← Κύπρος

EMAS AMC Pte. Ltd κ.α. ν. MULTIMARINE SERVICES LTD, Αρ. Αγωγής: 1021/2018, 14/9/2018

EMAS AMC Pte. Ltd κ.α. ν. MULTIMARINE SERVICES LTD, Αρ. Αγωγής: 1021/2018, 14/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1021/2018 Μεταξύ:

  1. EMAS AMC Pte. Ltd
  2. EMAS CHIYODA Subsea Services Pte. Ltd, Εναγόντων και MULTIMARINE SERVICES LTD Εναγομένης ............... Αίτηση ημερ. 18.07.18 υπό Εναγόντων για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση 14 Σεπτεμβρίου 2018 Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Παφίτης με κα Τερψοπούλου για Α. Γ. Παφίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Α. Γιωρκάτζης με κα Μ. Γιωρκάτζη για Αντρέας Π. Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Ενάγοντες αιτούνται άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (εφεξής «σ.ε.δ.») στην αρχική ένορκη δήλωση της κας Σ. Γεωργιάδου, η οποία συνόδευε μονομερή αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις Δ.39 κ.1 και Δ.48 κ.1-7 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Νίκης Λιασίδου. Όπως προκύπτει από τον φάκελο, στις 14.5.18 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων εξέδωσε δύο ενδιάμεσα διατάγματα, ως οι παράγραφοι Β και Γ της αίτησης, με τα οποία απαγόρευε την αποξένωση ή επιβάρυνση ή διάθεση αριθμού μηχανημάτων και εξοπλισμού, μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Η Εναγόμενη είχε καταχωρήσει ένσταση στις 27.6.18 προβάλλοντας 21 λόγους προς απόρριψη της αίτησης και προς ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του εκ των διευθυντών της Παύλου Φωκά. Αφορμή για την υποβολή της αίτησης για σ.ε.δ. έδωσαν οι αναφορές του κ. Φωκά (στις παραγράφους 14 και 15 της ένορκης δήλωσης του) ότι οι Ενάγοντες επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο όσον αφορά την αξία των μηχανημάτων δεδομένου ότι «οι φερόμενοι ιδιοκτήτες ή οι αντιπροσώποι τους» όταν έστειλαν τα μηχανήματα στην Κύπρο είχαν εκδώσει προτιμολόγια για σκοπούς εκτελώνισης, στα οποία φαίνεται η αγοραία αξία αυτών ως $2.377.792 και όχι $9.310.000 που ανέφερε η Σ. Γεωργιάδου. Αυτό κατά την άποψη του Π. Φωκά συνιστά κακόπιστη παραπλάνηση του Δικαστηρίου και μη αποκάλυψη των στοιχείων που είχαν στην κατοχή τους οι Ενάγοντες. Η προτεινόμενη σ.ε.δ. επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Ένσταση Με την ένσταση της η Εναγόμενη προέβαλε έξι λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι έχουν ως εξής: «
  4. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού είναι παράτυπη.
  5. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν κανένα «καλό λόγο» ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ήτοι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους τους.
  6. Δεν συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση οι εξαιρετικές περιστάσεις που θα μπορούσε να επιτραπεί η έκδοση διατάγματος για προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας μέσω Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης με δεδομένο ότι το ενδιάμεσο διάταγμα έχει εκδοθεί μονομερώς και στη βάση συγκεκριμένης μαρτυρίας.
  7. Οι Αιτητές επιχειρούν να διαφοροποιήσουν και/να αλλοιώσουν με αντιφατικό τρόπο τα γεγονότα ως οι ίδιοι τα παρουσίασαν με την αρχική τους Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση τους ημερομηνίας 14/5/
  8. Οι Αιτητές προσπαθούν να καλύψουν τις παρατυπίες και/ή τις ελλείψεις της αρχικής τους Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε σχέση με γεγονότα που όφειλαν να αποκαλύψουν.
