← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ DELILAH HOUSE ν. SEVAR, Αρ. Αγωγής: 976/2017, 22/10/2018

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ DELILAH HOUSE ν. SEVAR, Αρ. Αγωγής: 976/2017, 22/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A419 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 976/2017 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ DELILAH HOUSE Ενάγοντες - και - .... SEVAR Εναγόμενη ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 29.11.2017 Ημερομηνία: 22.10.2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κα Γεωργίου, για Λ. Λυσάνδρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Γεωργιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες σύμφωνα με την αγωγή τους είναι διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας (αναφέρεται το όνομά της) στη Λεμεσό. Στον ουσιώδη χρόνο, η εναγόμενη ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούμενη σε εγγραφή και/ή κύρια του διαμερίσματος με αριθμό (αναφέρεται) στην ίδια πολυκατοικία. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €1.075,73 το οποίο αντιπροσωπεύει την αναλογία και/ή συμμετοχή και/ή συνεισφορά της στη συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση, ανακαίνιση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και/ή των κοινόχρηστων χώρων της παραπάνω πολυκατοικίας μέχρι και τις 28/2/

  1. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 7/4/2017 και οι ενάγοντες, στις 15/6/2017 καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής, δια της αφέσεως και/ή θυροκολλήσεώς της στην οικία της εναγόμενης στην επίδικη πολυκατοικία. Το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε στις 23/6/2017 και στις 30/6/2017, το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, όπως αναφέρεται στη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης, του επιδότη, ... Ευλαβή επιδόθηκε στην εναγόμενη, με θυροκόλληση στην είσοδο της οικίας της, βάσει του διατάγματος, ημερομηνίας 23/6/
  2. Επειδή η εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της προθεσμίας των 15 ημερών που είχε ταχθεί με το παραπάνω διάταγμα για το σκοπό αυτό, οι ενάγοντες, στις 25/9/2017 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον τους. Ο συνάδελφος που είχε επιληφθεί της αίτησης, στις 18/10/2017 εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης, ως η απαίτηση, πλέον έξοδα. Η εναγόμενη, στις 29/11/2017 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό (SET - ASIDE) της εν λόγω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30

(2)και 3(β) του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.5, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 8 και 9 και Δ.51 Θ.Θ.1 - 7, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και τέλος, στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Η ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 11 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ... Χριστοδουλίδη, ο οποίος - όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 - είναι στην υπηρεσία των εναγόντων και κατέχει τη θέση του ταμία της διαχειριστικής επιτροπής. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Δεδομένου ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε, λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης είναι σαφές, ότι, δικαιοδοτική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία περιλαμβάνεται στη νομική της βάση. Με αυτό απαντώ και στον 1ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Για να συνεχίσω, αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης υπάρχει πλούσια νομολογία. Ειδικότερα: Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος σύμφωνα με την υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χαπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Η διαχρονικότητα όλων των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Βλέπε και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/09, ημερομηνίας 24/1/2014 σύμφωνα με την οποία: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Ειδικά για το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης θεωρώ καθ' όλα σχετικά τα ακόλουθα από την υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. ............. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. .............» Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή.» Ομοίως και όσα ακολουθούν από την Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289: «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην (δυνάμει της Δ.16 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Eric John Wakeham v. Audar Majid Bhatti κ.ά. ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση Αρ. 49/2011, ημερομηνίας 25/5/2016 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, όπου, συνοπτικά, παρατίθενται οι αρχές: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014).» Στην θεμελιακή επί του θέματος ακύρωσης υπόθεση Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204, επεξηγείται ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας πάντα τις δύο ουσιαστικές παραμέτρους, αφενός δηλαδή την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της κατά το δυνατό ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Συνακόλουθη παράμετρος είναι και η επιβεβαίωση της αναγκαιότητας να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενάγοντες, στις 23/6/2017 εξασφάλισαν διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής, με άφεση και/ή θυροκόλλησή της στην οικία της εναγόμενης. Πρόκειται για το επίδικο διαμέρισμά της η οικία και όπως αναφέρεται από τον επιδότη, .. Ευλαβή, στη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης, στις 30/6/2017 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, θυροκολλώντας το στην είσοδο της οικίας της εναγόμενης, βάσει διατάγματος, ημερομηνίας 23/6/
  1. Η εναγόμενη, με την υποστηρικτική της υπό κρίση αίτησης, ένορκη δήλωση της, προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, επιχειρεί να με πείσει για δυο πράγματα. Καταρχήν προβάλλει τη θέση, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος - όπως έγινε - ήταν παράτυπη και αντικανονική και σαν τέτοια, θα έπρεπε να ακυρωθεί. Αυτό, επειδή - όπως είναι η θέση της - οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση του σχετικού διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, προβαίνοντας σε αναληθείς ισχυρισμούς. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε όσα κατά την ίδια αποτελούν τους αναληθείς ισχυρισμούς των εναγόντων, περιορίζομαι να πω τούτο: Αφ' ης στιγμής, ουδέποτε έχει προσβάλει το διάταγμα που διέταξε την υποκατάστατη επίδοση της αγωγής και αυτή έγινε σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα, δεν μπορεί να αμφισβητεί το διάταγμα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, η οποία έχει ως αντικείμενο τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης, είτε ακόμη το πραγματικό επί του οποίου εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα μα ούτε και να ισχυρίζεται ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος - όπως έγινε - ήταν είτε αντικανονική είτε παράτυπη. Των παραπάνω λεχθέντων είναι σαφές, ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και δεν τίθεται θέμα παραμερισμού της ex debito justitiae, επειδή εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας (βλ. την Τσεσμέλογλου, ανωτέρω). Το άλλο που ισχυρίζεται η εναγόμενη προκειμένου να με πείσει για το δικαιολογημένο της παράλειψής της να καταχωρήσει εμφάνιση στην εναντίον της αγωγή είναι ότι από τις 12/5/2017 μέχρι και τις 3/8/2017 απουσίαζε στο εξωτερικό, ως επίσης και ότι κατά την επιστροφή της στην Κύπρο, δεν εντόπισε στην πόρτα της οικίας της οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλη ειδοποίηση. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε με τον τρόπο που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), στις 30/6/2017 και η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στις 18/10/
  2. Ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, θα έλεγα πως, έστω έμμεσα, δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό της εναγόμενης, ότι κατά την περίοδο που αναφέρει βρισκόταν στο εξωτερικό. Εξάλλου, αυτό, η εναγόμενη, το τεκμηριώνει και με δυο έγγραφα, τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη της δήλωση (τεκμήρια 2Α και 2Β). Διερωτάται ωστόσο ο μάρτυρας (βλ. την παράγραφο 6), για ποιο λόγο η εναγόμενη δεν άνοιγε την πόρτα, σχεδόν, ένα ολόκληρο μήνα και δεν ανταποκρίθηκε σε διάφορες και επανειλημμένες οχλήσεις του επιδότη, από τις 7/4/2017 που καταχωρήθηκε η αγωγή οπότε και του ανατέθηκε η επίδοσή της μέχρι και τις 12/5/2017 που η εναγόμενη αναχώρησε για το Β... Με μόνο λόγο ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε με υποκατάστατη επίδοση, στις 30/6/2017 και με τον τρόπο που επιδόθηκε και δυνάμει διατάγματος, ημερομηνίας 23/6/2017 καταφαίνεται πόσο σαθρό είναι το πιο πάνω επιχείρημα του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες, ο οποίος, προκειμένου να με πείσει ότι η εναγόμενη έλαβε γνώση της αγωγής και αδικαιολόγητα παρέλειψε να καταχωρήσει σ' αυτή εμφάνιση, στην παράγραφο 7 ισχυρίζεται και τα εξής: Ο δικηγόρος των εναγόντων την ενημέρωσε τηλεφωνικώς για το οφειλόμενο ποσό και μεταγενέστερα, για με την καταχώρηση και/ή θυροκόλληση της αγωγής, γεγονός το οποίο εμφαίνεται να παραδέχεται η εναγόμενη, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος προς το δικηγόρο των εναγόντων, μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Επαναλαμβάνω απλώς, ό,τι αναφέρω και στην προηγούμενη παράγραφο για το ερώτημα που θέτει ο μάρτυρας. Το γεγονός ότι η εναγόμενη έλαβε γνώση της αγωγής και καθώς και ότι της επιδόθηκε με θυροκόλληση, μετά την έκδοση, όχι απλώς της απόφασης, αλλά και της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού της απόφασης, ομολογώ, αδυνατώ να κατανοήσω πώς τεκμηριώνει τη θέση του μάρτυρα - και κατ' επέκταση των εναγόντων - ότι η εναγόμενη παρέλειψε αδικαιολόγητα να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Και, με δεδομένο ότι, βασικά, ούτε ο ισχυρισμός της, πως όταν επέστρεψε από το εξωτερικό δεν εντόπισε στην πόρτα της οικίας της οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλη ειδοποίηση, αμφισβητείται, αποτελεί θέση μου, ότι αυτό, συνιστά πειστικό, σοβαρό και εύλογο λόγο που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της (βλ. τη Μερκή, ανωτέρω). Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στις 18/10/2017 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε σε ελάχιστο χρόνο αργότερα, συγκεκριμένα, στις 29/11/2017, δηλαδή μετά από 42 μόλις μέρες, εξ' αντικειμένου καταρρίπτεται και ο 2ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης καθώς και οι συναφείς με αυτό, 3ος και 8ος λόγοι ένστασης, με τους οποίους υποβάλλεται κάτι ανάλογο. Το πόσο αβάσιμοι είναι και οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης, ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής για πρώτη φορά, όταν έλαβε την επιστολή του Κτηματολογίου, ημερομηνίας 9/11/2017 (τεκμήριο 3 στην ένορκη της δήλωσης), την οποία παρέλαβε στις 23/11/2017 (δηλαδή, 6 μόλις, μέρες, προτού καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση), ουσιαστικά, δεν αμφισβητείται. Ό,τι απομένει - που είναι και το σημαντικότερο - είναι να εξεταστεί κατά πόσο η εναγόμενη αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, επί της ουσίας της αγωγής, οπότε και θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Συναφώς με το θέμα, στην ένορκη της δήλωση αναφέρει πολλά και διάφορα και θα έλεγα πως, αρκετά από αυτά δεν αποτελούν υπεράσπιση στην εναντίον της αγωγή, δεδομένης της βάσης της. Ωστόσο, στις παραγράφους 18, 19 και 40 ισχυρίζεται τα εξής, τα οποία, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, κατά τη γνώμη μου αποτελούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, επί της ουσίας της αγωγής: Στην μηνιαία κατάσταση κοινοχρήστων και δαπανών που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. .. Αγγελή, ημερομηνίας 17/10/2017, επί της οποίας εδράζεται η έκδοση της απόφασης που έχουν εξασφαλίσει οι ενάγοντες, πουθενά δεν αναφέρεται η χρονική περίοδος για την οποία έχουν γίνει οι κατ' ισχυρισμό τους δαπάνες στην επίδικη πολυκατοικία. Παρόλο που σ' αυτή αναγράφεται ότι το ποσοστό συμμετοχής της ίδιας είναι 7,74% και αναφέρεται ως γενικό ποσό πληρωμής, το ποσό των €1.075,73, σε κανένα σημείο αναγράφεται ποιο ήταν το σύνολο των κοινοχρήστων εξόδων, για όλες τις μονάδες της οικοδομής και σε ποιους υπολογισμούς έχουν προβεί οι ενάγοντες, για να καταλήξουν στο εν λόγο ποσοστό, ως ποσοστό συμμετοχής της. Εύλογα, τίθεται το ερώτημα, με ποιο τρόπο οι ενάγοντες προέβησαν σε υπολογισμό των οφειλόμενων κοινοχρήστων και με ποιο τρόπο ετοιμάστηκε η συγκεκριμένη κατάσταση κοινοχρήστων. Παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, η αγωγή των εναγόντων - που είναι διαχειριστική επιτροπή κοινόκτητης οικοδομής - εδράζεται στις σχετικές διατάξεις του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και ειδικά στις ακόλουθες διατάξεις του (από τη συνδυασμένη ερμηνεία των οποίων προκύπτουν: η υποχρέωση του κυρίου μονάδας σε κοινόκτητη οικοδομή να συμμετέχει στις αναγκαίες δαπάνες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας κ.ο.κ., η έκταση της εν λόγω υποχρέωσης και τέλος, η νομιμοποίηση της διαχειριστικής επιτροπής να διεκδικεί το σχετικό - κατά περίπτωση - ποσό με αγωγή εναντίον του κυρίου μονάδας): Στο άρθρο 38ΙΑ σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Οι κύριοι όλων των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το Μέρος αυτό ή από τους Κανονισμούς. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες θα καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας.
(2)Αν οποιοσδήποτε κύριος παραλείπει ή αμελεί να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη και σε οποιαδήποτε δαπάνη εύλογα αναγκαία για το σκοπό αυτό και μπορεί να ανακτήσει με αγωγή το ποσό που οφείλει ο παραβάτης κύριος σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Στο άρθρο 38ΙΘ το οποίο προνοεί: «
(1)Οι κοινόκτητες οικοδομές θα ρυθμίζονται και θα διέπονται από Κανονισμούς που θα εκδοθούν σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις. Οι Κανονισμοί αυτοί θα προνοούν για τον έλεγχο, λειτουργία, διαχείριση, διοίκηση, χρήση και κάρπωση των μονάδων της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και θα ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κυρίων των μονάδων και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους αναφορικά με την κοινόκτητη οικοδομή και την κοινόκτητη ιδιοκτησία.
(2)...
(3)Οι πρότυποι κανονισμοί εφαρμόζονται αναφορικά με κοινόκτητες οικοδομές για τις οποίες εκδόθηκε άδεια οικοδομής και δεν καταχωρήθηκαν ακόμα ως κοινόκτητα υποστατικά στο Κτηματικό Μητρώο:
(4)..
(5)...» Στο άρθρο 38ΚΑ σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Όταν δεν γίνει εγγραφή Κανονισμών δυνάμει του άρθρου 38Κ, οι πρότυποι κανονισμοί που εκτίθενται στο Παράρτημα θα λογίζονται εγγεγραμμένοι σε σχέση με την οικεία κοινόκτητη οικοδομή, Κανονισμοί.
(2)....» Στο άρθρο 38ΚΒ το οποίο προνοεί: «Κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει Διαχειριστική Επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεων της. Η Διαχειριστική Επιτροπή συνίσταται και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους αυτού και των Κανονισμών.» Στο άρθρο 38ΚΣΤ σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή θα ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων, θα είναι υπεύθυνη για την επιβολή των Κανονισμών, θα έχει τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών και θα ασκεί τις εξουσίες και θα εκτελεί τα καθήκοντα που καθορίζονται από ή δυνάμει αυτών.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί- (α) Να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την κοινόκτητη ιδιοκτησία ή την κοινόκτητη οικοδομή. (β) να ενάγει για και σε σχέση με οποιεσδήποτε ζημιές ή βλάβες που προκλήθηκαν στην κοινόκτητη ιδιοκτησία από οποιοδήποτε πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν το πρόσωπο αυτό είναι κύριος μονάδας ή όχι. (γ) .. (δ) να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού.» Στο άρθρο 38ΚΖ το οποίο προνοεί: «
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή έχει, μεταξύ άλλων υποχρέωση- (α) Να ελέγχει, λειτουργεί, διαχειρίζεται και διευθύνει την κοινόκτητη ιδιοκτησία και να προβαίνει σε κάθε πράξη που είναι αναγκαία για την επιβολή των Κανονισμών και τον έλεγχο, λειτουργία, διαχείριση και διεύθυνση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για τη διασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών · (β) να διατηρεί σε καλή κατάσταση και λειτουργικότητα και να συντηρεί την κοινόκτητη ιδιοκτησία και τέτοια άλλα τμήματα της κοινόκτητης οικοδομής και των βελτιώσεων συστατικών και προσαρτημάτων, όπως θα ανατεθεί σ' αυτή από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών∙ (γ) να εκτελεί τα καθήκοντα που επιβάλλονται σ' αυτή από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών · (δ) .. (ε) .. (στ) .. (ζ) .. (η) ..
(2)..
(3)..» Τέλος, στο άρθρο 38ΚΗ σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, έχει εξουσία- (α) Να ιδρύει και να διατηρεί ταμείο που κατά την κρίση της είναι επαρκές και που μπορεί να χρησιμοποιεί- (
  1. i)Για τα έξοδα διαχείρισης και για τον έλεγχο, τη λειτουργία, διεύθυνση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την πληρωμή ασφαλίστρων · και (
  2. ii)για την εκτέλεση ή εκπλήρωση οποιασδήποτε αρμοδιότητας, καθήκοντος ή υποχρέωσης της · (β) να καθορίζει από καιρό σε καιρό τα ποσά που πρέπει να εισπράττονται για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο (α) και το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του ποσού που πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του άρθρου 38ΙΑ από κάθε κύριο μονάδας· (γ) να εισπράττει τα καθορισμένα με τον τρόπο αυτό ποσά με την επιβολή συνεισφοράς στους κυρίους των μονάδων δυνάμει του άρθρου 38ΙΑ· (δ) να ανακτά με αγωγή από τον κύριο μονάδας οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που δαπανήθηκε από τη Διαχειριστική Επιτροπή για επιδιορθώσεις ή εργασίες που έγιναν από αυτή ή κατά την κρίση της με σκοπό τη συμμόρφωση σε οποιαδήποτε ειδοποίηση διαταγή αρμόδιου διοικητικού οργάνου, αρχής ή προσώπου σε σχέση με τμήμα της οικοδομής που περιλαμβάνει τη μονάδα του κυρίου αυτού.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)κάθε συνεισφορά που επιβάλλεται όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)μπορεί να απαιτηθεί και πρέπει να καταβληθεί μετά τη λήψη της σχετικής απόφασης και η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί με αγωγή να ανακτήσει τη συνεισφορά από τον κύριο της μονάδας κατά το χρόνο της λήψης της απόφασης και από τον κύριο της μονάδας κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής, αφού και οι δύο ευθύνονται από κοινού και χωριστά.» Για σκοπούς πλήρους αναφοράς παρατίθεται και ο κανονισμός 3 των πρότυπων κανονισμών για τη Ρύθμιση και Διαχείριση Κοινόκτητων Οικοδομών: «
(1)Η αναλογία της κοινόκτητης ιδιοκτησίας που ανήκει σε κάθε μονάδα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 38Θ του Νόμου, και το εκατοστιαίο ποσοστό ψήφων που δικαιούται κάθε κύριος κατά την ψηφοφορία που προβλέπεται στον Κανονισμό 25 θα εκτίθεται σε Πίνακα κατά τον επισυνημμένο στους Κανονισμούς αυτούς τύπο του Πίνακα Α'.
(2)Το μερίδιο του κάθε κύριου στα έξοδα για τη συντήρηση κλπ. της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 38ΙΑ του Νόμου, θα εκτίθεται σε Πίνακα κατά τον επισυνημμένο στους Κανονισμούς αυτούς τύπο του Πίνακα Β'.» Συναφώς με το θέμα, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Ταλιάνου ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Belmar Complex
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 102): «Σύμφωνα με το νόμο και τους κανονισμούς, ο κάθε ιδιοκτήτης μονάδας στην οικοδομή, υποχρεούται σε συνεισφορά έναντι των "αναγκαίων" δαπανών για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για υπηρεσίες που προβλέπονται από το νόμο ή τους κανονισμούς, κατά ποσοστό ανάλογο του μεριδίου του επί της κοινόκτητης ιδιοκτησίας.» Από το παραπάνω απόσπασμα είναι φανερό, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη, ως «κύριος μονάδας» και συγκεκριμένα διαμερίσματος επί της επίδικης πολυκατοικίας - η οποία αποτελεί κοινόκτητη οικοδομή - μολονότι οφείλει να συνεισφέρει για τις αναγκαίες δαπάνες της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, η συμμετοχή της, θα πρέπει να είναι σε ποσοστό ανάλογο του μεριδίου της επί της εν λόγω ιδιοκτησίας. Με αυτό δεδομένο, το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, πώς μπορώ να ελέγξω κατά πόσο το ποσό €1.075,73 που αξιώνουν εναντίον της, αντιπροσωπεύει πράγματι την αναλογία και/ή συμμετοχή και/ή συνεισφορά της στη συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση, ανακαίνιση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και/ή των κοινόχρηστων χώρων της επίδικης πολυκατοικίας μέχρι και τις 28/2/2017 (αυτό ισχυρίζονται με την αγωγή τους) ή για να το πω και αλλιώς, ότι το συγκεκριμένο ποσό είναι αυτό που της αναλογεί με βάση το μερίδιό της επί της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, το οποίο ανέρχεται σε 7,74%, τη στιγμή που δε δικογραφούν το συνολικό ποσό που συνθέτει τις αναγκαίες δαπάνες για ολόκληρη την κοινόκτητη ιδιοκτησία μα ούτε και ποια περίοδο καλύπτει το ποσό της αξίωσής τους; Η απάντηση είναι πως δεν μπορώ να ελέγξω και φυσικά, το κενό αυτό, το οποίο αναδεικνύει η εναγόμενη με τους παραπάνω ισχυρισμούς της αποτελεί εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, την οποία ασφαλώς θα πρέπει να της επιτραπεί να προβάλει. Ακολουθεί ότι και ο 4ο λόγος ένστασης - όπως και όλοι οι άλλοι - είναι αβάσιμος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης, υπό όρους, ως ακολούθως: Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που σπαταλήθηκαν (costs thrown away) - λόγω της παράλειψης της εναγόμενης να καταχωρήσει εμφάνιση, με αποτέλεσμα να εκδοθεί νομότυπα απόφαση εναντίον της -, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, σε εφαρμογή σχετικής νομολογιακής αρχής (βλ. μεταξύ άλλων τη Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1179) επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης. Οι ενάγοντες να υποβάλουν το σχετικό κατάλογο εξόδων για υπολογισμό στον Πρωτοκολλητή, εντός 10 ημερών από σήμερα. Αφού αυτά υπολογιστούν και ακολούθως εγκριθούν από το Δικαστήριο, το σχετικό διάταγμα να επιδοθεί είτε στους δικηγόρους της εναγόμενης είτε στην ίδια, εντός περαιτέρω 10 ημερών. Η εναγόμενη να καταβάλει τα έξοδα στο δικηγόρο των εναγόντων, εντός περαιτέρω 45 ημερών. Άμα τη καταβολή τους, θα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, εντός περαιτέρω 15 ημερών. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.