του διαιτητή με το Ταμιευτήριο και ότι η διαιτησία δεν μπορούσε να ήταν ανεξάρτητη και αμερόληπτη. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι ο Εφεσείοντας δεν ήταν πρωτοφειλέτης αλλά εγγυητής στο δάνειο και ότι ο διαιτητής ενήργησε κάτω από πλάνη εξαπατούμενος από το Ταμιευτήριο που του απέκρυψε τα πραγματικά γεγονότα. Η Μιλτιάδους αναφέρει ότι την 23.2.2012 το Ταμιευτήριο απέστειλε επιστολή προς τον Εφεσείοντα και τα δύο άλλα πρόσωπα που η διαιτητική απόφαση αφορά, τερματίζοντας τη συμφωνία δανείου ημερ. 27.10.2010 και στη συνέχεια παρέπεμψε την υπόθεση σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών με επιστολή του ημερ. 4.4.2012 προς το Ταμιευτήριο το πληροφόρησε ότι η πιο πάνω διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτητή για διεκπεραίωση και ότι ο διαιτητής θα ήταν ο XXXXX Μούζουρος. Η συμφωνία δανείου ημερ. 27.10.2010, αναφέρει η Μιλτιάδους αφορούσε ποσό €900.000 που ο Εφεσείοντας με τα άλλα δύο πρόσωπα, όλοι ως πρωτοφειλέτες, είχαν δανειστεί από το Ταμιευτήριο. Αρνείται τη θέση ότι ο Εφεσείοντας ήταν εγγυητής. Το δάνειο ήταν προβληματικό, παρουσίαζε δηλαδή συστηματικές και επανειλημμένες καθυστερήσεις και παραλείψεις στην αποπληρωμή του. Είναι η θέση της ότι ο διαιτητής XXXXX Μούζουρος ουδεμία σχέση έχει ή είχε με το Ταμιευτήριο που να θέτει σε αμφιβολία την αμερόληπτη κρίση του και αρνείται ότι το Ταμιευτήριο είναι εργοδότες του διαιτητή. Τη θέση ότι η διαιτησία διεξήχθηκε στα γραφεία του Ταμιευτηρίου δεν την αρνείται. Αναφέρει η Μιλτιάδους ότι εκ μέρους του Ταμιευτηρίου παρέστηκε στη διαιτησία η ίδια και ο συνάδελφος της XXXXX Χριστοδούλου. Κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, προσθέτει, «τέθηκαν υπ' όψιν του διαιτητή όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα μεταξύ των οποίων η συμφωνία δανείου και τα έγγραφα υποθήκης, λεπτομέρειες και λοιπά στοιχεία». Αναφέρει ακόμα ότι ο διαιτητής έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και ακολούθησε νομότυπα την προβλεπόμενη διαδικασία. Ως προς τη διαδικασία με την οποία «τέθηκαν υπ' όψιν του διαιτητή όλα τα σχετικά με την υπόθεση.» η Μιλτιάδους δεν εξηγεί πως έγινε αυτό. Κατά πόσο δηλαδή κλήθηκε μάρτυρας που παρουσίασε τα έγγραφα στα πλαίσια ένορκης κατάθεσης ή διαφορετικά. Περαιτέρω, κατά πόσο ακολούθησε νομότυπα την προβλεπόμενη διαδικασία δεν είναι ζήτημα για το οποίο μπορεί η Μιλτιάδους να μαρτυρά. Αυτό που μπορούσε η Μιλτιάδους να πράξει ήταν να παραθέσει τα γεγονότα όπως διαδραματίστηκαν, από τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν νομότυπη ή όχι. Αναφέρει ακόμα η Μιλτιάδους ότι το ποσό και οι τόκοι για τους οποίους εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση είναι ορθά και απόλυτα νόμιμα και δεν περιλαμβάνουν καμιά παράνομη χρέωση ή επιβάρυνση. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτό συμβαίνει δεν αρκεί η γνώμη της Μιλτιάδους. Κατά πόσο το ποσό της διαιτητικής απόφασης είναι ορθό και τα ποσά που επιδικάστηκαν έχουν νόμιμα χρεωθεί στον Εφεσείοντα και τους άλλους πρωτοφελέτες, μπορεί να εξακριβωθεί μόνο με αντιπαραβολή της μαρτυρίας που δόθηκε στη διαιτησία και της κατάληξης του διαιτητή επί του προκειμένου. Επαναλαμβάνεται ότι από την Ένορκη Δήλωση Μιλτιάδους δεν προκύπτει ότι δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, αφού η ομνύουσα δεν αναφέρεται στην παρουσία οποιουδήποτε μάρτυρα αναφέροντας ότι για το Ταμιευτήριο είχε παρουσιαστεί η ίδια με ένα συνάδελφο της. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση «Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα». Στην αγόρευση των δικηγόρων του Εφεσείοντα συζητούνται και ζητήματα που δεν εγείρονται με τους λόγους έφεσης. Αναφέρεται ότι στη σύμβαση μεταξύ του Ταμιευτηρίου και του Εφεσείοντα ο όρος 15 προνοεί για την αποδοχή από τα μέρη της διαδικασίας της διαιτησίας όπως προνοείται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο. Αναφέρεται ότι ο όρος αυτός αποτελούσε μέρος των προδιατυπωμένων όρων της συμφωνίας η οποία συντάχθηκε από το Ταμιευτήριο και δεν μπορούσε να τύχει διαπραγμάτευσης από τον Εφεσείοντα. Παραπέμπουν οι δικηγόροι του Εφεσείοντα σε νομολογία του ΔΕΚ (C-168/05 Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium SL [30]-[31]) στην οποία αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης ακύρωσης διαιτητικής απόφασης μπορεί να την ακυρώσει λόγω καταχρηστικότητας της συμβατικής ρήτρας περί υπαγωγής σε διαιτησία, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε από τον αιτητή κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση το θέμα δεν είναι ότι ο Εφεσείοντας δεν πρόβαλε ζήτημα καταχρηστικότητας της συμβατικής ρήτρας κατά τη διαιτητική διαδικασία, αλλά ότι τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται ως επίδικο με τους λόγους Έφεσης. Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε για τη βάση πάνω στην οποία εδράζεται η σχετική επιχειρηματολογία. Δεν υπάρχει μαρτυρία για τον καταρτισμό της συμφωνίας, που, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ούτε προβάλλεται εκ μέρους του Εφεσείοντα θέση ότι δεν είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί τον όρο. Επομένως, τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί εξ αντικειμένου να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τη δυνατότητα του Εφεσείοντα να έχει λόγο στο διορισμό του διαιτητή, οι δικηγόροι του παραπέμπουν στο άρθρο 10 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 που προβλέπει τη διαδικασία όταν τα μέρη δεν συμφωνούν στον καθορισμό του διαιτητή. Εισηγούνται πως στις διαιτητικές διαδικασίες που προνοούνται στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους εφαρμόζονται οι πιο πάνω διατάξεις εφόσον δεν έχουν εκδοθεί θεσμοί δυνάμει του άρθρου 52 που να προνοούν διαφορετική διαδικασία. Η θέση που καταγράφεται στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, ότι δηλαδή ο διαιτητής ήταν υπάλληλος του Ταμιευτηρίου δεν υποστηρίχθηκε με την Ένορκη Δήλωση της XXXXX, θέση που η Μιλτιάδους είχε ρητά αρνηθεί στη δική της Ένορκη Δήλωση (παρ.5(ι)). Περιορίστηκε η Αγγελική να αναφέρει (παρ.9) ότι στην ουσία ο διαιτητής αποτελούσε συνδεδεμένο πρόσωπο με το Ταμιευτήριο και ως επιχειρηματολογία ανάφερε ότι αυτός «επέδειξε αυξημένο ζήλο, επιδικάζοντας υπέρ των εργοδοτών του» (παρ.14), χωρίς να παραθέσει οιονδήποτε στοιχείο ότι ήταν υπάλληλος του Ταμιευτηρίου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι τον διαιτητή δεν όρισε το Ταμιευτήριο αλλά ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52
(2)(β) των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 μέχρι 2011 (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο) και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012, γνωστοποιώντας το γεγονός στο Ταμιευτήριο με επιστολή του ημερ. 4.4.2012. Δεν προβάλλεται θέση ότι ο Έφορος είχε εκφύγει των νόμιμων εξουσιών του. Όταν ο Εφεσείοντας συμβλήθηκε με το Ταμιευτήριο αποδέχτηκε τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και θεσμών ως προς τον τρόπο διορισμού διαιτητή στην περίπτωση που θα προέκυπτε διαφορά μεταξύ του ιδίου και του Ταμιευτηρίου. Στην Ζαμπά κ.ά ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A277, Π.Ε. Αρ. 96/2012, ημερ. 6.6.2018 αναφέρεται ότι η παραπομπή σε διαιτησία υπό του Εφόρου βάσει του άρθρου 52
(2)(β) επενεργεί ως να υπήρχε συνυποσχετικό. Συνεπώς, δεν διαφέρει από την περίπτωση ρήτρας διαιτησίας με ανάλογους όρους με την οποία, εφόσον τα μέρη συμφώνησαν, δεσμεύονται. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος έφεσης που αφορά στο διορισμό του διαιτητή απορρίπτεται. Ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί. Ο Εφεσείοντας δεν αποστερήθηκε του δικαιώματος του να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έλαβε ειδοποίηση για να εμφανιστεί στη διαιτητική διαδικασία και επέλεξε να μην εμφανιστεί. Η ειδοποίηση ήταν μεταγενέστερη της επιστολής της Αγγελικής και επομένως δεν ήταν δικαιολογημένος να μην εμφανιστεί αναμένοντας απάντηση. Θεώρησε δεδομένη την ορθότητα της εκτίμησης του ή της συμβουλής που έλαβε, ότι δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ του Ταμιευτηρίου και του ιδίου και δεν εμφανίστηκε στη διαιτησία. Όμως, διαφορά υπήρχε εφόσον υφίστατο παράβαση των όρων αποπληρωμής του επίδικου δανείου, όπως επιβεβαιώνεται και στην επιστολή της XXXXX ημερ. 27.3.2012 και το Ταμιευτήριο απαιτούσε την αποπληρωμή του χρέους. Ακόμα και όταν η απαίτηση συνεργατικής εταιρείας, όπως ήταν το Ταμιευτήριο, γίνεται αποδεκτή ή δεν αμφισβητείται, διαφορά υφίσταται στην έννοια των Νόμων (βλ. άρθρο 52
(1), επιφύλαξη (β)). Επομένως, απορριπτέος είναι και ο τέταρτος λόγος έφεσης. Παραμένει το ζήτημα της αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης, όπως εγείρεται με τον τρίτο λόγο έφεσης. Το επισυναπτόμενο στην Ένορκη Δήλωση Μιλτιάδους ως Τεκμ.1 είναι μονοσέλιδο έγγραφο ημερ. 1.6.2012. Είναι υπογραμμένο από τον διαιτητή XXXXX Μούζουρο και φέρει τη σφραγίδα της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και υπογράφεται από τον Έφορο της Υπηρεσίας ως πιστό αντίγραφο. Εμπεριέχει την απόφαση του διαιτητή που καλύπτει περίπου το 1/3 της σελίδας. Το έγγραφο είναι κάτι περισσότερο από την απόφαση. Είναι, ίσως, τα μόνα πρακτικά που αφορούν την ενώπιον του διαιτητή διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση δεν έχουν παρουσιαστεί άλλα. Αναφέρει ο διαιτητής ότι έχει διοριστεί ως διαιτητής στη διαφορά μεταξύ του Ταμιευτηρίου και του Εφεσείοντα και των άλλων δύο προσώπων. Καταγράφει στη συνέχεια τις σχετικές υποθήκες και την απαίτηση του Ταμιευτηρίου. Στη συνέχεια μνημονεύεται η απουσία του Εφεσείοντα και των άλλων δύο προσώπων παρά το ότι αυτοί είχαν ειδοποιηθεί κατάλληλα και σημειώνει ο διαιτητής ότι ο δικηγόρος τους «. μου απέστειλε επιστολή 31/5/2012 με την οποία αμφισβητεί το διορισμό μου κ.ά. Δεν είμαι υπόχρεος να αλληλογραφώ. Όφειλαν να παρουσιαστούν στη Διαιτησία και να ξεκαθαρίσουν τις απορίες των». Στη συνέχεια αναφέρεται «ΑΠΟΦΑΣΗ» και καταγράφει ο διαιτητής: «Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Γραμματίου και των εγγράφων Υποθηκών και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη Διαιτησία από την κ. XXXXX Μιλτιάδους Τμηματάρχη και τον κ. XXXXX Χριστοδούλου Γραφέα (Τμήματος Χρεών) της Αιτήτριας Εταιρείας, και έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω τα εξής:». Ακολουθεί ο επιδικασμός του ποσού, τόκων και εξόδων και αναφέρεται ότι το Ταμιευτήριο δικαιούται στη λήψη μέτρων εκποίησης των υποθηκών, χωρίς κανένα σκεπτικό ή αιτιολογία. Ο διαιτητής αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του «τα πιο πάνω», όμως, από τα όσα αναφέρονται στο κείμενο που προηγείται τίποτα δεν προέκυπτε σε σχέση με την ουσία της διαφοράς που εκδίκαζε. Ό,τι άλλο αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του ήταν «τους όρους του Γραμματίου και των εγγράφων Υποθηκών και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη Διαιτησία». Ποια ήταν τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν αναφέρεται. Πώς παρουσιάστηκαν τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του ο διαιτητής επίσης δεν καταγράφεται. Δεν διαφαίνεται κατά πόσο παρουσιάστηκαν από μάρτυρα στην υπόθεση, νομότυπα δηλαδή εντάχθηκαν στο μαρτυρικό υλικό, ή απλά του παραδόθηκαν από τους εκπροσώπους του Ταμιευτηρίου. Δεν αναφέρεται ότι οιοσδήποτε από αυτούς είχε το ρόλο του μάρτυρα στην υπόθεση. Ούτε και τα έγγραφα, που με οποιοδήποτε τρόπο τέθηκαν υπόψη του διαιτητή, είναι στη διάθεση του Δικαστηρίου. Επισημαίνεται στην αγόρευση των δικηγόρων του Εφεσείοντα ότι δεν γίνεται αναφορά σε οιεσδήποτε καταστάσεις λογαριασμού από τις οποίες θα προέκυπτε το οφειλόμενο ποσό και οι οφειλόμενοι τόκοι. Στην Μιχαήλ κ.ά ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού, Π.Ε. 190/2012, ημερ. 28.6.2018 αναφέρεται σε σχέση με το επιδικασθέν από τον διαιτητή ποσό ότι παρέμενε άγνωστο για το Δικαστήριο από πού είχε ο διαιτητής αντλήσει την πληροφόρηση αναφορικά με το ύψος του χρέους, υποδεικνύοντας, εμμέσως πλην σαφώς, πως έγγραφο κατάστασης λογαριασμού θα ήταν απαραίτητο για να καταδείξει το οφειλόμενο ποσό . Η αναφορά του διαιτητή στο αυτονόητο, ότι έλαβε υπόψη του αυτά που τέθηκαν ενώπιον του, δεν συνιστά αιτιολογία για τη διαιτητική απόφαση. Στην Μιχαήλ, αναφέρθηκε ότι η αναφορά του διαιτητή ότι εξέτασε επιμέρους ισχυρισμό δεν ήταν από μόνη της ικανοποιητική για το Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Το γεγονός ότι ο Εφεσείοντας και οι άλλοι δύο πρωτοφειλέτες δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία δεν επέτρεπε στον διαιτητή να παρεκκλίνει από τους κανόνες απόδειξης και επί του πρακτικού της διαδικασίας η συμμόρφωση με τους κανόνες αυτούς έπρεπε να καταδεικνύεται. Στην Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987, στις σελ. 992-993 αναφέρονται τα εξής: «Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή. Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες της θέσης της, η Εφεσείουσα περιορίζει ουσιαστικά το παράπονο της στο ότι η μη εμφάνιση της δεν επέτρεπε στο Διαιτητή και να εκδώσει απόφαση χωρίς αυτή να δικαιολογείτο από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Αυτό όμως δεν βοηθά τα πράγματα. Τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή όχι μόνο δεν εδάνειζαν έρεισμα στις εισηγήσεις που κάνει η Εφεσείουσα για παράνομους τόκους και εικονικότητα αλλά και δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του. Η παράλειψη της Εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία το τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του Διαιτητή συνέχιζε λοιπόν να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα. Ούτε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ούτε το Εφετείο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός αν, από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή, δεν δικαιολογείτο η απόφαση του. Εξετάσαμε το λογαριασμό που ή Εφεσίβλητη παρουσίασε το Διαιτητή και ιδιαίτερα τις καταχωρίσεις των τόκων και δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρχαν κεφαλαιοποιήσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες ως προς τους τόκους και έτσι ότι ο Διαιτητής απεφάσισε λανθασμένα.» Στην Κούλλουρου τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του διαιτητή ήταν στη διάθεση του Δικαστηρίου που μπορούσε να ελέγξει κατά πόσο δικαιολογείτο η απόφαση του. Κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό στην προκειμένη περίπτωση. Το αντικείμενο δεν περιορίζεται σε ζήτημα διαπίστωσης της ορθότητας της απόφασης αλλά και της συμπεριφοράς του διαιτητή καθότι στην περίπτωση που η απόφαση του δεν δικαιολογείται από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να θεμελιώνεται κακοπιστία και έλλειψη εκ μέρους του αμεροληψίας. Και δεν πρόκειται για θεωρητική προσέγγιση, αφού το μόνο πρακτικό ή έστω μνημόνιο της διαδικασίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου καταδεικνύει πως ουδεμία μαρτυρία ακούστηκε και κανένα μαρτυρικό υλικό δεν τέθηκε υπόψη του διαιτητή μέσω μαρτυρίας. Στην Μιχαήλ αναφέρεται ότι: «Κατ' αρχήν φαίνεται να μην τηρήθηκαν πρακτικά της διαιτητικής διαδικασίας διαφορετικά θα κατατίθεντο πρωτόδικα ως τεκμήρια. Τα μόνα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η αίτηση δανείου (Τεκμήριο 3), η συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 4), η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση που επιδόθηκε στους Εφεσείοντες (Τεκμήριο 2) και η επιστολή που πληροφορούσε για τη διαιτησία (Τεκμήριο 1). Ενόψει της φύσης της διαιτητικής διαδικασίας ως οιονεί δικαστικής, ο διαιτητής θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης αλλά και τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες (βλ. υπόθεση Παναγιώτη Κλεοβούλου (ανωτέρω).). Μια από τις βασικές υποχρεώσεις του είναι η τήρηση πρακτικών ενόψει της σημασίας που ενέχουν. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα πρακτικά της δίκης αποτελούν τον αναντικατάστατο οδηγό για τα κατατεθέντα και διαδραματισθέντα στη δίκη και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Εφετείο μπορεί να συμβουλευθεί οτιδήποτε έξω από τα πρακτικά (βλ. Μελετίου ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1 (A) ΑΑΔ 295) ). Συνεπώς η παράλειψη τήρησης, στην παρούσα περίπτωση, πρακτικών κατά τη διαιτητική διαδικασία στερούσε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα εξέτασης της νομιμότητας της διαδικασίας αλλά και της ορθότητας της απόφασης του διαιτητή∙ εφόσον το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει στοιχειώδεις λεπτομέρειες της διαδικασίας, όπως αν διεξήχθηκε στη βάση προφορικής μαρτυρίας ή ενόρκων δηλώσεων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή του διαιτητή τα διάφορα έγγραφα δηλ. η αίτηση και η συμφωνία δανείου, σε χρόνο μάλιστα προγενέστερο της εμφάνισης των Εφεσειόντων.» Πέραν του ζητήματος της μαρτυρίας στη διαιτητική διαδικασία που είναι καταλυτικό, το Δικαστήριο θα εξετάσει το ζήτημα της αιτιολογίας ανεξάρτητα και όπως προκύπτει από το πρόσωπο της απόφασης. Στην Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρημάτων Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) Λτδ, Π.Ε. 304/2019, ημερ. 10.7.2015 αναφέρονται τα εξής: «Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ήταν καθόλα επιτρεπτό στο διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Η κατάληξή του, εν τέλει, ήταν ορθή, δεδομένου ότι αφενός η παροχή δανείου δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και αφετέρου το εγερθέν ζήτημα περί ανατοκισμού είχε ξεπερασθεί με βάση τη νέα κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 5.6.2009. Η φύση της διαφοράς ήταν απλή και δεν δικαιολογούσε περαιτέρω πολυπλοκότητα της όλης διαιτητικής διαδικασίας. Άλλωστε, ενώπιον του διαιτητή δεν υπήρχε οποιοδήποτε βάσιμο αίτημα για διεξαγωγή διαδικασίας διαφορετικής δικονομικής μορφής. Το τελικό δε γεγονός της μη εμφάνισης του Εφεσείοντα προκειμένου να προωθήσει τις όποιες θέσεις και επιχειρήματά του προς εξέταση από τον διαιτητή, δεν καθιστούσε επιτρεπτή την πρωτογενή εξέτασή τους είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Εφετείο. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση και ορθά αποφάσισε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του. Όπως ήδη λέχθηκε, τα ενώπιον του, απλά, δεδομένα δικαιολογούσαν πλήρως τόσο την τελική του κατάληξη, όσο και την επιγραμματική απόφασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται παράτυπη διαιτητική διαδικασία ή οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Ούτε και το παράπονο του Εφεσείοντα περί αναιτιολόγητης πρωτόδικης απόφασης έχει περιθώρια επιτυχίας. Η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητά τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο λιτά, αλλά περιεκτικά, παρέθεσε την αιτιολογία του ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του ανατοκισμού και της επίδρασης που ενείχε η παράλειψη του Εφεσείοντα να