  9. Η παρούσα αίτηση μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας». Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο Π. Φωκάς ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει καλό λόγο και συνεχίζει ασχολούμενος με την πραγματική αξία των μηχανημάτων, την ανάδειξη αντιφάσεων με την αρχική ένορκη δήλωση των Εναγόντων, καθώς και την παράθεση επιχειρημάτων στη βάση του περιεχομένου των προτιμολογίων. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι αυτά φέρουν ως αποστολέα το πλοίο Lewek Constellation ενώ τέσσερα εξ αυτών αναφέρουν ως παραλήπτρια την Ενάγουσα 2 και άρα οι Ενάγοντες δεν μπορούν να πείσουν ότι δήθεν δεν είχαν γνώση και ότι είναι γι' αυτό τον λόγο που δεν προέβηκαν σε αποκάλυψη Είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες συνειδητά απέκρυψαν την πραγματική αξία των μηχανημάτων ή όφειλαν να γνωρίζουν και αδιαφόρησαν να προβούν στη δέουσα έρευνα ή εκ προθέσεως υπερέβαλαν ως προς την αξία τους προς εξυπηρέτηση του σκοπού έκδοσης των διαταγμάτων. Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4

(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Πρόκειται για πρόνοια η οποία εισήχθη το 1999. Η εν λόγω πρόνοια σε συνδυασμό με τη ρύθμιση ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων της αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων διατηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης (βάσει της Δ.39) αποσκοπούσε στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων δια του περιορισμού της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε αιτήσεις, των οποίων πολλές φορές η ακρόαση μετατρέπετο σε δίκη επί της ουσίας. Θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, θέτοντας ουσιαστικά ένα κριτήριο, ήτοι αυτό της ύπαρξης "καλού λόγου" (βλ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 A 510). Δεν μπορεί βεβαίως εκ προοιμίου να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η ρύθμιση. Απλώς πλέον δεν απαιτείται όπως το μέρος που έχει το βάρος απόδειξης ενός ισχυρισμού σε αίτηση να το αποσείσει με προφορική μαρτυρία (όπως παλιά), αλλά δύναται να το πράξει με ένορκη δήλωση, (ενώ γενικότερα διατηρεί και το δικαίωμα αντεξέτασης για ισχυρισμούς της άλλης πλευράς). Σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό είναι τα εξής από την Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Στην παρούσα περίπτωση υποστηρίχθηκε από τους Εναγόμενους πως δεν επιτρέπεται καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει δώσει θεραπεία μονομερώς, (αν και στην παρούσα δεν πρέπει να λησμονείται ότι ως προς το βασικό αίτημα των Εναγόντων, δηλαδή την έκδοση προστακτικού διατάγματος, είχε διαταχθεί επίδοση). Εξετάζοντας την ειδικότερη αυτή εισήγηση, δηλαδή ότι η εν λόγω Δ.48 θ.4
(2)δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις εκδοθέντος ex parte ενδιάμεσου διατάγματος έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να τεθεί τέτοιος άκαμπτος κανόνας και ότι υπό όρους είναι επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στη βάση των όσων επεξηγούνται κατωτέρω. Κατ' αρχάς εάν ήταν αυτή η πρόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη θέσπιση του κανονισμού, (δηλαδή η μη εφαρμογή του στις περιπτώσεις εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων), θα αναμένετο να συμπεριληφθεί ρητώς στις πρόνοιες του μια τέτοια εξαίρεση, ιδιαίτερα ενόψει της παλαιότερης νομολογίας που δεν επέτρεπε την προσαγωγή πρόσθετης ή απαντητικής μαρτυρίας (Vuitton ν. Δερμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Άρα ευλόγως εκλαμβάνεται ότι ο κ.4
(2)αφορά όλες τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Πριν την τροποποίηση του 1999, σε παρόμοιες αιτήσεις, όταν εξασφαλίζετο το διάταγμα μονομερώς και στη συνέχεια καταχωρείτο ένσταση από τον καθ' ου και πάλιν επιτρέπετο (ή μάλλον επιβάλλετο) να παρουσιαστεί προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το δικό του βάρος απόδειξης ο αιτητής. Όπως είχε κριθεί στη Vuitton (άνω), η οποία αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα εκδοθέν μονομερώς, εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν μια ενδιάμεση αίτηση επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4. Όπως αναφέρθηκε, το αποδεικτικό μέσο ήταν (τότε) η προφορική μαρτυρία. Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης σε παρόμοιες αιτήσεις (αλλά και γενικότερα) παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις χορήγησης ενδιάμεσου διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Γενικότερα δε, σε αιτήσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460). Όπως λέχθηκε στη Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Όπως προκύπτει από την Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1040 ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί ex parte η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στους ώμους του αιτητή. Συνάγεται πως ο εκάστοτε αιτητής δεν έχει άλλα μέσα στη διάθεση του για να αποσείσει το αναλογούν βάρος απόδειξης εκτός από τα προβλεπόμενα στη Δ.48 κ.4, δηλαδή είτε την προσκόμιση συμπληρωματικής δήλωσης, είτε την αντεξέταση. Είναι για αυτό που αν παραλείψει να το πράξει, τότε το δικαστήριο δικαιούται να εκλάβει ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς του ενιστάμενου παρέμειναν αναπάντητοι η αναμφισβήτητοι, στα πλαίσια πάντα της αίτησης βεβαίως. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει, ως θέμα αρχής, αναγνωριστεί κατ΄ αρχάς στην Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14, (η οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσε έφεση εναντίον μη οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος περί μη αποξένωσης περιουσίας), αν και το Εφετείο εξέφρασε τη θέση πως δεν μπορούσε να αντιληφθεί «. πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο»». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16, αναφέρθηκαν σχετικά με το ίδιο θέμα τα εξής: «Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με το, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το συμπέρασμα είναι πως δεν απαγορεύεται εκ προοιμίου η προσκόμιση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή ακόμα και μετά την ένσταση της άλλης πλευράς. Παράλληλα όμως θα πρέπει να τονιστεί πως αυτό το δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο εν σχέσει με κρινόμενα ως αναγκαία στοιχεία, διευκρινίσεις, ισχυρισμούς και θέματα τα οποία προέβαλε ο ενιστάμενος στην ένσταση του, με σκοπό να δοθεί η σφαιρική εικόνα προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και να υποστηριχθεί ότι το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καταστρατηγείται μέσω αυτού του δικαιώματος η άλλη υποχρέωση, του εκάστοτε αιτητή σε ex parte αίτηση, προς πλήρη αποκάλυψη κάθε ουσιώδους γεγονότος. Εννοείται συναφώς πως ακόμα και αν μετά την καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης διαπιστωθεί (κατά την εξέταση της διατήρησης ή όχι σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος) ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, το δικαστήριο διατηρεί την ίδια εξουσία για ακύρωση του διατάγματος ακόμα και μόνο για αυτό τον λόγο (Demstar ν. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 597). Εν πάση δε περιπτώσει η προτεινόμενη να παρουσιαστεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαρτυρία δεν θα πρέπει να είναι ανεπίτρεπτη ή αχρείαστη μαρτυρία ή επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ή να επιχειρείται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα κατά τρόπο που να μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976). Στην παρούσα περίπτωση είναι σαφές ότι με την ένσταση της στα εκδοθέντα διατάγματα η Εναγόμενη απέδωσε στους Ενάγοντες μη αποκάλυψη γεγονότων. Ο σχετικός λόγος ένστασης (υπ' αρ. 8 στη κυρίως αίτηση) εξειδικεύθηκε στην ένορκη δήλωση της με τη θέση ότι οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο προσδιορίζοντας τη συνολική εμπορική αξία σε $9.310.000 ενώ γνώριζαν την αγοραία αξία όπως αυτή είχε καθοριστεί από τον αποστολέα τους στην Κύπρο. Παρέλκει να λεχθεί πως αν κατά την ακρόαση κριθεί ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν το στοιχείο αυτό, ότι ένα τέτοιο στοιχείο είναι ουσιώδες και ότι υπήρξε μη αποκάλυψη του ή απόκρυψη του από το Δικαστήριο τότε ενδέχεται τα εκδοθέντα διατάγματα να ακυρωθούν και μόνο γι' αυτό τον λόγο. Ακριβώς εξαιτίας της ύπαρξης αυτού του ενδεχομένου κρίνεται ότι η παρούσα συνιστά μια από τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στους Ενάγοντες να τοποθετηθούν επί του σημείου το οποίο ήγειρε η Εναγόμενη με την ένσταση της. Εν ολίγοις κρίνεται ότι συντρέχει καλός λόγος για την έγκριση του αιτήματος και την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επαναλαμβάνεται πως αυτό δεν σημαίνει πως θα μπορούσε με αυτό τον τρόπο να θεραπευθεί η τυχόν παράλειψη των Εναγόντων στην περίπτωση κατά την οποίαν εν τέλει διαφανεί πως είχαν τη δέουσα γνώση πριν την ένσταση και πως έπρεπε να είχαν αποκαλύψει κάτι ουσιώδες κατά τη μονομερή αίτηση τους. Αυτό το θέμα παραμένει ανοικτό και θα κριθεί στα πλαίσια ακρόασης της κυρίως αίτησης που αφορά αφενός το κατά πόσο θα εκδοθεί προστατικό διάταγμα ως το αιτητικό Α και αφετέρου το κατά πόσον θα οριστικοποιηθούν τα ήδη εκδοθέντα διατάγματα ως τα αιτητικά Β και Γ. Θα πρέπει όμως να διευκρινίσω πως δεν θεωρώ ότι πληροί τις προϋποθέσεις όλο το περιεχόμενο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης. Μεγάλο μέρος αυτής περιέχει επιχειρήματα (τα οποία θα μπορούσαν να τεθούν κατά τις αγορεύσεις) ή επαναλήψεις ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία προκύπτουν από την αρχική ένορκη δήλωση. Κατά την άποψη μου οι πιο πάνω σκοποί εξυπηρετούνται με τις παραγράφους 1, 7, 8 και 12 της προτεινόμενης ένορκης και η σχετική άδεια θα χορηγηθεί μόνο εν σχέσει με αυτές. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, εγκρίνεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εντός 7 ημερών από σήμερα με περιεχόμενο τις παραγράφους 1, 7, 8 και 12 της προταθείσας σ.ε.δ. (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Επιδικάζονται €700 έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγόμενης, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.