← Κύπρος

ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α. ν. Επίσημος Παραλήπτης, ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2640/10, 15/10/20

ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α. ν. Επίσημος Παραλήπτης, ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2640/10, 15/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A407 ΕΠΑΡΧΙΑΚO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2640/10 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. ΧΧΧΧΧΧ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  2. ΧΧΧΧΧ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΚΑΙ
  3. ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  4. ΜΡΡ BAKERY LIMITED
  5. ΧΧΧΧΧ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
  6. ΧΧΧΧΧ ΦΕΙΔΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 21/06/13 ΜΕΤΑΞΥ:
  7. ΧΧΧΧΧ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  8. ΧΧΧΧΧ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΚΑΙ
  9. Επίσημος Παραλήπτης, ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας
  10. ΜΡΡ BAKERY LIMITED
  11. ΧΧΧΧΧ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
  12. ΧΧΧΧΧ ΦΕΙΔΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τoυς Ενάγοντες: κα Μαρία Πατσαλίδου Για τους Εναγόμενους 3 και 4: κ. Κ. Χατζηκωστής ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες εγκαλούν τους εναγομένους αρ. 1, 2, 3 και 4 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) για παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης και αξιώνουν το ποσό το οποίο κατέβαλαν στους εναγόμενους δυνάμει της συμφωνίας. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν την αξίωση των εναγόντων, επικαλούνται δε την εκ μέρους των εναγόντων παραβίαση εξυπακουόμενου συμβατικού όρου και ισχυρίζονται ότι είναι λόγω ακριβώς της συμπεριφοράς των εναγόντων που η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η εταιρεία ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ, κατά πάντα ουσιώδη χρόνον και/ή μέχρι την 23/06/09, είχε την πλήρη εκμετάλλευση, ιδιοκτησία και κατοχή της επιχείρησης κατασκευής και πώλησης ειδών αρτοποιείου το οποίο βρίσκεται στην Λεμεσό και συγκεκριμένα στην Λεωφόρο Ομονοίας. Μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων καταρτίστηκε συμφωνία πώλησης της εν λόγω επιχείρησης με ρητούς όρους οι οποίοι και ρύθμιζαν την εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Οι εναγόμενοι με την καταχώρηση της υπεράσπισης δεν αμφισβητούν κατ' ουσίαν την σύναψη της γραπτής συμφωνίας, ισχυρίζονται όμως, πως εξυπακουόμενος όρος της γραπτής συμφωνίας ήταν και η υποχρέωση των εναγόντων να καταβάλουν όλα τα ποσά τα οποία προνοούσε η συμφωνία και την οποία υπέγραψαν τα μέρη. Ήταν η θέση τους ότι ναι μεν οι ενάγοντες εκπλήρωσαν κάποιες από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, πλην όμως παρέβηκαν την συμβατική τους υποχρέωση, με το να αρνηθούν να καταβάλουν συγκεκριμένο ποσό το οποίο όφειλαν δυνάμει της συμφωνίας. Ας σημειωθούν εξ αρχής τα κάτωθι: Στις περιπτώσεις σύναψης γραπτής συμφωνίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων προκύπτουν από το ίδιο το κείμενό της. Εάν στο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, τότε είναι αναγκαία η ερμηνεία. Η ερμηνεία μιας ασαφούς συμβατικής πρόνοιας ή ενός ασαφούς συμβατικού όρου, δηλαδή η διαδικασία απόδοσης του αληθινού τους νοήματος, είναι ζήτημα νομικό, ακολουθεί συγκεκριμένους (ερμηνευτικούς) κανόνες και γίνεται από το Δικαστήριο (Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας

(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 33). Βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τα όσα καταγράφονται σε μία σύμβαση. Στα καταγεγραμμένα αποδίδεται η σημασία που αυτά ενέχουν στην κοινή καθημερινή συνεννόηση. Είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί με ποία σημασία οι όροι, που χρησιμοποιούνται σε μία σύμβαση, γίνονται αντιληπτοί από το μέσο συνετό ενήλικα. Για το σκοπό αυτό είναι συχνά χρήσιμο να αποκαλυφθεί το υπόβαθρο της συμφωνίας αποκλειομένων, όμως, των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν, των μονομερών δηλώσεων και των υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1058, 1068, Θεολόγος κ.α. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1809). Περαιτέρω, η ένταξη σε γραπτή συμφωνία και όρου ο οποίος, όμως, δεν καταγράφεται στο κείμενό της (εξυπακουόμενος όρος) αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. Εξυπακούεται η ύπαρξη όρου σε ορισμένη συμφωνία ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στο κείμενό της, μόνον εφ΄ όσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για να προσδοθεί εμπορική δραστικότητα (business efficacy) στη συμφωνία. Παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση Bauer ν. Διογένης Ηροδότου και Υιοί Λίμιτεδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 324, 333 - 334: «........................... (γ) Εξυπακουόμενος όρος: Η συμπερίληψη σε συμφωνία όρου μη περιληφθέντος στο κείμενό της, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον απολήγει στη συμπλήρωση της συμφωνίας με την προσθήκη νέου όρου. Εξυπακούεται η ύπαρξη όρου σε συμφωνία (γραπτή ή προφορική) μη περιληφθέντος στο κείμενό της, μόνο εφόσον η συμπερίληψή του κρίνεται απαραίτητη για την πρόσδοση εμπορικής δραστικότητας (business efficacy) στη συμφωνία. Δικαιολογείται η συμπερίληψη όρου σε συμφωνία, ως εξυπακουομένου, εφόσον η αναγκαιότητα είναι τέτοια για την πρόσδοση εμπορικής υπόστασης στη συμφωνία ώστε με βεβαιότητα να μπορεί να λεχθεί ότι οι συμβαλλόμενοι, αν είχαν ερωτηθεί, αναντίλεκτα θα έλεγαν ότι ο όρος συνιστούσε μέρος της συμφωνίας. Κάτω από εκείνες τις συνθήκες η συμφωνία διευρύνεται με τη συμπερίληψη και του όρου ο οποίος εξυπακούεται: Βλ. Δημοκρατία ν. Μουξούρη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 134, National Bank of Greece v. Pinios Shipping Co
(1989)1 All E.R. 213, Beer n. Bowden
(1989)1 All E.R. 1070 (CA). Αντίθετα με την εισήγηση του δικηγόρου του εφεσείοντα το Άρθρο 9 του περί Συμβάσεων Νόμου - ΚΕΦ. Ν149, δεν αλλοιώνει τις αρχές του Αγγλικού δικαίου αναφορικά με τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να εγκριθεί η συμπερίληψη σε σύμβαση εξυπακουόμενου όρου. Ούτε οι διατάξεις του Ινδικού νόμου που συγγενεύουν με το Άρθρο 9 περιορίζουν, όπως έχει γίνει εισήγηση, τη δυνατότητα συμπερίληψης εξυπακουόμενου όρου εφόσον κρίνεται αναγκαίος για την πρόσδοση εμπορικής δραστικότητας στη σύμβαση: Βλ. POLLOCK & MULLA - Indian Contract and Specific Relief Acts, 9th ed. σσ. 98 - 102». Κατά την ακρόαση της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσαν από πλευράς των εναγόντων, η ΜΕ1 XXXXX Φιλίππου και ο ΜΕ2 XXXXX Χριστοφή, ενώ από την πλευρά των εναγομένων 3 και 4 κατέθεσε ο ΜΥ1 XXXXX Ανδρονίκου. Επιπλέον των όσων ανέφεραν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία η οποία θα αξιολογηθεί σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Μέρος αυτής είναι χρήσιμο για να διαπιστωθούν κρίσιμες παράμετροι της απαίτησης των εναγόντων καθώς και για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Όλη η προφορική μαρτυρία των μαρτύρων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο κάτω, θ' αναφερθώ σε εκείνα τα στοιχεία της μαρτυρίας, τα οποία επέδρασαν στη δικαστική μου κρίση και κατάληξη. Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, στη σελ. 1305, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).» Ερχόμενη στην αξίωση, ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44. Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο Ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του Εναγόμενου η αντίκρουσή τους («evidential burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ., σελ. 451 κ.ε.. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1746), και αυτός φέρει το βάρος ν' αποδείξει ότι πράγματι η Εναγόμενη του οφείλει ενοίκια για την περίοδο που η ίδια διαμένει με τα παιδιά τους στην επίδικη κατοικία. Η ενάγουσα 2, ΧΧΧΧΧ Φιλίππου προσήλθε ως πρώτος μάρτυρας (ΜΕ1). Κατέθεσε ενόρκως την γραπτή του δήλωση της, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 ενώπιον του δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων η ΜΕ1 ανέφερε ότι η Συμφωνία Πωλήσεως της Επιχείρησης μεταξύ της πρώην Εναγομένης
(1)και των Εναγόντων, ημερομηνίας 18/06/09, προέβλεπε σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα: α. Ως τίμημα της επίδικης συμφωνίας, στην παρούσα αγωγή και η οποία χαρακτηρίζεται ως «Πρώτης Συμφωνίας» συμφωνήθηκε το ποσόν εξ €160.000.00. β. Οι Ενάγοντες, κατέβαλαν προς την εταιρεία ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ, μέσω των Εναγομένων
(3)και
(4), ήτοι των Ανδρέα Ανδρονίκου και Μαρίας Φειδία, υπό την ιδιότητα των ως μετόχων και αξιωματούχων της ανωτέρω εταιρείας, ποσόν εξ €40.000 υπό μορφήν προκαταβολής, το δε υπόλοιπον εξ €120.000.00 συνεφωνήθη όπως καταβληθεί την 15/09/09. γ. Ταυτόχρονα, ήταν όρος της Συμφωνίας ότι η ΜΕ1 και ο σύζυγος της, Εναγών
(1), θα αναλάμβαναν την κατοχή και εκμετάλλευση της πωληθείσης επιχειρήσεως, την 23/06/09. δ. Μεταξύ των όρων της «Πρώτης Συμφωνίας» περιλαμβάνονταν ότι, σε περίπτωση οιασδήποτε αθετήσεως οιουδήποτε όρου αυτής, εκ μέρους των Εναγόντων, η, νυν υπό εκκαθάρισιν, εταιρεία ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ, πρώην Εναγομένη
(1)θα είχε το δικαίωμα όπως διεκδικήσει οιανδήποτε αξίωσιν της, δικαστικώς. Ήταν η θέση της ότι οι ίδιοι εκδιώχθηκαν από την επιχείρηση την οποία λειτουργούσαν με τον σύζυγο της χωρίς λόγο και εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστησαν τεράστια οικονομική ζημιά αφού ούτε και τα προσωπικά τους αντικείμενα δεν μπορούσαν να πάρουν. Περαιτέρω δε ήταν η θέση της ότι με την αποχώρηση της από την επιχείρηση άφησε εμπορεύματα/ αποθέματα αξίας €20.000 τα οποία οι ίδιοι οι εναγόμενοι τελικά τα απόλαυσαν αφού τα κατακράτησαν παράνομα. Επανέλαβε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση ότι ο μόνος λόγος που οι ίδιοι δεν προέβησαν στην καταβολή του συνολικού τιμήματος της Πρώτης Συμφωνίας ήταν λόγω γραφειοκρατικής και ή τραπεζικής καθυστέρησης για την οποία ουδεμία ευθύνη έφερναν οι ίδιοι. Η μάρτυρας αυτή αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον κ. Χ"Κωστή σε σχέση με τα επίδικα θέματα αλλά η ίδια επαναλάμβανε την ίδια θέση την οποία είχε από την κυρίως εξέταση. Η ΧΧΧΧΧ Φιλίππου (ΜΕ1), με λόγο σταθερό και χωρίς υπεκφυγές, επιβεβαίωσε τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων και απέρριψε, κατηγορηματικά, όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τόσο δια μέσου της Υπεράσπισης όσο και μέσω της μαρτυρίας τους. Η μάρτυρας αυτή μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και αξιολογώντας τη μαρτυρία της όσον αφορά τα επίδικα θέματα τα οποία αφορούν την παρούσα διαδικασία για να καταλήξω και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα κρίνω ότι η μάρτυρας αυτή ήρθε στο Δικαστήριο για να πει όλη την αλήθεια. Έδινε σαφείς απαντήσεις χωρίς ίχνος προσπάθειας να αποκρύψει οτιδήποτε αλλά να αναφέρει ευθαρσώς και ευθέως όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι λοιπόν τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Ο ΧΧΧΧΧ Χριστοφή (ΜΕ2) κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής υποκαταστήματος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι γνώριζε τους Ενάγοντες λόγω της συνεργασίας την οποίαν είχαν κατά το έτος 2009, όταν ο ίδιος ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου στην περιοχή Καψάλου στην Λεμεσό, στο οποίο οι Ενάγοντες αποτάθηκαν για τη σύναψη και/ή εξασφάλιση επαγγελματικού δανείου. Ερωτηθείς για τη συνεργασία την οποίαν είχε με τους Ενάγοντες, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι επρόκειτο για μια ομαλή συνεργασία, χωρίς προβλήματα και ότι οι Ενάγοντες ήτο «εντάξει», ως ο ίδιος ανέφερε, προφανώς ως προς τις υποχρεώσεις των έναντι του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου. Ειδικότερα ο ΜΕ2 ανέφερε, ότι οι Ενάγοντες κατά τον Μάϊο του έτους 2009 υπέβαλαν αίτημα στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο για έγκριση δανείου ύψους €450,000.00, εις το οποίο συμπεριλαμβάνετο και το ποσόν και/ή το τίμημα της αγοράς επιχείρησης αρτοποιείου και αναγνώρισε τη Συμφωνία Πώλησης Επιχείρησης (Τεκμήριο 3) και τη Συμφωνία μεταβίβασης μετοχών (Τεκμήριο 5), τις οποίες προσκόμισαν οι Ενάγοντες στο ανωτέρω χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, προς τον σκοπό εξασφάλισης του εν λόγω δανείου. Ο ΜΕ2, ανέφερε περαιτέρω, ότι εκ του συνολικού ποσού δανείου, δηλαδή από τις €450,000,00 εγκρίθηκε στις 03/06/2009 η δανειοδότηση ποσού €58,000.00, το οποίον καταβλήθηκε εις τους δανειολήπτες/Ενάγοντες την 18/06/2009, ενώ όταν ρωτήθηκε για τον τρόπο διάθεσης του ποσού των €58,000.00 από τους ενάγοντες, ο ΜΕ2 απάντησε ότι εκδόθηκε επιταγή για το ποσόν των €40,000.00, επ' ονόματι του XXXXX Ανδρονίκου, δηλ. του Εναγομένου
(3), ενώ το υπόλοιπο ύψους €15,000.00 παρέμεινε για μελλοντική και/ή σταδιακή εκταμίευση. Αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 7, ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι δυνάμει του σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου, το οποίο οι μέτοχοι της Εναγομένης
(2)εταιρείας, δηλ. οι Εναγομένοι
(3)και
(4), χορήγησαν στους Ενάγοντες, οι τελευταίοι προέβηκαν σε άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού, ο οποίος θα χρησιμοποιείτο για σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης αρτοποιείου, ενώ επιπλέον αναγνώρισε την κατάσταση του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού (Τεκμήριο 10), καθώς και το Τεκμήριο 9, ως την συμφωνία δανείου υπό μορφήν παρατραβήγματος και/ή πίστωσης μέχρι ποσού €20,000.00, το οποίο παραχωρήθηκε στην Εναγομένη Εταιρεία
(2)Μ.Ρ.Ρ. BAKERY LIMITED, με εγγυητές τους Ενάγοντες και τον Εναγόμενον
(3). Εν σχέση με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 10 και ειδικότερα την ανάληψη ποσού εξ €10,000.00 στις 10/10/09, και η οποία εμφαίνεται επί του εν λόγω Τεκμηρίου, ο ΜΕ2 διευκρίνισε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι πρόκειται για έκδοση επιταγής επ' ονόματι του κ. XXXXX Φειδίου, πεθερού του Εναγομένου
(3), η οποία εξαργυρώθηκε από τον ίδιο, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, περί καταβολής εκ μέρους τους δεύτερης και/ή ενδιάμεσης δόσης, έναντι της Συμφωνίας Πώλησης Επιχείρησης, πέραν της προκαταβολής ύψους €40,000.
