← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6397/2010, 12/10/2018

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6397/2010, 12/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A404 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6397/2010 xxxxxxx ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντας -ν- 1. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ 2. xxxxxxxx ΜΑΚΡΙΔΗΣ Εναγόμενοι -------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. κος Σ. Βασιλείου με κα Σ. Καρακατσιάνη για Αρ. Ιωάννου Για Εναγόμενους: κα Κ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12 Οκτωβρίου 2010, έλαβε χώρα στη Βουλή Αντιπροσώπων, δημόσια συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως και Ελέγχου Δημοσίων Δαπανών (Επιτροπή Ελέγχου - εφ' εξής η Επιτροπή). Παρόντες στη συνεδρία ήταν μεταξύ άλλων οι βουλευτές μέλη της Επιτροπής, η τότε Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής Λιμένων Κύπρου (εφ' εξής η Αρχή), διευθυντικό και άλλο προσωπικό της Αρχής, εκπρόσωποι των έξι συντεχνιών της Αρχής, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Γενικού Εισαγγελέα και αρκετοί δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος 2, κοινοβουλευτικός συντάκτης της εφημερίδας «Πολίτης», η οποία ανήκει στους εναγόμενους 1 και η οποία κυκλοφορεί καθημερινά ανά το παγκύπριο. Διευθυντής της εφημερίδας ήταν και είναι ο Δ. Διονυσίου. Αντικείμενο της συνεδρίας ήταν η συζήτηση δύο θεμάτων που είχαν αυτεπάγγελτα τεθεί προς εξέταση από την Επιτροπή, ήτοι η «Ετήσια Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας για το 2008 - Αρχή Λιμένων Κύπρου» και «Το Σύστημα Εισπράξεων της Αρχής Λιμένων και η Ενδεχόμενη Διασπάθιση Δημόσιου Χρήματος». Παίρνοντας πρώτη το λόγο, η Γενικός Ελεγκτής, εξήγησε ότι το γραφείο της, πριν την ετοιμασία της Έκθεσης της, είχε αποστείλει, ως είθισται, επίσημη επιστολή στην Αρχή στις 17/12/09 με την οποία έθιγε διάφορα θέματα όπως π.χ οι αναβαθμίσεις, οι υπερωρίες και τα επιδόματα. Στη συνέχεια, ανέφερε η Γεν. Ελ., επιλέγηκαν για σκοπούς της Έκθεσης της, τα θέματα εκείνα που κρίθηκαν να είναι μεγαλύτερης σημασίας ή γενικότερου ενδιαφέροντος. Παρά ταύτα, κατά τη συνεδρία της Επιτροπής, ζητήθηκε από τη Γεν. Ελ. να αναφερθεί σε όλα τα θέματα της Αρχής με τα οποία το γραφείο της ασχολήθηκε, είτε αυτά περιλαμβάνονταν στην Έκθεση της είτε στην επιστολή της ημερ. 17/12/09. Η τελευταία ανέφερε μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αναφερόμαστε στο 2008 και πολύ συνοπτικά να πω ότι είχε έσοδα η Αρχή Λιμένων Κύπρου €73 εκατομ., έξοδα €37.2 εκατομ„ καθαρό πλεόνασμα πριν τη φορολογία €38 εκατομ. Το προσωπικό δαπάνησε για απολαβές €197 εκατομ. Έχουμε μια αναφορά για την πρόσληψη ωρομίσθιου προσωπικού, ότι προσλήφθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες άτομα πάνω σε δεκαεφτάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση, εβδομαδιαίας εργασίας και στη συνέχεια με απόφαση του συμβουλίου μετατράπηκαν σε μόνιμους ωρομίσθιους πάνω σε 38 βάση και παρατηρήσαμε ότι ορισμένα από αυτά τα άτομα εκτελούν γραφειακά καθήκοντα. Ένα θέμα για το οποίο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί και σε προηγούμενες εκθέσεις μας είναι η υπερωριακή απασχόληση. Υπάρχει μια αύξηση για το 2008, 19,8%. Το κύριο σημείο που είχαμε να πούμε, πέρα από την αύξηση της υπερωριακής απασχόλησης ήταν ότι οι λιμενικοί λειτουργοί δεν παρουσιάζονται στην πρωινή βάρδια τους όταν την προηγούμενη ημέρα εργάζονται υπερωριακά, μετά τα μεσάνυχτα, επικαλούμενοι πρόνοια σύμβασης εργασίας αναγκαστικής ανάπαυσης εννέα ωρών και πληρώνονται κανονικά. Σε πολλές περιπτώσεις αναπληρώνονται υπερωριακά από άλλους υπαλλήλους. Με αυτό το δεδομένο εισηγούμαστε να βελτιωθεί το σύστημα βάρδιας διότι αφενός έχουμε την αναφορά μας και τη δική μας, για το ότι κάποιος δεν μπορεί να εργάζεται πέραν των 11 ωρών χωρίς ανάπαυση και από την άλλη συμβαίνει αυτό το φαινόμενο, ότι υπάλληλοι που εργάζονται υπερωριακά, την άλλη ημέρα να μην εμφανίζονται για να εργαστούν το κανονικό τους ωράριο χωρίς να εγγράφουν άδεια απουσίας.» Αντικείμενο έντονης συζήτησης κατά τη συνεδρία, αποτέλεσαν οι πιο κάτω διαπιστώσεις που καταγράφονταν στην επιστολή της Γενικού Ελεγκτή προς την Αρχή ημερ. 17/12/09: Α. Η διαπίστωση ότι «.οι ώρες υπερωριακής απασχόλησης έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στη σχετική έκθεση οι υπερωρίες παρουσιάζουν κατά μέσο όρο ετήσια αύξηση γύρω στο 12%, η οποία δεν δικαιολογείται από την διαφοροποίηση του όγκου των εργασιών του λιμανιού.». Β. Η διαπίστωση ότι «.σε πολλές περιπτώσεις λιμενικοί λειτουργοί οι οποίοι εργάζονται υπερωριακά μετά τα μεσάνυχτα δεν παρουσιάζονται στην εργασία τους την επόμενη μέρα στην πρωινή βάρδια, επικαλούμενοι πρόνοια της σύμβασης εργασίας τους για αναγκαστική ανάπαυση 9 ωρών. Παρατηρήθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια στη συλλογική σύμβαση. Σε πολλές περιπτώσεις οι λειτουργοί αναπληρώνονται από άλλους λειτουργούς της απογευματινής βάρδιας, οι οποίοι πληρώνονται υπερωριακά.» Γ. Η διαπίστωση ότι «.καταβάλλονται επιδόματα και αμοιβές (στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου) για πολύ περισσότερες συνεδρίες από αυτές που εγκρίθηκαν.» καθώς και ότι «.δεν υπάρχει ικανοποιητικό σύστημα ελέγχου των δαπανών για υπηρεσιακά ταξίδια στο εξωτερικό.» Δ. Η διαπίστωση ότι προσλήφθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες ωρομίσθιοι εργάτες, οι οποίοι στη συνέχεια μετατράπηκαν σε μόνιμους ωρομίσθιους, χωρίς ποτέ να εξασφαλιστεί κατάλογος από το Γραφείο Εργασίας ως είναι και διαδικασία που προνοείται από τους εφαρμοστέους Κανονισμούς. Προς επίρρωση της διαπίστωσης υπό στοιχείο Α ανωτέρω, το γραφείο της Γεν. Ελ. είχε παραθέσει στην επιστολή του προς την Αρχή ημερ. 17/12/09, ενδεικτικό αναλυτικό πίνακα, στον οποίο κατονομάζονταν διάφοροι υπάλληλοι της Αρχής, οι οποίοι εργάστηκαν και πληρώθηκαν υπερωρίες κατά το 2008 καθώς επίσης και συγκριτικό πίνακα μεταξύ της εκτελεσθείσας και πληρωθείσας υπερωριακής απασχόλησης και του όγκου εργασιών του Λιμανιού. Ο εν λόγω πίνακας αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης και υποβολής ερωτήσεων από τα μέλη της Επιτροπής προς τους αρμοδίους φορείς, ενώ η διαπιστωθείσα δυσαναλογία μεταξύ της πληρωθείσας υπερωριακής απασχόλησης και του όγκου εργασιών του Λιμανιού, χαρακτηρίστηκε από τα μέλη της Επιτροπής, ως «οξύμωρο». Οι τελευταίοι δε έθεσαν μεταξύ άλλων και τον εξής προβληματισμό: «.από το 2001, να συγκρίνουμε το 2001 με το 2008, έχει μειωθεί κατά πολύ, κατά 1 100 τα πλοία, αυτό σημαίνει περίπου 35% μείωση των πλοίων, Αν μιλούμε για τα φορτία, έχουν μειωθεί και αυτά κατά ένα 20%, 25%, οι επιβάτες το ίδιο, ενώ οι ώρες, οι υπερωριακές απασχόλησης έχουν αυξηθεί κατά περίπου 120%. Αυτό είναι ένα ακατανόητο γεγονός, όπως επίσης βλέποντας τα μισθολόγια, τα παραδείγματα, κυρία Γιωρκάτζη, τα οποία έχετε δώσει στο σημείωμά σας, όχι στην έκθεσή σας, πώς τα έχετε επιλέξει και τα έχετε δώσει αυτά τα ποσά; Υπήρχαν και άλλα; Βλέπουμε έναν κατάλογο από δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε άτομα τα οποία αναγράφεται το όνομά τους και το ποσό δίπλα. Τα έχετε επιλέξει εσείς ή αυτά είναι τα άτομα μόνο που έχουν εργαστεί υπερωριακά; .(απάντηση ότι είναι επιλεκτικά). Άρα, απλά καλό θα ήταν να μας πείτε και ποια καθήκοντα ασκεί ο καθένας από αυτούς οι οποίοι είναι μέσα στο σημείωμα της Γενικής Ελέγκτριας, για να δούμε. Όταν μιλούμε για περίπου €47.000 υπερωρίες, μιλούμε για τεράστια ποσά χρονιαία, φαντάζομαι πόσο μισθό παίρνουν οι άνθρωποι. . Το ερώτημα είναι το εξής: Γιατί, δηλαδή, έχουμε τόσες πολλές χιλιάδες ώρες υπερωρίες και η Αρχή Λιμένων δεν προχώρησε -άρα, υπάρχουν ανάγκες στην Αρχή- στην πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, για να καλύψει αυτές τις ώρες και μάλιστα εν καιρώ οικονομικής κρίσης, 2008, 2009, 2010, να βοηθήσουμε στην απάμβλυνση της ανεργίας, ενώ έχουμε κάποιους οι οποίοι αμοίβονται στις €45.000, στις €35.000, στις €25.000 υπερωρίες!» Κατά τη δική του τοποθέτηση στις αναφορές της Γεν. Ελ., ο Πρόεδρος του Δ.Σ της Αρχής, οι θέσεις του οποίου υιοθετήθηκαν και από τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά: «Σε ότι αφορά τους ωρομίσθιους. να πω ότι οι θέσεις δεν είναι οργανικές. Η Αρχή Λιμένων Κύπρου έκανε λάθος στη διαδικασία της. Με τη λογική ότι το λιμάνι της Λάρνακας θα δοθεί σε στρατηγικό επενδυτή, είχαμε αποφασίσει να εξασφαλίζονται οι υπηρεσίες από δεκαεφτάωρους ωρομίσθιους και να μην παίρνουμε μόνιμους τακτικούς ωρομίσθιους. Στην πορεία όμως, φάνηκε ότι υπάρχει ανάγκη και η Αρχή Λιμένων Κύπρου προχώρησε και τους έδωσε περισσότερες ώρες και τους έκαμε τριανταοχτάωρους. Με τον εντοπισμό της λανθασμένης διαδικασίας η Αργή Λιμένων Κύπρου από τις 11,2009 δεν έχε προσλάβει κανένα ωρομίσθιο εργάτη μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι οποιοιδήποτε εργάτες προσλαμβάνονται, προσλαμβάνονται με τη διαδικασία του Γραφείου Εργασίας όπου ζητούνται και μας αποστέλλεται από κατάλογο που έχει το Γραφείο Εργασίας υποψήφιοι νια να προσληφθούν. Αυτό που λείπει και πρέπει να γίνει είναι να θεσμοθετηθεί τρόπος εργοδότησης των ωρομίσθιων υπαλλήλων στην Αρχή Λιμένων Κύπρου ούτως ώστε να διασφαλιστεί η αξιοκρατία. Για τις υπερωρίες, είναι ένα θέμα που αντιμετωπίζουμε συνεχώς. Γίνεται μια συνεχής προσπάθεια αλλά οι υπερωρίες δε θα εκλείψουν από την Αρχή Λιμένων Κύπρου διότι το λιμάνι πρέπει να εργάζεται και Σάββατο και Κυριακή και τα περισσότερα λεφτά αφορούν την αποζημίωση που δίνεται για τα Σαββατοκυρίακα. Γίνονται προσπάθειες. Να πω ότι προσκρούουμε και στα εργασιακά κεκτημένα και η προσπάθειά μας επικεντρώνεται, βασικά στην ελαχιστοποίηση ή και στο μηδενισμό της κατάχρησης για ό,τι αφορά τις υπερωρίες. Για το 2009 είχαμε μια μείωση γύρω στο 23%. Φυσικά είχαμε μείωση και στον κύκλο εργασιών, για να μη συνδεθεί άμεσα. Πήραμε κάποια μέτρα αναμένουμε ότι τα μέτρα αυτά θα αποδώσουν.». Στα δικά του σχόλια, ο Γενικός Διευθυντής της Αρχής, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «.Σε ότι αφορά το θέμα των ωρομισθίων, στο οποίο έγινε αναφορά, o πρόεδρος με έχει καλύψει πλήρως και προχωρώ στο θέμα το οποίο ήγειρε η Γενικός Ελεγκτής αναφορικά με το εντεκάωρο και εννιάωρο. Το θέμα είναι γνωστό. Απορρέει από νόμο του 2002. Απορρέει από ευρωπαϊκή οδηγία. Έχουμε καταβάλει σοβαρές προσπάθειες για να μπορέσουμε να εναρμονιστούμε με το συγκεκριμένο νόμο, ωστόσο όμως αντιμετωπίζουμε δυσκολίες και οι δυσκολίες οφείλονται κατά κύριο λόγο στον περιορισμένο αριθμό υπαλληλικού προσωπικού. ΟΙ δύο πρόνοιες του νόμου που μας αφορά για το 2002, ο ένας διαλαμβάνει ότι δεν μπορεί εργαζόμενος να εργάζεται πέραν των σαράντα οκτώ ωρών την εβδομάδα χωρίς τη συναίνεση του Ιδίου και έτσι λόγω αυτού του όρου για τη συναίνεση, κάθε έξι μήνες o οργανισμός ζητά τη συναίνεση των υπαλλήλων οι οποίοι δουλεύουν υπερωρίες κατά πόσο είναι πρόθυμοι και διατεθειμένοι να εργάζονται πέραν των σαράντα οκτώ ωρών. Μέσα στο εικοσιτετράωρο πρέπει ο εργαζόμενος να έχει ανάπαυση έντεκα ώρες, Αυτό διαλαμβάνει και ο νόμος. Όμως στη βάση μίας συμφωνίας -θα την αποκαλέσω- κυρίων, που έγινε το 2004 με τις συντεχνίες έχει, αν θέλετε, συμφωνηθεί το εννιάωρο. Αντί έντεκα, να πηγαίνουμε σης εννιά. Γιατί έκανα την αναφορά αυτή; Αυτή την έκανα γιατί η Γενικός Ελεγκτής μίλησε -και πολύ σωστά είπε για υπαλλήλους οι οποίοι εργάζονται μέχρι τις 2.00, 3.00 το πρωί παραδείγματος χάριν και οι οποίοι αντί να έλθουν στην εργασία τους η ώρα 7.30 π.μ, λόγω του εννιάωρου, μένουν σπίτι τους και πληρώνονται.» Με τη σειρά του, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Συγκοινωνιών, ανέφερε ότι: «.Το τι μπορώ να σας πω είναι ότι όσον αφορά κυρίως δύο θέματα. Το πρώτο από τα οποία είναι η πρόσληψη ωρομίσθιου προσωπικού για το οποίο και από την πλευρά της Αρχής Λιμένων έχει υπάρξει παραδοχή ότι υπήρχε κάποια λάθος διαδικασία και το δεύτερο είναι το θέμα των επενδύσεων του τρόπου με τον οποίο γίνεται επενδύσεις από την Αρχή, το υπουργείο εξετάζει διάφορους τρόπους διερεύνησης αυτών των θεμάτων μεταξύ των οποίων είναι η υποβολή πρότασης στο Υπουργικό Συμβούλιο για σύσταση ερευνητικής επιτροπής, μία επιλογή, η οποία θα μπορούσε να αποτελείται από ένα πρώην δικαστή και ένα λειτουργό του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ή η άλλη επιλογή είναι να εξεταστεί μόνο από το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού αν κριθεί ότι θα ήταν πιο γρήγορη αυτή η διαδικασία..» Συμμετοχή στη συζήτηση είχαν και οι εκπρόσωποι των έξι συντεχνιών της Αρχής, μεταξύ των οποίων ήταν και ο xxxx Σπύρου, Γενικός Γραμματέας της συντεχνίας ΣΥΑΛΚ, ο οποίος, υπό την συνδικαλιστική του ιδιότητα, είχε στις 05/07/10 καταγγείλει εγγράφως, στον τότε Γενικό Εισαγγελέα, διάφορα θέματα στα οποία αναφέρθηκε κατά την ομιλία του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να απευθύνει σχετική επιστολή στην Αρχή στις 13/09/10. Ο Σπύρου ανέφερε τα εξής ενώπιον της Επιτροπής: «Καταρχάς θέλω να δηλώσω ότι οι υπερωρίες που εργάζονται οι συνάδελφοι στο λιμάνι, εργάζονται μετά από διαταγή των προϊσταμένων τους, καταγράφονται σε μία λίστα, εγκρίνεται από τους προϊσταμένους, 33 προσυπογράφεται από το διευθυντή του λιμανιού, ο οποίος είναι παρών και μπορεί να το επιβεβαιώσει, και ακολούθως η κάθε ώρα που γράφουν πάνω στο χαρτί ελέγχεται από το ανάλογο τμήμα. Επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα κατάχρησης υπερωριών από τη συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων. Πιστεύουμε ότι είναι υποχρέωση της Αρχής Λιμένων να προσπαθήσει να μειώσει τις υπερωρίες, νοουμένου ότι δε θα επηρεαστούν η υγεία και η ασφάλεια του προσωπικού. Οποιαδήποτε κατάχρηση συμβαίνει σε υπερωρίες την καταδικάζουμε. Και είχαμε και την τόλμη και την απόφαση να καταγγείλουμε τέτοιες περιπτώσεις προς τον πρόεδρο της Αρχής Λιμένων, ο οποίος είναι παρών και μπορεί να το επιβεβαιώσει. Δυστυχώς όμως η καταγγελία μας δε διερευνήθηκε, Επίσης, είχαμε καταγγείλει και περιπτώσεις που παρεμβαίνουν προϊστάμενοι νια τη διαφοροποίηση των χρεώσεων εις βάρος της Αρχής Λιμένων και προς όφελος κάποιων άλλων.. η διαδικασία πρόσληψης των ωρομισθίων θεωρώ ότι είναι το πιο σοβαρό θέμα που πρέπει να συζητήσει αυτή η συνεδρία σήμερα. Δεν είναι απλά ένα λάθος. Έχει εξαπατηθεί ολόκληρος ο κυπριακός λαός και η στρατιά των ανέργων. Υπάρχουν και παραδείγματα, μπορούμε να δώσουμε τις εξηγήσεις. Εν γνώσει τους παραβίαζαν τη διαδικασία, για να προσλάβουν αυτούς που ηθέλαν να προσλάβουν.». Στην προαναφερόμενη επιστολή του τότε Γενικού Εισαγγελέα προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ της Αρχής, ημερ. 13/09/10, η οποία επίσης αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης κατά τη συνεδρία της Επιτροπής, αναφέρονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «.ακόμα και να μην υπάρχουν ποινικά αδικήματα, υπάρχουν τέτοιες σοβαρές παρατυπίες που δεν πρέπει να αφεθούν να περάσουν απαρατήρητες . καθαρά προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής ενεργεί με αυθαίρετο τρόπο και κατά παράβαση τόσο της νομοθεσίας όσο και των αρχών της χρηστής διοίκησης. Προτίθεμαι να μην αφήσω τα πράγματα χωρίς τη λήψη οποιασδήποτε θετικής ενέργειας, αν μη τι άλλο, για αποτροπή του ενδεχόμενου επανάληψης των ίδιων φαινομένων, τόσο από την την Αρχή όσο και από άλλους Οργανισμούς ή και Αρχές Τοπικής Διοίκησης, στις οποίες η κατάσταση έχει φθάσει πλέον σε στάδιο που δεν μπορεί να είναι ανεκτό. Παρακαλώ να έχω τις απόψεις σας, γιατί προτίθεμαι, όχι μόνο να καταγγείλω το θέμα στην Αστυνομία, αλλά και να μελετήσω το ενδεχόμενο έγερσης αγωγής εναντίον των όσων είναι υπεύθυνοι για τις πιο πάνω παραβιάσεις.» Η συνεδρία της Επιτροπής έληξε με τα εξής καταληκτικά σχόλια του Προέδρου της: Και εγώ αναστέναξα, αγαπητοί συνάδελφοι, το Σάββατο και την Παρασκευή, όταν διάβαζα τις εκθέσεις τούτες, για να είμαι ειλικρινής, και αναλογιζόμενος τι ποσό αντιστοιχεί σε κάθε ώρα υπερωρίας, διερωτήθηκα ακριβώς όντως είμαστε χαμηλόμισθοι. Όσον αφορά την υπερωριακή απασχόληση, σίγουρα έγιναν καταχρήσεις, εγώ θα ρωτήσω και θα ζητήσω να μας δοθεί στην επιτροπή ποιας κλίμακας είναι οι υπάλληλοι της υπερωριακής απασχόλησης, να μας σταλεί. Και αν έχετε την κλίμακα της υπερωριακής απασχόλησης, επίσης να μας σταλεί, για να λύσουμε τις απορίες μας. Όσον αφορά την απουσία από την εργασία χωρίς δικαιολογητικό, σίγουρα και, όπως έχει λεχθεί, θα πρέπει να γίνει μία καλύτερη διαχείριση του όλου θέματος και παράλληλα μία καλύτερη διαχείριση των assets της Αρχής Λιμένων, καλύτερη διαχείριση της βάρδιας και των υπερωριών. Επίσης θα ήθελα να ρωτήσω αν έχει γίνει μελέτη πάνω σ' αυτό το θέμα. Δηλαδή πώς θα χειριστεί η Αρχή Λιμένων αυτό το θέμα; Έχει γίνει κάποια μελέτη σκοπιμότητας και αν έχει γίνει, παρακαλώ να μας δοθεί στην επιτροπή εδώ. . επιτέλους για να εκλείψει ένα θέμα το οποίο φαίνεται είναι διαχρονικό από τη γένεση της Αρχής Λιμένων. Δεν είναι φετινό ούτε περσινό. Για να σταματήσει, επαναλαμβάνω, αυτή η κακή διαχείριση του θέματος της απουσίας από εργασία χωρίς δικαιολογητικό.. Επίσης τρεις παρατηρήσεις όσον αφορά υπηρεσιακά ταξίδια στο εξωτερικό. Δε φαίνεται να εξασφαλίζεται σε όλες τις περιπτώσεις η σχετική έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου και αναφέρεται σε διάφορες περιπτώσεις έκδοσης εισιτηρίων. Το ερώτημά μου προς τη Διεύθυνση και το Διοικητικό Συμβούλιο είναι να μας δοθούν αναλυτικά τα ταξίδια είτε της Διεύθυνσης είτε του Διοικητικού Συμβουλίου στο εξωτερικό και η δικαιολόγηση αυτών των ταξιδιών, ο σκοπός αυτών των ταξιδιών και το κόστος ενός εκάστου ταξιδιού και το αποτέλεσμα..». Τα πιο πάνω ερωτήματα του Προέδρου, τα οποία αντιπροσώπευαν και τα ερωτήματα του συνόλου των μελών της Επιτροπής, τέθηκαν στη συνέχεια και επισήμως στην Αρχή, μέσω επιστολής της Επιτροπής ημερ. 03/11/10, με την οποία η Επιτροπή ζήτησε από την αρχή πλήρεις και αναλυτικές λεπτομέρειες για όλα τα θέματα που συζητήθηκαν κατά την συνεδρία της 12/10/10. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν από το περιεχόμενο των αποστενογραφημένων πρακτικών της δημόσιας συνεδρίας της Επιτροπής ημερ. 12/10/10 και των επιστολών που εκεί συζητήθηκαν, ήτοι των επιστολών που αποστάληκαν στην Αρχή από την Γεν. Ελ. στις 17/12/09, το Γενικό Εισαγγελέα στις 13/09/10 και την Επιτροπή στις 03/11/10. Είναι δε κοινώς αποδεκτό ότι όλα τα εν λόγω έγγραφα ήταν στην κατοχή των παρευρισκόμενων και ήταν δημόσια προσβάσιμα (publicly accessible). Αυτά δε κατατέθηκαν στην παρούσα υπόθεση ως Τεκμήρια 9, 10, 11 και 12 αντίστοιχα και το περιεχόμενο τους ως έχει, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων συνιστά και το ότι μετά την συνεδρία της Επιτροπής και μέχρι και τις 16 Οκτωβρίου 2010, οι εναγόμενοι συνέταξαν και δημοσίευσαν στην εφημερίδα «Πολίτης» τα εξής δημοσιεύματα: «
  2. i)Στο Πρωτοσέλιδο, υπό τον τίτλο « Ταξίδια μετά συζύγων, Εξαπάτηση υπουργείων και πολλά άλλα» και παράτιτλο «Πάρτι υπερωριών στην Αρχή Λιμένων», το οποίο (δημοσίευμα) συνοδεύεται από κατάλογο ονομάτων στα οποία υπάρχει και το όνομα του Ενάγοντα, της Εφημερίδας «Πολίτης», την Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010 - Τεκ.1
  3. ii)Στην Σελίδα 37, υπό τον Τίτλο ««Έβγαλαν τα παλούκια» στην Αρχή Λιμένων .Επεμβαίνει ο γενικός Εισαγγελέας» και παράτιτλους «Αυθαιρεσίες ολκής», «Ενεοί έμειναν όσοι παρακολούθησαν χθες την συνεδρίαση της Επιτροπής Ελέγχου της Βουλής . οι αυθαιρεσίες, οι ατασθαλίες, η ατιμωρησία και η έλλειψη σεβασμού στο δημόσιο χρήμα, βγάζουν μάτι», «Πάρτι με υπερωρίες», «Μαφία στις προσλήψεις», «Μετά συζύγων», «Κορόιδεψαν το υπουργείο», «Κομπίνα με τέλη», της Εφημερίδας «Πολίτης», την Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010. - Τεκ.2 iii) Στην Σελίδα 3, υπό τον Τίτλο «Βουλιάζουν την Αρχή Λιμένων» και παράτιτλο «Επιτέλους μια απολογία»», της Εφημερίδας «Πολίτης», την Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010. - Τεκ.3 ίν) Στην Σελίδα 12, υπό τον τίτλο « Το πάρτι στην Αρχή Λιμένων», της Εφημερίδας «Πολίτης», την Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010. - Τεκ.4 ν) Στην Σελίδα 12, Εικόνα και/ή ή γελοιογραφία η οποία απεικονίζει την Αρχή Λιμένων να επιπλέει σε ένα βαρέλι, μέσα στη θάλασσα, της Εφημερίδας «Πολίτης» την Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010. - Τεκ.5 νί) Στην Σελίδα 39, υπό τον Τίτλο «Θα ζητηθεί διορισμός ερευνητικής επιτροπής για την Αρχή Λιμένων Κύπρου» και παράτιτλο «Έρευνα από πρώην δικαστή, της Εφημερίδας «Πολίτης», την Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010. - Τεκ.6 vii) Στην Σελίδα 12, υπό τον Τίτλο «50 ευρώ την ώρα!», της Εφημερίδας «Πολίτης», το Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010 - Τεκ.7 viii) Στην Σελίδα 22, υπό τον Τίτλο «Εξωφρενικές υπερωρίες» και παράτιτλους «480 ευρώ μια μέρα. Πλοηγοί πληρώνονται βασιλικά χωρίς να εργάζονται», «Παλιά και αγιάτρευτη ασθένεια είναι οι υπερωρίες στα λιμάνια. Το 2006 αποφασίστηκε «Κομμένες οι περιττές υπερωρίες» αλλά το πάρτι συνεχίζεται», της Εφημερίδας «Πολίτης», το Σάββατο, 16 Οκτωβρίου. - Τεκ.8». Ισχυριζόμενος ότι τα πιο πάνω δημοσιεύματα τον έχουν δυσφημήσει, ο ενάγοντας, εργοδοτούμενος της Αρχής Λιμένων στη θέση του Τεχνίτη Ηλεκτρολογίας Β' και συνδικαλιστής κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όνομα του οποίου περιλαμβάνετο στον κατάλογο - πίνακα που είχε παρατεθεί από τη Γενική Ελέγκτρια στην επιστολή της ημερ. 17/12/09 και ο οποίος δημοσιεύτηκε στο επίδικο δημοσίευμα της 13/10/18 (Τεκ.1), καταχώρησε ταυτόχρονα με πέντε άλλους συναδέλφους του, επίσης εργοδοτούμενους σε διάφορα πόστα στην Αρχή, μέσω του ίδιου δικηγόρου, πανομοιότυπες αγωγές εναντίον των εναγομένων, αξιώνοντας αποζημιώσεις και απαγορευτικά διατάγματα (βλ. Τεκ. 19). Η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι ότι τα κατ' ισχυρισμό δημοσιεύματα τον «φωτογραφίζουν» και τον αφορούν, είτε διότι αναφέρονται ρητά στο όνομα του, είτε διότι ήταν ευρέως γνωστό, τουλάχιστο εντός της Αρχής και του φιλικού και οικογενειακού του περιβάλλοντος, ότι εργαζόταν στην Αρχή για διάστημα που ξεπερνούσε τα 30 έτη, ότι έτυχε αρκετές φορές να εργαστεί υπερωριακά αποκομίζοντας σημαντικά έσοδα, ότι μετά από υπερωριακή απασχόληση δεν προσερχόταν την επόμενη μέρα στην εργασία του και ότι ο ίδιος υποστήριζε ότι οι ενέργειες του αυτές καλύπτονταν από συλλογική σύμβαση εργασίας (βλ. παρ. 20 Ε/Α). Ισχυρίζεται δε ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα τόσο απομονωμένα όσο και σωρευτικά, εν τη φυσική έννοια των λέξεων τους (ordinary meaning) αλλά και υπό μορφή υπαινιγμού, αληθούς και/ή ψευδούς (true and/or false innuendo), του αποδίδουν ουσιαστικά «εξαπάτηση Υπουργείων», ότι παράτυπα και/ή αδικαιολόγητα δεν προσέρχεται στην εργασία του μετά από υπερωριακή απασχόληση, ότι πληρώνεται χωρίς να εργάζεται, ότι εμπλέκεται σε σκάνδαλα, ατασθαλίες και παρανομίες, ότι εμπλέκεται σε ποινικά και αστικά αδικήματα στη διερεύνηση των οποίων ενεπλάκηκε ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας, ότι ενεργεί αυθαίρετα και καταχράται το δημόσιο χρήμα, ότι εμπλέκεται σε ασυδοσία και εκμετάλλευση της Αρχής («πάρτι»), ότι αμείβεται υπερβολικά χωρίς να το αξίζει, ότι είναι ανέντιμος και ανήθικος και ότι προκαλεί και «φορτώνει τους Κύπριους πολίτες με την αμοιβή του» (βλ. παρ. 21 - 25 Ε/Α). Θεωρεί τέλος, ως είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός του, ότι η δημοσίευση των πιο πάνω δημοσιευμάτων, τα οποία θεωρεί αναληθή, παραπλανητικά και κακόβουλα, έχει πλήξει σοβαρά τη φήμη και την υπόληψη του ενώ η αξιοπρέπεια και η περηφάνια του έχουν μειωθεί. Λόγω της έκτασης και διάστασης που έχει πάρει η δημοσίευση των εν λόγω δημοσιευμάτων, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί τέτοια ζημιά που δικαιολογεί την επιδίκαση γενικών αλλά και τιμωρητικών ή αυξημένων αποζημιώσεων εναντίον των εναγομένων καθώς επίσης και την έκδοση διατάγματος που να τους απαγορεύει να προβούν σε περαιτέρω δυσφήμιση του. Στην αντίπερα όχθη, οι εναγόμενοι, αν και παραδέχονται τη σύνταξη και δημοσίευση των εν λόγω δημοσιευμάτων, απορρίπτουν τα όσα συνθέτουν τα παράπονα του ενάγοντα. Ισχυρίζονται ότι τα σχετικά δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά, ότι δεν φωτογραφίζουν τον ενάγοντα και ότι δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά με τον τρόπο που αυτός ισχυρίζεται. Ακόμη όμως και αν ήθελε φανεί ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, οι εναγόμενοι επικαλούνται την εφαρμογή των υπερασπίσεων της αλήθειας, του εύλογου σχολίου επί θεμάτων δημοσίου συμφέροντος και του προνομίου υπό επιφύλαξη. Τα γεγονότα επί των οποίων οι εναγόμενοι προβάλλουν τις πιο πάνω υπερασπίσεις τους, εδράζονται, σύμφωνα με αυτούς, στα όσα έλαβαν χώρα στη δημόσια συνεδρία της Επιτροπής στις 12/10/10, στην οποία παρευρίσκονταν και οι ίδιοι στα πλαίσια του δημόσιου καθήκοντος τους ως δημοσιογράφοι και τα οποία γεγονότα θεωρούν ότι, στα πλαίσια του ιδίου καθήκοντος, δημοσίευσαν έντιμα, ακριβοδίκαια και καλόπιστα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, μαρτυρία έδωσαν προς υποστήριξη της υπόθεσης του ενάγοντα ο ίδιος ως ΜΕ1 και ο τότε Γενικός Γραμματέας της ΣΥΑΛΚ, xxx Σπύρου ως ΜΕ2. Εκ μέρους των εναγομένων μαρτυρία έδωσε μόνο ο xxx Διονυσίου ως ΜΥ1. Η μαρτυρία του ενάγοντα κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με το δικόγραφο του αν και κατά την αντεξέταση του, δέχτηκε ότι από το σύνολο των επιδίκων δημοσιευμάτων (Τεκ. 1-8), μόνο τα δημοσιεύματα Τεκ. 1, 2 και 4 τον αφορούσαν. Ως εκ τούτου, κατόπιν δήλωσης του συνηγόρου του, επίδικα παρέμειναν μόνο τα εν λόγω τρία δημοσιεύματα και είναι μόνο επί αυτών των δημοσιευμάτων που προωθήθηκε η αγωγή. Τα παραθέτω αυτούσια, σημειώνοντας ότι τα δημοσιεύματα Τεκ.1 και 2 είναι στην ίδια εφημερίδα και ότι το τελευταίο αποτελεί συνέχεια του πρώτου.: Τεκ.1 «Ταξίδια μετά συζύγων, εξαπάτηση υπουργείων και άλλα πολλά Πάρτι υπερωριών στην Αρχή Λιμένων Αγωγές εναντίον συγκεκριμένων προσώπων θα εγείρει ο Γεν. Εισαγγελέας Την ώρα που η ανεργία καλπάζει και γενικά ο Κύπριος φορολογούμενος δεινοπαθεί και αγωνιά για τη δουλειά του, στην Αρχή Λιμένων Κύπρου στήνεται πρωτοφανές πάρτι με τις υπερωρίες. Υπάλληλοι της Αρχής λαμβάνουν πέραν των 40 χιλιάδων ευρώ ετησίως για υπερωρίες, μέχρι ακόμα και 47 χιλιάδες (λεπτομέρειες στον διπλανό πίνακα). Το πλέον φοβερό, όμως, είναι ότι εργαζόμενοι υπερωριακά δεν πηγαίνουν την επόμενη ημέρα στην εργασία τους και τους αναπληρώνουν άλλοι συνάδελφοί τους που για να το κάμουν πληρώνονται κι αυτοί υπερωριακά. Χθες, στην επιτροπή Ελέγχου της Βουλής αποκαλύφθηκαν ακόμα σκάνδαλα, ατασθαλίες και παρανομίες, που ταλανίζουν για χρόνια την Αρχή. Ο γ. εισαγγελέας, αφού τα πληροφορήθηκε, έγραψε σε επιστολή του ότι θα εγείρει αγωγές εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Όπως τόνισε «όλα αυτά δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα».» Τεκ.2 ««Έβγαλαν τα παλούκια» στην Αρχή Λιμένων. Επεμβαίνει ο εισαγγελέας Αυθαιρεσίες ολκής Ενεοί έμειναν όσοι παρακολούθησαν χθες τη συνεδρίαση της επιτροπής Ελέγχου της Βουλής. Οι αυθαιρεσίες, οι ατασθαλίες, η ατιμωρησία και η έλλειψη σεβασμού στο δημόσιο χρήμα βγάζουν μάτι. Σκάνδαλα, τρύπιες διαδικασίες και κραυγαλέες παρανομίες σημειώνονται για χρόνια στην Αρχή Λιμένων Κύπρου (ΑΛΚ). Πολλά από τα κακώς έχοντα στην Αρχή καταγγέλθηκαν στη Νομική υπηρεσία. Ο γενικός εισαγγελέας, Πέτρος Κληρίδης, σε πρόσφατη επιστολή του τονίζει ότι όχι μόνο θα προβεί σε καταγγελίες στην αστυνομία, αλλά και θα μελετήσει ο ίδιος το ενδεχόμενο αγωγής εναντίον όσων ευθύνονται για παραβίαση της νομοθεσίας και των αρχών χρηστής διοίκησης. Μαφία στις προσλήψεις «Υπάρχουν τέτοιες σοβαρές παρατυπίες, που δεν πρέπει να αφεθούν να περάσουν απαρατήρητες», επισημαίνει ο Πέτρος Κληρίδης. Ταυτόχρονα, το υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, το οποίο είναι η αρμόδια αρχή για την Αρχή Λιμένων, ανακοίνωσε χθες στη Βουλή ότι θα καταθέσει πρόταση - εισήγηση στο Υπουργικό Συμβούλιο για διορισμό ερευνητικής επιτροπής (ερευνώντος λειτουργού) ειδικά για τις αυθαιρεσίες που γινόντουσαν κατά την πρόσληψη ωρομίσθιων υπαλλήλων. Όπως αποδείχθηκε, η Αρχή Λιμένων εξέδιδε ανακοίνωση για την πρόσληψη τέτοιων έκτακτων υπαλλήλων, πλην όμως δεν μεριμνούσε για τη δημοσιοποίησή της στον Τύπο. Έτσι, έληγε σε λίγες ημέρες αργότερα η προθεσμία υποβολής αιτήσεων και ουδείς έπαιρνε είδηση. Κατ' αυτό τον τρόπο ειδοποιούνταν ημέτεροι, γνωστοί και φίλοι, οι οποίοι υπέβαλλαν αίτηση και η πρόσληψή τους ήταν εκ των προτέρων εξασφαλισμένη. Πέραν τούτου, αντί οι ωρομίσθιοι αυτοί υπάλληλοι να προσλαμβάνονται για απασχόληση διάρκειας 17 ωρών ή 23 ωρών εβδομαδιαίως, όπως προνοούν οι κανονισμοί, παράνομα τους παρείχαν καθεστώς πλήρους απασχόλησης 38 ωρών εβδομαδιαίως. Μετά από απασχόληση 52 εβδομάδων γινόντουσαν αυτόματα μόνιμοι ωρομίσθιοι υπάλληλοι. Αν η απασχόληση είναι διάρκειας μέχρι 23 ώρες εβδομαδιαίως, ο ωρομίσθιος δεν αποκτά μονιμότητα. Ο «Π» κατέχει αντίγραφα τέτοιων ανακοινώσεων των ετών 2007 και 2008. Μια από αυτές συντάχθηκε στις 28/3/2007 και οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να υποβάλλουν αίτηση, μέχρι τις 2.30 η ώρα στις 30/3/2007. Δηλαδή, δύο ημέρες αργότερα. Συνεπώς, η ανακοίνωση γράφτηκε για το θεαθήναι και δεν κοινοποιήθηκε πουθενά. Κανονικά, για την πρόσληψη ωρομισθίων έπρεπε η Αρχή να απευθύνεται στο γραφείο Εργασίας και να ζητά κατάλογο ανέργων, οι οποίοι θα καλούνταν σε συνέντευξη για πρόσληψη. Μετά συζύγων. Ιδιαίτερα έντονος είναι ο γενικός εισαγγελέας στις αυθαιρεσίες που έγιναν σχετικά με ταξίδια μελών του δ.σ. της Αρχής και στο θέμα της μισθολογικής αναβάθμισης του γενικού διευθυντή της, XXXXX Κόκκινου. Όπως αναφέρει έκθεση της γενικής Ελέγκτριας, για τα ταξίδια δεν εξασφαλίζεται έγκριση του δ.σ. για την έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων δεν ζητούνται προσφορές από ταξιδιωτικά γραφεία για εξασφάλιση καλύτερων τιμών και το χειρότερο από όλα είναι ότι «σε μια περίπτωση η τιμή του εισιτηρίου φαίνεται αδικαιολόγητα υψηλή για τον προορισμό Λάρνακα - Λονδίνο - Βρυξέλλες, Λονδίνο - Λάρνακα σε οικονομική θέση με κόστος 1.200 ευρώ». Όπως λέχθηκε μετά τη συνεδρία της επιτροπής Ελέγχου, όπου συζητήθηκαν οι ατασθαλίες, ο συγκεκριμένος σύμβουλος πήρε μαζί του στο ταξίδι και τη σύζυγο του! Κορόιδεψαν το υπουργείο Σοβαρή παρανομία, αλλά και δόλια παραπλάνηση του υπουργείου Συγκοινωνιών έγινε και όσον αφορά την αναβάθμιση της μισθολογικής κλίμακας του γενικού διευθυντής της Αρχής το 2008. Η θέση του αναβαθμίστηκε από 66.987 ευρώ (σε προσωπική βάση) σε 70685 ευρώ. Ωστόσο, το υπουργείο Οικονομικών απέρριψε το σχετικό αίτημα του δ.σ. της Αρχής Λιμένων. Εντούτοις, η ΑΛΚ απέστειλε στο υπουργείο Συγκοινωνιών, μαζί με τον προϋπολογισμό της για το 2008 και συνοδευτική επιστολή, στην οποία ψευδώς ανέφερε ότι για την αναβάθμιση της θέσης εξασφαλίστηκε έγκριση του υπ. Οικονομικών. Για το θέμα θα κατατεθεί αγωγή. 4.000 ευρώ το μήνα! Πάρτι με υπερωρίες Το μεγάλο πάρτι στην Αρχή Λιμένων γίνεται με τις υπερωρίες. Υπάλληλοι λαμβάνουν έκαστος πέραν των 45 και 46 χιλιάδων ευρώ το χρόνο για υπερωριακή απασχόληση. Και το πλέον προκλητικό είναι ότι, μετά τις υπερωρίες, δεν πάνε δουλειά, επειδή, όπως υποστηρίζουν, υπάρχει πρόνοια στη σύμβασή τους για αναγκαστική ανάπαυση 9 ωρών. Τέτοια πρόνοια, όμως, δεν υπάρχει, τονίζει η γενική ελέγκτρια. Το χειρότερο είναι ότι την εργασία τους κάνουν άλλοι υπάλληλοι, οι οποίοι πληρώνονται επίσης υπερωριακά! Ακόμα πιο προκλητικό είναι το ότι παρατηρείται μεγάλη αύξηση των υπερωριών σε περιόδους κατά τις οποίες μειώνεται η κίνηση στα λιμάνια. Κομπίνα με τέλη Για χρόνια ολόκληρα, όλα τα εισαγόμενα αυτοκίνητα που έφθαναν στα λιμάνια του τόπου φορολογούνταν με την ταρίφα που ισχύει για οχήματα με απόβαρο μέχρι δύο τόνων. Δηλαδή, με 59 ευρώ μόνο και όχι και με 159 ευρώ που είναι τα λιμενικά τέλη για όσα έχουν βάρος πάνω των δύο τόνων. Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής ήταν να χάνει τεράστια ποσά η Αρχή Λιμένων. Μόλις αποκαλύφθηκε η μεγάλη αυτή κομπίνα και εφαρμόστηκαν κανονικά οι σχετικοί κανονισμοί, είχαμε το 2007 (πρώτη χρονιά) 240 οχήματα με βάρος πάνω των δύο τόνων, το 2008 έγινε εισαγωγή 918 οχημάτων με πέραν των δύο τόνων βάρος και ο.κ.ε. Η κομπίνα αυτή πέρασε στο ντούκου, χωρίς να τιμωρηθεί κανένας. Ούτε καν εξηγήσεις ζητήθηκαν. Επίσης, καταγγέλθηκε στην επιτροπή Ελέγχου ότι, πλοία, αντί να πληρώνουν τέλη για τρεις ώρες εξυπηρέτησης, με άνωθεν εντολές πληρώνουν τέλη για δύο ώρες. Την καταγγελία έκανε ο γ.γ. της ΣΥΑΛΚ, XXXXX Σπύρου.» Τεκ.4 «Με άποψη Το πάρτι στην Αρχή Λιμένων Η Αρχή Λιμένων, όπως και κάθε ημικρατικός οργανισμός, ανήκει κατά κύριο λόγο στο κράτος. Για τη λειτουργία του, δηλαδή, πληρώνει ο φορολογούμενος πολίτης, όταν καλείται μάλιστα να ζήσει υπό καθεστώς λιτότητας, απαιτεί, οι δημόσιοι λειτουργοί να σέβονται το δημόσιο χρήμα. Το πρόβλημα, όπως παρουσιάστηκε χθες από τον «Πολίτη», προκαλώντας μάλιστα και την οργή του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος ετοιμάζεται να κινηθεί ποινικά, βαρύνει τις πλάτες κάποιων δημοσίων υπαλλήλων. Δεν μπορούμε όμως να σταθούμε μόνο σε αυτούς. Η κύρια και σοβαρότερη ευθύνη, η οποία μάλιστα είναι ευθύνη πολιτική, βαρύνει τις πλάτες του Συμβουλίου της Αρχής Λιμένων. Πραγματικά ο κάθε Κύπριος διερωτάται τι κάνουν εκεί αυτοί οι καλοπληρωμένοι διορισμένοι επιτελείς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Πώς αφήνουν τον κάθε υπάλληλο να συμπεριφέρεται στον ημικρατικό αυτό οργανισμό λες και είναι το αμπελοχώραφο του παππού του; Πώς μπορούν να δικαιολογήσουν 47 και 40 χιλιάδες ευρώ υπερωρίες; Πώς ακόμα μπορούν να δικαιολογήσουν τις απουσίες κάποιων από τις κανονικές τους βάρδιες, για να εμφανίζονται την επομένη και να εισπράττουν υπερωριακό καθεστώς; Έχουμε την εντύπωση ότι το συμβούλιο του ημικρατικού οργανισμού της Αρχής Λιμένων θα πρέπει να δικαιολογήσει αυτή την κατάσταση, εάν δικαιολογείται, Πιστεύουμε ότι στο θέμα οφείλει να παρέμβει και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και να τους ζητήσει εξηγήσεις εκ μέρους των πολιτών αυτής της χώρας. Πιστεύουμε ότι, εάν δεν δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις από τα μέλη του συμβουλίου της Αρχής, θα πρέπει να ζητηθεί η παραίτησή τους ή ακόμα να παραιτηθούν οι ίδιοι από μόνοι τους. Το κεφάλαιο ημικρατικοί σε αυτή τη χώρα επιτέλους πρέπει να μπει σε μια τάξη, διότι είμαστε σίγουροι ότι η αρχή Λιμένων δεν είναι ούτε η πρώτη και ίσως ούτε η τελευταία που λειτουργεί σαν ξέφραγο αμπέλι.» Το βασικότερο παράπονο του ενάγοντα είναι το γεγονός ότι δημοσιεύτηκε ρητά το όνομα του στα εν λόγω δημοσιεύματα (βλ. πίνακα Τεκ.1), υπό δυσφημιστικές όμως επικεφαλίδες και αναφορές όπως «εξαπάτηση υπουργείων», «πάρτι υπερωριών» και «αυθαιρεσίες ολκής», με αποτέλεσμα να συνδεθεί έτσι με αυτού του είδους τις ανέντιμες και ανήθικες ενέργειες καθώς επίσης και με τα όσα άλλα θέματα αφορούσαν την Αρχή, ενώ στην πραγματικότητα αυτός όντως εργάστηκε έντιμα και συμβατικά τις ώρες που πληρώθηκε. Αν και δεν γνωρίζει αν ο δημοσιευμένος κατάλογος των ονομάτων των υπαλλήλων που έλαβαν πληρωμές για υπερωριακή απασχόληση κατά το 2008, ο οποίος περιλαμβάνει και το δικό του όνομα, παρουσιάστηκε στη συνεδρία της Επιτροπής στις 12/10/10, δέχεται ότι στην εν λόγω συνεδρία ο ίδιος εκπροσωπήθηκε από τη ΣΥΑΛΚ, ήτοι τη συντεχνία του και ότι τα όσα στοιχεία δημοσιεύτηκαν αναφορικά με το σύνολο των υπερωριών του και τις αντίστοιχες πληρωμές που αυτός έλαβε, είναι αληθή. Δέχτηκε συγκεκριμένα ότι κατά το 2008, ήταν σε κλίμακα Α7 και εργάστηκε 1148 ώρες υπερωριακής απασχόλησης και ότι γι' αυτές τις υπερωρίες έλαβε σχετική αποζημίωση ύψους €27.436,30, επιπρόσθετα του ετήσιου ακαθάριστου μισθού του ύψους €32.00-€35.000. Έλαβε συνολικά δηλαδή, €62.000 - €65.000. Κατά τη μαρτυρία του, ο ΜΥ2 επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα ανέφερε και στη συνεδρία της Επιτροπής στις 12/10/10 και τα οποία κρίνω περιττό να τα επαναλάβω εφόσον τα παραθέτω αυτολεξεί πιο πάνω. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι ο εν λόγω μάρτυρας επανέλαβε ότι σαν συντεχνία είχαν καταδικάσει τις όποιες καταχρήσεις παρατηρούνταν στο θέμα υπερωριών και ότι για το θέμα αυτό είχε ασκηθεί κριτική τόσο από τις συντεχνίες όσο και από άλλους φορείς. Ο ΜΥ1, η αντεξέταση του οποίου περιορίστηκε ρητά από το συνήγορο της ενάγουσας στα τρία δημοσιεύματα που παρέμειναν ως επίδικα, επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα προβάλλονται στο δικόγραφο της υπεράσπισης. Ισχυρίστηκε ότι έστω και αν το όνομα του ενάγοντα περιλαμβάνετο στον κατάλογο που δημοσιεύτηκε σε σχέση με τις υπερωριακές πληρωμές, εντούτοις, τα όσα αναφέρονται στα δημοσιεύματα, όπως και ο σχετικός κατάλογος, προήλθαν από της συζητήσεις και τα έγγραφα που κατατέθηκαν στη συνεδρία της Επιτροπής στις 12/10/10 και δεν αφορούν αυτόν καθ' αυτόν τον ενάγοντα αλλά το σύστημα και τη διοίκηση της Αρχής. Η αναφορά σε «πάρτι» έγινε δε, σύμφωνα με το μάρτυρα, διότι «.αναζητούσαμε ένα ξενικό τίτλο που μας βοηθούσε να τηρήσουμε ουδετερότητα όσον αφορά τον όποιο χαρακτηρισμό μπορούσε να απορρέει από το δημοσίευμα . το πάρτι δεν παραπέμπει σε παρανομία αλλά παραπέμπει σε μια χαλαρότητα, σε μια διαδικασία που κινείται εκτός κάποιων κανόνων, κάποιας δεοντολογίας, να θίξουμε το σύστημα, κάτι που δεν πάει καλά σε σχέση με την Αρχή Λιμένων.». Επικαλούμενος την κατ' ισχυρισμό ακρίβεια και ορθότητα των όσων περιέχονται στα δημοσιεύματα, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε επιλεκτική δημοσίευση των στοιχείων που είχαν ή ότι υποκινούνταν από οποιαδήποτε σκοπιμότητα ή κακοβουλία. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, επρόκειτο για ένα έντιμο σχολιασμό και μια ακριβοδίκαιη δημοσίευση των όσων έλαβαν χώρα στη Βουλή, αναφορικά με ένα σοβαρό θέμα δημοσίου συμφέροντος με το οποίο, ως ισχυρίστηκε, ασχολήθηκαν και άλλοι δημοσιογραφικοί οίκοι (Τεκ. 15-18). Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου και την ιδιόμορφη φύση της υπόθεσης, ήτοι αγωγή στη βάση κατ' ισχυρισμό δυσφήμησης, όπου το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό «.κρίνεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια, χωρίς να ενέχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου είτε η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, είτε η τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. . Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου . Στην Κύπρο βεβαίως ο Δικαστής προβαίνει σε μια νοητική εργασία που καλύπτει και τις δύο ανωτέρω λειτουργίες. Επομένως, η αξιολόγηση των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς αυτή την πτυχή, κατά πόσο, δηλαδή, το κείμενο ήταν ή όχι δυσφημιστικό δεν ήταν δόκιμη . (η) αξιολόγηση της μαρτυρίας, . θα είχε σημασία μόνο σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη να αποφασιστεί ζήτημα κακοβουλίας ή αποζημιώσεων.» (βλ. Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης,

(2011)1 Α.Α.Δ. 474 και τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και μόνο από την ανάγνωση του κειμένου (βλ. Tassos Papadopoullos v. Kyria Publishing Co Ltd and Others
(1963)2 CLR 290). Όπως ανέφερα πιο πάνω, τα όσα λέχθηκαν κατά τη συνεδρία της Επιτροπής στις 12/10/10 καθώς επίσης και τα όσα έγγραφα συζητήθηκαν κατά την εν λόγω συνεδρία (Έκθεση Γεν.Ελ., επιστολές Γεν. Ελ., Γ.Ε, και Επιτροπής), δεν αμφισβητούνται ότι όντως έλαβαν χώρα όπως και δεν αμφισβητείται ότι συνιστούν τις συνθήκες που περιβάλλουν τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων. Πρόσθετα τούτου, δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της Αρχής, ότι επρόκειτο για ένα από τους υπαλλήλους που η Γενική Ελέγκτρια επέλεξε να συμπεριλάβει στον ενδεικτικό κατάλογο της στην επιστολή της προς την Αρχή ημερ. 17/12/09 σε σχέση με τις διαπιστώσεις της ως προς την έκταση της υπερωριακής απασχόλησης των υπαλλήλων της Αρχής καθώς και ως προς τη δυσαναλογία μεταξύ της πληρωθείσας υπερωριακής απασχόλησης και του όγκου εργασιών του Λιμανιού και ότι ο εν λόγω κατάλογος, δημοσιεύτηκε στο πρώτο επίδικο δημοσίευμα της 13/10/
  1. Συνιστά κοινό έδαφος επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγοντας, ο οποίος ήταν στη μισθολογική κλίμακα Α7 με ετήσιες ακαθάριστες απολαβές περί τις €32.00-€35.000, όντως εργάστηκε 1148 ώρες υπερωριακής απασχόλησης και έλαβε επιπρόσθετη αποζημίωση ύψους €27.436,30 ως παρουσιάζεται στο σχετικό πίνακα. Είναι δε αποδεκτό ότι ο ενάγοντας έλαβε συνολικά κατά το 2008, το ποσό των €62.000 - €65.
  2. Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό ότι ο ενάγοντας, ως και ο ίδιος μάλιστα ισχυρίζεται στο δικόγραφο του, μετά την εκτέλεση υπερωριών, επικαλούμενος τις πρόνοιες συλλογικής σύμβασης, ως αυτή εξηγήθηκε από το Γ.Δ της Αρχής στην Επιτροπή (βλ. ανωτέρω), δεν προσερχόταν την επόμενη μέρα στην εργασία του και τη θέση του κάλυπταν, επίσης έναντι υπερωριακής αμοιβής, άλλοι υπάλληλοι της Αρχής. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Εξετάζοντας κατ' αρχή κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούν τον ενάγοντα, είναι καθολικά αποδεκτή αρχή ότι για να επιτύχει σε αγωγή για δυσφήμηση, ο ενάγοντας δεν πρέπει να αποδείξει μόνο ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε τις λέξεις και ότι οι λέξεις είναι δυσφημιστικές, πρέπει επίσης να αποδείξει ότι γίνεται αντιληπτό ότι οι λέξεις τον αφορούν. Δηλαδή δεν αρκεί να ο ενάγοντας να αποδείξει ο ενάγοντας μόνο ότι σχετίζεται με κάποιο τρόπο με το θέμα αντικείμενο του δημοσιεύματος αλλά θα πρέπει να αποδείξει ότι το δημοσίευμα τον «φωτογραφίζει» (βλ."Aλήθεια" Εκδοτική Eταιρεία Λτδ. και Άλλη ν. Xαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 ΑΑΔ 550, Αρέστης Χαραλάμπους ν. Γεώργιου Βασιλείου,
(2000), 1 (Β) ΑΑΔ 1395, Gatley on Libel and Slander 9th ed., 1998, par.7.1, pg.161, Halsbury's Laws of England/LIBEL AND SLANDER (VOLUME 28 (REISSUE))/1. THE CAUSES OF ACTION/
(3)DEFAMATORY STATEMENTS (ηλεκτρονική έκδοση), Knupffer v London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All ER 495, HL, Eastwood v. Holmes 1 F. & F. 347 - "if a man wrote that all lawyers were thieves, no particular lawyer could sue him unless there is something to point to the particular individual."). Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα αφορά ή αναφέρεται στον ενάγοντα, κρίνεται από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλη τη μαρτυρία και έχοντας κατά νου τις ξεχωριστές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, υπό τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονται κατά την εξέταση του κατά πόσο η δημοσίευση ήταν δυσφημιστική. (βλ. Gatley ανωτέρω παρ.7.1 και Halsbury's Laws of England ανωτέρωPar. 40 - Function of judge and jury in issues of identification). Στην παρούσα υπόθεση, είναι προφανές από τα επίδικα δημοσιεύματα ότι τα δημοσιογραφικά πυρά στρέφονται άμεσα εναντίον της Αρχής Λιμένων και του τρόπου με τον οποίο αυτή λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναφορά στον ενάγοντα βέβαια είναι ρητή, εφόσον αυτός κατονομάζεται σε συγκεκριμένο πίνακα στο δημοσίευμα της 13/10/10, ο οποίος πίνακας χρησιμοποιήθηκε ακριβώς για να υποστηριχθούν τα όσα συνέβαιναν στην Αρχή σε σχέση με το σύστημα των υπερωριών. Υπό αυτή την έννοια, οι αναφορές που γίνονται στα επίδικα δημοσιεύματα σε σχέση με το εν λόγω σύστημα υπερωριών, μπορούν να θεωρηθούν ότι αναφέρονται, έστω έμμεσα στον ενάγοντα, όχι όμως και οι φανερά διαχωρισμένες αναφορές σε «πρόσληψη ωρομίσθιων υπαλλήλων», «μισθολογικής αναβάθμισης του γενικού διευθυντή της Αρχής», «ταξίδια των μελών του Δ.Σ της Αρχής», «κομπίνα με τα εισαγόμενα αυτοκίνητα» και ευθύνες του Συμβουλίου της Αρχής Λιμένων. Όπως και ο ίδιος ο ενάγοντας δέχτηκε, ούτε μέλος του Δ.Σ της Αρχής ήταν, ούτε ωρομίσθιος υπάλληλος ήταν, ούτε υπηρεσιακά ταξίδια στο εξωτερικό πήγαινε αλλά ούτε και στο Τμήμα εισαγόμενων οχημάτων εργαζόταν. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο οι επίδικες αναφορές ήταν δυσφημιστικές για το πρόσωπο του ενάγοντα. Πρόσθετα των όσων λέχθηκαν στη Γαληνιώτης ανωτέρω αναφορικά με το θέμα αυτό, στην πρόσφατη απόφαση ΝΙΚΟΥ ΜΕΣΑΡΙΤΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ, ECLI:CY:AD:2018:A226, Πολιτική ΄Εφεση Αρ.470/2011, 14/5/2018 παρατέθηκε με επιδοκιμασία, αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη
(2011)1 (Α) ΑΑΔ 407: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα.» Στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Νίκου Παπαευσταθίου,
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβη σε μια ανασκόπηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, ανέφερε ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου δύο ανθρώπινα δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν και να εξισορροπηθούν. «α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα.» Ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί στην εξισορρόπηση των δύο ανωτέρω δικαιωμάτων η κυπριακή νομολογία είναι πλούσια. (Βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Άλλος ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863, Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 CLR 63, Police V Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR, Κουτσού ν Αλήθεια κ.α Π.Ε. 11316, 24/09/03) Έχοντας τις προαναφερόμενες αρχές κατά νου, εξέτασα με προσοχή όλα τα επίδικα δημοσιεύματα, τόσο ξεχωριστά όσο και συνολικά, μη παραγνωρίζοντας τις περιβάλλουσες συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο της δημοσίευσης τους, ως οι εν λόγω συνθήκες είναι κοινώς αποδεκτές και κατέστησαν ευρήματα μου πιο πάνω. Θεωρώ, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, ότι λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων, υπό το φως της νομολογίας, ως η εν λόγω νομολογία, ευρωπαϊκή και κυπριακή, συνοψίζεται στις προαναφερόμενες αυθεντίες, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα, ξεχωριστά το καθένα τους αλλά και όλα μαζί ως σύνολο, δεν δύναται να θεωρηθούν ως δυσφημιστικά για τον ενάγοντα. Αντικείμενο των δημοσιευμάτων ήταν τα όσα προβλήματα αναφέρθηκαν στη δημόσια συνεδρία της Επιτροπής της 12/10/10 να προέκυπταν από το τότε εφαρμοστέο σύστημα οικονομικής διαχείρισης της Αρχής, ως τα εν λόγω προβλήματα είχαν εντοπισθεί από το πλέον αρμόδιο ελεγκτικό όργανο της Δημοκρατίας, ήτοι την Γεν. Ελ. (βλ. αρ.116Σ) και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκαν από όλους τους εμπλεκόμενους. Είναι μάλιστα στη βάση αυτών των διαπιστώσεων της Γεν. Ελ. που έλαβε χώρα η αυτεπάγγελτη εξέταση της Επιτροπής σε δημόσια συνεδρία, με το αντικείμενο της συζήτησης να είχε ρητά τεθεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο η Αρχή διαχειριζόταν τα οικονομικά της, με έμφαση στο «Ενδεχόμενο Διασπάθιση(ς) Δημόσιου Χρήματος». Παρεμβάλλω εδώ ότι οι διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στη Βουλή, άπτονται άμεσα του δημοσίου συμφέροντος και κατ' επέκταση του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης και του καθήκοντος του τύπου να πληροφορεί το κοινό βλ. Synomospondia Ergaton Kyprou and others v. Cyprus Asbestos Mines Ltd and another
(1965)1 CLR σελ. 222 Μείζονα θέματα της συνεδρίας της Επιτροπής, ήταν η υπερωριακή απασχόληση και συγκεκριμένα οι διαπιστώσεις της Γεν. Ελ. ότι παρατηρήθηκε αύξηση της κατά 12% το 2008, δυσανάλογη όμως με τον όγκο εργασιών του Λιμανιού και ότι «.λιμενικοί λειτουργοί οι οποίοι εργάζονται υπερωριακά μετά τα μεσάνυχτα δεν παρουσιάζονται στην εργασία τους την επόμενη μέρα στην πρωινή βάρδια, επικαλούμενοι πρόνοια της σύμβασης εργασίας τους για αναγκαστική ανάπαυση 9 ωρών. Παρατηρήθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια στη συλλογική σύμβαση. Σε πολλές περιπτώσεις οι λειτουργοί αναπληρώνονται από άλλους λειτουργούς της απογευματινής βάρδιας, οι οποίοι πληρώνονται υπερωριακά.». Τις εν λόγω διαπιστώσεις της, η Γεν. Ελ. τις υποστήριξε παραθέτοντας ενδεικτικό πίνακα υπαλλήλων που εργάστηκαν και πληρώθηκαν τέτοιες υπερωρίες. Η περίπτωση του ενάγοντα, όπως και άλλων συναδέλφων του, είχε κριθεί από τη Γεν.Ελ., ως ενδεικτική των προβλημάτων αυτών του συστήματος, όχι διότι αυτός ενήργησε κατά μεμπτό τρόπο αλλά αντίθετα, διότι το σύστημα του επέτρεπε να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Αυτό άλλωστε προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της επιστολής της Γεν.Ελ. ημερ. 17/12/09 αλλά και από τα σχόλια του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής (βλ. ανωτέρω). Μάλιστα δε, ο ίδιος ο πρόεδρος του Δ.Σ της Αρχής αλλά και ο Γενικός Διευθυντής της, παραδέχτηκαν ότι οι υπερωρίες «.δε θα εκλείψ(ει)ουν από την Αρχή Λιμένων Κύπρου.» λόγω του ότι «.στη βάση μίας συμφωνίας -θα την αποκαλέσω- κυρίων, που έγινε το 2004 με τις συντεχνίες . υπαλλήλ(οι) οι οποίοι εργάζονται μέχρι τις 2.00, 3.00 το πρωί παραδείγματος χάριν και οι οποίοι αντί να έλθουν στην εργασία τους η ώρα 7.30 π.μ, λόγω του εννιάωρου, μένουν σπίτι τους και πληρώνονται.». Πρόσθετα τούτου, όπως δέχτηκε και ο ενάγοντας κατά την ακρόαση, αυτός «τίποτα επαγγελματικό έπαθε» από τις διαπιστώσεις της Γεν. Ελ. ή τη δημοσίευση των επιδίκων δημοσιευμάτων, αλλά αντίθετα έλαβε και προαγωγή. Είναι και ήταν επομένως προφανές, ότι το θέμα των δημοσιευμάτων δεν ήταν ότι ο ενάγοντας και οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι που αναφέρονταν στον κατάλογο ενήργησαν αυθαίρετα ή παράνομα. Αντίθετα, όπως επισημάνθηκε ρητά και στη συνεδρία αλλά και αναδύεται από τα δημοσιεύματα, το θέμα ήταν ότι είχε υιοθετηθεί ένα χαλαρό και ανεξέλεγκτο σύστημα στην Αρχή, το οποίο επέτρεπε σε υπαλλήλους όπως ο ενάγοντας, να ενεργούν με συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος απόληγε σε αύξηση των εξόδων της Αρχής και αυτό τη στιγμή που τα έσοδα της ήταν αντιστρόφως ανάλογα. Το ότι ο κατάλογος με το όνομα του ενάγοντα χρησιμοποιήθηκε στην επιστολή ημερ. 17/12/09 και στη συνέχεια στη συνεδρία της Επιτροπής για να ψέξει το σύστημα και όχι τους συγκεκριμένους υπαλλήλους που όντως εργάστηκαν τις υπερωρίες που πληρώθηκαν, προκύπτει ξεκάθαρα από το δημοσίευμα ημερ. 13/10/10 (Τεκ.1), όπου πάνω από το δημοσιευμένο κατάλογο, παρατίθεται αυτούσια η αναφορά της Γεν. Ελ. ότι πρόκειται για «.παραδείγματα Λειτουργών οι οποίοι εργάστηκαν υπερωριακά για πολλές ώρες» (βλ. επίσης Τεκ.10). Όσον αφορά τις αναφορές που γίνονται στα επίδικα δημοσιεύματα σε «πάρτι υπερωριών», «αμπελοχώραφο του παππού τους» και «ξέφραγο αμπέλι», όπως και να ήθελαν να ιδωθούν αυτές, δεν είναι τίποτε άλλο παρά παραφράσεις στην καθομιλουμένη, του τι ο ίδιος ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής επεσήμαναν: « . θα πρέπει να γίνει μία καλύτερη διαχείριση του όλου θέματος και παράλληλα μία καλύτερη διαχείριση των assets της Αρχής Λιμένων, καλύτερη διαχείριση της βάρδιας και των υπερωριών. επιτέλους για να εκλείψει ένα θέμα το οποίο φαίνεται είναι διαχρονικό από τη γένεση της Αρχής Λιμένων.» «Βλέπουμε έναν κατάλογο από δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε άτομα τα οποία αναγράφεται το όνομά τους και το ποσό δίπλα. ... Όταν μιλούμε για περίπου €47.000 υπερωρίες, μιλούμε για τεράστια ποσά χρονιαία, φαντάζομαι πόσο μισθό παίρνουν οι άνθρωποι. . Το ερώτημα είναι το εξής: Γιατί, δηλαδή, έχουμε τόσες πολλές χιλιάδες ώρες υπερωρίες και η Αρχή Λιμένων δεν προχώρησε -άρα, υπάρχουν ανάγκες στην Αρχή- στην πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, για να καλύψει αυτές τις ώρες και μάλιστα εν καιρώ οικονομικής κρίσης, 2008, 2009, 2010, να βοηθήσουμε στην απάμβλυνση της ανεργίας, ενώ έχουμε κάποιους οι οποίοι αμοίβονται στις €45.000, στις €35.000, στις €25.000 υπερωρίες!» Τόση δε ήταν η σοβαρότητα του θέματος που το Υπουργείο Συγκοινωνιών ανέφερε ότι «.εξετάζει διάφορους τρόπους διερεύνησης αυτών των θεμάτων μεταξύ των οποίων είναι η υποβολή πρότασης στο Υπουργικό Συμβούλιο για σύσταση ερευνητικής επιτροπής, . η οποία θα μπορούσε να αποτελείται από ένα πρώην δικαστή και ένα λειτουργό του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού.». Οι εν λόγω δηλώσεις ενισχύθηκαν όμως και από τον ίδιο το συντεχνιακό ΜΕ2, ο οποίος ανέφερε ρητά ότι «.είναι υποχρέωση της Αρχής Λιμένων να προσπαθήσει να μειώσει τις υπερωρίες, νοουμένου ότι δε θα επηρεαστούν η υγεία και η ασφάλεια του προσωπικού. Οποιαδήποτε κατάχρηση συμβαίνει σε υπερωρίες την καταδικάζουμε.». Στη βάση των πιο πάνω, δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, τα επίδικα δημοσιεύματα να θεωρηθούν ότι αποδίδουν στον ενάγοντα προσωπικά όσα αυτός παραπονείται ότι του αποδίδουν. Αντιθέτως, είναι προφανές ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ψέγουν αυτό που η ίδια η Επιτροπή Ελέγχου και όλοι οι εμπλεκόμενοι αναγνώρισαν στη δημόσια συνεδρία της 12/10/10, ήτοι ότι το σύστημα υπερωριών στην Αρχή νοσεί, εφόσον επιτρέπει σε υπαλλήλους της όπως ο ενάγοντας, να εργαστούν πολύωρες υπερωρίες και κατ' επέκταση να πληρωθούν τεράστια ποσά, από ένα ταμείο που συντηρείται, μεταξύ άλλων από τα λεφτά του κύπριου φορολογούμενου, ενώ την επόμενη μέρα μπορούν να απουσιάσουν από την εργασία τους χωρίς δικαιολογητικό και να αντικατασταθούν από άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι επίσης θα πληρωθούν υπερωρίες γι' αυτή την αντικατάσταση. Αυτό είναι και που τόνισαν οι εναγόμενοι. Έστω όμως και να κατέληγα στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για τον ενάγοντα, θα θεωρούσα ότι καλύπτονται από όλες τις προβληθείσες υπερασπίσεις, ήτοι της αλήθειας, του εύλογου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και του προνομίου. Οι εν λόγω υπερασπίσεις έτυχαν σχολιασμού σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα τα οποία θεωρώ μιλούν από μόνα τους. Υπεράσπιση της Αλήθειας Όσον αφορά την υπεράσπιση της αλήθειας («justification») της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος, εφόσον δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του κειμένου (Beevis v. Dawson [1957] 1 QBD 195), αυτή όπως το θέτει και το σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, - ανωτέρω - σελ. 160, είναι πάντοτε επικίνδυνη διότι τυχόν ανεπιτυχής προσπάθεια θεμελίωσης της αλήθειας του κειμένου, μπορεί να θεωρηθεί εν τέλει επιβαρυντική της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης. Αυτό, διότι αν το κείμενο είναι τελικώς ψευδές, δεν έχει σημασία για σκοπούς υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος έντιμα και εύλογα πίστευε ότι ήταν ορθό. Η αλήθεια κάθε λεπτομέρειας των γεγονότων στο δημοσιευμένο κείμενο δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, υπό την αίρεση ότι η ουσία του δημοσιεύματος είναι αληθής, οι δε λεπτομέρειες που αποδεικνύονται αναληθείς δεν επιδεινώνουν τον δυσφημιστικό χαρακτήρα του κειμένου ή διαφοροποιούν τη φύση του. Όπως εξηγείται και στον Street on Torts - ανωτέρω - σελ. 502-503, οι δυσκολίες απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας υπάρχουν για να εμποδίζεται η κατάχρησή της. (βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω). Υπεράσπιση του Έντιμου Σχολίου «Η υπεράσπιση αυτή έχει το βάθρο της νομοθετικά στο άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και έχει αναλυθεί από τη νομολογία. (Βλ. Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.ά.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1222, Καραβίας ν. Σταύρου
(2012)1 Α.Α.Α. 469, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1743, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497). Προκύπτει πως η υπεράσπιση αυτή καλύπτει δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημούμενου. Στη Μαύρος ν. Στυλιανού ανωτέρω λέχθηκαν τα εξής: «Το σχόλιο είναι έκφραση γνώμης (Christie v. Robertson [1889] 10 N.S.W.L.R. 157, 161). Αν λεχθεί ότι συγκεκριμένη πράξη κάποιου είναι ανέντιμη, έχουμε σχόλιο, αλλά αποτελεί ισχυρισμό γεγονότος αν λεχθεί ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε την πράξη για την οποία ασκείται η κριτική. Αν ο εναγόμενος αποφασίσει να προβάλει την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου, ο δυσφημιστικός ισχυρισμός θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το μέσο λογικό άνθρωπο ως σχόλιο και όχι ως δήλωση γεγονότος (Crawford v. Albu [1917] A.D. (S. Africa) 102)..» Σωστότερο είναι να λεχθεί πως το σχόλιο «είναι εύλογα να συναχθεί ότι αποτελεί συμπέρασμα, κριτική διαπίστωση ή παρατήρηση .....». Βλ. Clark v. Norton {1910} VLR 494). Εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα στα οποία αφορά το σχόλιο πρέπει να είναι ουσιωδώς αληθινά. (Βλ. Πετρίδης ν. Δίας κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1464).. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί κατά την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα αποδίδουν ουσιωδώς ορθά τα γεγονότα που συνιστούσαν την υπόθεση (Βλ. Gatley (ανωτέρω) σελ.423-444).. Στις εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1B Α.Α.Δ. 856 αναφέρονται τα εξής σημαντικά: «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος» Η ελευθερία της έκφρασης και οι περιορισμοί της συναρτώνται με την ιδία την έννοια της Δημοκρατίας και συνεπώς τη μέγιστη κατάκτηση της ιστορίας της ανθρωπότητας. Όπως και η Δημοκρατία έτσι και η ελευθερία έκφρασης έχει δυσκολίες στην πραγμάτωση της. Όμως εκεί που προέχει η ανάγκη ενημέρωσης και ενδεχομένως η ανάγκη αφύπνισης σε θέματα πηγάζοντα από άσκηση εξουσίας υπερέχει η αρχή της ελευθερίας της έκφρασης. Εν προκειμένω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε η αρχή της ελευθερίας της έκφρασης να υπερέχει της προστασίας της φήμης. Στη Μαύρος κ.ά. ν. Παπαπέτρου, Πολ.έφ.59/12, ημερ. 29.5.2018 επαναλήφθηκε και επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο η τάση της νομολογίας του ΕΔΑΔ αλλά και της δικής μας ως προς τον περιορισμό του αδικήματος στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης.. (παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση)» (βλ. ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A418, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 274/2016, 27/9/2018). «...η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου προϋποθέτει σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος στη βάση υπαρκτού υποβάθρου γεγονότων που εύλογα και έντιμα, χωρίς κακοπιστία, θα το δικαιολογούσε (βλ. Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1222, ΡΙΚ ν. Καψού
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1175, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497 και Δρουσιώτη κ.α. ν. Παπασάββα, Πολ. Εφ. 236/11 ημερ. 6.3.15)» (βλ. XΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 33/11, 4/3/2016). Υπεράσπιση του Προνομίου «Το προνόμιο, γενικώς, αποτελεί υπεράσπιση, διαχωρίζεται δε σε απόλυτο («absolute privilege») και περιορισμένο («conditionally» ή «qualified privilege»). Οι κατηγορίες που εμπίπτουν στην υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου εμπεριέχονται στο Αρθρο 20
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μεταξύ των οποίων είναι και η υποπαράγραφος (ζ), που καλύπτει την περίπτωση το δημοσίευμα να είναι «.... στην πραγματικότητα ακριβοδίκαιο, ακριβής και σύγχρονη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί, πραχθεί η επιδειχθεί σε δικαστική διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη δημοσίευση αυτή·» Το εδάφιο
(2)του Αρθρου 20, προνοεί επίσης ότι όταν η δημοσίευση δυσφημιστικού, κατά τα άλλα, δημοσιεύματος κρίνεται απόλυτα προνομιούχος, τότε «.... είναι αδιάφορο κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν αληθές ή αναληθές, και κατά πόσο ο εναγόμενος εγνώριζε ή όχι το αναληθές του δημοσιεύματος και κατά πόσο η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστει ή όχι.». Αυτή η σαφέστατη νομοθετική πρόνοια προσφέρει και τον οδηγό για το Δικαστήριο ως προς την αντιμετώπιση των διαφόρων υπερασπίσεων, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts - πιο πάνω - σελ. 163-164, το απόλυτο προνόμιο έχει αναγνωριστεί ως αναγκαία υπεράσπιση για λόγους δημόσιας πολιτικής, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου έχοντας υπόψη ότι τα Δικαστήρια στελεχώνονται από άτομα, ο έντιμος χαρακτήρας των οποίων δεν θα θέσει σε κίνδυνο ή κατάχρηση αυτό το προνόμιο. Αλλά και ό,τι λέγεται στη δικαστική διαδικασία, με την προϋπόθεση ότι μεταφέρεται σε δημοσίευμα ακριβοδίκαια, θεωρείται επίσης καλυπτόμενο από το απόλυτο προνόμιο. Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα στις σελ. 164-165, το δημοσίευμα δεν είναι ανάγκη να είναι verbatim αναδημοσίευση του τι λέχθηκε, αλλά είναι αρκετό εάν στη βάση του αποτελεί μια ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί («a fair account of what took place»). Παραλείψεις ή ανακρίβειες ήσσονος σημασίας θεωρούνται ότι δεν εξαλείφουν ή αναιρούν το προνόμιο. Η δε εφημερίδα δεν υποχρεούται να επαληθεύσει ότι οτιδήποτε ελέχθη από ένα συνήγορο ή ένα μάρτυρα είναι ακριβές. Να διευκρινιστεί εδώ ότι κατά το κοινοδίκαιο δημοσιεύσεις περί δικαστικών διαδικασιών, πιθανόν να εντάσσονται και στην κατηγορία του περιορισμένου προνομίου, οι δικαστικές δε αυτές διαδικασίες είναι διάφορες ή έχουν διευρυμένη έκταση από αυτές που ελκύουν το απόλυτο προνόμιο (δέστε Salmond on the Law of Torts - ανωτέρω - σελ. 171-172 και Street on Torts - ανωτέρω - σελ. 519-520). Παρατηρείται λοιπόν ουσιώδης διαφορά με το Κεφ. 148, όπου νομοθετικά καλύπτεται μόνο η περίπτωση του απόλυτου προνομίου με το Αρθρο 20
(1)(ζ), ενώ το Αρθρο 21
(1)(ε), που αφορά το υπό επιφύλαξη προνομιούχο δημοσίευμα, καλύπτει μόνο την ακριβοδίκαιη και ακριβή αναφορά σε σχέση με οτιδήποτε έχει λεχθεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα.»(βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω). Δεν θεωρώ αναγκαίο να επεκταθώ ως προς το πώς είναι που οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στα επίδικα δημοσιεύματα σε σχέση με την κάθε προβληθείσα υπεράσπιση ξεχωριστά, αφού, από απλή ανάγνωση των δημοσιευμάτων και αντιπαραβολή τους με τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής, έχοντας κατά νου και τις περιβάλλουσες συνθήκες της δημοσίευσης τους ως αυτές εκτίθενται ανωτέρω, αυτά, τόσο απομονωμένα όσο και συνολικά ορώμενα, στο βαθμό που αφορούν σε γεγονότα είναι στην ουσία τους αληθή ενώ στο βαθμό που περιέχουν σχόλια, συμπεράσματα, κριτική διαπίστωση ή παρατήρηση, τέτοιες αναφορές εδράζονται στη βάση υπαρκτού υποβάθρου γεγονότων και αφορούν αναμφίβολα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Το θέμα τους άλλωστε, ήταν θέμα που απασχόλησε την ίδια τη Γεν.Ελ. αλλά και την Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής. Το δημοσιογραφικό δε καθήκον των εναγομένων να δημοσιεύσουν τα όσα είδαν και άκουσαν κατά τη συνεδρία της Επιτροπής, ως το εν λόγω καθήκον αναγνωρίστηκε και από τον ίδιο τον ενάγοντα κατά την ακρόαση, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ή ένδειξης κακοβουλίας ή σκοπιμότητας κατά τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, επιβεβαιώνουν την πιο πάνω κατάληξη μου. Σε κάθε περίπτωση όμως, εφόσον πρόκειται για δημοσίευση αναφορών που έγιναν στα πλαίσια επίσημης συνεδρίας Επιτροπής της Βουλής και συνιστούν, ως φαίνεται και από τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής, ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων εκεί έχουν λεχθεί («a fair account of what took place»), «.... είναι αδιάφορο κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν αληθές ή αναληθές, και κατά πόσο ο εναγόμενος εγνώριζε ή όχι το αναληθές του δημοσιεύματος και κατά πόσο η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστει ή όχι.». Επομένως, και η σχετική υπεράσπιση του προνομίου τυγχάνει εφαρμογής (βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω). Ενόψει των πιο πάνω, καθίσταται θεωρώ περιττό να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγομένων περί κατάχρησης της διαδικασίας από τον ενάγοντα λόγω κατ' ισχυρισμό «συνεννοημένης» καταχώρησης μαζικών αγωγών. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των εναγομένων και συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του και υπέρ των εναγομένων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εφόσον αμφότεροι οι εναγόμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Λίβελλος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.