εμφανιστεί στο τελικό στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται ο,τιδήποτε το μεμπτό, ούτε και βάση στήριξης του εξεταζόμενου λόγου έφεσης.» Η αιτιολογία και η εμβάθυνση στα επίδικα ζητήματα εξαρτάται από τη φύση τους, την πολυπλοκότητα τους και κατά πόσο για τα γεγονότα της υπόθεσης υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές μεταξύ των οποίων ο κριτής θα επιλέξει με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει παντελής έλλειψη αιτιολογίας, της έστω στοιχειώδους ενόψει του ότι ο διαιτητής δεν είχε ενώπιον του εκδοχή εκ μέρους του Εφεσείοντα και των άλλων πρωτοφειλετών. Ο Εφεσείοντας παρά την απουσία του από τη διαδικασία της διαιτησίας, δικαιούτο σε αιτιολογημένη απόφαση του διαιτητή αναφορικά με το ζήτημα του. Στην Κλεοβούλου αναφέρθηκε ότι: «Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cypria Life Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 687 ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωση του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται κα με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).» Στην Μελανής Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Π.Ε. 416/2012, ημερ. 15.4.2016, αναφέρεται ότι: «Ο Διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacoy Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). «Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού (βλ. Winter v. White
(1819)1 B & B 350, 357). Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου, ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου.» Δεν έχει καταδειχθεί ότι ακολουθήθηκαν οι βασικοί κανόνες διεξαγωγής μιας διαιτητικής διαδικασίας. Δεν αποκαλύφθηκε ότι οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του διαιτητή ή οιονδήποτε έγγραφο παρουσιάστηκε ενώπιον του από μάρτυρα και εντάχθηκε στο μαρτυρικό υλικό. Ούτε και στην απόφαση του υπάρχουν αναφορές που θα οδηγούσαν συμπερασματικά σε κάτι τέτοιο. Απόφαση που δεν εδράζεται στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του κριτή είναι εξ αντικειμένου αναιτιολόγητη και τέτοια είναι η κρινόμενη και στο πρόσωπο της. Σε σχέση με το χώρο όπου διεξήχθηκε η διαιτησία, στα γραφεία δηλαδή του Ταμιευτηρίου, της μιας εκ των πλευρών στη διαφορά, αναφέρεται στην Μιχαήλ ότι μαζί με άλλα στοιχεία, στην περίπτωση εκείνη ότι ο διαιτητής ήταν στο παρελθόν ανώτερος λειτουργός στο γραφείο του Συνεργατισμού, η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας στο οίκημα της διαδίκου Συνεργατικής δεν εξασφάλιζαν την εφαρμογή της ισονομίας που είναι βασική αρχή του δικαίου αλλά ούτε και το αμερόληπτο του διαιτητή. Περαιτέρω, πως έχει ήδη σημειωθεί, πέραν από τον επιδικασμό του χρηματικού ποσού, τόκων και εξόδων ο διαιτητής διέταξε την εκποίηση των υποθηκών Υ11063/2010 και Υ4821/2010 και αποφάνθηκε ότι το Ταμιευτήριο δικαιούται στη λήψη μέτρων εκποίησης τους. Στην Ζαμπά γίνεται παραπομπή στο άρθρο 6 του περί Διαιτησίας Νόμου το οποίο αναφέρει ότι «Οι διαιτητές ή ο επιδιαιτητής έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα Δικαστήρια να διατάσσουν την ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης με εξαίρεση σύμβαση που αφορά γη ή οποιοδήποτε συμφέρον σε γη» και αναφέρεται ότι δεν παρέχεται εξουσία στον διαιτητή να διατάξει εκποίηση υποθήκης. Συνεπώς, ο διαιτητής ενήργησε εκτός του νόμου. Εάν ο διαιτητής επιχειρούσε να αιτιολογήσει την απόφαση του με παραπομπή στη Νομοθεσία, θα διαπίστωνε, ενδεχομένως, ότι δεν είχε τέτοια εξουσία και η απόφαση του δεν θα εμπεριείχε διαταγή εκποίησης των υποθηκών. Ως εκ των ανωτέρω ο τρίτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης ημερ. 1.6.2012 που εκδόθηκε υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και εναντίον του Εφεσείοντα. Τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο