Παναγιώτου ν. ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Aρ. Αγωγής: 5576/2012, 3/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A389 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 5576/2012 Μεταξύ: ... Παναγιώτου Ενάγοντα και ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόμενων ------------------ Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης, ημερομηνίας 7.11.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.10.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους - αιτητές: κ. Ηλία, για Ε. ΦΛΟΥΡΕΝΤΖΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Νικολαΐδης, για ANDREAS L. NEOKLEOUS CHAMBERS LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή του πρώτου είναι τα εξής: Οι εναγόμενοι, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ασφαλιστική εταιρεία και ο ενάγοντας, ασφαλισμένος τους. Συγκεκριμένα, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ τους, οι εναγόμενοι συμφώνησαν και ανέλαβαν να παρέχουν στον ενάγοντα ασφαλιστική κάλυψη και/ή ασφαλιστικό και/ή επενδυτικό σχέδιο, γνωστό ως "INVESTMENT PLAN V2" δυνάμει των όρων και προϋποθέσεων που αναφέρονται στον Πίνακα Συμβολαίου, ημερομηνίας 30/11/2006, της Πρόσκλησης Ασφάλισης Ζωής, ημερομηνίας 29/11/2006 και των όρων του Ασφαλιστικού Συμβολαίου, που μαζί αποτελούν την ασφαλιστική σύμβαση. Δυνάμει αυτής, οι εναγόμενοι ανέλαβαν - μεταξύ άλλων - να παρέχουν προς τον ενάγοντα, εκτός από το επενδυτικό σχέδιο και επιπρόσθετα και/ή συμπληρωματικά ωφελήματα και/ή καλύψεις της Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας μέχρι του ποσού των €102.516,00, για επιπρόσθετες καλύψεις μέχρι του ποσού των €41.006,40, για απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρου, το ποσό των €840,60 καθώς και το βασικό ασφαλισμένο ποσό των €61.510,
- Κατά ή περί τις 19/11/2009, κατόπιν σχετικής αίτησης τροποποίησης του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ενάγοντα, το βασικό ασφαλισμένο ποσό μειώθηκε στις €25.000,00 και το ωφέλημα για Μόνιμη Ολική Ανικανότητα, σε €50.000,
- Ο ενάγοντας, ο οποίος κατέβαλλε ανελλιπώς στους εναγόμενους τα μηνιαία ασφάλιστρα, κατά η περί τις 15/6/2011 υπέστη σοβαρό τροχαίο δυστύχημα από το οποίο τραυματίστηκε σοβαρά. Κατά ή περί τις 13/3/2012 υπόβαλε στους εναγόμενους απαίτηση και/ή απαιτήσεις και/ή υπεύθυνη δήλωση ασφαλιζόμενου, δυνάμει του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου και/ή των επιπρόσθετων και/ή συμπληρωματικών ωφελημάτων και/ή καλύψεων, αποστέλλοντάς τους και τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά και/ή βεβαιώσεις, ώστε να καταστεί δυνατή η καταβολή των ωφελημάτων για Μόνιμη Ολική Ανικανότητα και Απαλλαγής Πληρωμής Ασφαλίστρων. Οι εναγόμενοι, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας και/ή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ημερομηνίας 28/11/2006, με επιστολή τους, ημερομηνίας 5/11/2012 αρνήθηκαν την καταβολή των εν λόγω ωφελημάτων, θέτοντας ανυπόστατους και/ή αβάσιμους και/ή αστήρικτους ισχυρισμούς και/ή αγνοώντας παντελώς τις ιατρικές εκθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ιατρικής έκθεσης των επισήμων αρχών της Δημοκρατίας που οι ίδιοι είχαν ζητήσει. Η τελευταία καθόριζε ρητά τη μόνιμη ολική ανικανότητα του ενάγοντα, αλλά και το ποσοστό αναπηρίας του, στο 75%. Ο ενάγοντας, από την ημερομηνία του δυστυχήματος και για 6 μήνες μετά από αυτό, κατέβαλλε ανελλιπώς το μηνιαίο ασφάλιστρο, ύψους €59,
- Επειδή κατέστη πλέον μόνιμα ολικά ανίκανος, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δικαιούται την επιστροφή του συνολικού ποσού των €355,
- Η άρνηση των εναγόμενων να τον αποζημιώσουν και/ή να του καταβάλουν τα πιο πάνω ωφελήματα και/ή να καλύψουν την απαίτησή του, τόσο για το ωφέλημα μόνιμης ολικής ανικανότητας όσο και για την απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρου αποτελεί παράνομη και/ή αυθαίρετη και/ή αδικαιολόγητη παραβίαση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και/ή προσπάθεια αποφυγής της υποχρέωσής τους για πληρωμή. Ο ίδιος έχει τηρήσει στο ακέραιο τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι των εναγόμενων και έχει ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του και ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι κωλύονται να ισχυρίζονται το αντίθετο. Με την αγωγή του ο ενάγοντας - μεταξύ άλλων - ζητά: δήλωση ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν στον ουσιώδη χρόνο και/ή εξακολουθεί να είναι έγκυρο και/ή σε ισχύ και/ή δεσμευτικό, δήλωση ότι ο ίδιος τήρησε όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό και τέλος, διάταγμα που να διατάζει τους εναγόμενους να του καταβάλλουν το ωφέλημα της απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρου και να παραιτηθούν του δικαιώματος είσπραξης του ασφαλίστρου μέχρι τη λήξη του συμβολαίου. Περαιτέρω αξιώνει το ποσό των €50.000,00 που αντιπροσωπεύει το ποσό που θα έπρεπε να του είχε καταβληθεί από τους εναγόμενους - σύμφωνα με το επίδικο συμβόλαιο - για το ωφέλημα της μόνιμης ολικής ανικανότητας και το ποσό των €355,32 που αντιπροσωπεύει το ποσό που πλήρωσε προς τους εναγόμενους, από την ημερομηνία του ατυχήματος και για περίοδο 6 μηνών, το οποίο θα έπρεπε να του είχε επιστραφεί από αυτούς. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του ενάγοντα, οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους - για ό,τι μας ενδιαφέρει - αντιτείνουν τα εξής: Παραδέχονται ότι κατά η περί τις 30/11/2006 εξέδωσαν το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με ασφαλιζόμενο τον ενάγοντα, πλην όμως αρνούνται τους ισχυρισμούς του αναφορικά το τι κάλυπτε αυτό, το ύψος του μηνιαίου ασφαλίστρου καθώς και τη διάρκεια καταβολής του ασφαλίστρου. Παραδέχονται ακόμη, ότι κατόπιν αίτησης τροποποίησης του συμβολαίου - την οποία υπόβαλε ο ενάγοντας και έγινε αποδεκτή εκ μέρους τους - μείωσαν το ασφαλισμένο ποσό, από €36.000,00 σε €25.000,00 και το ποσό της μόνιμης ολικής ανικανότητας, από €102.516,00 σε €50.000,
- Με την παράγραφο 5 της υπεράσπισης - που είναι και η πλέον σημαντική για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης - παραδέχονται ότι ο ενάγοντας κατέβαλλε τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα, πλην όμως αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του, της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης. Παρενθετικά να πω, ότι ο ενάγοντας στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζεται ότι οι δόσεις που θα έπρεπε να καταβάλλονται εκ μέρους του προς τους εναγόμενους με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, καταβάλλονταν ανελλιπώς σε μηνιαία βάση, τόσο αρχικά, από τις 28/11/2006 όσο και μετέπειτα, δηλαδή, από τις 28/12/2009 που έγινε τροποποίηση των όρων του συμβολαίου. Από την ημερομηνία έναρξης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προστίθεται, μέχρι τις 28/12/2009 κατέβαλλε στους εναγόμενους μηναίο ασφάλιστρο, ύψους €71,68 και από τις 19/11/2009 και εντεύθεν, ύψους €59,
- Για να συνεχίσω, οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι ο ενάγοντας είχε τροχαίο ατύχημα, στις 15/6/2011, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του, πλην όμως αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του, των παραγράφων 10 μέχρι 14 της έκθεσης απαίτησης. Να σημειωθεί ότι στις εν λόγω παραγράφους γίνεται εκτενής αναφορά, στο είδος και σοβαρότητα των τραυματισμών του ενάγοντα καθώς και στον τρόπο ιατρικής αντιμετώπισής τους, έως ότου διαγνωστεί ότι συνεπεία αυτών, ο βαθμός αναπηρίας του θα είναι μόνιμης φύσης, σε ποσοστό 75%. Τέλος, παραδέχονται ότι ο ενάγοντας, στις 13/3/2012 υπόβαλε απαίτηση απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων και για ωφέλημα μόνιμης ολικής ανικανότητας, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι, όπως του ανάφεραν και με την επιστολή τους, ημερομηνίας 5/12/2012, δεν είχε καταστεί μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία, υπό την έννοια των σχετικών όρων του επίδικου συμβολαίου. Καταληκτικά ζητούν απόρριψη της αγωγής, με έξοδα εναντίον του. Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι ζητούν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η διαγραφή της παραγράφου 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και να επιτρέπεται η αντικατάσταση της ούτως ώστε αυτή να διαβάζεται ως ακολούθως: «
- Η Εναγόμενη απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης, καλεί δε τον Ενάγοντα σε αυστηρά απόδειξη των ισχυρισμών του. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι λόγω της μη έγκαιρης καταβολής των ασφαλίστρων κατά/περί τις 23/02/2012 το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του Ενάγοντα με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου Συμβολαίου μετατράπηκε σε «Ελεύθερο Περαιτέρω Πληρωμών» με αποτέλεσμα τον τερματισμό των ωφελημάτων της απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρου και της μόνιμης ολικής ανικανότητας. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ενημέρωσε δια τα ανωτέρω τόσο τον Ενάγοντα όσο και τον κο .... Γαβριήλ, ασφαλιστή του Ενάγοντα, με γραπτή επιστολή ημερ. 23/02/2012». Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσθήκη νέας παραγράφου με αριθμό 9 στην Έκθεση Υπεράσπισης ως ακολούθως: «Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατά η περί την 13/3/2013 και/η την ημερομηνία υποβολής της απαίτησης του ενάγοντα, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε ήδη καταστεί «Ελεύθερο Περαιτέρω Πληρωμών» λόγω της μη έγκαιρης καταβολής των ασφαλίστρων και/η ότι τα επιπρόσθετα ή συμπληρωματικά ωφελήματα είχαν τερματιστεί και/η δεν ίσχυαν και/η εν πάσει περιπτώσει πέραν του ότι δεν υπήρχε σε ισχύ το εν λόγω ωφέλημα ο Ενάγοντας δεν κατέστη τότε αλλά ούτε και σήμερα δικαιούχος του Ωφελήματος της Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας και/η ότι ο Ενάγοντας μέχρι σήμερα εξακολουθεί να εργοδοτείται και/η εργάζεται. Επιπλέον η Εναγομένη αναφέρει ότι σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν υποχρεούται να αποδεκτεί απαίτηση για Μόνιμη Ολική Ανικανότητα που άρχισε σε περίοδο μεγαλύτερη του ενός χρόνου πριν την λήψη της γραπτής ειδοποίησης». Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την μετατροπή της αρίθμησης της παραγράφου με αριθμό 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης σε αριθμό 10.» Η αίτηση, μεταξύ άλλων βασίζεται και στη Δ.25 Θ.Θ.1 - 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, της λειτουργού στην εσωτερική νομική υπηρεσία των εναγόμενων, ... Χριστοδούλου. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται σε 13 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο ίδιος. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20 Μαρτίου, 2014 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των συνηγόρων και στοιχειά που απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης, στη συνέχεια θα εξετάσω την αίτηση, με αναφορά στους λόγους ένστασης σ' αυτή, όπως τους έχουν ομαδοποιήσει οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα στη γραπτή τους αγόρευση, κάτω από τον τίτλο «Δ. ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ». Ειδικότερα: Οι 2ος, 3ος, 5ος, 6ος και 7ος λόγοι έντασης προωθούνται και αναπτύσσονται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους του ενάγοντα, κάτω από τον τίτλο: «Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι διάχυτες από κακοπιστία». Όπως αναφέρεται συναφώς, η κακοπιστία των αιτητών είναι διάχυτη από τα εξής σημεία: Σε διάφορα σημεία στην ένορκη δήλωση, εσκεμμένα και με σκοπό τη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων προς το Δικαστήριο και παραπλάνησής του, γίνεται αναφορά σε ΝΕΟΥΣ δικηγόρους των αιτητών. Ο σκοπός που γίνεται αυτό είναι η δημιουργία σύνδεσης της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης, με το γεγονός ότι μόλις πρόσφατα οι αιτητές διόρισαν ΝΕΟΥΣ δικηγόρους και ότι η προηγούμενη υπεράσπιση καταχωρήθηκε από τους παλιούς δικηγόρους. Αυτό όμως, πόρρω απέχει από την αλήθεια. Η σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από τους νέους δικηγόρους των εναγόμενων καταχωρήθηκε στις 24/11/
- Δεν είναι ορθό ότι οι εναγόμενοι επιχειρούν να αποδώσουν την ευθύνη ως προς το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, στους αρχικούς τους δικηγόρους. Αυτό που ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα γι αυτούς στην ένορκη της δήλωση είναι απλώς, ότι η επίμαχη επιστολή τους προς τον ενάγοντα, ημερομηνίας 23/2/2012, με την οποία τον ενημέρωσαν ότι λόγω μη έγκαιρης καταβολής ασφαλίστρων, το επίδικο συμβόλαιό του μετατράπηκε σε «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών» εντοπίστηκε σε μια από τις πρόσφατες συναντήσεις τους με τους νέους δικηγόρους τους, κατά ή περί τις 17/10/
- Με αυτό δεδομένο είναι φανερό, ότι το ουσιαστικό γεγονός που επικαλούνται οι εναγόμενοι προκειμένου να αιτιολογήσουν το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, είναι το χρόνο εντοπισμού της εν λόγω επιστολής και όχι το χρόνο που έχουν διορίσει τους νέους δικηγόρους τους. Συνεχίζοντας οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα αναφέρουν τα εξής, υπό στοιχείο «Β»: Οι εναγόμενοι, τεχνηέντως ή και με σκοπό παραπλάνησης του Δικαστηρίου, παρουσιάζουν με τέτοιο τρόπο τα γεγονότα, ως να υπονοείται ότι ο μοναδικός λόγος που δεν προστέθηκε από την αρχή στην υπεράσπισή τους, ο ισχυρισμός τους ότι το επίδικο συμβόλαιο κατέστη «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών» από 23/2/2012 ή δεν έγινε προηγουμένως σχετική αίτηση τροποποίησης, ήταν επειδή δήθεν παράπεσε σε φάκελο άλλου τμήματος της εταιρείας, η επιστολή, ημερομηνίας 23/2/2012, με την οποία ενημέρωναν τον ενάγοντα για την μετατροπή του συμβολαίου. Επί της ουσίας, δίδουν έμφαση στο ότι παράπεσε απλώς μια επιστολή, κάτι λογικό και καλόπιστο, αν αναλογιστεί κανείς το εύρος και τον όγκο εργασιών μιας ασφαλιστικής εταιρείας του μεγέθους τους, με πολλά διαφορετικά τμήματα και εργαζόμενους. Δικαιολογούν συνεπώς την καθυστέρηση στην προθήκη του εν λόγω ισχυρισμού τους, σε απλή αμέλεια ή εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος τους ή των εργαζομένων τους. Αυτό όμως είναι μια απλή προσπάθεια κάλυψης της πλαστής και κακεντρεχούς στάσης τους, οι οποίοι αφήνουν να περάσει, χωρίς καμιά εξήγηση, το ότι ουδέποτε κανένας εξ αυτών ή των αντιπροσώπων τους δεν εξήγησαν ή ανάφεραν έστω προφορικά προς τους δικηγόρους τους (νυν ή προηγούμενους), τον ισχυρισμό ότι το συμβόλαιο του ενάγοντα κατέστη «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών» από 23/2/
- Είναι δηλαδή σχήμα οξύμωρο να ισχυρίζονται ότι δεν έδωσαν οδηγίες προς τους δικηγόρους τους αναφορικά με τέτοιας εξέχουσας σημασίας ισχυρισμό (αν ήταν βέβαια πραγματικός έστω κι αν είχε χαθεί η επιστολή ή αν δεν υπήρχε καν), ασχέτως με την ύπαρξη ή όχι της επιστολής. Εξάλλου, αυτό που επιχειρούν να προσθέσουν με την αίτηση, δεν είναι απλώς την επιστολή, αλλά, τον ισχυρισμό ότι το συμβόλαιο του ενάγοντα από το Φεβρουάριο του 2012 κατέστη «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών», ισχυρισμός που αφορά γνωστά γεγονότα προς τους αυτούς, πριν την καταχώρηση της αγωγής και θα έπρεπε να αναφερθεί στους δικηγόρους τους - εάν ήταν πραγματικός - και να προστεθεί στην αρχική υπεράσπισή τους. Η προσπάθεια του ενάγοντα να με πείσει να μην επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις, κατά κύριο λόγο, επειδή - όπως είναι η θέση του - οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ανυπόστατες, είναι εμφανής. Όπως επίσης, μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή του στην αίτηση καθώς και από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του, είναι διάχυτη η προσπάθειά του να με πείσει για το βάσιμο και αληθές της εκδοχής του σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και το αβάσιμο - συνολικά - της υπεράσπισης των εναγόμενων, ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Και το ένα και το άλλο, σε συνδυασμό φυσικά και με το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, από τη στιγμή που, όπως είναι η θέση του, οι εναγόμενοι γνώριζαν το γεγονός που θέλουν να συμπεριλάβουν στην υπεράσπισή τους μέχρι και την ώρα που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση για το σκοπό αυτό, το οποίοιο θεωρούν αδικαιολόγητο. Είναι καλά γνωστό, ότι κατά την εξέταση αίτησης τροποποίησης, δεν επιτρέπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς που αφορούν στην ουσία της αγωγής, ενώ καθώς ήδη έχει αναφερθεί - με αναφορά σε νομολογία - η καθυστέρηση ως προς το χρόνο καταχώρησης της αίτησης τροποποίησης, από μόνη της, δε συνιστά αιτία για απόρριψη της αίτησης μα ούτε εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Συνεχίζοντας οι ευπαιδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα, την ευρεία επιχειρηματολογία τους, στην προσπάθειά τους να με πείσουν για την κακοπιστία των εναγόμενων, στο σημείο (Γ) αναφέρουν τα εξής: Ενώ στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης των εναγόμενων γίνεται λόγος ότι η επίμαχη επιστολή εντοπίστηκε κατά ή περί τις 17/10/2017 μέσα σε άλλο φάκελο στον Κλάδο Ζωής και όχι στο φάκελο που παραδόθηκε στη νομική υπηρεσία τους είναι άξιο απορίας, πώς έστω ο Διευθυντής του Κλάδου Ζωής τότε, κ. ... Τζίτζος, ο οποίος υπογράφει την επιστολή απόρριψης της απαίτησης του ενάγοντα, ημερομηνίας 5/11/2012, ουδεμία μνεία κάνει αναφορικά με το δήθεν τερματισμό των επιπρόσθετων ωφελημάτων του και μετατροπής του ασφαλιστήριου συμβολαίου του σε «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών». Ο κ. Τζίτζος, ο οποίος ήταν επικεφαλής του Κλάδου Ζωής και εννοείται ότι θα είχε ίδια γνώση της επιστολής, ημερομηνίας 23/2/2012, απέρριψε την απαίτηση του ενάγοντα στη βάση καθαρά της ερμηνείας των όρων Μ.Ο.Α. και μόνο, εξυπακούοντας πως ήταν σε ισχύ τα επιπρόσθετα αυτά ωφελήματα. Το γεγονός ότι ο κ. Τζίτζος ήταν τότε Διευθυντής του Κλάδου Ζωής των εναγόμενων, δεν εξυπακούει άνευ άλλου, αυτό που υποβάλλει ο ενάγοντας μέσω των δικηγόρων του, δηλαδή, ότι εάν αποτελούσε γεγονός, η ύπαρξη και κυρίως, το περιεχόμενο της επιστολής, ημερομηνίας 23/2/2012 - με την οποία συναρτάται και η αιτούμενη τροποποίηση -, ο κ. Τζίτζος θα είχε ίδια γνώση της εν λόγω επιστολής. Ωστόσο και πάλι, η ουσία έγκειται στο γεγονός, ότι τόσο ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση όσο και οι δικηγόροι του στη γραπτή τους αγόρευση, προκειμένου να με πείσουν ότι οι εναγόμενοι με το υπό εξέταση διάβημά τους, ενεργούν κακόπιστα επιμένουν να δεχθώ τη θέση τους, ότι δεν ευσταθεί επί της ουσίας η υπεράσπιση που επιχειρούν να προσθέσουν στην υφιστάμενη υπεράσπισή τους. Και τούτο, παρότι η επίμαχη επιστολή των εναγόμενων, ημερομηνίας 23/2/2012, με περιεχόμενο αυτό που επιδιώκουν να συμπεριλάβουν στην υπεράσπισή τους, επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση, οπότε, χωρίς να σημαίνει πως δέχομαι ότι αποτελεί γεγονός, είτε η αποστολή της επιστολής στον ενάγοντα είτε το περιεχόμενό της, αυτό που σίγουρα δεν μπορώ να κάνω στο παρόν στάδιο, είναι να δεχθώ την περί αντιθέτου θέση του ενάγοντα, είτε για το ένα είτε για το άλλο. Ότι αυτό ακριβώς επιδιώκει ο ενάγοντας καταφαίνεται και από τα εξής, τα οποία αναφέρουν οι δικηγόροι του στη γραπτή τους αγόρευση, στο ίδιο πλαίσιο, υπό στοιχείο (Δ). Δηλαδή, αναπτύσσοντας και προωθώντας τη θέση του ενάγοντα ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι διάχυτες από κακοπιστία: Ο ενάγοντας ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή, ημερομηνίας 23/2/2012, ούτε του κοινοποιήθηκε - έστω προφορικά - η θέση των εναγόμενων μέχρι σήμερα, ότι τάχα το ασφαλιστήριο συμβόλαιό του είχε καταστεί «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών» από τον ασφαλιστικό του σύμβουλο κ. .. Γαβριήλ ή από άλλους αντιπροσώπους των εναγόμενων. Εξ ου και είναι λογικό ο ενάγοντας να θεωρεί ότι τεχνηέντως και με διάχυτη κακοπιστία επιχειρείται από τους εναγόμενους να προστεθούν τέτοια κατ' ισχυρισμό γεγονότα και η εν λόγω επιστολή, για τα οποία δεν είχε ιδέα και τα οποία, ευλόγως θεωρεί εκ των υστέρων σκέψεις και «φανταστικές» θέσεις των εναγόμενων προς διάσωση της γραμμής υπεράσπισή τους. Είναι σαφές, ότι όλες οι παραπάνω θέσεις του ενάγοντα, ενώ μπορούν κάλλιστα προωθηθούν κατά τη δίκη καθώς και να περιληφθούν στο πλαίσιο της τελικής αγόρευσης των δικηγόρων του, δεν έχουν καθόλου θέση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Το στοιχείο «Ε» της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του ενάγοντα, εν μέρει έχει απαντηθεί. Επαναλαμβάνω: η καθυστέρηση συναφώς με το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, δεν εξισώνεται άνευ άλλου και δεν ισοδυναμεί με κακοπιστία. Όμως, επί του προκειμένου, θα επανέλθω. Το ίδιο ισχύει και για όσα αναφέρονται στη συνέχεια, υπό στοιχείο «ΣΤ». Αν υποτεθεί ότι ευσταθεί η θέση των εναγόμενων ότι η επίμαχη επιστολή είναι υπαρκτή, αποστάληκε στον ενάγοντα και προπαντός, το περιεχόμενό της είναι αληθές, το γεγονός ότι, της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης προηγήθηκαν συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης, δεν τεκμηριώνει τη θέση του ενάγοντα περί κακοπιστίας εκ μέρους των εναγόμενων, οι οποίοι, όπως τους καταλογίζεται, απλώς κέρδιζαν χρόνο και καθυστερούσαν την εκδίκαση της υπόθεσης. Εξάλλου, οι εναγόμενοι, δε συζητούσαν μόνοι τους την υπόθεση, η οποία, στις 31/1/2017 που ήταν ορισμένη για ακρόαση είναι γεγονός, ότι αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για ακρόαση, στις 21/6/
- Αυτό έγινε μετά από κοινό αίτημα των διαδίκων και όχι των εναγόμενων. Μάλιστα, την ημέρα αυτή, δηλαδή στις 31/1/2017, η υπόθεση φαίνεται να είχε αναβληθεί για ακόμη έναν λόγο που αφορούσε τον ενάγοντα. Σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό, το αίτημα που οδήγησε σε αναβολή της ακρόασης είχε ως ακολούθως: «Η υπόθεση σήμερα είναι ορισμένη για ακρόαση. Ζητούμε αναβολή της ακρόασης για τους πιο κάτω λόγους: από κοινού, καθότι γίνεται προσπάθεια συμβιβασμού, όμως, θα χρειαστούν ενδεχομένως και νέες επεμβάσεις. » Και ενώ η υπόθεση αναβλήθηκε και ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 21/6/2017, την ημέρα αυτή αναβλήθηκε και πάλι και ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 7/11/2017, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντα. Τα όσα αναφέρονται από τους δικηγόρους του ενάγοντα, υπό στοιχείο (Ζ), ουσιαστικά έχουν ήδη απαντηθεί ενώ περικλείονται και στο δεύτερο λόγο ένστασης του ενάγοντα σύμφωνα με τη σχετική ομαδοποίηση που γίνεται από τους δικηγόρους του στη γραπτή τους αγόρευση, κάτω από τον τίτλο: «Δεν δίδεται καμιά σοβαρή και επαρκής αιτιολογία και επεξήγηση ως προς την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και αναφορικά με την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης». Στο συγκεκριμένο μέρος - στο οποίο αναπτύσσονται οι 1ος και 4ος λόγοι ένστασης, με βάση αυτή -, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής: Στην ένορκη δήλωση των εναγόμενων δεν τίθεται καμιά σοβαρή ή εύλογη αιτιολογία και επεξήγηση, ως προς την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η οποία είναι υπέρμετρη, αν αναλογιστεί κανείς, ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατέστη δήθεν «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών», στις 23/2/2012 και το γεγονός αυτό ήταν γνωστό από τότε στους εναγόμενους, δηλαδή πριν από 6 χρόνια, ενώ η υπεράσπισή τους καταχωρήθηκε την 1/2/2013, δηλαδή πριν 5 γεμάτα χρόνια. Επιπλέον, καμιά πιστευτή ή εύλογη επεξήγηση της αναγκαιότητας προσθήκης του εν λόγω «φανταστικού» ισχυρισμού των εναγόμενων δεν παρατίθεται στην ένορκή του δήλωση. Για ποιο λόγο είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η αιτούμενη τροποποίηση, όταν αυτή, το μόνο που θα προσθέσει είναι ευφάνταστους, φανταστικούς ισχυρισμούς των εναγόμενων που δεν έχουν καμιά βάση με την πραγματικότητα; Με κάθε σεβασμό προς τον ενάγοντα, αλλά και προς τους δικηγόρους του, δεν είναι πειστική η θέση τους, πως δεν αντιλαμβάνονται είτε το λόγο για τον οποίο οι εναγόμενοι επιδιώκουν να τροποποιήσουν την υπεράσπισή τους και να περιλάβουν σ' αυτή και τους επίμαχους - νέους ισχυρισμούς τους, είτε ακόμη, γιατί οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι σαφείς, ως προς το περιεχόμενο και εξέχουσας σημασίας, τόσο για την υπόθεση των εναγόμενων όσο και για την υπόθεση του ενάγοντα, αφού, σε περίπτωση που επιτραπούν και κυρίως, αποδειχτούν, διευρύνεται η υφιστάμενη βάση της υπεράσπισής των εναγόμενων, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους, όπως είναι ήδη η θέση τους, ο εναγόμενος δε δικαιούται σε ικανοποίηση των εναντίον τους, αξιώσεών του, με βάση την αγωγή του. Ειδικά στο ερώτημα, για ποιο λόγο είναι αναγκαίες και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης οι αιτούμενες τροποποιήσεις, απαντώ ως εξής: Επειδή, πολύ απλά, σε περίπτωση που επιτραπούν, εάν οι εναγόμενοι αποτύχουν να στοιχειοθετήσουν το περιεχόμενό τους κατά τη δίκη - δεδομένου ότι το σχετικό βάρος θα βρίσκεται στους ώμους τους -, δεν πρόκειται να παραβλαφτούν καθοιονδήποτε τρόπο τα νομικά ή ουσιαστικά δικαιώματα του ενάγοντα στην αγωγή - του οποίου η θέση δε μεταβάλλεται καθόλου -, ενώ, σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή που δεν επιτραπούν, οι εναγόμενοι, δικονομικά δε θα έχουν το δικαίωμα να προωθήσουν την κατ' ισχυρισμό τους επιπλέον υπεράσπιση που έχουν στην εναντίον τους αγωγή, γεγονός το οποίο θα είναι και σε αντίθεση με το Άρθρο 30
- (β) του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι καθένας έχει το δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στο ίδιο μέρος της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του ενάγοντα, έχουν ήδη απαντηθεί. Ό,τι απομένει προς εξέταση είναι η θέση του ενάγοντα ότι εάν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση, θα προκληθεί στον ίδιο ανεπανόρθωτη βλάβη. Στο πλαίσιο της εν λόγω θέσης του, με την οποία, όπως αναφέρεται και στο σχετικό μέρος της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του προωθούνται οι λόγοι ένστασης 8 μέχρι 13, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: Τυχόν αποδοχή της αίτησης, θα έχει ως άμεσο επακόλουθο την καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων, δηλαδή, τροποποιημένης υπεράσπισης, η οποία θα επιτάσσει την καταχώρηση τροποποιημένης απάντησης, θα γίνει ξανά αίτηση ορισμού, θα ξαναδοθούν οδηγίες για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων και τέλος, θα επαναοριστεί η υπόθεση για ακρόαση. Όλη αυτή η διαδικασία, θα καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τουλάχιστον για ακόμη ένα χρόνο. Τούτο από μόνο του και ασχέτως αν δεν έχει αρχίσει μέχρι σήμερα η ακροαματική διαδικασία, για λόγους που δεν ευθύνεται η πλευρά του ενάγοντα αποτελεί υπέρμετρη καθυστέρηση που βλάπτει ανεπανόρθωτα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά του εντός του Άρθρου 30
- του Συντάγματος, για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων, εντός ευλόγου χρόνου και για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσής του. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν ασύγγνωστη αδιαφορία για τη θέσμια άσκηση του δικαιώματός τους να τροποποιήσουν την υπεράσπισή τους, εφόσον γνώριζαν εξ αρχής τα γεγονότα που προσπαθούν να εισάξουν και δεν τη συμπεριέλαβαν στην αρχική του υπεράσπιση. Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, η τελευταία θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν εξ αρχής τα γεγονότα που προσπαθούν να εισάξουν με την υπό κρίση αίτησή τους, με όλο το σεβασμό, δεν τεκμηριώνεται. Εν πάση περιπτώσει είναι και σε αντίθεση με τη βασική τους θέση - που καθώς ήδη έχει αναφερθεί δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας - ότι τα εν λόγω γεγονότα είναι φανταστικά. Απ' εκεί και πέρα ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι, γιατί σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, κατ' ανάγκη, θα αποτελέσουν επακόλουθο, όλα όσα αναφέρουν οι δικηγόροι του ενάγοντα, τα οποία μάλιστα - όπως υποβάλλεται - θα καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής, τουλάχιστον για ακόμη ένα χρόνο, ενώ, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, η θέση του ενάγοντα, πως δεν ευθύνεται η πλευρά του, για το γεγονός ότι δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακρόαση της αγωγής, επίσης δεν τεκμηριώνεται. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 4/12/2012 και επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι, στις 19/12/2012 καταχώρησαν εμφάνιση και την 1/2/2013, υπεράσπιση, μέσω των αρχικών τους δικηγόρων. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 18/2/2013 με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση και η αγωγή, μετά από αίτηση ορισμού ορίστηκε για οδηγίες, στις 4/4/
- Στις 25/6/2013 ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά, στις 25/2/2014, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε από το Δικαστήριο, λόγω συνεχιζόμενης ακρόασης άλλης υπόθεσης και ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 7/11/2014 και ακολούθως, λόγω απουσίας του συναδέλφου σε σεμινάριο στο εξωτερικό, στις 21/9/
- Στις 24/11/2014, οι εναγόμενοι, δυνάμει σχετικής ειδοποίησης διόρισαν νέους δικηγόρους. Στις 21/9/2015, μολονότι το πρακτικό είναι στενογραφημένο και δεν αναφέρονται οι λόγοι, η ουσία είναι ότι η υπόθεση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για ακρόαση, στις 30/5/
- Την ημέρα αυτή δόθηκε άδεια στους δικηγόρους του ενάγοντα να αποσυρθούν, οπότε η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε και πάλι. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, στις 7/6/2016, με οδηγίες η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου να καταχωρηθεί μέχρι τότε. Αυτό έγινε στις 31/5/
- Στις 7/6/2016, μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των διαδίκων, η αγωγή ορίστηκε και πάλι για ακρόαση, στις 31/1/
- Στις 23/6/2016, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα που να επιτρέπει την εισαγωγή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Στις 28/9/2016 εκδόθηκε εξ συμφώνου το αιτούμενο διάταγμα και η σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 10/10/
- Στις 31/1/2017 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση καθώς ήδη έχει αναφερθεί υποβλήθηκε από κοινού αίτημα αναβολής, επειδή, όπως αναφέρθηκε γίνονταν προσπάθειες συμβιβασμού, αλλά και για τον επιπλέον λόγο ότι ο ενάγοντας ενδεχομένως να χρειαζόταν και νέες επεμβάσεις. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση εκ νέου για ακρόαση, στις 21/6/2017, ημερομηνία κατά την οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή, επειδή, όπως ανάφερε στο Δικαστήριο, «Ο ενάγοντας, επανεξετάστηκε από δικό του γιατρό και μόλις χθες το λάβαμε η πλευρά του εναγόμενου. Θα αποσταλεί στους εντολείς μου για λήψη οδηγιών.» Μολονότι είναι κάπως δυσνόητα αυτά που ανάφερε στο Δικαστήριο ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, η ουσία του πράγματος - για ό,τι μας ενδιαφέρει -έγκειται στο γεγονός, ότι το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε εκ μέρους του και για λόγους που αφορούν τον ίδιο, το οποίο, με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου που είχε εμφανιστεί για τους εναγόμενους, έγινε αποδεκτό. Το Δικαστήριο ανάβαλε την υπόθεση και την όρισε ξανά για ακρόαση, στις 7/11/2017, ημερομηνία κατά την οποία, η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους εναγόμενους ζήτησε αναβολή, επειδή την ίδια μέρα, αυτοί, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Συναινούντος και του δικηγόρου που εμφανίστηκε για τον ενάγοντα, το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, στις 9/1/
- Την ημέρα αυτή, ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αγωγή καθώς και η αίτηση ορίστηκαν ξανά για οδηγίες, στις 9/2/2018, με οδηγίες η ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι τότε. Αυτό δεν έγινε, εξ ου και το γεγονός, ότι στις 9/2/2018, ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε ακόμη λίγο χρόνο, οπότε, η αγωγή καθώς και η αίτηση ορίστηκαν ξανά για οδηγίες, στις 2/3/2018, με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 2/3/
- Από το ιστορικό της υπόθεσης (ως ανωτέρω) καταρρίπτεται η θέση του ενάγοντα πως δεν ευθύνεται η πλευρά του, για το γεγονός ότι δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακρόαση της αγωγής. Και όχι μόνο αυτό. Δεδομένου ότι στις 23/6/2016 καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα που να επιτρέπει την εισαγωγή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων και η σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 10/10/2016, τουλάχιστον μέχρι και την ημέρα αυτή, δε νομιμοποιείται να ισχυρίζεται βάσιμα πως ήταν έτοιμος για ακρόαση. Το ίδιο ισχύει και για τις 31/1/2017 που η υπόθεση, ενώ ήταν ορισμένη για ακρόαση αναβλήθηκε μετά από αίτημα αναβολής το οποίο υποβλήθηκε από κοινού και για το λόγο ότι ο ίδιος, ενδεχομένως να χρειαζόταν και νέες επεμβάσεις. Το αυτό ισχύει και για τις 21/6/2017 που η υπόθεση αναβλήθηκε και πάλι, μετά από αίτημα του δικηγόρου του αυτή τη φορά και για λόγο που αφορούσε αποκλειστικά τον ίδιο. Τέλος, αυστηρά ομιλούντες, για το γεγονός ότι η υπόθεση αναβλήθηκε και την τελευταία φορά που ήταν ορισμένη για ακρόαση (στις 7/11/2017), ευθύνη και πάλι φέρει και ο ενάγοντας, υπό την εξής έννοια. Την ημέρα αυτή, οι εναγόμενοι, οι οποίοι την ίδια μέρα είχαν καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, αντιλαμβάνομαι πως είχαν κάθε λόγο να θέλουν να αναβληθεί η ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο, δεδομένου ότι η καταχώρηση της αίτησης εκ μέρους τους, δε θα μπορούσε να οδηγήσει αφ' εαυτής σε αναβολή της ακρόασης, ο ενάγοντας, ο οποίος εγείρει σήμερα θέμα υπέρμετρης καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, που βλάπτει ανεπανόρθωτα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά του για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου και για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσής του, εάν εννοεί αυτά που λέει, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει τότε, ήταν να ενστεί στο αίτημα αναβολής, επικαλούμενος ως λόγο ό,τι επικαλείται σήμερα ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Και σε τέτοια περίπτωση, εναπόκειτο στο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο το αίτημα αναβολής ήταν ή όχι δικαιολογημένο. Ούτε και μπορεί κανείς να γνωρίζει σήμερα, ποια θα ήταν η έκβασή του, εάν υπήρχε σ' αυτό ένσταση εκ μέρους του ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, κατά πόσο συνεπεία των αιτούμενων τροποποιήσεων και όσων διαδικαστικά θα ακολουθήσουν, θα προκληθεί τέτοια καθυστέρηση που άπτεται του δικαιώματος του ενάγοντα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου είναι κάτι που θα διαφανεί στο τέλος της αγωγής και όχι σ' αυτό το στάδιο που βρίσκεται η αγωγή, όπου η ακρόασή της καθώς ήδη έχει αναφερθεί για λόγους που αφορούν και τον ενάγοντα, δεν έχει ακόμη αρχίσει. Και κάτι ακόμη. Κατά την εξέταση ισχυρισμού παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός διαδίκου για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός εύλογου χρόνου, ο χρόνος - ως στοιχείο καθόλα σχετικό - δεν λαμβάνονται υπόψη, κατ' απομόνωση προς οτιδήποτε άλλο. Η ευθύνη για τη σημειωθείσα καθυστέρηση που - κατά περίπτωση - παρατηρείται αποτελεί ένα μόνο παράγοντα, ο οποίος συνεκτιμάται μαζί με διάφορους άλλους. Ένας τέτοιος παράγοντας είναι η πραγματική ζημιά που υφίσταται - αν υφίσταται τέτοια ζημιά - η πλευρά που εγείρει το θέμα, συνεπεία της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ότι συνεπεία της καθυστέρησης έχει απολέσει - ή καταστράφηκε - κάποιο σημαντικό έγγραφο που σκόπευε να παρουσιάσει κατά τα δίκη, είτε ακόμη, πως κάποιος μάρτυράς του, δε βρίσκεται πλέον στη ζωή ή δεν μπορεί να εντοπιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση, τίποτε από τα παραπάνω εγείρεται από τον ενάγοντα, επομένως, η θέση του, ότι σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, θα προκύψει μεγάλη και σημαντική καθυστέρηση - για όλους τους λόγους που αναφέρουν οι δικηγόροι του στη γραπτή αγόρευσή τους -επομένως, η βλάβη που θα υποστεί άπτεται του δικαιώματός του να δικαστεί σε εύλογο χρόνο η αγωγή του και δε δύναται να αποζημιωθεί με χρήμα, δεν ευσταθεί. Όπως επίσης δεν ευσταθεί η θέση του, ότι σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, θα πρέπει γίνουν όλα εκείνα τα διαδικαστικά διαβήματα που αναφέρουν οι δικηγόροι του, τα οποία θα καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής, τουλάχιστον για ακόμη ένα χρόνο. Όπως θα διαφανεί σε λίγο, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, για ό,τι πρέπει να γίνει στη συνέχεια συνεπεία αυτού, θα δοθούν εκ μέρους μου οδηγίες να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε η αγωγή να οριστεί αμέσως για ακρόαση, το συντομότερο δυνατό, δεδομένου ότι ακόμη και να μην υπήρχε η παρούσα αίτηση, δυστυχώς εκκρεμούν προς εκδίκαση αρκετές υποθέσεις, παλαιότερες της παρούσας, οι οποίες ασφαλώς θα πρέπει να εκδικαστούν κατά προτεραιότητα. Συγκεφαλαιώνοντας - για να καταλήξω - ενώ από τη μια θεωρώ καθ' όλα δικαιολογημένες και αναγκαίες τις αιτούμενες τροποποιήσεις, για σκοπούς ορθής, δίκαιης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, από την άλλη, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, έκταση καθώς και το περιεχόμενο τους, δεν έχω πεισθεί ότι σε περίπτωση που επιτραπούν, ο ενάγοντας θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η εκδοχή του συναφώς με τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής του και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον των εναγόμενων είναι τόσο ξεκάθαρη, οπότε, σε περίπτωση απόδειξης των δικογραφημένων ισχυρισμών του, η αγωγή του, είτε επιτραπούν είτε δεν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, θα πετύχει. Αντίθετα, σε περίπτωση που δεν επιτραπούν, οι εναγόμενοι, κατά τη δίκη, για καθαρά διαδικαστικούς λόγους, θα στερηθούν του δικαιώματος να προωθήσουν σημαντικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αποτελούν μέρος της υπεράσπισής τους στην εναντίον τους αγωγή. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της αίτησης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση, να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 10 ημερών. Εάν οποιοσδήποτε των διαδίκων επιθυμεί να προβεί σε περαιτέρω ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, η σχετική ένορκη δήλωση, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά θα προκύψουν συνεπεία των τροποποιήσεων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγόμενων. Στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο