← Κύπρος

Αγιομαμίτης κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 222/2018, 17/9/2018

Αγιομαμίτης κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 222/2018, 17/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 222/2018 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 και επί τοις Αφορώσι το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: XXXXX Αγιομαμίτης (ΑΔΤ XXXXX6470), εκ Λεμεσού XXXXX Αγιομαμίτου (ΑΔΤ XXXXX0458), εκ Λεμεσού Αιτητές/Εφεσείοντες Και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.09.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Διάκου για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία Για Καθ' ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους: κα Χατζηγιώρκη για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Βάσει των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια- Εφεσείουσα 2 με τη σύμβαση υποθήκης ημερομηνίας 16.12.1994 υποθήκευσε προς όφελος της Εφεσίβλητης Τράπεζας το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/7XX7 τεμάχιο X6 Φ/Σχ. 47/5316 VOI 1 στον Άγιο Μάμα στη Λεμεσό προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν από την Εφεσίβλητη. Στις 21.7.2998 καταχωρήθηκε η αγωγή υπ. Αρ. 5525/98 εκ μέρους της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσειόντων. Οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή και ως εκ τούτου στις 30.9.98 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για το ποσό των Λ.Κ 39.249,66 με τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ36.724,98 από τις 13.2.1998 μέχρι εξοφλήσεως. Δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης διατάχθηκε περαιτέρω η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και όπως το προϊόν της πώλησης καταλογισθεί έναντι της αξίωσης της Εφεσίβλητης Τράπεζας. Όπως δε προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα το εξ΄ αποφάσεως χρέος δεν εξοφλήθηκε ούτε το ενυπόθηκο ακίνητο πωλήθηκε. Η Εφεσίβλητη Τράπεζα προώθησε τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με τις πρόνοιες των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Ακολούθως στα πλαίσια της αναφερόμενης διαδικασίας στις 7.6.2018 εξέδωσε την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» η οποία επιδόθηκε στους Εφεσείοντες στις 18.6.

  1. Με τη παρούσα Αίτηση/Έφεση ζητείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης και η ακύρωσης της απόφασης της Εφεσίβλητης Τράπεζας για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι λόγοι όπως αυτοί καταγράφονται στην Αίτηση/Έφεση συνοψίζονται στο ότι: - η ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. -η ειδοποίηση είναι παράνομη, καταχρηστική και καθ΄ υπέρβαση του Νόμου. -η Εφεσίβλητη Τράπεζα παρέλειψε να ακολουθήσει τη την ορθή και νενομισμένη διαδικασία. -η ειδοποίηση είναι αντισυνταγματική. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα
  2. Οι λόγοι που προβάλλονται για την ακύρωση της ειδοποίησης εστιάζονται κυρίως στο γεγονός της ύπαρξης του διατάγματος Δικαστηρίου για την πώληση του ενυπόθηκου ακίνητου που εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει επίσης ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» δεν συνοδεύεται από τον τύπο «Θ» του δευτέρου παραρτήματος του Νόμου ούτε επισυνάπτονται σε αυτή καταστάσεις λογαριασμού. Τέλος κατόπιν νομικής συμβουλής ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση είναι αντισυνταγματική και αντίθετη με το άρθρο 23 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης και κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση με την οποία επικαλείται 22 λόγους για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Χωραΐτη, υπαλλήλου στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της Εφεσίβλητης Τράπεζας. Σε αυτή καταγράφονται διεξοδικά οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η απόρριψη της αίτησης με αναφορά και στα γεγονότα όπως αυτά επιβεβαιώνονται από τα επισυνημμένα στην ένσταση τεκμήρια καθώς και η ακολουθία των γεγονότων αποστολής των σχετικών ειδοποιήσεων σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου. Προβάλλεται περαιτέρω ότι οι Εφεσείοντες με βάση την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους εξακολουθούν να είναι υπερήμεροι. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων καθώς και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ένσταση έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται οι Εφεσείοντες προβάλλουν ως λόγο ακύρωσης της ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» ότι αυτή δεν συνοδεύεται από τον τύπο «Θ» και καταστάσεις λογαριασμού. Η θέση αυτή των Εφεσειόντων δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Οι σχετικές διατάξεις του Νόμου δεν απαιτούν όπως η ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» συνοδεύεται από το τύπο «Θ» και καταστάσεις λογαριασμού. Τούτο απαιτείται κατά την έναρξη της διαδικασίας που επιτυγχάνεται με την αποστολή της ειδοποίησης τύπου «Ι» (άρθρο 44Γ) συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού η οποία όταν ο δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα όπως στην προκειμένη περίπτωση συνοδεύεται από την ειδοποίηση «Θ» (άρθρο 44Β 2(α)). Με αυτήν καλείται ο οφειλέτης όπως εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Εφεσείοντες ότι στις 28.4.2018 επιδόθηκε σε αυτούς η ειδοποίηση τύπου «Ι» συνοδευόμενη από τη ειδοποίηση «Θ» και την κατάσταση λογαριασμού όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε δέσμη ως τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς τις απαιτήσεις της ειδοποίησης «Ι», τότε αποστέλλεται προς τον οφειλέτη και προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό· η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του ∆ευτέρου Παραρτήµατος, εντός περιόδου όχι µικρότερης των τριάντα

(30)ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Γ
(2)). Στην υπό κρίση υπόθεση η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» που είναι κοινώς αποδεκτό ότι αποστάλθηκε (Τεκμ Α στην Έφεση και Τεκμ 5 στην Ένσταση) πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να σχολιάσω τη θέση των Εφεσειόντων που εν πάση περιπτώσει τέθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων και δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους Έφεσης, ότι, στην κατάσταση λογαριασμού που τους επιδόθηκε με την ειδοποίηση τύπου «Ι» δεν αναλύεται ο τρόπος χρέωσης και/ή υπολογισμού του ποσού. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν τίθεται θέμα υπολογισμού του ποσού εφόσον τούτο είναι οφειλόμενο και επιβεβαιωμένο δυνάμει δικαστικής απόφασης. Σε σχέση με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων που σχετίζονται με την αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου ποσού τονίζω ότι αυτοί με βάση τις σχετικές διατάξεις του Νόμου δεν αποτελούν λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης «ΙΑ». Σε κάθε περίπτωση όμως πρόκειται για ισχυρισμούς που προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την αγόρευση των Εφεσειόντων και δεν περιλαμβάνονται στη Έφεση ή την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Συνεπώς ακόμα και αν συνιστούσαν λόγους ακύρωσης θα ήταν ανεπίτρεπτο να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο δεδομένου ότι η αγόρευση σαφώς και δεν είναι το σωστό μέτρο και βήμα για την εισαγωγή μαρτυρίας. Η θέση που κατά κύριο λόγο αναπτύχθηκε κατά την αγόρευση των Εφεσειόντων είναι ότι η ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» που τους επιδόθηκε στις18.6.2018 είναι παράνομη και καταχρηστική για το λόγο ότι με τη απόφαση ημερ. 30.9.2018 στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής, εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση του ενυπόθηκου ακίνητου. Υποστήριξαν ότι στη προκειμένη περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση δεν ακολουθείται η διαδικασία του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 αλλά οι Εφεσίβλητοι όφειλαν να ακολουθήσουν την νενομισμένη διαδικασία μέσω του κτηματολογίου. Προς υποστήριξη της θέσης τους επικαλούνται την απόφαση του Π.Ε.Δ. Λάρνακας στην Αίτηση/Έφεση 39/16 στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχει οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τη δήλωση σύμβασης υποθήκης, αλλά εξ΄ αποφάσεως χρέος. Με όλο το Σεβασμό ούτε αυτή η εισήγηση βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Κατά την κρίση μου σκοπός του μέρους VIA του νόμου, ήταν η επιτάχυνση των διαδικασιών πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και η είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την υποθήκη ποσών. Προς τούτο συνηγορούν και οι σύντομες προθεσμίες που τίθενται από τις ίδιες διατάξεις του Νόμου τόσο για την πληρωμή όσο και για την καταχώρηση της αίτησης και της έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο. Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση της Π.Ε.Δ. Πάφου στην Αίτηση/Έφεση 195/2016 που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη «Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίον του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος παρέχει δικαιώματα στον εξ΄ αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει.» Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω το υπό κρίση ζήτημα για την περίπτωση που υπάρχει η εξασφάλιση Διατάγματος του Δικαστηρίου για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, έχει πλέον αποσαφηνιστεί με το άρθρο 44 (4 Α) που προστέθηκε με την τελευταία τροποποίηση του Νόμου με τον Ν. 87 (Ι)/2018 που προνοεί τα ακόλουθα: 44 (4 Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόµου, η εξασφάλιση διατάγµατος ∆ικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάµει του εν λόγω διατάγµατος, είτε πριν είτε µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. Ενώ παράλληλα στην επιφύλαξη του άρθρου 44 Α
(3)καταγράφονται τα ακόλουθα: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόµου θα εφαρµόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2018. Ακόμα μία από τις εισηγήσεις των οι Εφεσείοντων είναι ότι στην επίδικη υποθήκη δεν υπάρχει όρος που να επιτρέπει στους εφεσίβλητους να προχωρήσουν με διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του Νόμου. Ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να γίνει αποδεκτή Με το άρθρο 44Α το οποίο καθορίζει την εφαρμογή του μέρους αυτού σε κάθε σύμβαση υποθήκης προγενέστερης ή μεταγενέστερης του Νόμου καθορίζεται ρητά πως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου. Ο νόμος συσχετίζοντας το Μέρος VIA με το προηγούμενο Μέρος VI, με το οποίο η πώληση επιτυγχανόταν μετά από αίτηση προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, προβλέπει ότι: «
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. Ακολούθως η επόμενη διάταξη προνοεί πως: «
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI: Τίθεται επίσης η πιο κάτω επιφύλαξη με την οποία οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται με το Μέρος VIA να αναπροσαρμόζονται και σε όσα ποσά έχουν καταστεί πληρωτέα πριν την εφαρμογή του: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Ο τελευταίος λόγος στον οποίο οι Αιτητές/ Εφεσείοντες στηρίζουν την Αίτηση Έφεση τους είναι ότι η ειδοποίηση είναι αντισυνταγματική. Κατ' αρχήν η διατύπωση του λόγου αυτού δεν είναι η ενδεδειγμένη καθότι εκείνο που εξετάζεται εφόσον εγερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η συνταγματικότητα του Νόμου. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Ακόμα και εάν γίνει αποδεκτό ότι οι Εφεσείοντες με τον πιο πάνω λόγο Έφεσης εγείρουν θέμα αντισυνταγματικότητας του Νόμου, όπως είναι γνωστό η συνταγματικότητα ενός νόμου ως ζήτημα νομικό εξετάζεται από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται εφόσον έχει δικογραφηθεί δεόντως και υποστηριχθεί από τις αναγκαίες λεπτομέρειες. Όπως τονίσθηκε στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, «η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν.» Στην υπό εξέταση περίπτωση πλην της πιο πάνω γενικής αναφοράς οι Εφεσείοντες δεν εξειδικεύουν στην Αίτηση/Έφεση τους τις διατάξεις του Νόμου που εισηγούνται ότι είναι αντισυνταγματικές σε συνάρτηση με συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος. Ούτε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Έφεση εξηγείται ή τίθεται το αιτιολογικό υπόβαθρο ώστε να εξηγείται ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας έτσι ώστε να αποσείεται το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται μόνο ότι η ειδοποίηση είναι αντίθετη με το άρθρο 23 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης και κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας χωρίς να εξηγείται με ποιο τρόπο ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω άρθρο. Βάσει των διατάξεων του άρθρου 23 του Συντάγματος η απόκτηση, χρήση και διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ατόμου αποτελούν ιδιωτική του υπόθεση. Τα περιουσιακά στοιχεία του ατόμου συνιστούν μέσα για την εξασφάλιση της ύπαρξης, τη διαμόρφωση του τρόπου της ιδιωτικής και επαγγελματικής του ζωής και τον προγραμματισμό της μελλοντικής πορείας του. Επέμβαση χωρεί μόνο, εφόσον εξουσιοδοτείται από το νόμο και είναι αποκλειστικά αναγκαία για ένα ή περισσότερους σκοπούς, που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο του Συντάγματος. Είναι σαφές ότι στην κρινόμενη περίπτωση οι Εφεσείοντες επέλεξαν τη δέσμευση της ακίνητης περιουσίας τους συνάπτοντας σύμβαση υποθήκης, για εξυπηρέτηση δικής τους οικονομικής ανάγκης και συγκεκριμένα την εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων. Συνεπώς κρίνεται πως καμία παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος αποδεικνύεται ότι έγινε. Κατά την αγόρευση τους οι Εφεσείοντες υποστήριξαν επίσης ότι οι πρόνοιες του Νόμου παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Η θέση αυτή δεν περιλαμβάνεται στους λόγους της Έφεσης ούτε και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει συνεπώς δεν θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση όμως υπογραμμίζεται πως δεν τίθεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι η σύμβαση υποθήκης συνάφθηκε με την ελεύθερη βούληση των Εφεσειόντων προς εξασφάλιση του χρέους τους προς τον ενυπόθηκο δανειστή αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα του τελευταίου να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο στη περίπτωση που το χρέος καταστεί οφειλόμενο. Με βάση τους όρους του επίδικου εγγράφου υποθήκης (τεκμ. 2 στην ένσταση) παρέχεται το δικαίωμα στην Εφεσίβλητη Τράπεζα να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο μέσω κτηματολογίου, είτε απευθείας, είτε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου. Η επιδίωξη συνεπώς της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω κανένας από τους λόγους της Αίτησης/ Έφεσης δεν ευσταθεί. Συνακόλουθα, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Application /Final Αναφορά: Αίτηση έφεση (πλειστηριασμός). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.