Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Λοίζου κ.α., Αρ. Αγωγής 3521/2004, 21/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A372 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3521/2004 Mεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- XXXXX Λοίζου, από τη Λεμεσό
- XXXXX Λανίτη, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------ Αίτηση ημερ. 14.5.2018 Ημερ.: 21.9.2018 Εναγόμενος 1 - Αιτητής: Παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Κ. Κακουλλή για Chrysses Demetriades & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε την 14.5.2018 από τον Εναγόμενο 1 και στρέφεται εναντίον της Ενάγουσας Τράπεζας. Εξαιτείται αριθμό θεραπειών ως ακολούθως: Α(Ι) Προστατικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Τράπεζα να του καταβάλει το ποσό €1.938.440 λόγω υπεξαίρεσης, παράνομης κατακράτησης και σφετερισμού του. (ΙΙ) Να διαταχθεί η Τράπεζα να του καταβάλει το ποσό €1.500.000 ως εύλογη και δίκαια αποζημίωση για τα κέρδη που αποκόμισε από τον πολυετή τοκισμό της κινητής περιουσίας και μετρητών χρημάτων του Αιτητή. Β. Προστακτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Τράπεζα να του καταβάλει το ποσό €3.219.281 ως χρηματική αποζημίωση για την αξία μετοχών του που προέκυψε από την κατάρρευση των Τραπεζών Κύπρου και Λαϊκής τον Μάρτιο του
- Γ. Νόμιμο τόκο επί του ποσού των €3.219.
- Δ. Διάταγμα ακύρωσης της υποθήκης Υ 6239/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού καθότι η σκοπούμενη μέσω αυτής εξασφάλιση δεν υφίσταται πλέον. Ε. Τα έξοδα που υπέστηκε «στις αποτυχημένες αγωγές» της Τράπεζας και στις συναρτημένες με αυτές αιτήσεις που του αποστέρησαν κάθε δυνατότητα ανεκτής διαβίωσης, και Στ. Τα έξοδα της Αίτησης. Η Αίτηση υποστηρίζεται με δική του Ένορκη Δήλωση ημερ. 14.5.
- Η Τράπεζα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 7 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 20.8.2018 του XXXXX Μιχαηλίδη, υπαλλήλου της στη Διεύθυνση Διαχείρισης Απαιτήσεων της υπηρεσίας Λεμεσού-Πάφου. Ο Αιτητής καταχώρησε και Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση την 11.9.2018, που η δικηγόρος της Τράπεζας αποδέχθηκε όπως θεωρηθεί δεόντως καταχωρηθείσα και ληφθεί υπόψη. Έτσι δόθηκε η σχετική άδεια. Η Αίτηση παρουσιάζει ιδιομορφίες, τόσο στο ουσιαστικό της μέρος, δηλαδή ως προς τις θεραπείες που αξιώνονται, όσο και στον τύπο της αφού των εξαιτούμενων θεραπειών προηγούνται πέντε σελίδες επιχειρηματολογίας. Εμφανίζει, ωστόσο, τα βασικά γνωρίσματα μιας δευτερογενούς αιτήσεως. Το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί και ενδείκνυται, προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, να εξετάσει την ουσία της Αίτησης και να διαπιστώσει κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται στις θεραπείες που εξαιτείται ή οιαδήποτε από αυτές. Το ένδικο μέσο για την διεκδίκηση χρηματικών αξιώσεων και άλλων τελικών θεραπειών είναι η αγωγή στην οποία ο απαιτητής παρουσιάζεται ως ενάγοντας και το πρόσωπο εναντίον του οποίου διεκδικείται η χρηματική αξίωση ή άλλη θεραπεία ως εναγόμενος. Και εφόσον η αξίωση επιτύχει επιδικάζονται συνήθως χρηματικά ποσά αλλά δεν εκδίδονται διατάγματα για την καταβολή τους. Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων, που μνημονεύεται στη νομική βάση της Αίτησης, εξόφθαλμα δεν τυγχάνει εφαρμογής. Δεν μπορούν να επιδικαστούν χρηματικές αποζημιώσεις ως μέρος διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου
- Η εξουσία χορήγησης θεραπείας δυνάμει του άρθρου 32 και στα πλαίσια δευτερογενούς αίτησης διασυνδέεται με την εκκρεμοδικία αγωγής και εκδίδονται διατάγματα εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις που εξυπηρετούν το δίκαιο του ζητήματος που η αγωγή αφορά. Ο λόγος που ο Αιτητής επέλεξε τη διαδικασία της δευτερογενούς Αίτησης σε υφιστάμενη αγωγή προκύπτει να είναι η διασύνδεση των ζητημάτων που η Αίτηση αφορά με το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και της ανταπαίτησης, που καταχωρίστηκε σε αυτή. Κατ' ακρίβεια, τα ζητήματα που εγείρονται με την υπό κρίση Αίτηση εμπεριέχονται στην ανταπαίτηση που είχε καταχωριστεί. Η αξίωση της Τράπεζας εναντίον του και η ανταξίωση του εναντίον της Τράπεζας έχουν ήδη εκδικαστεί. Την 24.3.2010 εκδόθηκε Απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Αιτητή και επιδικάστηκαν εναντίον του ποσά που συμποσούνται σε €2.476.140,49 πλέον τόκους και έξοδα ενώ εκδόθηκαν εναντίον του και διατάγματα στα οποία περιλαμβανόταν και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ 6239/
- Ο Αιτητής εφεσίβαλε την Απόφαση και την 10.3.2015 εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο (Π.Ε 163/2010) με την οποία η Έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη με έξοδα εναντίον του. Εφόσον εκδόθηκε Απόφαση, που έχει μάλιστα επικυρωθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, οι όποιοι σχολιασμοί του Αιτητή επί των γεγονότων που αποτέλεσαν το υπόβαθρο της Απόφασης δεν έχουν καμιά σημασία. Τη θέση του άκουσε το Δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση και αποφάσισε και η Απόφαση του έχει επικυρωθεί με την απόρριψη της Έφεσης του Αιτητή. Με την Ανταπαίτηση του είχε προβάλει τις απαιτήσεις του εναντίον της Τράπεζας. Εκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν. Δεν νομιμοποιείται επί των ιδίων ισχυρισμών να προβάλλει ξανά αξιώσεις, που, ακόμα κι' αν τις είχε νομότυπα προωθήσει με νέα αγωγή θα προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου. Καθ' όσον αφορά τη θεραπεία της ακύρωσης της υποθήκης Υ6239/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού «καθότι η σκοπούμενη μέσω αυτής εξασφάλιση δεν υφίσταται πλέον», σχετικό είναι το άρθρο 36
(1)(α) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2018, που αναφέρεται στη νομική βάση της Αίτησης, το οποίο προνοεί ότι: «Ακύρωσις υποθήκης υπό του δικαστηρίου 36.-
(1)Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι- (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη ή (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωμήν του ποσού δι' ο συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης ή (γ) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαμονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισμός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόμοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιανδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προμνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε ή διά της υποθήκης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακόν Δικαστήριον άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγμα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενομένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηματικού τινος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησομένου ποσού και οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτημα.» Τίποτα από όσα αναφέρει ο Αιτητής στις Ένορκες του Δηλώσεις δεν εντάσσει την περίπτωση του εντός των προνοιών του άρθρου 36. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο