Ηλιάδης ν. Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 748/11, 6/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 748/11 Μεταξύ: XXXXX Ηλιάδης Ενάγοντα και
- XXXXX Χαραλάμπους
- XXXXX Χαραλάμπους Εναγομένων Ημερομηνία: 6.9.2018 Για Ενάγοντα: κ. Π. Κλεοβούλου. Για Εναγόμενη 1: κ. Μ. Ιωάννου. Για Εναγόμενο 2: κα Ε. Ιωάννου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχώρησε στις 16.2.11, ο Ενάγοντας αξίωνε γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημία που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης και/ή λόγω συμπεριφοράς των Εναγομένων εις βάρος της επιχείρησης ταχυφαγείου που διατηρούσε καθώς και διάφορα διατάγματα. Με την έκθεση απαίτησης που καταχώρησε στις 5.5.11 ζητά αποζημιώσεις και διατάγματα για τον ίδιο λόγο. Ενόψει όμως του ότι στο μεταξύ και συγκεκριμένα την 1.5.12 ο Ενάγοντας παρέδωσε την κατοχή του επίδικου καταστήματος, τα αιτούμενα διατάγματα κατέστησαν άνευ αντικειμένου και έτσι απομένουν πλέον προς εξέταση οι ακόλουθες αιτούμενες θεραπείες: (Α) Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημία, λόγω παράβασης σύμβασης και/ή λόγω συμπεριφοράς των Εναγομένων εις βάρος της επιχείρησης του. (Ε) Αποζημιώσεις €9.600 ως ζημία και/ή απώλειες ως αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς των Εναγομένων. (Στ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία. (Ζ) Νόμιμο τόκο. (Η) Έξοδα. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο ενοικιαστής ενός καταστήματος, το οποίο βρίσκεται στην οδό Αγίου Σιλά, XXXXX, στον Ύψωνα (στο εξής το «κατάστημα») το οποίο ενοικίασε και χρησιμοποιούσε ως ταχυφαγείο (παρ. 1 - η αναφορά σε παραγράφους θα γίνεται για τις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης). Οι Εναγόμενοι, είναι σύζυγοι και συνιδιοκτήτες του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το κατάστημα (παρ. 2). Την επιχείρηση ταχυφαγείου, η οποία στεγάζεται στο κατάστημα (στο εξής το «ταχυφαγείο») ο Ενάγων την αγόρασε τον Απρίλιο του 2004, με τη συγκατάθεση των Εναγομένων, από τον XXXXX Κασίνη, ο οποίος λειτουργούσε το ταχυφαγείο από το
- Ταυτόχρονα ο Ενάγων ενοικίασε το κατάστημα με βάσει ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 15.4.04, το οποίο συνήφθη μεταξύ αυτού και της Εναγομένης 1 και το οποίο ανανεώθηκε και ίσχυε μέχρι την 1.5.12 (παρ. 3). Η επιχείρηση ταχυφαγείου αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση, την οποία ο Ενάγων δημιούργησε από κοινού με την σύζυγο του και την διηύθυνε ο ίδιος αλλά από τον Φεβρουάριο 2011, για φορολογικούς λόγους και καθ' υπόδειξη του λογιστή του, ενεγράφη επ' ονόματι της συζύγου του, ως καταπιστευματοδόχου του (παρ. 4). Ο Ενάγων αγόρασε το ταχυφαγείο και ενοικίασε το κατάστημα υπό τους όρους και προϋποθέσεις που λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση του προκατόχου του, στους οποίους περιλαμβάνεται η ευχέρεια του να λειτουργεί τις ψησταριές του ταχυφαγείου, με φιάλες υγραερίου, που είχαν εγκατασταθεί από το 2002 στον εξωτερικό τοίχο του ταχυφαγείου, εντός του εσωτερικού χώρου στάθμευσης (παρ. 5). Ο Ενάγων εγείρει την παρούσα αγωγή ως ενοικιαστής του καταστήματος και/ή ως διευθυντής και/ή ως δικαιούχος του ταχυφαγείου και/ή εν μέρη δικαιούχος και/ή εν μέρη ως αντιπρόσωπος της συζύγου του (παρ. 6). Το κατάστημα κατά την ενοικίαση του και συμφώνως της άδειας οικοδομής διέθετε: (α) χώρο στάθμευσης οχημάτων εντός του οικοπέδου με είσοδο και έξοδο σ' αυτόν (στο εξής ο «εσωτερικός χώρος στάθμευσης», (β) χώρο στάθμευσης αναπήρων, ο οποίος βρίσκεται δίπλα από την είσοδο του εσωτερικού χώρου στάθμευσης, (γ) χώρο στάθμευσης μεταξύ πεζοδρομίου και κτηρίου, παραπλεύρως του καταστήματος και (δ) κολπίσκο στον δρόμο για στάθμευση οχημάτων έμπροσθεν του καταστήματος (παρ. 7). Οι Εναγόμενοι από κοινού και/ή με την ανοχή της Εναγομένης 1 προέβησαν στις ακόλουθες παράνομες ενέργειες: (α) ανέχθηκαν και/ή επέτρεψαν και/ή μετέτρεψαν το χώρο στάθμευσης των αναπήρων σε κατάστημα, (β) ανήγειραν στην είσοδο - έξοδο του χώρου στάθμευσης αμαξοστάσιο με θύρα, (γ) έκλεισαν τους παρακείμενους χώρους του καταστήματος και/ή τον κολπίσκο του δρόμου μεταξύ κτιρίου και πεζοδρομίου, καταργώντας τους χώρους στάθμευσης και/ή αποκλείοντας την στάθμευση έξωθεν του καταστήματος, (δ) ανήγειραν βεράντα και/ή σκάλα στην κουζίνα της οικίας τους και (ε) ανέχθηκαν και/ή μετέτρεψαν ανώγειο διαμέρισμα σε φροντιστήριο (παρ. 8). Οι εν λόγω επεμβάσεις των Εναγομένων παρενοχλούσαν και/ή παρεμπόδιζαν τον Ενάγοντα να λειτουργεί απρόσκοπτα το ταχυφαγείο (παρ. 9) έχοντας τις ακόλουθες συνέπειες:
(1)η υπό (β) ανωτέρω, παρεμπόδιζε τον Ενάγοντα και/ή τους προμηθευτές του και/ή την Πυροσβεστική Υπηρεσία να εισέρχονται στον εσωτερικό χώρο στάθμευσης, όπου ήταν εγκατεστημένες οι φιάλες υγραερίου με τις οποίες λειτουργούσε η ψησταριά του ταχυφαγείου και να τις αντικαθιστούν, επιθεωρούν και ελέγχουν,
(2)η υπό (α) ανωτέρω παρεμπόδιζε την στάθμευση πελατών του για πρόσβαση στο κατάστημα,
(3)η υπό (γ) ανωτέρω, καταργούσε τους χώρους στάθμευσης (παρ. 10). Οι παράνομες επεμβάσεις υπό (α-ε) ανωτέρω άρχισαν περί το έτος 2005 και έγιναν σταδιακά (παρ. 11). Από την μετατροπή της εισόδου του εσωτερικού χώρου στάθμευσης σε αμαξοστάσιο και μέχρι τον Οκτώβριο 2010 οι Εναγόμενοι επέτρεπαν την είσοδο του Ενάγοντα και/ή των αντιπροσώπων του και/ή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στην είσοδο του εσωτερικού χώρου στάθμευσης για αντικατάσταση και/ή επιθεώρηση των φιαλών υγραερίου (παρ. 12). Η είσοδος στον εσωτερικό χώρο στάθμευσης και ο έλεγχος και/ή αντικατάσταση των φιαλών υγραερίου μέχρι τέλος Ιανουάριου 2011 γίνονταν είτε κανονικά από την είσοδο του αμαξοστασίου είτε, οσάκις η είσοδος ήταν κλειστή, από την ιδιωτική είσοδο της κατοικίας των Εναγομένων, η οποία κατοικία γειτνιάζει του καταστήματος (παρ. 13). Το Σεπτέμβριο 2010 ο Ενάγων θέλησε να πωλήσει την επιχείρηση του ταχυφαγείου σε τρίτο άτομο αλλά οι Εναγόμενοι δεν το αποδέχθηκαν αυτό και από τότε επιδιώκοντας να εκβιάσουν τον Ενάγοντα να παραδώσει κατοχή του καταστήματος άρχισαν να εγείρουν διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων ισχυριζόμενη οχληρία και δεν επέτρεπαν την ελεύθερη πρόσβαση στο σημείο που ήταν τοποθετημένες οι φιάλες υγραερίων (παρ. 14). Από τον Νοέμβριο του 2010 μέχρι τον Ιανουάριο 2011 υπήρξε ύφεση στην ως άνω συμπεριφορά των Εναγομένων αλλά περί το τέλος Ιανουάριου 2011 άρχισαν πάλι να παρακωλύουν τον Ενάγοντα και/ή τους αντιπροσώπους του να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στον χώρο των φιαλών και ο Ενάγων κατήγγειλε την εν λόγω συμπεριφορά στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, ενώ ταυτόχρονα εγκατέστησε φιάλη υγραερίου εσωτερικώς του καταστήματος, πλην όμως η Πυροσβεστική Υπηρεσία του το απαγόρευσε καθ' ότι αυτό απαγορεύεται από το Νόμο (παρ. 15). Από τις αρχές Φεβρουάριου οι Εναγόμενοι αρνούνταν πεισματικά να επιτρέψουν την πρόσβαση του Ενάγοντα στον χώρο που βρίσκονται οι φιάλες υγραερίου και παρά την έκδοση προσωρινού διατάγματος εξακολουθούσαν να αρνούνται να συμμορφωθούν (παρ. 16). Ένεκα των ως άνω παράνομων ενεργειών των Εναγομένων η επιχείρηση ταχυφαγείου υπολειτουργούσε και/ή δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσει καθ' ότι δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία η ψησταριά γύρου, η οποία προ της απαγόρευσης της πρόσβασης στο χώρο των φιαλών απέφερε ημερησίως έσοδα €35 περίπου, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να υφίσταται ζημία απροσδιορίστου ποσού αφού δεν μπορεί να εκτιμήσει την δυνητική αύξηση της πελατείας του αλλά προσδιορίζοντας την ελάχιστη απώλεια ημερησίου κέρδους σύμφωνα με τις εισπράξεις μέχρι τον Ιανουάριο 2011 και αναφορικά με την περίοδο από 1.2.11 έως 1.5.12 που λήγει το συμβόλαιο, υπολόγισε ότι θα προκληθεί ελάχιστη ζημία ποσού €6.100 (παρ. 17). Επιπλέον οι παράνομες επεμβάσεις στους εξωτερικούς χώρους στάθμευσης και στον χώρο στάθμευσης αναπήρων αποστέρησε τον Ενάγοντα αναμενόμενο κέρδος για την περίοδο από 1.2.11 έως 1.5.12 ύψους περίπου €3.000 (παρ. 18). Επίσης η όλη συμπεριφορά των Εναγομένων επέβαλλε στον Ενάγοντα ανάλογα μέτρα και σε έξοδα ή αναμενόμενα έξοδα ποσού €500 περίπου (παρ. 19). Οι ως άνω εκτιμήσεις της ζημίας απωλειών και δαπανών είναι κατά προσέγγιση και η ζημιά που προκαλούσαν οι Εναγόμενοι δεν είναι εύκολα αποτιμητή σε χρήμα αφού η απώλεια πελατών και η δυναμική που μπορούσε να αναπτύξει το ταχυφαγείο δεν μπορεί να προσδιορισθεί χρηματικά (παρ. 20). Οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν κατ' αρχάς στην υπεράσπιση τους ότι ο Ενάγων δεν έχει δικαίωμα έγερσης της αγωγής καθότι προγενέστερα και δη το 2010 μεταβίβασε και ενέγραψε επ' ονόματι της συζύγου του την αναφερόμενη επιχείρηση ταχυφαγείου και άρα δεν υπάρχει πλέον «privity of contract» μεταξύ αυτού και των Εναγομένων. Ανεξαρτήτως και άνευ βλάβης αυτού ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι προσωπικά ο ίδιος ουδεμία θέση έχει στην παρούσα καθώς το ενοικιασθέν κατάστημα είναι ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 και το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι μεταξύ αυτή και του Ενάγοντα, καλύπτει την περίοδο ενοικίασης από 1.5.10 μέχρι 1.5.12 και τα οποιαδήποτε ενοίκια εισπράττονταν από την Εναγομένη
- Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης των πιο πάνω οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους και καθένα των ισχυρισμών του Ενάγοντα εκτός όσων ρητά παραδέχονται και σε περαιτέρω απάντηση υποστηρίζουν τα ακόλουθα: Εκτός του ότι ο Ενάγων ενοικίασε από την Εναγομένη 1 το αναφερόμενο κατάστημα αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 (η αναφορά σε παραγράφους θα γίνεται για τις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης) και ειδικότερα ότι ο Ενάγων ενοικίασε ταχυφαγείο. Ισχυρίζονται δε ότι αυτός ενοικίασε ένα κατάστημα και το μετέτρεψε παράνομα και κατά παράβαση των όρων της ενοικίασης σε σουβλατζίδικο και γυράδικο. Παραδέχονται την παράγραφο 2 πλην όμως διευκρινίζουν ότι το κατάστημα είναι ιδιοκτησία της Εναγομένης 1 και είναι για αυτό τον λόγο που το ενοικιαστήριο έγγραφο έγινε μεταξύ αυτής και του Ενάγοντα. Αρνούνται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 3 και αναφέρουν ότι ο Κασίνης δεν ενοικίαζε μόνο το επίδικο κατάστημα αλλά ολόκληρο το σύμπλεγμα καταστημάτων, το οποίο αποτελείται από 3 καταστήματα και δεν το χρησιμοποιούσε ως ταχυφαγείο αλλά ως ταβέρνα. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε έδωσαν την συγκατάθεση τους να αγοράσει ο Ενάγων επιχείρηση από τον Κασίνη και ουδεμία ανάμειξη είχαν στις μεταξύ τους συμφωνίες για τις οποίες έχουν πλήρη άγνοια. Η ενοικίαση του καταστήματος στον Ενάγοντα δεν συνδεόταν με οποιοδήποτε τρόπο και δεν είχε καμία σχέση με την επιχείρηση που ασκούσε ο Κασίνης, ο οποίος διατηρούσε ταβέρνα ενώ ο Ενάγων διατηρούσε take away. Η μόνη συμφωνία που βρίσκεται σε ισχύ, είναι το ενοικιαστήριο έγγραφο που υπεγράφη μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 και ισχύει για δύο χρόνια δηλαδή από την 1.5.10 μέχρι 1.5.
- Οι Εναγόμενοι αγνοούν, όσον αφορά την παράγραφο 4, αν το δήθεν ταχυφαγείο είναι οικογενειακή επιχείρηση ή ότι έγινε υπόδειξη από τον λογιστή να εγγραφεί στο όνομα της συζύγου του Ενάγοντα ως καταπιστευματοδόχου. Δεν γνωρίζουν δε αν ο Ενάγων έχει φορολογικά προβλήματα ούτε για οποιοδήποτε καταπίστευμα για το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ύπαρξης του. Αρνούνται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 5 και αναφέρουν ότι έχουν πλήρη άγνοια για τους όρους και προϋποθέσεις που αγόρασε ο Ενάγων το ταχυφαγείο και εν πάση περιπτώσει οι ίδιοι δεν δεσμεύονται από τους εν λόγω όρους και προϋποθέσεις ούτε και έχουν δεσμευθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να επιτρέπουν στον Ενάγοντα να τοποθετεί και χρησιμοποιεί φιάλες υγραερίου στον εσωτερικό χώρο στάθμευσης διότι ο Ενάγων χρησιμοποιεί το υγραέριο για να ψήνει γύρους πράγμα με το οποίο ουδέποτε συμφώνησαν. Περαιτέρω αρνούνται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 6 και αναφέρουν ότι σε κάθε περίπτωση εάν συνέβηκαν αυτά που ισχυρίζεται ο Ενάγων, σημαίνει ότι παρέβηκε τον όρο 4 του ενοικιαστηρίου εγγράφου διότι παραδέχεται ότι χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Εναγομένης 1 μετενοικίασε ή υπενοικίασε ή εκχώρησε τα δικαιώματα του σε τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα στην σύζυγο του, χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Εναγομένης
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται επίσης τους ισχυρισμούς των παραγράφων 7-
- Είναι η θέση τους ότι ο Ενάγων συνήψε ένα ενοικιαστήριο έγγραφο με το οποίο ενοικίασε ένα κατάστημα από την Εναγομένη 1 από την 1.5.10 μέχρι 1.5.12 και ουδέποτε αυτοί παραβίασαν οποιοδήποτε από τους όρους του εν λόγω εγγράφου. Αντίθετα είναι ο Ενάγων που παραβίασε ουσιώδεις όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Αρνούνται δε τους ισχυρισμούς της παραγράφου 11 και ισχυρίζονται ότι σε καμία παράνομη επέμβαση ή μετατροπή προέβηκαν και οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι ανυπόστατοι και ανεδαφικοί. Αρνούνται επίσης και τους ισχυρισμούς των παραγράφων 12 και
- Αρνούνται δε τους ισχυρισμούς της παραγράφου 14, πλην του ότι υπήρξε κάποια αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων και του ότι ο Ενάγων τον Σεπτέμβριο του 2010 ζήτησε από τους Εναγομένους να πωλήσει την επιχείρηση σε τρίτο άτομο και να εκχωρήσει τα δικαιώματα του από το ενοικιαστήριο έγγραφο σε τρίτο άτομο κατά παράβαση του όρου 4 του ενοικιαστηρίου εγγράφου, πράγμα το οποίο αρνήθηκαν. Πλην ότι ο Ενάγων εγκατέστησε φιάλη υγραερίου εσωτερικά στο κατάστημα του προκειμένου να εκτελεί τις εργασίες του και να μην υφίσταται οποιαδήποτε ζημία οι Εναγόμενοι αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των παραγράφων 15 και 16 και αρνούνται ότι οποτεδήποτε εμπόδισαν τον Ενάγοντα να έχει ελεύθερη πρόσβαση στις φιάλες υγραερίου και ότι από τις αρχές Φεβρουάριου αρνούνταν να επιτρέπουν την πρόσβαση του Ενάγοντα στον χώρο που βρίσκονται οι φιάλες. Περαιτέρω αρνούνται τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 17-20 και ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων ουδεμία ζημία υπέστη και οι ισχυρισμοί του περί πρόκλησης ζημιών αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του προκειμένου να τους εκβιάσει να του επιτρέψουν να εκχωρήσει τα δικαιώματα του από την σύμβαση ενοικίασης σε τρίτο. Διαζευκτικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς:
(1)αρνούνται ότι η ψησταριά γύρου είχε ημερήσια έσοδα €35 διότι ουδέποτε ο Ενάγων σταμάτησε να την λειτουργεί εφόσον τοποθέτησε φιάλες υγραερίου εντός του καταστήματος,
(2)αρνούνται ότι ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημία διότι η επιχείρηση που ασκούσε κατ' ουσία ήταν σουβλατζίδικο και χρησιμοποιούσε φυσικό κάρβουνο και ουδέποτε σταμάτησε να ασκεί αυτή την δραστηριότητα,
(3)αρνούνται ότι ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημία διότι ουδέποτε τον εμπόδισαν να ασκεί τις εργασίες του,
(4)αρνούνται ότι ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημία εξ υπαιτιότητας τους και αν ακόμα αποδειχθεί ότι υπέστη τέτοια αυτή οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα και αυτός ουδέν μέτρο έλαβε για μείωση της. Εν κατακλείδι αρνούνται τις αξιώσεις του Ενάγοντα και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα. Μαρτυρία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας, ο οποίος κάλεσε και 3 μάρτυρες. Από την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν οι ίδιοι και κάλεσαν άλλους 2 μάρτυρες. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα (Μ.Ε.1), οι Εναγόμενοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ενός ακινήτου, στην οδό Αγίου Συλά αρ. XXXXX στον Ύψωνα. Σ' ολόκληρο το εν λόγω ακίνητο είναι κτισμένο ένα κτίριο, το οποίο αποτελείται από 3 καταστήματα στο ισόγειο και ανώγειο διαμέρισμα. Επίσης στο ίδιο οικόπεδο βρίσκεται και η κατοικία των Εναγομένων, η οποία εφάπτεται του προαναφερόμενου κτιρίου. Το ένα εκ των 3 καταστημάτων, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, ενοικιάσθηκε από τον Ενάγοντα τον Απρίλιο 2004 για χρήση ως ταχυφαγείο, αρχικά για δύο έτη αλλά η ενοικίαση παρατάθηκε μέχρι την 1.5.
- Το κατάστημα χρησιμοποιείτο ως ταχυφαγείο και από τον προηγούμενο ένοικο, Λευτέρη Κασίνη, ο οποίος το ενοικίαζε από το 2002-
- Ο Ενάγοντας αγόρασε την επιχείρηση του ταχυφαγείου, δηλ. ψησταριά γύρων και σουβλακιών από τον Κασίνη το
- Σε επαφή με τον Κασίνη τον έφερε ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είχε ακούσει ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει τέτοια επιχείρηση. Ο εξοπλισμός που αγόρασε από τον Κασίνη αφορούσε όλα όσα βρίσκονταν στον εσωτερικό χώρο ετοιμασίας φαγητού. Όταν ο Κασίνης τον ξενάγησε στον χώρο του υπέδειξε επίσης την εγκατάσταση υγραερίου που τροφοδοτούσε τις ψησταριές των γύρων, η οποία έγινε το 2002 και βρισκόταν σε κοινόχρηστο χώρο, έξω από τον εξωτερικό τοίχο και πλησίον του χώρου στάθμευσης, στο πίσω μέρος του ενοικιαζόμενου καταστήματος ενώ η ψησταριά βρισκόταν εντός του καταστήματος. Στον χώρο όπου βρισκόταν η εγκατάσταση αυτή υπήρχε πρόσβαση από την δυτική κοινόχρηστη είσοδο και έξοδο του καταστήματος επί της οδού Δημοσθένους, η οποία είναι κάθετη επί της οδού Αγίου Συλά. Από εκείνο το σημείο, όπως του εξήγησε ο Κασίνης, ο προμηθευτής των φιαλών υγραερίου είχε πρόσβαση προς το χώρο που ήταν η εγκατάσταση υγραερίου για να αντικαθιστά τις φιάλες. Δηλ. ο Ενάγοντας ενοικίασε το κατάστημα υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που λειτουργούσε υπό την διεύθυνση του προκατόχου του και άρα και με την προϋπόθεση να λειτουργεί τις ψησταριές του γύρου, με φιάλες υγραερίου. Πέραν των ως άνω ο Εναγόμενος 2 έφερε τον Ενάγοντα σε επαφή με συγκεκριμένο προμηθευτή υγραερίου, ο οποίος τον προμήθευε με γκάζια από το 2004 μέχρι το 2009 ενώ μετά τον αντικατέστησε με άλλον. Το αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο, όπως και τα επόμενα, υπεγράφησαν μόνο από την Εναγόμενη 1, διότι αυτή ισχυριζόταν ότι ήταν η μόνη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και τα εν λόγω ενοικιαστήρια ήταν τυποποιημένα, αγορασμένα από βιβλιοπωλείο, συμπληρωμένα και υπογραμμένα από την Εναγόμενη 1, δεν περιέχονταν σ' αυτά λεπτομέρειες και ο Ενάγοντας απλώς υπέγραφε καλόπιστα. Το κατάστημα, κατά την ενοικίαση του και συμφώνως της άδειας οικοδομής διέθετε: (α) χώρο στάθμευσης των οχημάτων εντός του οικοπέδου με είσοδο και έξοδο σ' αυτόν, (β) χώρο στάθμευσης αναπήρων, ο οποίος βρισκόταν πλησίον της εισόδου και εξόδου του χώρου στάθμευσης, (γ) χώρο στάθμευσης μεταξύ πεζοδρομίου και κτηρίου, παραπλεύρως του καταστήματος και (δ) παρόδιο χώρο στάθμευσης, κοινώς κολπίσκο, στον δρόμο για στάθμευση οχημάτων έμπροσθεν του καταστήματος. Οι Εναγόμενοι σταδιακά, μέχρι και τον χρόνο που ο Ενάγοντας ενοικίασε το υποστατικό για πρώτη φορά προέβησαν χωρίς άδεια, στις ακόλουθες ενέργειες: (α) μετέτρεψαν το χώρο στάθμευσης των αναπήρων σε κατάστημα και έκλεισαν την είσοδο - έξοδο του κτηρίου που οδηγούσε στους εξωτερικούς χώρους στάθμευσης και τους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης, την οποία μετέτρεψαν σε αμαξοστάσιο με θύρες, στο οποίο στάθμευαν τα οχήματά τους, (β) κατάργησαν τους παρακείμενους του καταστήματος χώρους στάθμευσης, (γ) στον εσωτερικό χώρο στάθμευσης ανήγειραν παράνομα βεράντα για την οικία τους και κατασκεύασαν σκάλα της κουζίνας και (δ) μετέτρεψαν τον κολπίσκο σε πεζοδρόμιο. Μέχρι το 2010 το κατάστημα λειτουργούσε με τον πιο πάνω τρόπο, τον οποίο οι Εναγόμενοι είχαν αποδεχθεί ενώ ακόμη η επιχείρηση λειτουργούσε επ' ονόματι του Κασίνη. Πέραν τούτου ο Ενάγοντας λειτουργούσε την επιχείρηση χωρίς οι Εναγόμενοι να του εγείρουν οποιοδήποτε θέμα μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου
- Η επιχείρηση του λειτούργησε χωρίς προσκόμματα και προβλήματα από τους Εναγόμενους εκτός από τις προαναφερόμενες παράνομες οικοδομικές επεμβάσεις, οι οποίες του αποστέρησαν κάποια πλεονεκτήματα, όπως χώρους στάθμευσης αλλά θεώρησε αυτά όχι τόσο σημαντικά για να δημιουργήσει εχθρικές σχέσεις με τους Εναγομένους. Παρά δε το γεγονός ότι με τις εν λόγω επεμβάσεις οι Εναγόμενοι έκλεισαν την είσοδο στο χώρο στάθμευσης, στον οποίο ήταν εγκατεστημένες οι φιάλες υγραερίου, εντούτοις μέχρι τον Οκτώβριο 2010, άφηναν την πόρτα ανοικτή από την οδό Δημοσθένους και ο προμηθευτής των υγραερίων μπορούσε να έχει πρόσβαση στο σημείο και αν η πόρτα ήταν κλειστή μπορούσε να έχει πρόσβαση εκεί από την είσοδο της οικίας των Εναγομένων. Η επιχείρηση του ταχυφαγείου αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση, την οποία δημιούργησε ο Ενάγοντας από κοινού με τη σύζυγό του και την οποία διεύθυνε μεν αυτός αλλά από τον Φεβρουάριο 2011, για φορολογικούς λόγους και καθ' υπόδειξη του λογιστή του, ενεγράφη επ' ονόματι της συζύγου του, ως καταπιστευματοδόχου του. Μέχρι αρχές Οκτωβρίου 2010 οι σχέσεις του με τους Εναγόμενους ήταν καλές και παρά τις παράνομες επεμβάσεις τους στους χώρους στάθμευσης εντούτοις δεν διαμαρτυρήθηκε, θέλοντας να έχει καλές σχέσεις μαζί τους. Και οι Εναγόμενοι ήταν συνεργάσιμοι, ήτοι από τον Απρίλιο του 2004 μέχρι τον Οκτώβριο του 2010, επέτρεπαν την αντικατάσταση των φιαλών, οσάκις έχρηζαν αντικατάστασης, ουδέποτε αμφισβήτησαν το δικαίωμα του να έχει πρόσβαση στις φιάλες και επέτρεπαν στον προμηθευτή του να τις αντικαθιστά. Οι σχέσεις του με τους Εναγομένους κατέστησαν εχθρικές από τις αρχές Οκτωβρίου του 2010, όταν επιδίωξε να πωλήσει την επιχείρηση με τον ίδιο τρόπο και διαδικασία όπως την είχε αγοράσει, δηλ. αφού πρώτα ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 ότι αποφάσισε να πωλήσει την επιχείρηση. Η Εναγόμενη 1 του είπε «Κανένα πρόβλημα, να διαπραγματευτείς εσύ τον εξοπλισμό και τον αέρα και μετά να μου στείλεις τον ενδιαφερόμενο για να συμφωνήσουμε το ενοίκιο». Από τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2010 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2010 ο Ενάγοντας ανάρτησε πανό προς πώληση της επιχείρησης. Για διάστημα 10 ημερών από την ημερομηνία ενημέρωσης της Εναγόμενης 1 και ανάρτησης του πανό δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Υπήρξαν 3 ενδιαφερόμενοι και είχε καταλήξει σε ένα. Συμφώνησε μαζί του την πώληση της επιχείρησης για το ποσό των €40.000 και του είπε πριν προχωρήσουν στα διαδικαστικά να μιλήσει με τους ιδιοκτήτες για το ενοίκιο. Ωστόσο μετά την συνάντηση του ενδιαφερομένου αγοραστή με τους Εναγόμενους τον πήρε τηλέφωνο περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2010 ο Εναγόμενος 2 και του είπε «Αν νομίζεις ότι θα σε αφήσω να κάμεις €40.000 πάνω στην περιουσία μου να το βγάλεις από το νου σου». Ο Ενάγοντας αμέσως πήρε τηλέφωνο την Εναγομένη 1 και της ανέφερε τα όσα του είπε ο σύζυγος της και εκείνη του είπε «Εγώ προσπαθώ να κτίσω και εσύ μου τα χαλάς». Ο Ενάγοντας την ρώτησε «Τι είναι αυτά που μου λες;» και αμέσως του έκλεισε το τηλέφωνο. Από τότε οι Εναγόμενοι άρχισαν ένα ψυχολογικό πόλεμο εναντίον του και αρχές Οκτωβρίου του 2010 ο Εναγόμενος 2 τον απείλησε ότι εάν δεν έφευγε από το κατάστημα θα τον κατάγγελλε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων ότι πήγαινε στο κατάστημα με το αυτοκίνητο της Υπηρεσίας εν ώρα εργασίας. Ο Ενάγοντας δεν είχε εγγραφεί στο Τμήμα του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και αρχές Νοεμβρίου του 2010 ο Εναγόμενος 2 τον κατάγγειλε στο Φ.Π.Α. ότι πωλούσε 700 πίττες την εβδομάδα και δεν πλήρωνε Φ.Π.Α. Ο Εναγόμενος 2 παρέδωσε στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. έγχρωμη φωτογραφία του καταστήματος, η οποία λήφθηκε έξω από την βιτρίνα την ώρα που το κατάστημα ήταν κλειστό, όπου φαίνονταν οι πίττες, οι οποίες ήταν τοποθετημένες μέσα σε σακούλια πάνω στο τραπέζι. Η εν λόγω καταγγελία είχε ως αποτέλεσμα την από μέρους του Ενάγοντα καταβολή χιλιάδων ευρώ για Φ.Π.Α., πρόστιμο και τόκους. Τέλος Οκτώβριου του 2010 και αρχές Νοέμβριου του 2010 ο Εναγόμενος 2 τον κατάγγειλε δυο φορές στο Υγειονομείο, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υγιεινής. Ωστόσο όταν το υγειονομείο επισκέφθηκε το κατάστημα τα βρήκε όλα στην εντέλεια και του εξέδωσε πιστοποιητικό καταλληλόλητας. Παρά τις υπονομεύσεις των Εναγομένων ο Ενάγοντας συνέχισε να δουλεύει το ταχυφαγείο και οι Εναγόμενοι κλιμάκωσαν τις μεθοδεύσεις τους με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να φύγει από το κατάστημα. Έκλειναν τις πόρτες του παρανόμως ανεγερθέντος αμαξοστασίου στο σημείο της εισόδου/εξόδου του κτηρίου ώστε να αποκόπτεται η πρόσβαση προς τον χώρο που ήταν τοποθετημένες οι φιάλες υγραερίου. Μάλιστα κατά την επίσκεψη του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας στο χώρο τον φιαλών τον Οκτώβριο του 2010, ο Εναγόμενος 2 τον απείλησε ότι θα έφευγε και αυτός και τα γκάζια από εκεί. Τον Νοέμβριο του 2010 ο Εναγόμενος 2 προέβη σε προφορικές καταγγελίες στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας για την επιχείρηση του Ενάγοντα και για τον λειτουργό που διενήργησε την επιθεώρηση και δήθεν κάλυψε τον Ενάγοντα. Το 2011 συνέχισε με γραπτές καταγγελίες στο ίδιο Τμήμα. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 5 αντίγραφο πιστοποιητικού, ημερ. 11.11.10, το οποίο εξέδωσε το Τμήμα Επιθεωρήσεως Εργασίας. Μέσα Νοεμβρίου του 2010 εξαντλήθηκε το υγραέριο και οι Εναγόμενοι δεν επέτρεπαν στον προμηθευτή να εισέλθει στο χώρο που ήταν η εγκατάσταση για να προβεί στην αλλαγή των φιαλών. Υπό τις περιστάσεις ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να αναθέσει το θέμα σε δικηγόρο, ο οποίος απέστειλε στους Εναγομένους επιστολή ημερ. 24.11.
- Μετά την επιστολή οι Εναγόμενοι άνοιξαν τις πόρτες του αμαξοστασίου στην δυτική κοινόχρηστη είσοδο των καταστημάτων. Ο δικηγόρος του τον είχε συμβουλεύσει, επειδή είχαν διασαλευτεί οι σχέσεις τους, ότι δεν έπρεπε πλέον να επιχειρήσει να μπει από την νότια είσοδο της οικίας των Εναγόμενων διότι θα τον κατάγγελλαν για παράνομη είσοδο σε ιδιωτική περιουσία. Επειδή η απαγόρευση της πρόσβασης στα υγραέρια από τους Εναγόμενους προκαλούσε έλλειψη ελέγχου και θέμα ασφάλειας ο Ενάγοντας αποτάθηκε στην Αστυνομία και την Πυροσβεστική, οι οποίοι όμως τον παρέπεμψαν σε άλλα Τμήματα αλλά δεν βρήκε λύση στο πρόβλημά. Σε περίπτωση που κάποτε ήταν ανοικτό το αμαξοστάσιο, οι Εναγόμενοι είχαν αντικανονικά σταθμευμένα μέσα τα δυο οχήματα τους έτσι ώστε ήταν αδύνατη η πρόσβαση στις φιάλες υγραερίου. Ο Ενάγοντας προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τροφοδοτήσει την επιχείρηση με υγραέριο αλλά εκείνοι αρνούνταν να συνεργαστούν. Ο Εναγόμενος 2 περνούσε τον περισσότερο χρόνο σπίτι του και δεν επέτρεπε στον Ενάγοντα να χρησιμοποιεί τους κοινόχρηστους χώρους. Παράλληλα είχε απαίτηση να πληρώνει ο Ενάγοντας κοινόχρηστα, όπως προέβλεπε το ενοικιαστήριο έγγραφο. Ένεκα των ως άνω ενεργειών των Εναγομένων η επιχείρηση ταχυφαγείου υπολειτουργούσε καθ' ότι δεν μπορούσαν να τεθούν σε λειτουργία οι ψησταριές γύρου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υφίσταται ζημία. Εκ των γεγονότων απωλέσθηκε η πελατεία και η προοπτική να ανοίξει κατάστημα κάπου αλλού, σε ευρύτερα κοντινό σημείο. Αρχές Φεβρουάριου 2011, όταν ο προμηθευτής του επιχείρησε να εισέλθει για να του αντικαταστήσει τις φιάλες υγραερίου αντιμετώπισε τις απειλές του Εναγόμενου
- Ο προμηθευτής τηλεφώνησε στον Ενάγοντα ότι δεν του επέτρεπε να περάσει. Ο Ενάγοντας πήγε και κτυπούσε τις θύρες του αμαξοστάσιου και βγήκε ο Εναγόμενος 2 και τον ρώτησε τι θέλει. Ο Ενάγοντας του είπε ότι πρέπει να αντικαταστήσει τις φιάλες. Εκείνος του απάντησε ότι ο χώρος είναι δικός του και δεν του επέτρεπε να περάσει και κλείδωσε την είσοδο. Αποτέλεσμα ήταν να μην αντικατασταθούν οι φιάλες και συνεπεία τούτου να μην μπορεί ο Ενάγοντας να δουλέψει τους γύρους. Η εν λόγω εξέλιξη τον υποχρέωσε να λειτουργήσει τις συσκευές του ταχυφαγείου με μικρότερες φιάλες υγραερίου οικιακής χρήσης, τις οποίες εγκατέστησε εντός του ταχυφαγείου, αφού μετέτρεψε την διασωλήνωση των συσκευών αλλά και αυτή η λύση, όταν εντός μιας εβδομάδας έγινε αντιληπτή από τους Εναγόμενους, καταγγέλθηκε από αυτούς στο αρμόδιο Τμήμα για επικινδυνότητα και έτσι λειτουργός του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας τον ειδοποίησε τηλεφωνικώς να απομακρύνει τις φιάλες οικιακής χρήσεως. Μετά τις ενέργειες των Εναγομένων να απαγορεύουν την είσοδο του προμηθευτή υγραερίων ο Ενάγοντας επιδιώκοντας να βρει λύση στο πρόβλημά του κατάγγειλε τους Εναγομένους για τις πολεοδομικές τους παρατυπίες και ο Έπαρχος τους απέστειλε σχετική ειδοποίηση με την οποία μεταξύ άλλων τους καλούσε να κατεδαφίσουν το αμαξοστάσιο και την βεράντα αλλά οι Εναγόμενοι καθυστέρησαν να το πράξουν για ένα χρόνο. Προς άρση των παρανομιών των Εναγόμενων και στην προσπάθεια του απέστειλε πολλές επιστολές στα αρμόδια Τμήματα και στην Επίτροπο Διοικήσεως, η οποία με πόρισμά της εξανάγκασε τον Έπαρχο να λάβει μέτρα και να εξαναγκάσει τους Εναγομένους να κατεδαφίσουν το παράνομο αμαξοστάσιο. Κατέθεσε δε σχετική αλληλογραφία (ως τεκμήρια 6, 8-13). Αφού δεν είχε άλλη διέξοδο για να δουλέψει τις ψησταριές του γύρου αναγκάστηκε να προσφύγει σε δικηγόρο, ο οποίος τον συμβούλευσε να καταχωρήσουν αγωγή και να ζητήσουν προσωρινό διάταγμα εναντίον των Εναγομένων για να σταματήσουν να τον παρεμποδίζουν να δουλέψει. Έτσι καταχώρησε την παρούσα αγωγή και στις 25.2.11, το Δικαστήριο εξέδωσε παρεμπίπτον διάταγμα, το οποίο απαγόρευε στους Εναγομένους να παρεμποδίζουν την είσοδο και την πρόσβαση τόσο του Ενάγοντα όσο και των προμηθευτών των φιαλών υγραερίου, στον εσωτερικό χώρο σταθμεύσεως και στο σημείο όπου είχε τοποθετημένες τις φιάλες. Στις 26.2.11 το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 αλλά αυτή συνέχισε την ίδια τακτική, δηλ. συνέχισε να κλείνει τις θύρες του αμαξοστασίου, είτε έκλεινε την είσοδο με αυτοκίνητα και παρεμπόδιζε την ελεύθερη πρόσβαση στο χώρο υγραερίων. Ένεκα της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων στο προσωρινό Διάταγμα, έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του και καταχώρησε στις 24.3.11 αιτήσεις παρακοής εναντίον των Εναγομένων και μετά την επίδοση αυτών συμμορφώθηκαν κάπως. Η Εναγόμενη 1 στις 13.4.11 άνοιξε το γκαράζ και ο Ενάγοντας ειδοποίησε τον προμηθευτή να βάλει υγραέριο στις 14.4.
- Δεν είχε όμως υγραέριο και δεν μπορούσε να λειτουργήσει τις ψησταριές γύρου αλλά συνέχισε να λειτουργεί το κατάστημα με σουβλάκια μόνο, από τις 21.2.11 μέχρι τις 13.4.
- Στις 15.4.11 ο Ενάγοντας επιχείρησε να πάει στο πίσω μέρος για να ελέγξει τις φιάλες υγραερίου εάν είχαν τοποθετηθεί σωστά και με ασφάλεια. Τότε διαπίστωσε ότι το γκαράζ ήταν πάλι κλειστό. Πέραν τούτου οι Εναγόμενοι θέλοντας οπωσδήποτε να τον εκδιώξουν από το κατάστημα κλιμάκωσαν περαιτέρω τις μεθοδεύσεις τους και προσπάθησαν να κλείσουν την επιχείρησή του με κάθε τρόπο. Επειδή τον Μάιο 2011 τέθηκε σε εφαρμογή ο Κώδικας Πρακτικής και ανάμεσα σε άλλα προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις υγραερίου πρέπει να βρίσκονται σε απόσταση δυο μέτρων από παρακείμενα φρεάτια, οι Εναγόμενοι έδραξαν την ευκαιρία και τον Σεπτέμβριο 2011, κατήγγειλαν στο αρμόδιο Τμήμα ότι οι φιάλες δεν τηρούσαν την εν λόγω απόσταση και κατά τον επιτόπιο έλεγχο που επακολούθησε από το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, διαπιστώθηκε ότι η εξωτερική εγκατάσταση υγραερίου θα έπρεπε να μετακινηθεί διότι βρισκόταν κοντά σε φρεάτια αποχέτευσης. Έτσι το εν λόγω Τμήμα εξέδωσε Ειδοποίηση με την οποία τον καλούσε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του. Προσπάθησε άμεσα να συμμορφωθεί επιχειρώντας να μετακινήσει και να τοποθετήσει τις φιάλες σε απόσταση 2 μέτρων από το φρεάτιο, καλώντας τον προμηθευτή υγραερίου να τον προμηθεύσει με μία φιάλη υγραερίου και με αρμόδιο τεχνικό να την συνδέσει. Τοποθετήθηκε η φιάλη στο μακρινότερο σημείο εντός του κοινόχρηστου ελεύθερου χώρου και σε θέση σύμφωνα με τον Κώδικα. Ο εν λόγω χώρος ήταν η γωνιά που είχε δημιουργηθεί μετά από παράτυπη ανέγερση βεράντας, ο οποίος βρίσκεται στην ίδια ευθεία και στον ίδιο τοίχο της υφιστάμενης εγκατάστασης, που ουσιαστικά μετακινήθηκε περίπου κατά ένα μέτρο από την υφιστάμενη θέση. Ωστόσο διαπίστωσαν ότι η απόσταση που υπήρχε από την εξωτερική άκρη του φρεατίου μέχρι την εξωτερική άκρη της φιάλης ήταν 180 εκατοστά δηλ. δεν μπορούσε να εξασφαλισθεί η ελάχιστη απόσταση των 2 μέτρων επειδή οι Εναγόμενοι είχαν παράτυπα ανεγείρει την βεράντα. Ενόψει της αδυναμίας του να συμμορφωθεί, η οποία οφειλόταν στις πολεοδομικές παρανομίες των Εναγομένων, το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας του εξέδωσε Ειδοποίηση Απαγόρευσης. Μετά από διαβούλευση του με το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ο Ενάγοντας εξασφάλισε γραπτώς την συγκατάθεσή του εν λόγω Τμήματος για εναλλακτική λύση στο πρόβλημα, η οποία προέβλεπε την ανύψωση 25 εκατοστών του εν λόγω φρεατίου και την στεγανοποίηση του με έξοδα του Ενάγοντα. Στην συνέχεια απέστειλε εκ νέου εργολάβο, να εκτελέσει την εργασία, ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε υλοποίηση της επειδή δεν του επιτράπηκε από τον Εναγόμενο 2 να εισέλθει στον συγκεκριμένο χώρο διότι του είπε ότι το υποστατικό και η αυλή είναι δική του. Ενόψει των ανωτέρω από τις 3.10.11 έκλεισε το κατάστημα και σταμάτησε την λειτουργία του ταχυφαγείου, το οποίο βρισκόταν εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων εκτός λειτουργίας μέχρι και την 1.5.12, που έληξε η περίοδος ενοικίασης. Όταν έληξε η περίοδος αυτή παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος στους Εναγόμενους. Για την ζημιά την οποία υπέστη από τις ενέργειες των Εναγομένων, παρέπεμψε σε λογιστική έκθεση την οποία θα κατέθετε λογιστής. Πρόκειται προφανώς για τον Μ.Ε.2 και το τεκμήριο
- Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο XXXXX Παναγιώτου, λογιστής και μέλος διαφόρων επαγγελματικών σωμάτων μεταξύ των οποίων ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Πέραν δε από τα προσόντα του ως λογιστή ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι και γαμπρός του Ενάγοντα και το πρόσωπο το οποίο ετοίμαζε, για σκοπούς υποβολής στο Φ.Π.Α, τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης του Ενάγοντα με την επωνυμία «Σουβλάκια Γιαννάκης». Κατόπιν εντολής από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, ετοίμασε οικονομική έκθεση για την εν λόγω επιχείρηση για την περίοδο από 1.1.08 έως 1.5.
- (μέρος του τεκμηρίου 15) την οποία και υιοθέτησε. Στην έκθεση αυτή περιέχονται τα ακόλουθα:
(1)Βάση ετοιμασίας και γενικές πληροφορίες για την επιχείρηση,
(2)Σημειώσεις στον καθ' υπολογισμό καθαρού κέρδους της επιχείρησης από 3.10.2011 μέχρι 1.5.2012,
(3)Καθ' υπολογισμός καθαρού κέρδους της επιχείρησης από 3.10.2011 μέχρι 1.5.2012,
(4)Πωλήσεις μείον αγορές πρώτων υλών και άμεσα έξοδα από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2012,
(5)Επιβεβαίωση του τιμήματος αγοράς της επιχείρησης στην τιμή €40.000 με βάση τη μεθοδολογία της αξιολόγησης καθαρής παρούσας αξίας (Investment Appraisal - Net Present value),
(6)Οικονομική ανάλυση μείωσης εισοδήματος και απώλειας εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης και
(7)τα Συμπεράσματα στα οποία καταλήγει και είναι βασικά τα ακόλουθα:
(1)η επιχείρηση αγοράστηκε από τον Ενάγοντα το 2004 για το ποσό των €8.544 (Λ.Κ.5.000) το οποίο αντιπροσώπευε την αξία του εξοπλισμού,
(2)ο Ενάγοντας κατάφερε να καταστήσει την επιχείρηση βιώσιμη και ευημερούσα με μια ανοδική πορεία από το 2004 μέχρι το 2010. Αυτή η πορεία θα μπορούσε να συνεχιστεί μέχρι το 2012 εάν δεν αντιμετώπιζε τα προβλήματα που ισχυρίζεται,
(3)ο Ενάγοντας κατάφερε να βρει αριθμό ενδιαφερόμενων αγοραστών με ένα εκ των οποίων κατέληξε σε συμφωνία για το ποσό των €40.000 περί τον Σεπτέμβριο του 2010. Η απώλεια εμπορικής εύνοιας ανέρχεται στις €31.500,
(4)η επιχείρηση ήταν κλειστή από τις 3.10.11 μέχρι 1.5.12 οπόταν ο Ενάγοντας παράδωσε το κατάστημα που στεγαζόταν η επιχείρηση στους ιδιοκτήτες. Το καθ' υπολογισμό καθαρό κέρδος που απωλέσθηκε ανέρχεται στα €9.583,
(5)σύμφωνα με τα λογιστικά αρχεία και τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα φαίνεται να μη πωλούσε γύρους αρκετές μέρες μεταξύ 9.2.11-14.4.11 με αποτέλεσμα να μειωθεί το καθαρό κέρδος του κατά €1.330 και
(6)συνεπώς και συνοψίζοντας τα πιο πάνω η συνολική απώλεια εμπορικής εύνοιας και εισοδήματος της επιχείρησης ανέρχεται στο ποσό των €42.
- Κατά την μαρτυρία του ο Μ.Ε.2 εξήγησε ότι όταν αναφέρει στην έκθεση ότι για την περίοδο από 3.10.11 μέχρι 1.5.12 απωλέσθηκε καθαρό κέρδος €9.583 αναφέρεται σε αναμενόμενο κέρδος, το κέρδος δηλ. που εάν δεν γίνει αποτελεί ζημιά. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι καθ' υπόδειξη του λογιστή ενεγράφη επιχείρηση επ' ονόματι της συζύγου του, εξήγησε βασικά ότι τα πράγματα δεν έγιναν έτσι αλλά ότι ο ίδιος έγινε γαμπρός του Ενάγοντα τον Σεπτέμβρη του 2009, δεν είχε ανάμειξη ούτε γνώση των οικονομικών θεμάτων του Ενάγοντα προηγουμένως και ότι προς το τέλος του 2010 ο Ενάγοντας καταγγέλθηκε γραπτώς και επώνυμα, στην Υπηρεσία Φ.Π.Α ότι πωλεί 700 πίττες. Τότε ο Ενάγοντας ζήτησε την βοήθεια του οπόταν για πρώτη φορά αναμείχθηκε στα της επιχείρησης του Ενάγοντα. Είπε πιο συγκεκριμένα ότι όταν είχαν διαβουλεύσεις με την Υπηρεσία Φ.Π.Α., η οποία είχε στην κατοχή της φωτογραφία από το κατάστημα όπου φαίνονταν ωμές πίττες καθώς και κατάσταση των πιττών από τον προμηθευτή του Ενάγοντα, ο μάρτυρας εξήγησε στον Ενάγοντα ότι οφείλει να εγγραφεί στον Φ.Π.Α. και να πληρώνει τόσο Φ.Π.Α. όσο και Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Επειδή ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να έχει την γυναίκα του ως υπάλληλο γιατί βάσει της νομοθεσίας οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν την αποδέχονταν και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν το αφορολόγητο ποσό εισοδήματος που έχει ο καθένας, ο μάρτυρας του εξήγησε ότι για σκοπούς Φ.Π.Α. δεν έχει σημασία πού είναι εγγεγραμμένη η επιχείρηση του καθώς και ότι αφού αγόρασε την επιχείρηση και την λειτουργεί ο ίδιος, άσχετα αν τα εισοδήματα τα χρησιμοποιεί για να ζήσει την οικογένεια του με εσωτερικό οικογενειακό διακανονισμό, κατοχυρώνεται ότι η επιχείρηση είναι δική του και απλώς για φορολογικούς σκοπούς μπορούσε να εγγραφεί στο όνομα της συζύγου του ώστε να μην απωλεσθεί το αφορολόγητο ποσό και χωρίς αυτό να συνεπάγεται καθεστώς ιδιοκτησίας. Έτσι η επιχείρηση ενεγράφη φορολογικά ευθύς εξ αρχής πάνω στην σύζυγο του δηλ. με εγγραφή προγενέστερη, από 1.1.08, χωρίς αυτό να σημαίνει μεταβίβαση της επιχείρησης. Αυτά καθορίστηκαν και συμφωνήθηκαν τέλος Φεβρουαρίου του
- Ήταν εν ολίγοις η θέση του ότι το φορολογικό δεν εξομοιώνεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Όσον δε αφορά το θέμα της καταγγελίας στον Φ.Π.Α. ανέφερε ότι είδε ιδίοις όμμασι την προαναφερόμενη φωτογραφία και από τον φάκελο της εν λόγω Υπηρεσίας το όνομα του Εναγόμενου 2, ότι έκανε την καταγγελία. Τέλος όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεση είπε ότι γνωρίζει αυτά και εκ του ότι ήταν και ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας καθότι είναι και γείτονας και ότι μέσα στον Μάρτη του 2011 είχε δει κλειστές τις θύρες του αμαξοστασίου των Εναγομένων. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε η δικηγόρος Ειρήνη Σωκράτους, η οποία από το 2007 εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με την μάρτυρα η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.2.11 με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο και αυθημερόν καταχωρήθηκε και αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με σκοπό τον εξαναγκασμό των Εναγόμενων να σταματήσουν να παρεμποδίζουν τον Ενάγοντα από του να έχει πρόσβαση στον χώρο όπου ήταν εγκατεστημένες οι φιάλες υγραερίου με τις οποίες λειτουργούσε τις ψησταριές γύρων του ταχυφαγείου. Οι Εναγόμενοι προέβαιναν στην εν λόγω παρεμπόδιση κλείνοντας τις πόρτες του αμαξοστασίου από το οποίο εισερχόντουσαν οι προμηθευτές του υγραερίου για να αντικαταστήσουν τις φιάλες οσάκις θα έπρεπε να αντικατασταθούν. Σύμφωνα με την μάρτυρα, από πληροφορίες που έλαβαν από τον Ενάγοντα και από την σχετική αλληλογραφία που αυτός είχε με τις αρμόδιες αρχές, διαπιστωνόταν ότι το εν λόγω αμαξοστάσιο ανεγέρθηκε χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, στην είσοδο και έξοδο των χώρων στάθμευσης. Περαιτέρω η λειτουργία του ταχυφαγείου εμποδιζόταν και από το οι Εναγόμενοι παραβίασαν τους όρους της Πολεοδομίας και δεν κατεδάφισαν την βεράντα της κουζίνας, η οποία θα χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης των καταστημάτων, με αποτέλεσμα μετά την σχετική καταγγελία αυτών να μην μπορεί ο Ενάγοντας να μετακινήσει τις φιάλες υγραερίου στην καθορισμένη από Κώδικα Πρακτικής ασφαλή απόσταση από τα φρεάτια. Στις 25.2.11 εκδόθηκε το προαναφερόμενο διάταγμα (τεκμήριο 18) το οποίο επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση στις 26.2.
- Εξ όσων ο Ενάγοντας πληροφόρησε τους δικηγόρους του οι Εναγόμενοι άρχισαν πάλι να κλείνουν τις πόρτες με αποτέλεσμα να προκύπτει η ίδια παρεμπόδιση. Έτσι για να τους εξαναγκάσουν να συμμορφωθούν με το διάταγμα καταχώρησαν εναντίον εκάστου αυτών αίτηση παρακοής στις 24.3.
- Επειδή οι αιτήσεις δεν είχαν αποτέλεσμα, αφού οι Εναγόμενοι εξακολουθούσαν να παραβιάζουν το διάταγμα, ο Ενάγοντας απευθυνόταν προς τους δικηγόρους και τους παρακαλούσε να βρουν λύση για να επιλύσει το πρόβλημά του. Έτσι με σκοπό να τους εξαναγκάσουν να συμμορφωθούν καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως κατηγορουμένων τις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις υπ' αρ. 5247/11 και 5246/11 αντίστοιχα (κατέθεσε ως τεκμήρια 19 και 20 αντίγραφα των ποινικών εντύπων αρ. 9 των δύο υποθέσεων). Οι χρόνοι που αναφέρονται στις κατηγορίες των δύο υποθέσεων δόθηκαν από τον Ενάγοντα. Από μελέτη των φακέλων των υποθέσεων αυτών που διατηρούν στο γραφείο, η μάρτυρας ανέφερε ότι οι δύο υποθέσεις καταχωρήθηκαν στις 30.3.11 με πρώτη εμφάνιση στις 25.5.
- Μετά από επανειλημμένες αναβολές ακροάσεων (8 στο σύνολο για κάθε μια) και οι δύο αποσύρθηκαν λόγω του ότι έπαυσε πλέον να υπάρχει ανάγκη εξαναγκασμού των Εναγόμενων, διότι την 1.5.12 ο Ενάγων παρέδωσε σε αυτούς την κατοχή του ταχυφαγείου. Περαιτέρω με βάση πληροφορίες από τον Ενάγοντα και τους αρμόδιους λειτουργούς υπήρξε μέχρι τότε συμμόρφωση των Εναγόμενων με τους όρους τους οποίους έθεσε η αρμόδια αρχή για να τους εγκρίνουν τα τροποποιημένα σχέδια έγκρισης των παρανομιών, αφού οι Εναγόμενοι κατεδάφισαν το αμαξοστάσιο, το οποίο ανήγειραν παράνομα και η αρμόδια αρχή ενέκρινε τις υπόλοιπες μετατροπές που έκαναν στην οικοδομή. Δεν θυμάται η μάρτυρας κατά πόσο οι προαναφερόμενοι λόγοι απόσυρσης της υπόθεσης αναφέρονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.4 XXXXX Χ'Βασιλείου, Ανώτερος τεχνικός στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού, κλήθηκε να καταθέσει και κατέθεσε με βάση τους σχετικούς φακέλους του Γραφείου του, σε σχέση με την πολεοδομική νομιμότητα του όλου επίδικου οικοδομικού συγκροτήματος. Σύμφωνα λοιπόν με τον μάρτυρα το Γραφείο του, κατόπιν επιτόπιας εξέτασης που έγινε από συνάδελφο του στις 21.6.11, εξέδωσε προς τους Εναγόμενους, την Ειδοποίηση Επιβολής δυνάμει του άρθρου 46 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (την κατέθεσε ως τεκμήριο 21). Σύμφωνα με αυτήν η Πολεοδομική Αρχή διαπίστωσε ότι: (α) δεν έχουν τηρηθεί οι όροι/περιορισμοί με αρ. 306 ( που προβλέπει ότι οι χώροι στάθμευσης της ανάπτυξης που απαιτούνται για ανάπηρα πρόσωπα σύμφωνα με τις πρόνοιες των σχετικών Κανονισμών, να έχουν διαστάσεις 5.00μ.Χ3.30μ. και να διαμορφωθούν κατάλληλα και με κατάλληλη ένδειξη για χρήση αποκλειστικά από ανάπηρα πρόσωπα) και
(120)(που προβλέπει να διαμορφωθούν και διατηρούνται στο τεμάχιο όλοι οι χώροι στάθμευσης, στις θέσεις και με τις διαστάσεις/γεωμετρικά χαρακτηριστικά που φαίνονται στα εγκριμένα σχέδια) με τους οποίους χορηγήθηκε η Πολεοδομική Άδεια ΛΕΜ/2210/04 ημερ. 31.5.05 καθώς και ότι ανεγέρθηκε: (β) παράνομο κατάστημα (ινστιτούτο αισθητικής) με αποτέλεσμα την κατάργηση του υπόστεγου χώρου στάθμευσης και (γ) βοηθητική οικοδομή (ισόγειος στεγασμένος χώρος στάθμευσης) χωρίς την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι καλούνταν όπως μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την ημέρα επίδοσης της Ειδοποίηση, προβούν στη λήψη των ακόλουθων βελτιωτικών μέτρων: (α) υλοποίησης όλων των όρων της χορηγηθείσας πολεοδομικής άδειας και (β) επαναφοράς της οικοδομής σύμφωνα με τα σχέδια της εγκριθείσας πολεοδομικής άδειας. Η Ειδοποίηση τίθετο σε ισχύ κατά την ημερομηνία που έληγε η προαναφερόμενη προθεσμία. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι όταν σταλεί στο Γραφείο του επιστολή από κάποιο πολίτη ότι έχει διαπιστώσει παρανομίες σε μια οικοδομή, εφόσον το Γραφείο, κατόπιν επιτόπιας επίσκεψης, διαπιστώσει ότι υπάρχουν οι εν λόγω παρανομίες στέλλει την προαναφερόμενη Ειδοποίηση με την οποία ζητά από τον παρανομούντα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προς άρση των παρανομιών. Δεν γνωρίζει πότε επιδόθηκε η εν λόγω Ειδοποίηση στους Εναγόμενους. Όσον δε αφορά την ύπαρξη συμμόρφωσης ο μάρτυρας είπε ότι για την μετατροπή του χώρου στάθμευσης σε κατάστημα, υποβλήθηκε η Αίτηση 980/2011 και εκδόθηκε η άδεια στις 3.2.
- Για τον στεγασμένο χώρο στάθμευσης που είχε ανεγερθεί εκεί, που είναι η είσοδος ‑ έξοδος οχημάτων, υποβλήθηκε η αίτηση ΛΕΜ/980/2011/Α και εκδόθηκε η άδεια στις 27.12.
- Περαιτέρω ο μάρτυρα κατέθεσε ως τεκμήριο 22 το σχέδιο το οποίο κατατέθηκε αρχικά και εγκρίθηκε σε σχέση με την συγκεκριμένη οικοδομή και δείχνει τον χώρο στάθμευσης αναπήρων και σαν τεκμήριο 23 το σχέδιο το οποίο δείχνει τον στεγασμένο χώρο στάθμευσης και την βεράντα που δεν φαινόταν προηγουμένως. Εξήγησε δε ότι στα δύο σχέδια στο ανατολικό μέρος του οικοπέδου υπάρχει μια κατοικία και στο δυτικό μέρος του οικοπέδου υπάρχει μια οικοδομή, η οποία περιλαμβάνει σήμερα καταστήματα και φροντιστήριο. Η κατοικία είναι καλυμμένη με την άδεια οικοδομής αριθμός 017694 ημερ. 12.10.84 (φάκελος Β343/1983) ενώ τα καταστήματα ανεγέρθηκαν μετά, ξεκινώντας από το
- Εξήγησε επίσης ότι στο τεκμήριο 22 δεν φαίνεται στην κατοικία που υπήρχε στο ανατολικό μέρος του οικοπέδου, να υπάρχει βεράντα ενώ στο μεταγενέστερο σχέδιο τεκμήριο 23 φαίνεται τέτοια βεράντα. Αυτό σύμφωνα με τον μάρτυρα σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες δεν υπέδειξαν την βεράντα στο σχέδιο που υποβλήθηκε αρχικά και την υπέδειξαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν φαίνεται όμως από τους φακέλους πότε ανεγέρθηκε η βεράντα και δεν γνωρίζει πότε έγιναν οι αναφερόμενες πολεοδομικές παρανομίες. Δεν γνωρίζει δε εάν υπάρχει τέτοια βεράντα σήμερα καθότι δεν πραγματοποίησε επιτόπου επίσκεψη για να διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο ιστορικό του δυτικού μέρους του ακινήτου όπου βρισκόταν και το επίδικο κατάστημα του Ενάγοντα. Εξήγησε δε ότι για σκοπούς πολεοδομικής άδειας «Take away» είναι το ταχυφαγείο δηλ. κατάστημα όπου κάποιος ψήνει κάτι και στο οποίο πηγαίνει κόσμος, όχι για να φάει εκεί αλλά για να πάρει το φαγητό και να φύγει. Ανέφερε δε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε Ειδοποίηση Επιβολής αυτός που προσάγει στο Δικαστήριο τους παρανομούντες δεν είναι η Πολεοδομική Αρχή αλλά η αρμόδια αρχή που στην προκειμένη ήταν ο Δήμος Ύψωνα, αλλά δεν γνώριζε εάν λήφθηκαν τέτοια μέτρα. Αναφορικά με τις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις υπ' αρ. 5246/11 και 5247/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατέθεσε ως Μ.Υ.1 η Πρωτοκολλητής XXXXX Στυλιανού. Από τους φακέλους των εν λόγω υποθέσεων που είχε στην κατοχή της η μάρτυρας, ανέφερε ότι και οι δύο υποθέσεις καταχωρήθηκαν από τον Ενάγοντα ως παραπονούμενο και τον Εναγόμενο 2 ως κατηγορούμενο στην 5246/11 και την Εναγόμενη 1 ως κατηγορούμενη στην 5247/
- Σύμφωνα με την μάρτυρα, στα πρακτικά των υποθέσεων, στο μέτρο που είναι αποστενογραφημένα, αναφέρεται ως αποτέλεσμα ότι αυτές απορρίφθηκαν και οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στις 12.11.
- Ως προς τα υπόλοιπα, περιλαμβανομένων των λόγων απόρριψης, τα πρακτικά ήταν στενογραφημένα και δεν ζητήθηκε αποστενογράφηση. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Εναγόμενη
- Κατά την μαρτυρία της αναγνώρισε το τεκμήριο 2 ως το συμβόλαιο που συνήφθη μεταξύ αυτής και του Ενάγοντα. Ήταν η θέση της ότι με αυτό ενοικίασε στον Ενάγοντα ένα κατάστημα και όχι ταχυφαγείο, του οποίου άρχιζε η ενοικίαση τον Μάιο του 2010 και τερματιζόταν τον Μάιο του
- Στην λήξη του χρόνου ο Ενάγοντας της παρέδωσε το κατάστημα. Σε σχέση με τις αποζημιώσεις που ζητά ο Ενάγοντας με την παρούσα για παράβαση των όρων της συμφωνίας τους, ανέφερε ότι κανένα όρο παραβίασε. Όσον δε αφορά τις παρανομίες που της καταλογίζει ο Ενάγοντας ότι διέπραξε σε σχέση με το όλο οικοδομικό συγκρότημα στο οποίο περιλαμβανόταν και το κατάστημα που του ενοικίαζε, δήλωσε ότι καμία παρανομία υπήρχε στα κτίρια. Ήταν επίσης η θέση της ότι ουδέποτε δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στην επιχείρηση που είχε ο Ενάγοντας και καμία ζημιά δεν του προκάλεσε στον χώρο που ενοικίαζε. Ουδέποτε δε τον κατήγγειλε στις αρμόδιες αρχές με αποτέλεσμα να έχει συνέπειες από τις καταγγελίες της. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Υπεύθυνος Πυροπροστασίας Λεμεσού, XXXXX Λουκά. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αυτός στις 3.2.11 προέβη σε επιθεώρηση στο υποστατικό του Ενάγοντα, για αποθήκευση υγραερίου. Κατά την επιθεώρηση συνοδευόταν από τον Επιθεωρητή του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας, XXXXX Ανδρέου. Συγκεκριμένα πήγαν με τον Ανδρέου στον χώρο που ήταν οι φιάλες υγραερίου και μετά συναντήθηκαν με τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο
- Ως ανέφερε ο μάρτυρας, αρμόδια αρχή για τις θέσεις, τις ποσότητες και τις αποστάσεις τέτοιων φιαλών από τα κτίρια ήταν το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας. Ο ρόλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ήταν συμβουλευτικός προς τον Επιθεωρητή του Γραφείου. Στον χώρο υπήρχαν δύο φιάλες υγραερίου. Αυτές βρίσκονταν στην γωνία μεταξύ του πίσω μέρους του «Take away» και της κατοικίας. Αναγνώρισε από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 28 τις εν λόγω φιάλες. Ήταν εισήγηση του Ανδρέου, η οποία είχε την θετική άποψη του μάρτυρα, να μεταφερθούν οι φιάλες, από το σημείο όπου βρίσκονταν, στην μπροστινή μεριά του «Take away», δηλ. στην μεριά που ήταν ο κύριος δρόμος. Η εν λόγω εισήγηση έγινε λόγω της διένεξης που είχαν μεταξύ τους, για να λυθεί το πρόβλημα. Όταν έφυγαν από το σημείο, ήταν ευχαριστημένοι ως Υπηρεσίες γιατί και τα δύο πρόσωπα είχαν συγκατατεθεί στο να μεταφερθούν οι φιάλες μπροστά. Μετά όμως για κάποιους λόγους που δεν γνωρίζει, οι φιάλες δεν μεταφέρθηκαν μπροστά. Τέλος ως Μ.Υ.4 κατέθεσε ο Εναγόμενος 2, σύζυγος της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με αυτόν το ενοικιασθέν επίδικο κατάστημα ανήκει στην Εναγόμενη 1 και ο ίδιος καμία σχέση είχε με την ενοικίαση του. Δεν προέβη δε σε οποιαδήποτε καταγγελία σε οποιανδήποτε υπηρεσία εναντίον του Ενάγοντα και ούτε παραβίασε οποιοδήποτε όρο του τεκμηρίου
- Επίσης ουδέποτε εμπόδισε τον Ενάγοντα στην εκτέλεση των εργασιών του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε τόσο σαν ειδικός λογιστής αναφορικά με τα οικονομικά της επιχείρησης του Ενάγοντα αλλά και σε σχέση με γεγονότα της υπόθεσης. Είναι παγίως νομολογημένο ότι η ιδιότητα του ειδικού - εμπειρογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (βλ. Constantinides (Akinita) Ltd. ν Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας ειδικού - εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R 1, Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 A.A.Δ. 1193). Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1427 λέχθηκε ότι η γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στην σχετική νομολογία και ειδικότερα την υπόθεση R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί την μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και το Δικαστήριο να εξηγεί γιατί. Όσον αφορά λοιπόν τον Μ.Ε.2 αφού έλαβα λοιπόν υπόψη τα προσόντα του και την πείρα του καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας επί των οικονομικών και λογιστικών θεμάτων που κατέθεσε. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι τα προσόντα και η πείρα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Συνεπώς η μαρτυρία του ως προς τα θέματα αυτά θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων (βλ. Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Ο εν λόγω μάρτυρας θα πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα αλλά και με την απαιτούμενη σαφήνεια στις ερωτήσεις, εξήγησε δε με επάρκεια τα όσα του τέθηκαν τόσο για την έκθεση του όσο και για το θέμα της εγγραφής της συζύγου του Ενάγοντα για φορολογικούς σκοπούς και γενικά μου άφησε την εντύπωση ενός καταρτισμένου στο πεδίο του προσώπου αλλά και γενικότερα ότι παρά την ιδιότητα του ως γαμπρός του Ενάγοντα δεν ήλθε στο Δικαστήριο μόνο και μόνο για να βοηθήσει αυτόν στην υπόθεση του αλλά για να αναφέρει με ειλικρίνεια όλα όσα γνώριζε. Στην έκθεση του τεκμήριο 15 αναφέρονται όλα τα αντικειμενικά στοιχεία (όπως τιμολόγια και αποδείξεις), όλοι οι παράμετροι που έλαβε υπόψην για την κατάρτιση της καθώς και η μεθοδολογία που ακολούθησε και οι υπολογισμοί που έκανε ώστε να καταλήξει στα συγκεκριμένα συμπεράσματα, τα οποία κρίνονται με βάση όλα όσα σχετικά τέθηκαν ενώπιον μου τεκμηριωμένα και ορθά. Θα πρέπει να λεχθεί άλλωστε ότι πέραν από μια γενική και αόριστη αμφισβήτηση μέσω υποβολής περί λανθασμένων στοιχείων που του έδωσε ο Ενάγοντας, καμία άλλη αμφισβήτηση υπήρξε επί της ουσίας κατά την αντεξέταση του. Αναφορικά δε με το τεκμήριο 16 ο μάρτυρας δέχθηκε αμέσως ότι τα εκεί γραφόμενα ήταν δικά του και εξήγησε πειστικά αιτιολογώντας το, ότι πρόκειται για «rough working» του δηλ. για πρόχειρους υπολογισμούς που ετοίμασε για να τον βοηθήσουν να κάνει την έκθεση του, στους οποίους μπορεί να υπάρχει και κάποιο λάθος αλλά ήταν κατηγορηματικός ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν μέρος της έκθεσης. Δεν δέχθηκε δε ότι ανέφερε ότι οι αριθμοί στο τεκμήριο 16 δεν συμφωνούν με τους αριθμούς στην έκθεση του και προσφέρθηκε να τα εξετάσει και να πει κατά πόσο υπάρχει κάποια ασυμφωνία αλλά δεν ρωτήθηκε κάτι σχετικό στην συνέχεια. Σε γενική και πάλι υποβολή ότι τα στοιχεία που τον πληροφόρησε ο Ενάγοντας προκειμένου να ετοιμάσει την έκθεση του είναι εσφαλμένα, διότι ο Ενάγοντας στις ένορκες δηλώσεις του στο Δικαστήριο στα πλαίσια των αιτήσεων παρακοής που καταχώρησε εναντίον των Εναγομένων καθόρισε ότι οι τελευταίοι είχαν την θύρα τους κλειστή και τον εμπόδιζαν να βάλει γκάζια σε τέσσερις ημερομηνίες τον Μάρτη του 2011, απάντησε και πάλι με σαφήνεια και κατηγορηματικά, χωρίς να αμφισβητηθεί περαιτέρω ότι ετοίμασε τα βιβλία και την έκθεση ως λογιστής σύμφωνα με τα υποστηρίζοντα έγγραφα ήτοι τιμολόγια και αποδείξεις και με τι του λέει η διεύθυνση δεδομένου ότι αυτά δεν αντιπαραβάλλονται των στοιχείων δηλ. είναι αιτιολογημένα. Όσον δε αφορά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι από την 1.2.11 μέχρι 1.5.12 υπέστη συνολική ζημιά €9.600, ερωτώμενος εάν κατέληξε στην έκθεση του στα εν λόγω ποσά, απάντησε με ειλικρίνεια αρνητικά και είπε σχετικά ότι φαντάζεται ότι αυτά που ανέφερε ο Ενάγοντας αποτελούν πρόβλεψη. Αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι προκύπτει από το δικόγραφο του Ενάγοντα όπου αναφέρεται σχετικά ότι δεν μπορεί να εκτιμήσει την δυνητική αύξηση της πελατείας του αλλά προσδιόρισε την ελάχιστη απώλεια ημερησίου κέρδους σύμφωνα με τις εισπράξεις και με βάση αυτό ότι θα προκληθεί ελάχιστη ζημία ποσού €6,100, επίσης ζημιά για παράνομες επεμβάσεις στους εξωτερικούς χώρους στάθμευσης και στο χώρο στάθμευσης αναπήρων περίπου €3,000 καθώς και αναμενόμενα έξοδα €500 περίπου σε έξοδα που υποβάλλεται ή αναμενόμενα έξοδα λόγω των ενεργειών του Εναγομένων. Αναφέρεται επίσης στην έκθεση απαίτησης ότι οι ως άνω εκτιμήσεις της ζημίας απωλειών και δαπανών του Ενάγοντα, είναι κατά προσέγγιση και ότι η ζημιά που του προκαλούν οι Εναγόμενοι δεν είναι εύκολα αποτιμητή σε χρήμα. Τέλος παρέμεινε ακλόνητη η μαρτυρία του Μ.Ε.2 αναφορικά με τα όσα ο ίδιος γνώριζε προσωπικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και την καταγγελία εναντίον του Ενάγοντα στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.2 στο σύνολο της, περιλαμβανομένων των συμπερασμάτων του στην έκθεση, γίνεται δεκτή και θα ληφθεί υπόψη ανάλογα, στην βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα, στα πλαίσια πάντα των δικογραφημένων ισχυρισμών Ερχόμενος στην συνέχεια στην μαρτυρία της Μ.Ε.3 θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να λεχθεί ότι από τα όσα η ίδια ανέφερε, πλην των δικαστικών διαδικασιών που έγιναν εναντίον των Εναγομένων, για τα υπόλοιπα και δη για τα γεγονότα της υπόθεσης δηλ. για τις ενέργειες των Εναγομένων και τις πολεοδομικές παραβάσεις αυτών, η γνώση της δεν ήταν προσωπική αλλά προερχόταν από όσα έθεσε στους δικηγόρους του ο Ενάγοντας. Όσον αφορά τις δικαστικές διαδικασίες ανέφερε με ποιόν τρόπο είχε γνώση αυτών. Αναφορικά δε με τις διαδικασίες που έγιναν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αυτά προκύπτουν άλλωστε από τον φάκελο της υπόθεσης ενώ όσον αφορά τους λόγους απόσυρσης των δύο ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων αυτά επιβεβαιώθηκαν από τον Ενάγοντα και δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση της μάρτυρος. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τη Μ.Ε.3 γίνεται δεκτή μόνο όσον αφορά τις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες. Ο Μ.Ε.4 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Κατέθεσε με λεπτομέρεια αλλά και τεκμηριωμένα, με παραπομπή στα σχετικά τεκμήρια, διαδικασίες, αιτήσεις, διαπιστώσεις και ενέργειες του Γραφείου του, για όλα τα δεδομένα που αφορούσαν την πολεοδομική κατάσταση του οικοδομικού συγκροτήματος στο οποίο εμπίπτει το επίδικο κατάστημα και η όμορη κατοικία των Εναγόμενων, απαντώντας σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν με επάρκεια, λογική και χωρίς οποιαδήποτε ασάφεια. Δεν άφησε δε στο Δικαστήριο καμία αμφιβολία ως προς την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του, η οποία αμφισβητήθηκε μόνο με γενικές υποβολές ότι προσήλθε να καταθέσει για να βοηθήσει τον Ενάγοντα όντας φιλικό αυτού πρόσωπο και ότι μάλιστα κατασκεύασε την Ειδοποίηση Επιβολής τεκμήριο 21 για τον σκοπό αυτό. Να λεχθεί δε ως προς το εν λόγω τεκμήριο ότι ο μάρτυρας μπορεί να μην γνώριζε πότε επιδόθηκε αλλά δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του ότι οι Εναγόμενοι αργότερα συμμορφώθηκαν σε αυτό, με σχετικές αιτήσεις στην βάση των οποίων έλαβαν άδειες, κάτι που δείχνει ότι έλαβαν γνώση του. Ως εκ τω άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.4 γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 περιορίσθηκε βασικά στο αποτέλεσμα των ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων υπ' αρ. 5246/11 και 5247/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Επρόκειτο δηλ. ουσιαστικά για τυπική μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς γίνεται δεκτή. Εξετάζοντας στην συνέχεια την μαρτυρία του Μ.Υ.3 θα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με την επιθεώρηση που έκανε μαζί με λειτουργό του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας στις 3.2.11 και την όποια εισήγηση έγινε, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην και να γίνουν δεκτά όχι για λόγους αξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά γιατί δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του για να τα σχολιάσει και να αξιολογήσει το Δικαστήριο το θέμα, έχοντας υπόψην και την δική του μαρτυρία. Πρόκειται για μαρτυρία που αφορά την βασική και ουσιώδη θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας παρέδωσε την κατοχή του υποστατικού οικειοθελώς και όχι λόγω της ισχυριζόμενης από αυτόν συμπεριφοράς των Εναγομένων. Συνεπώς το γεγονός ότι αυτή η μαρτυρία προσφέρθηκε από τους τελευταίους χωρίς να τεθεί στην βάσανο της αντεξέτασης του Ενάγοντα και χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση για αυτό, την καθιστά έκθετη σε απόρριψη (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527 και Δημητριάδη κ.α. ν. Kravtchenko
(2013)1 Α.Α.Δ. 1133). Εν πάση όμως περιπτώσει και ανεξαρτήτως των πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι το όλο θέμα ήταν της αρμοδιότητας του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας και όχι της δικής του Υπηρεσίας και δεν γνώριζε κατά πόσο στην συνέχεια το εν λόγω Γραφείο έστειλε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο που να κάνει τέτοια υπόδειξη για μετακίνησης των φιαλών. Δεν τέθηκε δε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας, ως αρμόδια για το θέμα αρχή, αναφέρθηκε στην εν λόγω συνάντηση και εισήγηση. Να λεχθεί επίσης ότι ερωτώμενος ο μάρτυρας εάν η Υπηρεσία του ετοίμασε κάποιο σχετικό έγγραφο, κατέθεσε το τεκμήριο 29, το οποίο όμως, ως δέχθηκε και ο ίδιος, δεν αναγράφει την εισήγηση, η οποία είπε ότι έγινε κατά την συγκεκριμένη επιθεώρηση. Ως δικαιολογία για αυτό ανέφερε ότι δεν ήταν θέμα της δικής του Υπηρεσίας. Περαιτέρω να σημειωθεί ότι στο εν λόγω τεκμήριο το οποίο είναι επιστολή του Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προς τον Έπαρχο Λεμεσού αναφέρεται ότι «Για τη θέση και ποσότητες των κυλίνδρων υγραερίου (2X80 Λίτρα) είναι θέμα που θα εξετάσει η δική σας υπηρεσία» (δηλ. του Επάρχου) και ότι συστήνεται από άποψης πυροπροστασίας να μετακινηθούν σε θέση που θα υποδείξει η Υπηρεσία (του Επάρχου) έξω από το κτίριο, όχι δηλ. οι φιάλες που βρίσκονταν ήδη έξω αλλά εκείνες «των 10Kg που τοποθετήθηκαν μέσα στο κτίριο για την ετοιμασία ζεστών φαγητών». Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.3 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην. Οι Εναγόμενοι (M.Y.2 και Μ.Υ.4) θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκαναν καθόλου καλή εντύπωση. Η όλη εκδοχή τους δεν κρίνεται πειστική καθότι στα ουσιώδη σημεία της είτε δεν ήταν συνεπής, είτε δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, είτε διαψεύδεται από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, είτε είναι αντιφατική μεταξύ τους. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι και των δύο η μνήμη ήταν εμφανώς επιλεκτική εφόσον μη εύλογα δεν παρουσιαζόταν το ίδιο καλή για ουσιώδεις θέσεις τους ενώ περαιτέρω ήταν εμφανής η προσπάθεια τους να αποκρύψουν κάποια γεγονότα και να τονίσουν άλλα καθώς και να μην περιπέσουν σε αντιφάσεις μεταξύ τους, εξ ου και για κάποια θέματα, που ήταν λογικό και φυσικό υπό τις περιστάσεις και το γεγονός ότι είναι σύζυγοι να γνωρίζουν και οι δύο, είτε απαντούσαν με υπεκφυγές είτε παρέπεμπαν ο ένας στον άλλο με την δικαιολογία ότι ο άλλος ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου για το οποίο ρωτούνταν. Αρχίζοντας από την Εναγόμενη 1 (Μ.Υ.2) θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει προαναφερθεί, ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι αποφάσισε να πωλήσει την επιχείρηση του ταχυφαγείου και ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 σχετικά, η οποία του είπε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα μετά την διαπραγμάτευση που θα έκανε με τον ενδιαφερόμενο να αγοράσει την επιχείρηση να της έστελνε τον τελευταίο για να συμφωνήσουν το ενοίκιο. Δεν ήταν λοιπόν ποτέ η θέση του ότι θα υπενοικίαζε το υποστατικό ούτε και του τέθηκε κάτι τέτοιο στην αντεξέταση του. Κατά την μαρτυρία της Εναγόμενης 1 όμως, προφανώς προς υποστήριξη της αβάσιμης θέσης της ότι ο Ενάγοντας παραβίασε όρο του ενοικιαστηρίου εγγράφου, υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας θα υπενοικίαζε το υποστατικό κάτι που προϋπέθετε την συγκατάθεση αυτής με βάση όρο του εν λόγω εγγράφου. Μάλιστα υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας της είπε ότι θα προέβαινε στην υπενοικίαση κάτι που επίσης δεν τέθηκε σε αυτόν. Στην συνέχεια όμως όταν ρωτήθηκε τι εννοεί με την υπενοικίαση είπε ότι ο Ενάγοντας ανάρτησε, εν αγνοία της, πανό στο κατάστημα που έλεγε ότι πωλείται η επιχείρηση. Είπε επίσης ότι αυτό συνιστούσε παραβίαση όρου του ενοικιαστηρίου εγγράφου και όταν ρωτήθηκε για ποιόν όρο μιλούσε, είπε ότι ο Ενάγοντας βρήκε κάποιον ενδιαφερόμενο, διαπραγματεύθηκε μαζί του ακόμη και το ενοίκιο και του έδωσε το τηλέφωνο να επικοινωνήσει μαζί της. Ήταν επίσης η θέση της ότι έπρεπε να ερωτηθούν και αυτοί ως ιδιοκτήτες κατά πόσο ο Ενάγοντας θα πουλούσε την επιχείρηση του καθότι η επιχείρηση στεγαζόταν στο κτίριο τους. Όταν της τέθηκε ότι αυτό που την αφορούσε ήταν μόνο η ενοικίαση του κτιρίου από τον ενδιαφερόμενο αγοραστή είπε και πάλι, επιμένοντας ουσιαστικά στο θέμα της υπενοικίασης, ότι δεν ήθελε ο Ενάγοντας να ενοικιάσει το κατάστημα της χωρίς η ίδια να ήταν ενήμερη. Συνέχισε δε να επιμένει σε αυτή την μη πειστική θέση υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι ο Ενάγοντας της επέβαλε ενοικιαστή, με δεδομένο ότι βρήκε ενδιαφερόμενο, συμφώνησε μαζί του και μετά τον έστειλε στο σπίτι της χωρίς την θέληση της. Αναφορικά με την χρήση του επίδικου καταστήματος πριν το ενοικιάσει ο Ενάγοντας, υποστήριξε ότι ο Κασίνης το χρησιμοποιούσε ως ταβέρνα. Είπε μάλιστα ότι το 90% της δουλειάς του ήταν κλέφτικο και φαγητά της κατσαρόλας ενώ αρνήθηκε ότι υπήρχαν τότε δύο φιάλες υγραερίου έξω από το κατάστημα στον κοινόχρηστο χώρο, υποστηρίζοντας ότι ο Κασίνης δεν λειτουργούσε το κατάστημα με τέτοιες φιάλες. Υποστήριξε επίσης ότι ο Ενάγοντας δεν αγόρασε την επιχείρηση με τις φιάλες και τους γύρους. Ήταν δε η θέση της ότι τις φιάλες τις τοποθέτησε ο Ενάγοντας για πρώτη φορά. Για να πείσει όμως για αυτό αντί να αναφερθεί σε προσωπική της γνώση, κάτι που θα ήταν και το λογικό, παρέπεμψε σε ένορκη δήλωση που καταχώρησε ο Ενάγοντας στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης του προσωρινού διατάγματος όπου κατά την ίδια παραδέχεται ότι εγκατέστησε τις φιάλες συμφώνως αδείας. Όταν της δόθηκαν οι δύο ένορκες δηλώσεις ημερ. 16.2.11 και 18.4.11 (τεκμήρια 25 και 26 αντίστοιχα) παρέπεμψε στην παράγραφο 7(α) του τεκμηρίου 25 εκεί που λέει «Το κλείσιμο της εισόδου στον εσωτερικό χώρο με παρεμποδίζει να εισέρχομαι στο χώρο στάθμευσης και κατά συνέπεια την ελεύθερη πρόσβαση μου στις φιάλες υγραερίου, τις οποίες όπως προαναφέρω εγκατέστησα, συμφώνως αδείας στο εξωτερικό του καταστήματος». Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι το πιο πάνω απόσπασμα από το εν λόγω τεκμήριο δεν τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ώστε να τοποθετηθεί επί τούτου και να διαπιστωθεί με τον ορθό δικονομικό τρόπο κατά πόσο αυτό αποτελεί προηγούμενη αντιφατική του δήλωση. Πέραν των πιο πάνω, στο τεκμήριο 26 στο οποίο παρέπεμψε η Εναγόμενη 1 και είναι συμπληρωματική ένορκη δήλωση του τεκμηρίου 25, στις παραγράφους 2.3 και 2.4 ο Ενάγοντα αναφέρει ότι ενοικίασε το κατάστημα και συνέχισε τις εργασίες που διεξήγαγε ο προκάτοχος του και διατήρησε τις φιάλες υγραερίου στο σημείο που τις βρήκε, δηλ. στον εξωτερικό τοίχο του ταχυφαγείου, εντός του εσωτερικού χώρου στάθμευσης και ότι αυτές είχαν εγκατασταθεί εκεί από το 2002. Ήταν επίσης η θέση της ότι ο Κασίνης λειτουργούσε την κουζίνα του υποστατικού με κάρβουνα και ηλεκτρισμό και δεν έψηνε γύρους. Όταν όμως αμέσως μετά της υποβλήθηκε ότι έψηνε γύρους απάντησε, υποθέτοντας, ότι μπορεί να τους έψηνε με ηλεκτρισμό ενώ στην συνέχεια κατά αντίθεση με τα πιο πάνω είπε ότι δεν γνωρίζει εάν έψηνε γύρους. Ανέφερε δε τα πιο πάνω ενώ στην συνέχεια είπε ότι πήγαινε στο υποστατικό του Κασίνη και καθόταν έξω, χωρίς να μπαίνει στην κουζίνα. Παρόλα αυτά, χωρίς να εξηγήσει πως το γνώριζε, είπε ότι ο Κασίνης έψηνε το κλέφτικο στους φούρνους του σπιτιού του και τα σουβλάκια σε ψησταριές στο σπίτι του. Και αυτό παρά το ότι δέχθηκε ότι το υποστατικό είχε φουγάρο για τα σουβλάκια. Υποστήριξε επίσης ότι τα φαγητά της κατσαρόλας ο Κασίνης τα έψηνε κάποια στο υποστατικό σε ηλεκτρική κουζίνα και κάποια στο σπίτι του, για να πει όμως ότι δεν τον έλεγχε τι έψηνε στο κατάστημα και τι στο σπίτι του εφόσον δεν την αφορούσε. Επέμενε όμως ότι γνώριζε αυτό για τα φαγητά κατσαρόλας καθότι ήταν πελάτης στην ταβέρνα. Ενώ δε προηγουμένως υποστήριξε ότι στην περίπτωση του Ενάγοντα έπρεπε να ερωτηθούν ως ιδιοκτήτες κατά πόσο θα πουλούσε την επιχείρηση του καθότι αυτή στεγαζόταν στο κτίριο τους, στην συνέχεια όταν ρωτήθηκε εάν έγινε πώληση της επιχείρησης από τον Κασίνη στον Ενάγοντα είπε ότι δεν την αφορούσε καθόλου αυτό και ποιος θα έμπαινε στο κατάστημα. Δέχθηκε όμως αργότερα ότι η ίδια συγκατατέθηκε στην ενοικίαση του καταστήματος από τον Ενάγοντα και ότι αυτός υπέγραψε ενοικιαστήριο έγγραφο μαζί της και όχι με τον Κασίνη. Όταν δε ρωτήθηκε εάν στο ενοικιαστήριο με τον Κασίνη υπήρχε όρος για μη υπενοικίαση, ενώ πριν η μνήμη της ήταν άριστη, προφανώς για να μην έλθει σε αντίφαση με την θέση της όσον αφορά την υπενοικίαση από τον Ενάγοντα, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι έλεγε το εν λόγω συμβόλαιο. Όταν στην συνέχεια της ζητήθηκε να δώσει μια εξήγηση γιατί στην περίπτωση του Κασίνη δεν αντέδρασε ενώ όταν ο Ενάγοντας της έφερε κάποιο αγοραστή για να ενοικιάσει το κατάστημα αντέδρασε, έδωσε την αόριστη και μη πειστική απάντηση ότι εκείνο τον καιρό ήταν αλλιώς τα πράγματα, χωρίς να εξηγήσει τι εννοούσε ενώ αντιλαμβανόμενη ότι έπρεπε να δώσει μια δικαιολογία πρόσθεσε ότι τότε μπορεί να υπήρχε όρος στο συμβόλαιο και να ήταν υποχρεωμένη να τον τηρήσει. Προσπάθησε ουσιαστικά να πείσει, προφανώς για να καταρρίψει την θέση του Ενάγοντα, ότι αυτή δεν γνώριζε πόσο θα πουλούσε ο Ενάγοντας την επιχείρηση στον αγοραστή που βρήκε και ότι κατά την συνάντηση του εν λόγω αγοραστή μαζί τους δεν τέθηκε θέμα ενοικίασης του καταστήματος σε αυτόν. Όταν της τέθηκε ότι ο λόγος που δεν δέχθηκαν τον αγοραστή για να διαδεχθεί τον Ενάγοντα στην ενοικίαση του καταστήματος ήταν γιατί από αυτή την πράξη θα κέρδιζε ο Ενάγοντας το ποσό των €40.000, αναφερόμενη σε «υποτιθέμενο αγοραστή» είπε ότι όταν αυτός τους συνάντησε ήταν πολύ προβληματισμένος γιατί ο Ενάγοντας του είχε ζητήσει ένα ποσό, το οποίο η ίδια δεν του ζήτησε να της πει και το οποίο δεν μπορούσε να του τεκμηριώσει. Ανέφερε επίσης ότι «ο υποτιθέμενος αγοραστής» της είπε ότι ζήτησε από τον Ενάγοντα να μάθει για τον τζίρο του καταστήματος και εκείνος δεν είχε στοιχεία να του δείξει και όταν ο αγοραστής πήγε στο Υγειονομείο για κάποιες δικές του προσωπικές δουλειές και ανέφερε ότι διαβουλεύεται να αγοράσει το επίδικο κατάστημα, οι υπάλληλοι εκεί του είπαν ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό έδιναν μια παράταση λειτουργίας γιατί αυτός που το είχε βαρέθηκε και αν θα το αναλάβει νέος διαχειριστής πρέπει να γίνουν πάρα πολλές αλλαγές με κυριότερη το ψυγείο. Ο αγοραστής ρώτησε διάφορους προμηθευτές ψυγείων και όταν έμαθε το κόστος είπε στον Ενάγοντα τι συνέβηκε και του ζήτησε να του κόψει κάποια λεφτά από το ποσό που ζητά οπόταν ο Ενάγοντας αρνήθηκε λέγοντας του «Εγώ θέλω 40.000 μαύρα, να μην λείπει μία και αν δεν ενδιαφέρεσαι εσύ έχω ακόμα δυο αγοραστές». Αυτό όμως δείχνει ότι ακόμη και με βάση την δική της εκδοχή γνώριζε ποιο ήταν το ποσό που ζητούσε ο Ενάγοντας. Είπε δε περαιτέρω ότι για τον πιο πάνω λόγο την επόμενη βδομάδα ο υποτιθέμενος αγοραστής βρήκε άλλο κατάστημα. Ήταν έτσι περαιτέρω η θέση της ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας έδιωξε με τον τρόπο αυτό τον αγοραστή και έτσι δεν χρειάστηκε να τον διώξει η ίδια, που εν πάση περιπτώσει, ως είπε, δεν είχε υποχρέωση να τον δεχθεί. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί αναφέρεται στο εν λόγω πρόσωπο ως «υποτιθέμενο αγοραστή» είπε ότι το έκανε καθότι εκείνος ήταν προβληματισμένος, δεν συμφώνησε ότι θα το έπαιρνε. Ήταν δε περαιτέρω η θέση της ουσιαστικά ότι αυτοί δεν ανέφεραν οτιδήποτε στο εν λόγω πρόσωπο και ότι αυτός μετά που τους είπε τους «προβληματισμούς του» έφυγε. Υποστήριξε μάλιστα μη πειστικά και εκτός κάθε λογικής ότι ο σκοπός της επίσκεψης του ήταν απλά να τους πει τους προβληματισμού του. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο πήγε στο σπίτι της κατόπιν πιέσεων του Ενάγοντα, ότι είχε και άλλους αγοραστές που ενδιαφέρονται για το κατάστημα και έπρεπε να επισπεύσει την κατάσταση γιατί θα το έδινε σε άλλο αγοραστή. Υποστήριξε μάλιστα ότι το πρόσωπο αυτό δεν της είπε για ποιο λόγο ήθελε να τους συναντήσει αλλά ότι απλά της είπε ότι του έδωσε το τηλέφωνο της ο Ενάγοντας και ότι ήθελε να πάει να τους δει. Στην συνέχεια όμως δέχθηκε ότι αυτή γνώριζε τον λόγο γιατί της τον είπε ο Ενάγοντας. Όταν όμως ρωτήθηκε τι της είπε ο Ενάγοντας και πάλι αποφεύγοντας να αναφέρει, είπε ότι της είπε ότι έδωσε το τηλέφωνο της στο συγκεκριμένο πρόσωπο και ότι αυτό θα τους επισκεπτόταν, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για ενοικίαση, κάτι μη λογικό εφόσον θα αναμενόταν τουλάχιστον να ρωτήσει γιατί κάποιος άγνωστος ήθελε να τους συναντήσει. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της είπε ότι ο Ενάγοντας της είπε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο θα πήγαινε να τους πει κάποια πράγματα που ήθελε και μάλιστα η ίδια υπέθεσε ότι μπορεί να μην είπε ούτε στον Ενάγοντα τι ήθελε να τους πει, πράγμα επίσης μη λογικό. Για να μη περιπέσει δε σε αντίφαση με τα προηγούμενα που είπε αναφορικά με το θέμα της υπενοικίασης και του προτιθέμενου αγοραστή, υποστήριξε ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν της είπε ότι είναι ο αγοραστής αλλά ότι δήθεν της είπε μόνο ότι ενδιαφέρεται για το κατάστημα ενώ ήταν κατηγορηματική ότι δεν τέθηκε θέμα ενοικίασης του καταστήματος. Δεν βρίσκει όμως έρεισμα στην λογική, η Εναγόμενη 1 να γνώριζε ότι ο Ενάγοντας ήθελε να πουλήσει την επιχείρηση εφόσον τουλάχιστον παραδέχθηκε ότι είδε το σχετικό πανό που αυτός ανάρτησε, να της είπε ο Ενάγοντας ότι θα την επισκεπτόταν κάποιο πρόσωπο και ενώ για την ίδια δεν ετίθετο θέμα υπενοικίασης, να μην αντιλήφθηκε τουλάχιστον ότι επρόκειτο για τον ενδιαφερόμενο αγοραστή της επιχείρησης. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι η Εναγόμενη 1 απαντούσε με τρόπο ώστε να πείσει ότι δεν γνώριζε για την συγκεκριμένη συμφωνία που ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι έκανε και ότι ο μόνος λόγος που θα πήγαινε το συγκεκριμένο πρόσωπο να τους δει ήταν πλέον για να συμφωνήσουν να ενοικιάσουν το κατάστημα σε αυτόν. Δεν είναι δε λογικό μετά που το εν λόγω πρόσωπο διευθέτησε και οι Εναγόμενοι δέχθηκαν να τον συναντήσουν να πήγε για να τους αναφέρει μόνο τους προβληματισμούς του ενώ η ίδια η Εναγόμενη 1 ανέφερε επίσης ότι είναι σίγουρη ότι αυτός δεν θα πήγαινε γιατί ήδη είχε πάρει τις αποφάσεις του, ήδη είχε βρει και μαγαζί άλλο και ότι πήγε απλά επειδή ο Ενάγοντας είχε κλείσει το ραντεβού μεταξύ αυτού και των Εναγομένων και θεώρησε ότι έπρεπε να πάει, κάτι που εν πάση περιπτώσει άλλαξε στην συνέχεια λέγοντας ότι ο Ενάγοντας έδωσε το τηλέφωνο τους στον αγοραστή και αφού αυτός τους τηλεφώνησε, τους επισκέφθηκε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην έκθεση υπεράσπισης τους παραδέχονται ότι ο Ενάγοντας τον Σεπτέμβριο του 2010 τους ζήτησε να πωλήσει την επιχείρηση σε τρίτο. Όταν δε της τέθηκε ότι αυτά που ανέφερε διαμείφθηκαν στην παρουσία του συζύγου της, Εναγόμενου 2, αρχικά, προφανώς για να μην περιπέσουν σε αντιφάσεις για το θέμα κατά την μαρτυρία τους αλλά και για να δείξει άγνοια του συζύγου της για τα όσα αυτή είπε, απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε στην συνέχεια ότι ο σύζυγος της πήγε εκεί μετά. Είπε δε αρχικά ότι όταν το εν λόγω πρόσωπο πήγε εκεί, ο σύζυγος της απουσίαζε και του τηλεφώνησε και πήγε και αυτός ενώ στην συνέχεια ότι τηλεφώνησε στον σύζυγο της, όταν της τηλεφώνησε το συγκεκριμένο πρόσωπο ότι θα πήγαινε εκεί. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέταση της, σε αντίθεση με πριν που ουσιαστικά είπε ότι ο σύζυγος της δεν ήταν παρών κατά τα διαμειφθέντα, είπε ότι ο σύζυγος της πήγε εκεί μετά που άρχισαν να συζητούν κάποια πράγματα. Εδώ να σημειωθεί ότι προηγουμένως υποστήριξε ουσιαστικά ότι δεν έγινε συζήτηση μεταξύ τους αλλά ότι ο προτιθέμενος αγοραστής απλά τους είπε τους προβληματισμούς του ενώ εκείνοι δεν του είπαν οτιδήποτε. Όταν δε ρωτήθηκε εάν μπορούσε να διαχειριστεί το θέμα μόνη της ή έπρεπε να είναι παρών και ο σύζυγος της, προφανώς και πάλι με σκοπό να δικαιολογήσει την όλη εκδοχή της, είπε αρχικά ότι σίγουρα λαμβάνει υπόψη και την γνώμη του συζύγου της, στην συνέχεια ότι ανάλογα με την περίπτωση λαμβάνει υπόψην την γνώμη του ή συναποφασίζουν και στην συνέχεια ότι την λαμβάνει υπόψην και συναποφασίζουν. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της δέχθηκε δε ότι όταν έγινε η συζήτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν και ο άνδρας της παρών. Όταν δε της τέθηκε ότι ο λόγος που τους έφερε ο Ενάγοντας στο Δικαστήριο είναι διότι δεν τον άφησαν να δουλέψει γιατί του έκλεισαν την πρόσβαση προς τα υγραέρια, δεν μπορούσε να αντικαταστήσει τις φιάλες υγραερίου και δεν μπορούσε να ψήσει τους γύρους και να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο ενοικίασε το κατάστημα και πάλι για να πείσει για την θέση της, αναφέρθηκε στην ύπαρξη του απαγορευτικού διατάγματος για δύο χρόνια και ισχυρίσθηκε ότι είναι αμέτρητες οι φορές που ήρθε η Αστυνομία την οποία καλούσε ο Ενάγων, χωρίς να βρει τις πόρτες κλειστές και μάλιστα είπε ότι εάν γινόταν αυτό πιστεύει ότι ο Ενάγοντας θα τους κατάγγελλε στην Αστυνομία. Από την άλλη είπε ότι τις περισσότερες φορές που πήγε η Αστυνομία εκεί αυτοί δεν βρίσκονταν στο σπίτι, χωρίς να πει πως γνώριζε την επίσκεψη της Αστυνομία εφόσον δεν γίνονταν καταγγελίες. Περαιτέρω τα πιο πάνω δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα για να τοποθετηθεί. Ως δε θα εξηγηθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, η απόρριψη των αιτήσεων παρακοής δεν οδηγεί σε συμπέρασμα στα πλαίσια της παρούσας ότι δεν έγιναν τέτοιες ενέργειες από μέρους των Εναγομένων. Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι ουδέποτε κατήγγειλε τον Ενάγοντα στις αρμόδιες αρχές με αποτέλεσμα να έχει συνέπειες από τις καταγγελίες της. Στην αντεξέταση της όμως δέχθηκε ότι τον κατήγγειλαν σε σχέση με τις φιάλες υγραερίου με βάση νέα νομοθεσία που προέβλεπε συγκεκριμένη απόσταση των φιαλών από φρεάτια. Να σημειωθεί δε ότι σε άλλο δε σημείο της αντεξέταση της και παρά το ότι της επιδείχθηκε το τεκμήριο 14 που είναι επιστολή ημερ. 25.10.11 της Επιτρόπου Διοικήσεως προς την ίδια, στην οποία αναφέρεται σε διερεύνηση παραπόνου της τελευταίας, επέμενε ότι ποτέ δεν κατήγγειλε τον Ενάγοντα. Ήταν δε εμφανές όμως ότι ήθελε να αποκρύψει αυτό το γεγονός εφόσον στην συνέχεια είπε ότι δεν έκανε αυτή προσωπικά την καταγγελία ενώ όταν ρωτήθηκε εάν έκανε καταγγελίες ο σύζυγος της υπεκφεύγοντας είπε «Όταν θα ανακριθεί να σας τα πει ο ίδιος» και ότι η ίδια δήθεν δεν γνώριζε. Από την άλλη δέχθηκε ότι το τεκμήριο 27 που είναι επιστολή ημερ. 17.2.11 του Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας προς τον Εναγόμενο 2 (τεκμήριο 27), η οποία απαντά σε επιστολή του τελευταίου ημερ. 3.1.11, αποτελεί απάντηση σε καταγγελία του συζύγου της που στρεφόταν εναντίον του Ενάγοντα. Προσπαθώντας δε να αιτιολογήσει την καταγγελία για την απόσταση από τα φρεάτια και να την αποσυνδέσει από τα όσα υποστήριξε ο Ενάγοντας για τα κίνητρα των Εναγομένων, είπε ότι η καταγγελία έγινε καθότι η αυλή της βρισκόταν δίπλα και υπήρχε συνέχεια διαρροή από τα υγραέρια και όταν το ανέφεραν στον Ενάγοντα τους έλεγε συνεχώς ότι είναι καινούργιο το γκάζι, ότι θα τελειώσει και υπάρχει η διαρροή αλλά είναι όλα με τις άδειες και αυτοί των πίστευαν γιατί ήταν «όχι απλώς καλός χριστιανός» αλλά ψάλτης στην εκκλησία πέραν των 20 χρόνων. Είπε δε ότι τελικά τους έλεγε ψέματα και ότι δεν υπήρχαν άδειες για την εγκατάσταση των κυλίνδρων και βαλβίδες έβαλε το 2011 για να ελέγχουν το υγραέριο, κατόπιν παρατηρήσεων από το Τμήμα Επιθεώρησης. Δεν θυμόταν όμως πότε έγινε αυτό. Πρόσθεσε όμως ότι έβαλε τις βαλβίδες ενώ επανειλημμένα του μιλούσαν για την διαρροή που υπήρχε. Όταν δε της τέθηκε εύλογα η ερώτηση γιατί τότε δεν τον κατήγγειλαν ενώ η κατάσταση αυτή υπήρχε από το 2004 δηλ. από τότε που πρωτομπήκε στο υποστατικό, έδωσε την μη πειστική απάντηση, προσπαθώντας πλέον να υποβαθμίσει το πρόβλημα, ότι δεν ήταν κάθε μέρα που συνέβαινε αυτό αλλά κάποιες μέρες και ότι τον χειμώνα δεν κάθονταν έξω. Δέχθηκε μάλιστα ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο υπήρχε κίνδυνος έκρηξης και προσπάθησε να το αποδώσει αρχικά στις «Υπηρεσίες» ενώ στην συνέχεια είπε ότι το έλεγε στον Ενάγοντα, ο οποίος της έλεγε ότι υπήρχαν άδειες. Δεν είναι όμως λογικό να υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, να ήταν γνωστός στους Εναγόμενους και αυτοί για 7 χρόνια να μην προέβηκαν σε οποιαδήποτε καταγγελία ενώ όταν θεσπίσθηκε πλέον η σχετική νομοθεσία για την απόσταση από τα φρεάτια να προχώρησαν σε τέτοια και ενώ ο Ενάγοντας υποστήριζε και η Εναγόμενη 1 το δεχόταν ότι υπήρχαν άδειες. Η όλη δε θέση της για χρόνια διαρροή διαψεύδεται ουσιαστικά και από την ίδια την καταγγελία που έκανε ο σύζυγος της Εναγόμενος 2 αναφορικά με τις φιάλες υγραερίου που χρησιμοποιούσε ο Ενάγοντας και συγκεκριμένα από την επιστολή του προς τον Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ημερ. 3.1.11 (τεκμήριο 32), όπου αναφέρει ότι «Πριν περίπου ένα μήνα παρουσιάστηκε διαρροή υγραερίου από τους εν λόγο κυλίνδρους .». Όταν δε τέθηκε στην Εναγόμενη 1 το τεκμήριο 5 που είναι Πιστοποιητικό του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ημερ. 11.11.10 για το επίδικο κατάστημα, το οποίο λέει ότι μετά από επιθεώρηση στις 10.11.10, εντός του οποίου αποθηκεύεται / φυλάσσεται υγραέριο, πιστοποιεί ότι είναι κατάλληλο και ασφαλές για τον σκοπό αυτό και ότι σύμφωνα με το άρθρο 4
(6)του περί Πετρελαιοειδών Νόμου στις περιπτώσεις που αποθηκεύονται δοχεία υγραερίου των οποίων η συνολική χωρητικότητα είναι μικρότερη των 500 λίτρων, όπως στην προκειμένη, δεν χρειάζεται η εξασφάλιση άδειας αποθήκευσης, είπε ότι δεν συμφωνεί με αυτό διότι μετά από επιστολή τους στο Τμήμα Επιθεώρησης, πήγε εκεί κλιμάκιο του Τμήματος να ελέγξει τον χώρο και τις φιάλες και επιστήθηκε στον Ενάγοντα η προσοχή του και του είπαν ότι έπρεπε να κάμει κάποια πράγματα και του έδωσαν μια προθεσμία να τα κάμει και όταν η προθεσμία αυτή έληξε και πήγαν και επιθεώρησαν, του εξέδωσαν απαγορευτικό διάταγμα. Όταν της ζητήθηκε όμως να διευκρινίσει εάν δηλ. το τεκμήριο 5 δεν είναι αληθές είπε ότι μπορεί να είναι αλλά επανέλαβε τα πιο πάνω. Όταν δε της υποδείχθηκε ότι αυτό που λέει συνέβη αργότερα το 2011 με την θεσμοθέτηση της Κ.Δ.Π. 201/11, που επέβαλλε τα γκάζια να είναι 2 μέτρα από τα φρεάτια αλλά με το τεκμήριο 7 δίδονταν διαζευκτικές επιλογές στον Ενάγοντα για να συμμορφωθεί με τον Κανονισμό, κάτι που προϋπόθετε όμως την συνεργασία των Εναγομένων, την οποία αρνήθηκαν, είπε ότι τα φρεάτια ήταν σε χώρο στάθμευσης που αν ανυψώνονταν 25 εκ., ο χώρος στάθμευσης δεν θα λειτουργούσε και συνάμα απαγορεύεται στον χώρο στάθμευσης να έχεις εγκατεστημένες τις φιάλες υγραερίου. Εάν όμως πράγματι απαγορευόταν το τελευταίο τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί για 7 χρόνια δεν έκαναν καταγγελία; Όταν της υποβλήθηκε ότι εκεί δεν ήταν χώρος στάθμευσης και δεν θα μπορούσε πάνω από τα φρεάτια να σταθμεύουν αυτοκίνητα επέμεινε ότι είναι χώρος στάθμευσης με άδεια. Είπε επίσης ότι τα φρεάτια είναι κοντά στον τοίχο και ότι τα αυτοκίνητα θα σταθμεύσουν λίγο πιο μακριά από τα φρεάτια. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της παρά τα πιο πάνω που είπε σε σχέση με την στάθμευση των αυτοκινήτων, είπε αναφορικά με την εισήγηση για ανύψωση των φρεατίων ότι αυτή δεν μπορούσε να το κάνει καθότι θα της δημιουργούσε πρόβλημα στο parking. Όταν δε αντιλήφθηκε ουσιαστικά αυτή την αντίφαση επανήλθε στην θέση της περί απαγόρευσης ύπαρξης φιαλών υγραερίου σε χώρο στάθμευσης. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της είπε ότι εκεί δεν στάθμευαν αυτοκίνητα λόγω της ύπαρξης των κυλίνδρων υγραερίου. Όμως όταν ρωτήθηκε εάν τώρα που απομακρύνθηκαν οι φιάλες σταθμεύουν εκεί αυτοκίνητα απάντησε ότι όταν χρειαστεί θα σταθμεύσουν, κάτι που δείχνει τουλάχιστον ότι δεν ήταν αναγκαίος χώρος στάθμευσης όπως ουσιαστικά υποστήριζε. Ήταν δε η θέση της ότι υπήρχαν αρκετά πάρκινγκ ώστε να λειτουργούν τα καταστήματα. Όταν της τέθηκε ότι έκλεισαν παράνομα τα πάρκινγκ και πάλι το αρνήθηκε. Όσον δε αφορά το θέμα των πολεοδομικών παρανομιών όταν της υποβλήθηκε ότι το αμαξοστάσιο, του οποίου έκλειναν για τον πιο πάνω σκοπό τις πόρτες το έκαναν χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής το αρνήθηκε και υποστήριξε ότι όλα όσα έκανε στην οικοδομή της ήταν με άδειες και το αμαξοστάσιο ουδέποτε ήταν παράνομο. Όσον δε αφορά την αδυναμία μετακίνησης των φιαλών σε άλλο σημείο ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη εκ του Νόμου απόσταση η Εναγόμενη 1 αναφέρθηκε στην ύπαρξη βεράντας της οικίας της. Σε υποβολή ότι και αυτή η βεράντα ανεγέρθηκε παράνομα είπε ότι αυτή ανεγέρθηκε από το 1984 που έκτισε την οικία και είναι βεράντα από την οποία εισέρχεται στην κουζίνα. Δεν συμφώνησε δε ότι στην νέα άδεια που τους δόθηκε για προσθήκες στο κτίριο, τους τέθηκε όρος να κατεδαφίσουν την βεράντα που ήταν παράνομη. Υποστήριξε ότι η βεράντα καλύπτεται από άδεια. Όταν δε της τέθηκε επιστολή όπου αναφέρεται ότι ο Λειτουργός του Έπαρχου λέει ότι «μετά από επιτόπια επίσκεψη στο κατάστημα στην οικοδομή σας έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες» έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι δεν λέει για παρανομίες αλλά για παρατυπίες. Δέχθηκε από την άλλη ότι μετά από καταγγελία του Ενάγοντα πήγαν οι αρμόδιες υπηρεσίες, κάποια πράγματα που είδαν τους τα ανέφεραν και τους έδωσαν ένα χρονικό πλαίσιο για συμμόρφωση και μάλιστα ότι συμμορφώθηκαν. Για την ύπαρξη δε των αδειών που ισχυρίζεται ότι έχουν, παρέπεμψε στον σύζυγο της με την δικαιολογία ότι είναι «και αυτός κατηγορούμενος πάνω στα ίδια θέματα» ώστε να μην τα επαναλαμβάνουν προφανώς για να μην περιπέσουν σε αντιφάσεις. Παρά δε το ότι της επιδείχθηκαν οι σχετικές αναφορές σε διαπίστωση οικοδομικών παραβάσεων χωρίς άδεια, στα τεκμήρια 11 (επιστολή ημερ. 23.2.12 Επιτρόπου Διοικήσεως προς Δήμαρχο Ύψωνα), 12 (επιστολή για Γεν. Διευθυντή Υπουργείο Εσωτερικών ημερ. 1.3.12 προς Ενάγοντα), 13 (επιστολή για Γεν. Διευθυντή Υπουργείο Εσωτερικών ημερ. 27.4.12 προς Δήμο Ύψωνα) και 21 (Ειδοποίηση επιβολής δυνάμει του άρθρου 46 ΠΕΡΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ KAI ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΝΟΜΟΣ ημερ. 21.6.11) επέμενε ότι δεν υπήρχαν τέτοιες παρανομίες. Πέραν όμως από το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων που η ίδια δεν αμφισβήτησε, η όλη θέση της περί μη ύπαρξης πολεοδομικών παρανομιών διαψεύδεται από την μαρτυρία του Μ.Ε.4, η οποία έγινε δεκτή. Το γεγονός δε ότι δεν υπήρξε ποτέ καταδίκη της σε ποινική υπόθεση για αυτά δεν εμποδίζει το θέμα να εξετασθεί και να αποφασισθεί όντας επίδικο και ουσιώδες, στα πλαίσια της παρούσας. Ανέφερε επίσης τα όσα είπε αργότερα ο Μ.Υ.3 περί της συνάντησης και της εισήγησης για άλλη λύση που δεν υλοποιήθηκε. Σε σχέση όμως με αυτό για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε και για τον Μ.Υ.3, ούτε της Εναγόμενης 1 η σχετική μαρτυρία μπορεί να ληφθεί υπόψην. Να λεχθεί περαιτέρω ότι στον Ενάγοντα όχι μόνο δεν τέθηκε οτιδήποτε για την εν λόγω συνάντηση αλλά δεν τέθηκε καθόλου γενικότερα η θέση για άλλη τέτοια λύση. Δέχθηκε δε ότι την πρώτη φορά που ενοικίασε το κατάστημα στον Ενάγοντα αυτό έγινε με το ενοικιαστήριο τεκμήριο
- Όταν δεν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι ενοικιάστηκε το κατάστημα ως ταχυφαγείο «Take away» υπεκφεύγοντας απάντησε «Ένα κατάστημα, ναι». Όταν δε ρωτήθηκε εάν πριν αυτό λειτουργούσε ως περίπτερο είπε ότι λειτουργούσε ως ταβέρνα και πριν ως φούρνος. Όταν ρωτήθηκε εάν για να γίνει από φούρνος ταβέρνα λειτουργούσε με άδεια της αρμόδιας αρχής ή μετατράπηκε χωρίς τέτοια άδεια, είπε ότι αυτά τα αναλάμβανε ο εκάστοτε ενοικιαστής με δική του ευθύνη και έξοδα, ενώ η ίδια δεν είχε καμία εμπλοκή. Όταν όμως στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν μπορούσε ο ενοικιαστής να μετατρέψει την χρήση χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, τότε αντιλαμβανόμενη την ασυνέπεια της θέσης της, είπε ότι δεν είναι σίγουρη για κάποια πράγματα και στην συνέχεια ότι σίγουρα ο ενοικιαστής υπέβαλε τα σχέδια στις αρμόδιες αρχές και με τη συγκατάθεση τους πήρε τις κατάλληλες άδειες για αλλαγή χρήσης. Δεν θυμόταν όμως για τον σκοπό αυτό να υπέγραψε κάτι. Εδώ να αναφερθεί ότι κατατέθηκε ως τεκμήριο 30 επιστολή ημερ. 19.2.02 του Υπεύθυνου Τμήματος Πυροπροστασίας για Διευθυντή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προς Επαρχιακό Λειτουργό Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού, όπου αναφέρεται ότι τα σχέδια που αφορούν την αλλαγή χρήσης περιπτέρου σε κατάστημα πώλησης έτοιμων φαγητών εξετάσθηκαν και η έκδοση της αιτούμενης άδειας συστήνεται με τους πιο κάτω όρους: «
- Κουζίνα/Υγραέριο. Σε περίπτωση χρήσης μαγειρικής συσκευής υγραερίου ο κύλινδρος να τοποθετηθεί έξω από το κτίριο σ' ανοικτό χώρο και η παροχή υγραερίου προς την συσκευή να γίνει με μεταλλικό σωλήνα εγκριμένου τύπου». Αναφορικά με την μαρτυρία του Εναγόμενου 2 (Μ.Υ.4) πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από το τεκμήριο 2 φαίνεται ότι αυτός δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης. Από την άλλη όμως η θέση του ότι παρά το γεγονός ότι είναι σύζυγος της Εναγόμενης 1 ουδέποτε ασχολήθηκε με την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού στον Ενάγοντα, διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία σε σχέση με τις ενέργειες του ιδίου και δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Κατ' αρχάς ως έχει προαναφερθεί, ήταν τελικά η θέση της συζύγου του ότι λαμβάνει υπόψη την γνώμη του και συναποφασίζουν για θέματα που αφορούν το επίδικο υποστατικό. Περαιτέρω είναι αποδεκτό μέσω τη έκθεσης υπεράσπισης ότι αυτός είναι συνιδιοκτήτης του όλου ακινήτου στο οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο κατάστημα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Ενάγοντα ότι για την αγορά της επιχείρησης από τον Κασίνη, ήταν ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είχε ακούσει ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει τέτοια επιχείρηση, που τον έφερε σε επαφή με τον Κασίνη. Παρά δε το ότι στην κυρίως εξέταση του ο Εναγόμενος 2 ήταν κατηγορηματικός ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του Ενάγοντα σε οποιανδήποτε υπηρεσία, στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι προέβη σε καταγγελία αλλά ισχυρίσθηκε ότι το έπραξε δήθεν για θέματα ασφάλειας και μόνο. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι έγινε δεκτή η θέση του Μ.Ε.2 ότι από τον φάκελο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. είδε ότι ήταν ο Εναγόμενος 2 που έκανε την σχετική καταγγελία, η οποία είχε να κάνει με την καταβολή του Φ.Π.Α. από τον Ενάγοντα και όχι με θέμα ασφάλειας. Πέραν αυτού ο Εναγόμενος 2, ως προκύπτει σαφώς από το τεκμήριο 32 που είναι επιστολή του ίδιου ημερ. 3.1.11, προς τον Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, προέβη ουσιαστικά σε καταγγελία, η οποία αφορούσε την χρήση δύο φιαλών υγραερίου από τον Ενάγοντα, κάτι που ο Εναγόμενος 2 θεωρούσε παράνομο καθότι, ως υποστήριζε, υπήρχαν παραλείψεις των γενικών απαιτήσεων για την αποθήκευση, σύμφωνα με τον Κώδικα Πρακτικής που εκδόθηκε από την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 17.9.
- Εύλογα όμως για τα κίνητρα του Εναγόμενου 2 για την καταγγελία εγείρεται το ερώτημα, γιατί εφόσον ετίθετο τέτοιο θέμα ασφάλειας και ο εν λόγω Κώδικας υπήρχε από τις 17.9.09, αυτός δεν προέβη σε καταγγελία προηγουμένως αλλά μόνο στις 3.1.
- Να λεχθεί δε ότι ήταν προφανώς επιλεκτική η μνήμη του εφόσον σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του δεν θυμόταν τι έγραψε στην εν λόγω επιστολή. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι αρνήθηκε να συνεργαστεί με τον Ενάγοντα για την ανύψωση κατά 25 εκατοστά και αποτελεσματική στεγανοποίηση του καπακιού του φρεατίου που ήταν πλησίον των φιαλών υγραερίου, όπως υπέδειξε η αρμόδια αρχή και τον παρέπεμψε στην επιστολή του Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ημερ. 29.12.11 προς τον Ενάγοντα (τεκμήριο 7) παρέπεμψε στο μέρος της επιστολής όπου αναφέρεται ότι για την εν λόγω τροποποίηση απαιτείται η εξασφάλιση εκ των προτέρων της έγκρισης του ιδιοκτήτη του υποστατικού για την επέμβαση στο φρεάτιο. Όταν δε του τέθηκε ότι ο ίδιος δεν συνεργάσθηκε να δώσει την έγκριση έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση με το επίδικο υποστατικό και ότι αυτό είναι της συζύγου του. Σε επόμενες ερωτήσεις είπε ότι είχε λόγο στο θέμα αλλά την απόφαση την έπαιρνε η σύζυγος του. Είπε δε ότι το θέμα τον ενδιέφερε αλλά όταν ρωτήθηκε εάν συμβούλευσε την σύζυγο του, υπεκφεύγοντας είπε ότι είναι θέμα που αφορούσε την οικογένεια του αλλά την απόφαση την έπαιρνε η σύζυγος του. Στην συνέχεια είπε ότι συζητούσαν με την σύζυγο του αλλά δεν γνώριζε δήθεν εάν αυτή διαφωνούσε μαζί του. Όταν δε του τέθηκε ότι πριν ανέφερε ότι κατάγγειλε τον Ενάγοντα για θέματα ασφάλειας, είπε ουσιαστικά ότι για το ενοικιαστήριο συμβόλαιο ήταν θέματα της συζύγου του αλλά για θέματα ασφάλειας είχε κάποιο λόγο νομίζει και ο ίδιος. Όταν δε ρωτήθηκε πως γίνεται ο διαχωρισμός αυτός στις αποφάσεις απάντησε ότι δήθεν ως οικογένεια έτσι λειτουργούν. Η πιο πάνω θέση του όμως είναι εμφανές ότι κάθε άλλο παρά πειστική μπορεί να κριθεί. Δεν είναι δε λογικό ο ίδιος να προέβη σε καταγγελία για λόγους ασφάλειας και όταν το αρμόδιο Τμήμα πρότεινε μια αποδεκτή λύση αυτός να «νίπτει τας χείρας του» και να αποδίδει ουσιαστικά την μη συνεργασία ή έγκριση στην σύζυγο του, χωρίς μάλιστα να πει ποια ήταν η θέση του στην συζήτηση με την σύζυγο του επί αυτού και χωρίς να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση γιατί η σύζυγος του δεν έδωσε την έγκριση της. Η επιλεκτικότητα της μνήμης του προκύπτει και από ότι δεν θυμόταν εάν η σύζυγος του έκαμνε καταγγελίες όσον αφορά τη συμπεριφορά του Ενάγοντα σε σχέση με το ενοικιαστήριο έγγραφο. Όταν δε ρωτήθηκε εύλογα εάν δεν του έλεγε εάν έκανε καταγγελίες είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει και πρόσθεσε ότι δήθεν δεν θυμάται. Η ίδια στάση του να μην απαντά και να μην μπορεί να πει για θέματα που αφορούσαν την σύζυγο του αλλά και προφανώς για να μην πέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις με αυτήν, συνεχίσθηκε και κατά την αντεξέταση του αναφορικά με την συνάντηση που έγινε με τον αγοραστή που βρήκε ο Ενάγοντας. Έτσι για να μην έρχεται σε αντίθεση η μαρτυρία του με αυτήν της συζύγου του είπε ότι θυμάται αυτή την συνάντηση αλλά όχι όλη, αποφεύγοντας στην συνέχεια να δώσει λεπτομέρειες. Να σημειωθεί δε εδώ ότι ο Εναγόμενος 2 κατά την ένορκη μαρτυρία της συζύγου του βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου και άκουσε όσα λέχθηκαν. Και αυτός όταν ρωτήθηκε για τον σκοπό της συνάντησης υπεκφεύγοντας είπε ότι του τηλεφώνησε η σύζυγος του ότι θα πήγαινε κάποιος σπίτι τους και όταν επέστρεψε στο σπίτι βρήκε εκεί αυτό το πρόσωπο. Στα πλαίσια πάντα της πιο πάνω λογικής είπε μη πειστικά ότι δεν αναμίχθηκε στην κουβέντα γιατί δήθεν δεν ήθελε, επαναλαμβάνοντας ότι δεν είχε καμία σχέση με το συγκεκριμένο κτίριο. Σε αντίθεση δε με την σύζυγο του, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, ερωτώμενος συγκεκριμένα είπε ότι η σύζυγος του του ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο ήθελε να ενοικιάσει το κατάστημα «αλλά ήταν προβληματισμένος και έτσι, ούτε τέθηκε θέμα αν έχουμε κατάστημα εμείς, απλά ήταν προβληματισμένος ο άνθρωπος που ήρθε, το μόνο που θυμούμαι». Ανέφερε μάλιστα ότι την συνάντηση δεν την έκανε αυτός ενώ ερωτώμενος εάν την έκανε η σύζυγος τους απάντησε «Δεν γνωρίζω αν τη έκαμε η γυναίκα μου ή ο Εναγόμενος 1». Να υπομνησθεί δε εδώ ότι η Εναγόμενη 1 κατά την μαρτυρία της υποστήριξε ότι δεν τέθηκε θέμα ενοικίασης. Σε υποβολή δε ότι οι καταγγελίες του προς τις αρμόδιες αρχές απέβλεψαν στο να δημιουργήσουν πρόβλημα λειτουργίας στο κατάστημα το οποίο ενοικίαζε ο Ενάγοντας, απάντησε ουσιαστικά ότι ο Ενάγοντας παρέδωσε την κατοχή του επίδικου υποστατικού καθότι έκανε συμφωνία με την Υπηρεσία Φ.Π.Α. να παραδώσει το υποστατικό στην Εναγόμενη 1, για να κερδίσει 19.000 και ότι είναι για αυτό που όταν του είπε η Πυροσβεστική και το Γραφείο Επιθεώρησης να βάλει τις φιάλες μπροστά, δεν τις έβαλε. Είπε δε ότι αυτό το ανέφερε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.2 δεν είπε όμως κάτι τέτοιο. Η σχετική αναφορά του Μ.Ε.2 έγινε στα πλαίσια παράθεσης του λόγου που η επιχείρηση του Ενάγοντα ενεγράφη στο όνομα της συζύγου του και σε καμία περίπτωση συνδέθηκε με συμφωνία ή έστω πρόθεση παράδοσης του υποστατικού στην Εναγόμενη
- Να λεχθεί δε ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο Εναγόμενος 2 είπε ότι ο Ενάγοντας έκλεισε την επιχείρηση του καθότι δεν συμμορφωνόταν και ότι δεν ήταν ο ίδιος που τον έκλεισε αλλά το Γραφείο Επιθεώρησης. Τα όσα δε ο Εναγόμενος 2 είπε για την εισήγηση τοποθέτησης των φιαλών στο μπροστινό μέρος του καταστήματος, για τον ίδιο λόγο που εξηγήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.3, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Όσον δε αφορά τις πολεοδομικές παρανομίες που έγιναν στο επίδικο ακίνητο ήταν η θέση ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Προς τούτο δε παρέπεμψε στο γεγονός ότι για τις ίδιες καταγγελίες πήγαν Δικαστήριο και αθωώθηκαν. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι έγινε δεκτή η μαρτυρία της Μ.Ε.3 για τους λόγους απόσυρσης των δύο ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων αλλά και του Μ.Ε.4 για τις παρανομίες που εντοπίσθηκαν και με τις οποίες μάλιστα συμμορφώθηκαν αργότερα οι Εναγόμενοι. Ως δε έχει λεχθεί και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1 το γεγονός της μη καταδίκης σε ποινική υπόθεση για αυτά δεν εμποδίζει το θέμα να εξετασθεί και να αποφασισθεί όντας επίδικο και ουσιώδες, στα πλαίσια της παρούσας. Όπως δε και η σύζυγος του έτσι και αυτός, σε σχέση με το ότι έχτισαν χώρο στάθμευσης παράνομα, τοποθέτησαν πόρτα και την έκλειναν με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να μην μπορεί να αντικαταστήσει τις φιάλες υγραερίου για να μπορέσει να δουλέψει τις ψησταριές του γύρου, παρέπεμψε στο γεγονός της ύπαρξης του προσωρινού διατάγματος και ότι παρά ταύτα δεν εντοπίσθηκε κάτι τέτοιο. Και αυτός όπως και η σύζυγος του υποστήριξε ότι πήγε εκεί η Αστυνομία 7-8 φορές και δεν βρήκε τις πόρτες κλειστές. Και αυτός είπε ότι μάλιστα κάποιες από τις φορές που πήγε η Αστυνομία έλειπαν, χωρίς να πει πως το γνώριζε ότι πήγε η Αστυνομία τόσες φορές. Όπως δε λέχθηκε και για την Εναγόμενη 1 τα πιο πάνω δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα για να τοποθετηθεί και η απόρριψη των αιτήσεων παρακοής που καταχωρήθηκαν εναντίον τους δεν οδηγεί σε συμπέρασμα στα πλαίσια της παρούσας ότι δεν έγιναν τέτοιες ενέργειες από μέρους των Εναγομένων. Ήταν επίσης αρχικά η θέση του Εναγόμενου 2 ότι τις φιάλες υγραερίου έξω από το επίδικο υποστατικό δεν τις τοποθέτησε ο προκάτοχος του Ενάγοντα. Όταν όμως του υποδείχθηκε το τεκμήριο 30 είπε ότι μπορεί να κάνει λάθος ενώ στην συνέχεια είπε ότι τα όσα αναφέρει το εν λόγω έγγραφο είναι τυπικά και ότι ο Κασίνης δεν είχε γκάζι εκεί για να προσθέσει ότι δεν θυμάται γκάζι του Κασίνη ενώ δεν γνώριζε καν εάν ο Κασίνης είχε τέτοια φιάλη εντός του υποστατικού. Όταν δε ρωτήθηκε κατά πόσο ένα χρόνο που λειτουργούσε ο Κασίνης το υποστατικό ο ίδιος δεν πήγαινε εκεί να δει, όπως και η σύζυγος του έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι δεν τον αφορούσε. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης όταν ρωτήθηκε είπε ότι δεν θυμάται εάν ο Κασίνης χρησιμοποιούσε συσκευή υγραερίου ενώ σε επόμενη ερώτηση κατά πόσο μπορεί και να χρησιμοποιούσε και δεν θυμάται, είπε ότι δεν γνωρίζει. Δεν αμφισβητήθηκε δε ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ήταν αυτός που τον έφερε σε επαφή με συγκεκριμένο προμηθευτή υγραερίου, όταν αγόρασε την επιχείρηση από τον Κασίνη. Σε σχέση δε με το τεκμήριο 30, συνεχίζοντας την τακτική του να απαντά όποτε βόλευε την θέση του, σε άλλο σημείο ακόμη και όταν του υποδείχθηκε η ημερομηνία που αναγράφει το τεκμήριο είπε ότι δεν γνώριζε και μετά ότι δεν θυμόταν εάν αυτό δόθηκε όταν ακόμη κάτοχος του υποστατικού ήταν ο Κασίνης, προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση . Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία τους δεν γίνεται δεκτή. Τέλος ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) μου έκανε καλή εντύπωση. Η όλη εκδοχή του ως προς τα γεγονότα ήταν πειστική, βρίσκει έρεισμα στην λογική και συνάδει με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Κατά την μαρτυρία του δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του και δεν διαψεύδονται από την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία. Αναφορικά με το τεκμήριο 2, δέχθηκε ότι ήταν το τελευταίο που υπέγραψε με την Εναγόμενη 1 ως αντισυμβαλλόμενη του. Η όλη θέση του δεν ήταν ότι αμφισβητούσε την ύπαρξη αυτού αλλά ότι αυτό δεν ήταν το μόνο και ότι υπέγραφαν τέτοια ενοικιαστήρια που κάλυπταν όλη την περίοδο της ενοικίασης δηλ. από το 2004, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Η αναφορά του δε στην αντεξέταση ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε παρέβηκαν όρους του συμβολαίου διότι τα ενοικιάστρια έγγραφα τα έκανε από μονή της η Εναγόμενη 1, τα οποία του έπαιρνε και αυτός καλόπιστα υπέγραφε, είχε προφανώς να κάνει με τους ρητούς όρους των εν λόγω συμβολαίων. Στην παρούσα όμως η απαίτηση του Ενάγοντα, ως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, στηρίζεται σε εξυπακουόμενο όρο. Ήταν δε λογική η θέση του ότι ενοικίαζε το κατάστημα ως ταχυφαγείο και όχι ως ένα κατάστημα γενικά και αόριστα όπως του τέθηκε, προφανώς με βάση αυτό που αναφέρει το τεκμήριο
- Ανέφερε και πάλι ότι η χρήση του καταστήματος περιλαμβανομένων των ψησταριών γύρου ήταν έτσι όπως παρέλαβε την επιχείρηση από τον Κασίνη το 2004, με την μόνη διαφορά ότι ενοικίασε μικρότερο χώρο του κτιρίου και ότι η Εναγόμενη 1 γνωρίζοντας αυτό αποδέχτηκε από την αρχή να του το ενοικιάσει ως τέτοιο. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται και από το τεκμήριο 30 που είναι επιστολή ημερ. 19.2.02 του Υπεύθυνου Τμήματος Πυροπροστασίας για Διευθυντή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προς Επαρχιακό Λειτουργό Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού από το οποίο προκύπτει ότι από πριν την αγορά της επιχείρησης από τον Ενάγοντα είχε ληφθεί άδεια αλλαγής της χρήσης του καταστήματος από περίπτερο σε κατάστημα πώλησης έτοιμων φαγητών κάτι που η Εναγόμενη 1 δεν ανέφερε ότι έγινε χωρίς την συγκατάθεση της. Το πρώτο δε εκ των ενοικιαστηρίων (τεκμήριο 1) προβλέπει ότι ο Ενάγοντας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το ενοικιασθέν παρά μόνο σαν «κατάστημα (TAKE AWAY) KEBAB», δηλ. ως ταχυφαγείο και εν πάση περιπτώσει, παρά την χρήση του ως τέτοιου από το 2004 εν γνώση της Εναγόμενης 1, η τελευταία ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε σχετικό με την χρήση του θέμα. Τέτοιο θέμα όμως δεν έθεσε ούτε και μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 2 που δεν καθορίζει τι είδους «κατάστημα» αφορά. Όσον δε αφορά την προσπάθεια που ο Ενάγοντας έκανε για πώληση της επιχείρησης του ήταν λογική η θέση του ότι το τεκμήριο 2 δεν προβλέπει κάτι τέτοιο αλλά αυτός συμφώνησε προφορικά με την Εναγόμενη 1 να το κάνει. Προφανώς η απόφαση να δεχθεί την ενοικίαση του υποστατικού σε κάποιο άλλο πρόσωπο που θα αγόραζε την επιχείρηση ανήκε στην Εναγόμενη
- Αναφορικά δε με την θέση του ότι ποτέ η επιχείρηση δεν μεταβιβάσθηκε στην σύζυγο του, ο Μ.Ε.2 που ήταν πιο ειδικός και γνώριζε το σύνολο των γεγονότων εξήγησε τι ακριβώς έγινε και ότι η εγγραφή στο όνομα της συζύγου του Ενάγοντα έγινε μόνο για φορολογικούς σκοπούς, κάτι που αποτελούσε και θέση του Ενάγοντα και δεν προκύπτει κάποια ουσιώδης αντίφαση μεταξύ τους. Ήταν δε επίσης λογική η θέση του Ενάγοντα ότι για αυτό το θέμα δεν όφειλε να ενημερώσει την Εναγόμενη 1 εφόσον δεν ήταν υπενοικίαση και δεν παρέβηκε τους όρους του συμβολαίου. Το γεγονός ότι στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι δημιούργησε την επιχείρηση από κοινού με την σύζυγο του δεν έρχεται, κατά την κρίση μου, σε αντίθεση με τα πιο πάνω εφόσον ανέφερε επίσης ότι επρόκειτο για οικογενειακή επιχείρηση την οποία διεύθυνε ο ίδιος, υπέγραφε τα ενοικιάστρια έγγραφα, τις αγορές, τις πωλήσεις και απλώς η σύζυγος του με τα παιδιά τους, τον βοηθούσαν στην όλη εργασία του μαγαζιού και ότι από τον Φεβρουάριο 2011, για φορολογικούς λόγους και μόνο «ενεγράφη» επ' ονόματι της συζύγου του. Όσον δε αφορά τις πολεοδομικές παρανομίες των Εναγομένων, τις οποίες ο Ενάγοντας κατήγγειλε στις αρμόδιες αρχές, αυτός δέχθηκε ότι για τις καταγγελίες του οι Εναγόμενοι δεν καταδικάσθηκαν από ποινικό Δικαστήριο και ότι οι ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις που ο ίδιος ήγειρε αποσύρθηκαν. Ήταν όμως η θέση του, η οποία επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τα όσα κατέθεσε κατά την μαρτυρία του ο Μ.Ε.4 ότι υπήρχαν τέτοιες και ότι έκανε τις καταγγελίες καθότι ορισμένες από αυτές τον παρενοχλούσαν στην επιχείρηση του. Ανέφερε δε κατά την αντεξέταση του ότι οι πολεοδομικές παρανομίες των Εναγομένων υπήρχαν ήδη όταν αυτός ενοικίασε το κατάστημα δηλ. το
- Ήταν δε η θέση του ότι λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων και συγκεκριμένα ότι δεν επέτρεπαν στον προμηθευτή του να αντικαταστήσει τις φιάλες υγραερίου, από τις 21.2.11 μέχρις τις 13.4.11 δεν είχε υγραέριο και δεν μπορούσε να λειτουργήσει τις ψησταριές του γύρου αλλά συνέχισε να λειτουργεί το κατάστημα με σουβλάκια μόνο, με αποτέλεσμα να υποστεί την ανάλογη ζημιά. Θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να λεχθεί ότι η θέση του αυτή ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Η απόφαση δε του Δικαστηρίου ημερ. 29.5.13, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις παρακοής ημερ. 24.3.11 που καταχώρησε ο Ενάγοντας εναντίον εκάστου των Εναγομένων, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της αγωγής. Αυτό καθότι τέτοιες αιτήσεις ως ενδιάμεσες διαδικασίες έχουν διαφορετικό σκοπό και δη την συμμόρφωση σε ενδιάμεσα διατάγματα του Δικαστηρίου, εξ ου και με τις συγκεκριμένες αιτήσεις αξιωνόταν η φυλάκιση ή η επιβολή προστίμου στους Εναγόμενους, γιατί παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 25.2.
- Τέτοιες διαδικασίες χαρακτηρίζονται δε ως οιονεί ποινικές. Οι αποφάσεις λοιπόν στα πλαίσια τέτοιων διαδικασιών δεν μπορούν να είναι δεσμευτικές στα πλαίσια της ουσίας της αγωγής, όπως δεσμευτικές δεν είναι, ούτε ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά φυσικά ούτε και ως προς το αποτέλεσμα τους, οι κατόπιν ακροάσεως αποφάσεις σε ποινικές υποθέσεις που αφορούν τα ίδια επίδικα θέματα με αυτά μιας αστικής διαδικασίας (βλ. Στυλιανού ν. Νικολάου
(2000)1Α Α.Α.Δ 434). Άλλωστε ως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις παρακοής χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα γεγονότων. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν τέθηκε με τον ορθό δικονομικό τρόπο στον Ενάγοντα, κατά την αντεξέταση του συγκεκριμένη προηγούμενη δήλωση του για το θέμα, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ερχόταν σε αντίφαση με τα όσα είπε κατά στην ένορκη μαρτυρία του στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής και να αξιολογηθεί ανάλογα. Συνεπώς η μαρτυρία επί του θέματος παρέμεινε αναντίλεκτη. Όσον δε αφορά το τεκμήριο 5 που είναι Πιστοποιητικό Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ημερ. 11.11.10 για το επίδικο κατάστημα στο οποίο αναφέρεται ότι μετά από επιθεώρηση, στις 10.11.10, του επίδικου υποστατικού εντός του οποίου αποθηκεύεται / φυλάσσεται υγραέριο, πιστοποιεί ότι είναι κατάλληλο και ασφαλές για τον σκοπό αυτό, δεν δέχθηκε ότι ο XXXXX Ανδρέου, εξουσιοδοτημένος επιθεωρητής που το εξέδωσε, είναι προσωπικός γνωστός του και εξήγησε ότι αυτή την εντύπωση είχε ο Εναγόμενος 2 γιατί όταν ο Ανδρέου πήγε για κάποιο έλεγχο στο υποστατικό τον είδε ο Εναγόμενος 2 που εισήλθε στο μαγαζί για να ελέγξει τις διασωληνώσεις του υγραερίου και θεώρησε ότι ήταν γνωστός του και ήθελε να του κάνει χάρη. Διερωτήθηκε δε πειστικά, εάν ήταν να του κάνει χάρη θα του επέβαλλε να βάλει βαλβίδες ασφάλειας; Το γεγονός δε ότι έγιναν συστάσεις και παρατηρήσεις στον Επιθεωρητή μετά από παράπονο του Εναγόμενου 2 προς τον Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ημερ. 3.1.11 (τεκμήριο 32) δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα αφού μάλιστα ο Διευθυντής του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας με επιστολή του προς τον Εναγόμενο 2 ημερ. 17.2.11 (τεκμήριο 27) πληροφορεί μεταξύ άλλων ουσιαστικά τον Εναγόμενο 2 ότι επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του Επιθεωρητή σε σχέση με το θέμα της εισόδου του στον χώρο όπου υπήρχε η εγκατάσταση του υγραερίου (ο Εναγόμενος 2 ως φαίνεται από την επιστολή ημερ. 3.1.11 τεκμήριο 32 παραπονέθηκε ότι ο Επιθεωρητής εισήλθε στην ιδιωτική αυλή της κατοικίας του χωρίς να το γνωρίζει ο Εναγόμενος 2) και ότι σε σχέση με την επίσκεψη που ο Εναγόμενος 2 έκανε στο Γραφείο του Επιθεωρητή, οι παρατηρήσεις έγιναν εν πάση περιπτώσει, παρά δηλ. το ότι ο εν λόγω Επιθεωρητής δεν συμφωνούσε ότι τα γεγονότα έγιναν όπως τα ανέφερε ο Εναγόμενος 2. Πουθενά δεν αναφέρει ότι έγινε οποιαδήποτε παρατήρηση στον Επιθεωρητή για την έκδοση του προαναφερόμενου πιστοποιητικού. Ήταν δε πειστική η θέση του Ενάγοντα ότι εάν υπήρχε κίνδυνος διαρροής από τις φιάλες υγραερίου και προηγουμένως, οι Εναγόμενοι μπορούσαν ουσιαστικά να τερματίσουν το ενοικιαστήριο έγγραφο, κάτι που ουδέποτε έπραξαν. Ανέφερε επίσης, κάτι που επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 14 δηλ. την επιστολή ημερ. 25.10.11 της Επιτρόπου Διοικήσεως προς την Εναγόμενη 1, ότι όταν αυτός στην προσπάθεια του να λειτουργήσει τις μηχανές με γύρους, έβαλε μέσα στο υποστατικό μικρές φιάλες υγραερίου, οι Εναγόμενοι τον κατήγγειλαν και τον πήρε τηλέφωνο ο Ανδρέας Ανδρέου ότι είχε καταγγελία από τους ιδιοκτήτες γι' αυτό και ότι έπρεπε άμεσα να αφαιρέσεις τις φιάλες από μέσα. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 14 προκύπτει και ότι μετά την υποβολή παραπόνου από την Εναγόμενη 1, στις 15.9.11 Λειτουργός του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας του Επαρχιακού Γραφείου Λεμεσού, επέδωσε στον Ενάγοντα, δυνάμει του άρθρου 45 του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου, Ειδοποίηση Βελτίωσης και τον κάλεσε όπως, εντός 15 ημερών, μετακινήσει τις φιάλες υγραερίου σε απόσταση 2 τουλάχιστον μέτρων από τα φρεάτια αποχετεύσεως / παραδεξάμενα και σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από παρακείμενες σταθερές πηγές ανάφλεξης. Αναφέρεται επίσης στην ίδια επιστολή ότι ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με την εν λόγω Ειδοποίηση και για αυτό στις 3.10.11 του επιδόθηκε, δυνάμει του άρθρου 46 του ίδιου Νόμου, Ειδοποίηση Απαγόρευσης, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται να χρησιμοποιεί τις φιάλες υγραερίου που βρίσκονται στο πίσω μέρος του καταστήματος που ενοικιάζει, επειδή βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 2 μέτρων από υφιστάμενο φρεάτιο αποχετεύσεως. Περαιτέρω, με την Ειδοποίηση του απαγορεύθηκε η τοποθέτηση κυλίνδρων υγραερίου εντός του καταστήματος. Ο Ενάγοντας στην κυρίως εξέταση του δεν απέκρυψε τα πιο πάνω, λέγοντας ότι μετά την καταγγελία των Εναγομένων για την απόσταση των φιαλών από τα φρεάτια, κατά τον επιτόπιο έλεγχο που επακολούθησε από το αρμόδιο Τμήμα, διαπιστώθηκε ότι η εξωτερική εγκατάσταση υγραερίου θα έπρεπε να μετακινηθεί και το Τμήμα αυτό εξέδωσε αρχικά Ειδοποίηση με την οποία τον καλούσε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του. Ανέφερε επίσης ότι ενόψει της αδυναμίας του να συμμορφωθεί, η οποία οφειλόταν στις πολεοδομικές παρανομίες των Εναγομένων, το Τμήμα εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα λειτουργίας του καταστήματος. Η έκδοση δε και των δύο προαναφερομένων Ειδοποιήσεων αποκαλύπτεται άλλωστε από το τεκμήριο 10 που κατάθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας κατά την κυρίως εξέταση του, δηλ. από την επιστολή ημερ. 23.2.12 Επιτρόπου Διοικήσεως προς αυτόν. Τα όσα συνεπώς ανέφερε σχετικά κατά την αντεξέταση του κρίνω ότι δεν δείχνουν οποιαδήποτε προσπάθεια του να αποκρύψει τα γεγονότα ή να πει ψέματα. Φαίνεται δε και από τα όσα ο ίδιος είπε ότι ενόψει των εναντίον του καταγγελιών από τους Εναγόμενους και το ότι το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας επισκέφθηκε το υποστατικό του αρκετές φορές, δεν μπορούσε να θυμηθεί συγκεκριμένες ημερομηνίες. Δέχθηκε όμως ότι εκδόθηκε το απαγορευτικό διάταγμα (η Ειδοποίηση) στις 3.10.11 και πρόσθεσε ότι ενόψει αυτού και επειδή δεν είχε πλέον άλλη επιλογή εφόσον δεν μπορούσε, ως είχαν τα πράγματα, να μετακινήσει τις φιάλες στην απαιτούμενη απόσταση, δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει το ταχυφαγείο. Με άλλα λόγια δεν αρνήθηκε ότι σταμάτησε την λειτουργία του καταστήματος ενόψει της έκδοσης της εν λόγω Ειδοποίησης αλλά ήταν η θέση του, που δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτό, ότι διέκοψε την λειτουργία και το κατάστημα παρέμεινε κλειστό εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων εφόσον αυτοί προχώρησαν και επέμεναν στην καταγγελία για την απόσταση των φιαλών από τα φρεάτια και δεν συγκατατέθηκαν ώστε να βρεθεί κάποια λύση στο πρόβλημα όπως με την ανύψωση των φρεατίων που εισηγήθηκε η αρμόδια αρχή. Δέχθηκε δε ότι μετά από τα πιο πάνω αποσύνδεσε τις φιάλες από την εγκατάσταση. Το κατά πόσο τις απομάκρυνε κιόλας, ενόψει των όσων λέχθηκαν κρίνεται άνευ σημασίας για την υπόθεση εφόσον ήταν η θέση του, η οποία παρέμεινε ακλόνητη, ότι διέκοψε την λειτουργία του καταστήματος για τους λόγους όμως που προανάφερε δηλ. επειδή ήταν αναγκασμένος και όχι κατόπιν επιλογής του. Ως δε ανέφερε χαρακτηριστικά κατά την αντεξέταση του «Όταν το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας δεν, μάλλον οι εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν τις εναλλακτικές λύσεις του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας, για ποιον σκοπό να αφήσω τα υγραέρια στον χώρο εκεί; Ήταν τελεσίδικο ότι δεν υπήρχε θέμα να με αφήσει να εργαστώ». Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι πουθενά από την μαρτυρία που έγινε δεκτή δεν προκύπτει η θέση ότι ο Ενάγοντας προέβη στην παρούσα αγωγή για εκδικητικούς λόγους και δη γιατί, όπως υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι, δεν του επέτρεψαν να πωλήσει την επιχείρηση, ως του τέθηκε κατά την αντεξέταση του. Άλλωστε ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, μετά την μη αποδοχή από τους Εναγόμενους του προσώπου με το οποίο ο Ενάγοντας συμφώνησε να πωλήσει την επιχείρηση του, περί τις αρχές Οκτωβρίου το 2010, αυτός συνέχιζε να την λειτουργεί και ακόμη και μετά που άρχισαν τα προβλήματα με τους Εναγόμενους έκανε αρκετές προσπάθειες για να συνεχίσει την λειτουργία της. Όσον αφορά το τεκμήριο 3, που είναι επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 2.4.12 προς τον δικηγόρο των Εναγομένων στην οποία απαντώντας σε επιστολή του τελευταίου ημερ. 20.3.12, ενημερώνει ότι ο Ενάγοντας θα παραδώσει το κατάστημα στους ιδιοκτήτες την 1.5.12 όπως προβλέπει το ενοικιαστήριο έγγραφο, ερωτώμενος εάν συμφωνεί ότι εκεί δεν αναφέρει τους λόγους που παραδίδει το κατάστημα, πειστικά δεν δέχθηκε ότι οικειοθελώς το παρέδωσε και είπε ότι ήταν ο δικηγόρος των Εναγομένων που έστειλε επιστολή και τον καλούσε να παραδώσει το κατάστημα κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ότι ουσιαστικά με τα όσα προηγήθηκαν τον ανάγκασαν να το παραδώσει και εφόσον το ζητούσαν δεν είχε λόγο να το κρατήσει. Πέραν τούτου θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τον χρόνο αποστολής της πιο πάνω επιστολής εκκρεμούσε ήδη η παρούσα αγωγή με την οποία ο Ενάγοντας αξιώνει θεραπείες εναντίον των Εναγομένων για ζημιές που υπέστη από την συμπεριφορά τους. Το μόνο δε μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην και αυτό όχι για λόγους αξιοπιστίας αλλά καθότι δεν καλύπτεται από τους σχετικούς δικογραφημένους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς, είναι ότι όταν μέσα Νοεμβρίου 2010 εξαντλήθηκε το υγραέριο οι Εναγόμενοι δεν επέτρεπαν στον προμηθευτή να εισέλθει στο χώρο που ήταν η εγκατάσταση για να προβεί στην αλλαγή των φιαλών (βλ. Αντωνίου ν. Χρυσάνθου
(2003)1Β Α.Α.Δ 789). Αυτό γιατί στην έκθεση απαίτησης του αναφέρεται ότι η είσοδος στον εσωτερικό χώρο στάθμευσης και ο έλεγχος και/ή αντικατάσταση των φιαλών υγραερίου γινόταν μέχρι τέλος Ιανουάριου 2011 και ότι περί το τέλος Ιανουάριου 2011 οι Εναγόμενοι άρχισαν πάλι να παρακωλύουν τον Ενάγοντα και/ή τους αντιπροσώπους του να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στον χώρο των φιαλών υγραερίων και από τις αρχές Φεβρουάριου οι Εναγόμενοι αρνούνταν πεισματικά να επιτρέψουν την πρόσβαση του Ενάγοντα στο χώρο που βρίσκονται οι φιάλες υγραερίου. Ως εκ των άνω, πλην του αμέσως προαναφερόμενου μέρους της μαρτυρίας του, η υπόλοιπη μαρτυρία του Ενάγοντα γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Ευρήματα Με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά στα πλαίσια της παρούσας και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι είναι σύζυγοι και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συνιδιοκτήτες ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην οδό Αγίου Συλά αρ. XXXXX στον Ύψωνα. Στο ανατολικό μέρος του ακινήτου βρίσκεται η κατοικία αυτών και εφαπτόμενη επί αυτής, στο δυτικό μέρος, μια οικοδομή, η οποία περιλαμβάνει καταστήματα στο ισόγειο και ανώγειο διαμέρισμα. Το ένα εκ των καταστημάτων, ενοικιάσθηκε τον Απρίλιο του 2004, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου (τεκμήριο 1) με συμβαλλόμενους την Εναγόμενη 1, η οποία παρουσιαζόταν ως η μόνη ιδιοκτήτρια του και τον Ενάγοντα ως ενοικιαστή, για χρήση μόνο ως «κατάστημα (TAKE AWAY) KEBAB». Η ενοικίαση ήταν αρχικά από τις 13.4.04 - 15.4.06 δηλ. για δύο έτη αλλά παρατάθηκε στην συνέχεια. Το τελευταίο ενοικιαστήριο έγγραφο υπογράφηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, με διάρκεια ενοικίασης δύο χρόνων από 1.5.10 μέχρι 1.5.12 (τεκμήριο 2). Πριν την ενοικίαση του από τον Ενάγοντα το εν λόγω κατάστημα μαζί με άλλα δύο καταστήματα του κτιρίου χρησιμοποιείτο ως ταχυφαγείο από τον προηγούμενο ένοικο, Λευτέρη Κασίνη, ο οποίος το ενοικίαζε από το 2002-
- Ο Ενάγοντας αγόρασε την επιχείρηση του ταχυφαγείου με τις ψησταριές γύρων και σουβλακιών από τον Κασίνη το
- Σε επαφή με τον Κασίνη τον έφερε ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είχε ακούσει ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει τέτοια επιχείρηση. Ο εξοπλισμός που αγόρασε από τον Κασίνη αφορούσε όλα όσα βρίσκονταν στον εσωτερικό χώρο ετοιμασίας φαγητού αλλά και την εγκατάσταση υγραερίου, η οποία έγινε το 2002, τροφοδοτούσε τις ψησταριές των γύρων και βρισκόταν σε κοινόχρηστο χώρο, έξω από τον εξωτερικό τοίχο και πλησίον του χώρου στάθμευσης, στο πίσω μέρος του ενοικιαζόμενου καταστήματος ενώ οι ψησταριές βρίσκονταν εντός του καταστήματος. Στον χώρο όπου βρισκόταν η εγκατάσταση υγραερίου υπήρχε πρόσβαση από την δυτική κοινόχρηστη είσοδο και έξοδο της όλης οικοδομής επί της οδού Δημοσθένους, η οποία είναι κάθετη επί της οδού Αγίου Συλά. Από εκείνο το σημείο ο προμηθευτής των φιαλών υγραερίου είχε πρόσβαση στον χώρο που ήταν η εγκατάσταση για να αντικαθιστά τις φιάλες υγραερίου όταν τελείωνε το περιεχόμενό τους. Δηλ. ο Ενάγοντας ενοικίασε το κατάστημα υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που λειτουργούσε υπό την διεύθυνση του προκατόχου του με την μόνη διαφορά ότι ενοικίασε μικρότερο χώρο σε σχέση με τον προκάτοχο του ήτοι το 1/3 του συγκροτήματος. Ήταν δε ο Εναγόμενος 2 ο οποίος έφερε τον Ενάγοντα σε επαφή με συγκεκριμένο προμηθευτή υγραερίου. Σύμφωνα με τις άδειες οικοδομής και πολεοδομικές άδειες που είχαν εκδοθεί μέχρι τον χρόνο που ενοικίασε ο Ενάγοντας το κατάστημα, το δυτικό μέρος του ακινήτου έπρεπε να διαθέτει: (α) χώρο στάθμευσης των οχημάτων εντός του οικοπέδου με είσοδο και έξοδο σ' αυτόν, (β) χώρο στάθμευσης αναπήρων, ο οποίος βρισκόταν πλησίον της εισόδου και εξόδου του χώρου στάθμευσης, (γ) χώρο στάθμευσης μεταξύ πεζοδρομίου και κτηρίου, παραπλεύρως του καταστήματος και (δ) παρόδιο χώρο στάθμευσης, κοινώς κολπίσκο, στον δρόμο για στάθμευση οχημάτων έμπροσθεν του καταστήματος. Κατά παράβαση δε των ανωτέρω οι Ενάγοντες είχαν, πριν τον χρόνο έναρξης της εν λόγω ενοικίασης, προβεί άνευ αδείας από τις αρμόδιες αρχές στα ακόλουθα: (α) ανήγειραν κατάστημα στην θέση του χώρου στάθμευσης των αναπήρων, (β) ανήγειραν στεγασμένο χώρο στάθμευσης - αμαξοστάσιο με θύρες, επί της εισόδου - εξόδου του κτηρίου που οδηγούσε στους εξωτερικούς χώρους στάθμευσης και τους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης (γ) κατάργησαν τους παρακείμενους του καταστήματος χώρους στάθμευσης και (δ) στην θέση του κολπίσκου κατασκεύασαν πεζοδρόμιο. Περαιτέρω άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής, ανήγειραν στο πίσω μέρος της κατοικίας τους, στο μέρος που εφαπτόταν με το επίδικο κατάστημα και επί προβλεπόμενου χώρου στάθμευσης, βεράντα για να εξέρχονται της κουζίνας τους και κατασκεύασαν σκάλα για να κατεβαίνουν από την βεράντα. Από την έναρξη της ενοικίασης του επίδικου καταστήματος το 2004 και μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του 2010 ο Ενάγοντας λειτουργούσε το κατάστημα ως ταχυφαγείο με τον πιο πάνω τρόπο λειτουργίας, τον οποίο οι Εναγόμενοι είχαν αποδεχθεί και ποτέ δεν ήγειραν οποιοδήποτε θέμα. Περαιτέρω μέχρι τότε οι σχέσεις του Ενάγοντα με τους Εναγόμενους ήταν καλές και παρά την ανέγερση του αμαξοστασίου με το οποίο οι Εναγόμενοι έκλεισαν την είσοδο στο χώρο στάθμευσης, στον οποίο ήταν εγκατεστημένες οι φιάλες υγραερίου, οι τελευταίοι επέτρεπαν στον προμηθευτή υγραερίου του Ενάγοντα να έχει πρόσβαση στο σημείο ώστε να αντικαθιστά τις φιάλες όταν χρειαζόταν, αφήνοντας τις θύρες του αμαξοστασίου ανοικτές ή σε περίπτωση που δεν ήταν ανοικτές του επέτρεπαν να εισέρχεται από την είσοδο της οικίας τους, χωρίς οποτεδήποτε να θέσουν οποιοδήποτε θέμα. Περί τον Σεπτέμβριο του 2010 ο Ενάγοντας επιδίωξε να πωλήσει την επιχείρηση του ταχυφαγείου αφού πρώτα ενημέρωσε σχετικά την Εναγόμενη
- Η τελευταία του είχε πει «Κανένα πρόβλημα να διαπραγματευτείς εσύ τον εξοπλισμό και τον αέρα και μετά να μου στείλεις τον ενδιαφερόμενο για να συμφωνήσουμε το ενοίκιο». Από τα μέσα Σεπτεμβρίου 2010 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2010 ο Ενάγοντας ανάρτησε πανό προς πώληση της επιχείρησης. Για διάστημα δέκα ημερών από την ημερομηνία ενημέρωσης της Εναγόμενης 1 και ανάρτησης του πανό, δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Υπήρξαν 3 ενδιαφερόμενοι και είχε καταλήξει με ένα, με τον οποίο συμφώνησε την πώληση της επιχείρησης για €40.
- Είπε δε σε αυτόν πριν προχωρήσουν στα διαδικαστικά της πώλησης να μιλήσει με τους ιδιοκτήτες του καταστήματος για το ενοίκιο. Μετά την συνάντηση του ενδιαφερομένου αγοραστή με τους Εναγόμενους, τον πήρε τηλέφωνο, περί τις αρχές Οκτωβρίου 2010, ο Εναγόμενος 2 και του είπε «Αν νομίζεις ότι θα σε αφήσω να κάμεις €40.000 πάνω στην περιουσία μου να το βγάλεις από το νου σου». Ο Ενάγοντας αμέσως πήρε τηλέφωνο την Εναγομένη 1 και της ανέφερε όσα του είπε ο σύζυγος της. Εκείνη του είπε «Εγώ προσπαθώ να κτίσω και εσύ μου τα χαλάς». Ο Ενάγοντας την ρώτησε «Τι είναι αυτά που μου λες;» και αμέσως του έκλεισε το τηλέφωνο. Έτσι η πώληση της επιχείρησης δεν προχώρησε. Μετά από αυτό ο Εναγόμενος 2: · Περί τις αρχές Οκτωβρίου 2010, απείλησε τον Ενάγοντα ότι εάν δεν έφευγε από το κατάστημα θα τον κατάγγελλε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων όπου εργαζόταν, ότι πήγαινε στο κατάστημα με αυτοκίνητο της Υπηρεσίας, εν ώρα εργασίας. · Περί τις αρχές Νοεμβρίου 2010, κατήγγειλε τον Ενάγοντα, ο οποίος δεν είχε εγγραφεί στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. ότι πωλούσε 700 πίττες την εβδομάδα και δεν πλήρωνε Φ.Π.Α, παραδίδοντας έγχρωμη φωτογραφία του καταστήματος του Ενάγοντα, η οποία λήφθηκε έξω από την βιτρίνα την ώρα που το κατάστημα ήταν κλειστό, όπου φαίνονταν οι πίττες, οι οποίες ήταν τοποθετημένες μέσα σε σακούλια πάνω στο τραπέζι. · Περαιτέρω περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 με αρχές Νοέμβριου 2010, κατήγγειλε τον Ενάγοντα δυο φορές στο Υγειονομείο, ισχυριζόμενος ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υγιεινής και ότι δεν υπήρχε βρύση με διακόπτη στο πόδι. Ωστόσο όταν το Υγειονομείο επισκέφθηκε το κατάστημα τα βρήκε όλα στην εντέλεια και εξέδωσε πιστοποιητικό καταλληλόλητας. · Κατά την επίσκεψη του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας στο χώρο τον φιαλών υγραερίου τον Οκτώβριο του 2010, απείλησε τον Ενάγοντα ότι θα έφευγε και αυτός και τα γκάζια από εκεί. Στις 11.11.10, μετά από επιθεώρηση του επίδικου καταστήματος από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας στις 10.11.10, το εν λόγω Τμήμα εξέδωσε πιστοποιητικό (τεκμήριο 5) με το οποίο πιστοποίησε ότι η αποθήκευση/φύλαξη εκεί του υγραερίου (2 φιαλών 85 λίτρων έκαστη) ήταν κατάλληλη και ασφαλής για τον σκοπό αυτό και ότι σύμφωνα με το άρθρο 4
(6)του περί Πετρελαιοειδών Νόμου δεν απαιτείτο άδεια αποθήκευσης. · Με επιστολή του προς τον Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ημερ. 3.1.11 (τεκμήριο 32), κατήγγειλε τον Ενάγοντα σε σχέση με τις προαναφερόμενες φιάλες υγραερίου γιατί θεωρούσε ότι ήταν τοποθετημένες παράνομα, κατά παράβαση του σχετικού Κώδικα Πρακτικής ημερ. 17.9.09.