  1. Ερωτηθείς ο ΜΕ2, αναφορικά με τα αιτήματα, τα οποία υπέβαλαν οι Ενάγοντες το έτος 2009 προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, σχετικά με τη συμφωνία του Τεκμηρίου 3, δήλωσε ότι την 29/05/2009 οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτημα για εκταμίευση ποσού €75,000.00, ενώ την 27/10/09 υπέβαλαν αίτημα για εκταμίευση ποσού €15,000.00 εκ του συνολικού ποσού δανείου και πέραν των €58,000.00 οι οποίες εγκρίθηκαν άμεσα. Το ποσόν των €75,000.00 και/ή η εκταμίευση του εγκρίθηκε, την 03/11/09 και καταβλήθηκε στους δανειολήπτες/Ενάγοντες την 19/11/09, ενώ η εκταμίευση των €15,000.00 εγκρίθηκε την 03/11/
  2. Επιπλέον ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος
(3)επικοινώνησε τηλεφωνικώς με υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου, προκειμένου να μάθει τις εξελίξεις εν σχέσει με την έγκριση του δανείου της Μ.Ρ.Ρ. BAKERY LIMITED και ότι οι υπάλληλοι του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου τον ενημέρωσαν, ότι η καθυστέρηση στην έγκριση του εν λόγω δανείου οφείλετο αποκλειστικά σε τραπεζική γραφειοκρατία, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τα λεγάμενα της ΜΕ1 και την θέση και/ή τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ο μάρτυρας αυτός ήταν θετικός, σαφής και ουδέποτε υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντιφάσεις. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν τυπική και εν τέλει επιβεβαιωτική των λεγομένων της ΜΕ
  1. Αποδέχομαι λοιπόν τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη και αληθινή. Από την πλευρά των Εναγομένων προσήλθε ένας μάρτυρας, ο εναγόμενος 3 (ΜΥ1) ΧΧΧΧΧ Ανδρονίκου. Ο ΜΥ1 κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του την γραπτή του δήλωση ως Τεκμήριο 14, η οποία απετέλεσε ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του, καθώς και απόσπασμα πρακτικών συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Μ.Ρ.Ρ. BAKERY LIMITED, ημερομηνίας 22/06/09 και επιστολή του συνηγόρου των Εναγομένων, απευθυνόμενη στον συνήγορο των Εναγόντων, ημερομηνίας 05/01/2010, ως Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 και όταν ρωτήθηκε από την υπεράσπιση σε σχέση με τον διαλαμβανόμενο εις την παράγραφο 3(α) της γραπτής του δήλωσης, ισχυρισμό, ότι δηλαδή «...,αττο της παράδοσης της ελεύθερης κατοχής και χρήσης της πωληθείσας επιχείρησης στους Ενάγοντες, αυτοί θα αποκτούσαν την απόλυτη κυριότητα αυτής», ανέφερε ότι ο ανωτέρω περιγραφόμενος ισχυρισμός, περί απόκτησης απόλυτης κυριότητας της πωληθείσης επιχείρησης από τους Ενάγοντες, με την παράδοση της ελεύθερης κατοχής και χρήσης της εν λόγω επιχείρησης, αποτελούσε όρο της Συμφωνίας Πώλησης Επιχείρησης, Τεκμήριο
  2. Κατά την αντεξέταση του, αντιφάσκοντας με την ανωτέρω θέση δήλωσε προφορικά και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι Ενάγοντες θα αποκτούσαν την απόλυτη κυριότητα της πωληθείσης επιχείρησης με την αποπληρωμή του συνολικού τιμήματος αγοράς, συμφώνως της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 και την μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας Μ.Ρ.Ρ. BAKERY LIMITED, από τους Εναγόμενους
(3)και
(4)στους Ενάγοντες, συμφώνως της Συμφωνίας Τεκμήριο 5. Περαιτέρω ο ίδιος ανέφερε ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ των δύο δηλώσεων του, ήτοι του ισχυρισμού της παραγράφου 3(α) της γραπτής του δήλωσης αφενός και του ανωτέρω περιγραφομένου ισχυρισμού, όπως ο ίδιος τον διατύπωσε προφορικώς κατά την αντεξέταση του, αφετέρου. Όταν του ζητήθηκε συνεπεία των ανωτέρω δηλώσεων του, να υποδείξει σε ποιο σημείο της Συμφωνίας Πώλησης Επιχείρησης (Τεκμήριο 3), αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες θα αποκτούσαν την απόλυτη κυριότητα της πωληθείσας επιχείρησης με την παράδοση της ελεύθερης κατοχής και χρήσης της, ο μάρτυρας υποδεικνύοντας και διαβάζοντας την παράγραφο
(11)της Συμφωνίας του Τεκμηρίου 3, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την απόκτηση της κυριότητας της πωληθείσης επιχείρησης από τους Ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1, ανέφερε αρχικώς ότι δήθεν ο ίδιος και η σύζυγος του, ουδεμία σχέση είχαν με τη διαχείριση της εταιρείας Μ.Ρ.Ρ. BAKERY LIMITED, της οποίας τυγχάνουν ιδιοκτήτες και μέτοχοι και η οποία ως αναφέρθη ανωτέρω ήτο επιφορτισμένη με τη διαχείριση της πωληθείσης επιχείρησης, καθώς και ότι αγνοούσε και/ή δεν γνώριζε, ούτε με τι υλικά και/ή προϊόντα προμηθευόταν η επιχείρηση αρτοποιείου, αλλά ούτε και ποιοι ήτο οι προμηθευτές της τελευταίας, ενώ στη συνέχεια, κατά την πορεία της αντεξέτασης του, δήλωσε ότι η πρώην Εναγομένη Εταιρεία
(1), ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ, της οποίας ο ίδιος και η σύζυγος του επίσης ετύγχαναν ιδιοκτήτες και/ή μέτοχοι και/ή αξιωματούχοι, επρομήθευε την πωληθείσα επιχείρηση με ψωμιά και φραντζόλες και ότι, προς τον σκοπόν αυτό, μετέβαινε επί καθημερινής βάσεως στον χώρο άσκησης της πωληθείσας επιχείρησης. Επιπλέον, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι, ακριβώς εξαιτίας αυτής της καθημερινής επαφής που είχε με την πωληθείσα επιχείρηση, διαπίστωσε ότι η τελευταία είχε «πάρει τη κατιούσα», όπως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά και ότι παρέλειπε να πληρώσει τους προμηθευτές της, οι οποίοι λόγω του ότι εταυτίζοντο με εκείνους της πρώην Εναγομένης
(1)εταιρείας, γνώριζαν τον Εναγόμενο
(3)και τον επίεζαν και/ή τον απειλούσαν, ότι αν δεν πληρώσει ο ίδιος και/ή η πρώην Εναγομένη
(1)εταιρείας το χρέος και/ή τις οφειλές της πωληθείσης επιχείρησης, θα σταματούσαν να προμηθεύουν την πρώην Εναγομένη
(1)με προϊόντα, επειδή ως ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, «ήξεραν ότι είχε κάποια σχέση με την Μ.Ρ.Ρ. BAKERY LIMITED». Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι η πρώην Εναγομένη
(1)εταιρεία υπέκυψε στις πιέσεις των προμηθευτών και πλήρωσε σε κάποιους από αυτούς συνολικό ποσό €10,000.00 προς όφελος των Εναγόντων, το οποίο και οι Ενάγοντες τους επέστρεψαν μέσω του πεθερού του Εναγομένου
(3)ως ανωτέρω περιγράφεται. Βεβαίως για το γεγονός αυτό η πλευρά των Εναγομένων δεν προσκόμισε ουσιαστική μαρτυρία και/ή αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη και/ή απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού. Ο ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν απαθής και κρίνω ότι ο μοναδικός του σκοπός ήταν να υποτιμήσει και να αναφέρει μόνο τα σημεία εκείνα τα οποία είχαν συμφέρον για τον ίδιο γιατί θεωρούσε ότι με αυτό τον τρόπο θα έλυνε τις διαφορές που είχε με τους ενάγοντες. Δεν απαντούσε με σαφήνεια και έδινε αντικρουόμενες εκδοχές και ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήθελε να πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εντύπωση λοιπόν που αποκόμισα από αυτόν τον μάρτυρα ήταν πολύ φτωχή και καθόλου βοηθητική για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Απορρίπτω λοιπόν τη μαρτυρία του ως πλήρως αναξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα εξής ευρήματα: · Η πρώην Εναγομένη
(1)εταιρεία «ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ», η οποία σήμερα τελεί υπό εκκαθάριση, μέσω των Εναγομένων
(3)και
(4), τόσον υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι και αξιωματούχοι της ανωτέρω εταιρείας, όσο και υπό την προσωπική τους ιδιότητα, παραβίασαν και/ή αθέτησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και/ή την συμφωνία του Τεκμηρίου 3. · Οι Ενάγοντες θα αναλάμβαναν κατοχή και εκμετάλλευση της πωληθείσας επιχείρησης την 23/06/09, η ανάληψη κατοχής και εκμετάλλευσης της πωληθείσας επιχείρησης από τους ενάγοντες, έλαβε χώρα την 01/07/09, μετά από παράκληση του Εναγομένου
(3), ως ανωτέρω περιγράφεται, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας. · Πράγματι υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή του συνολικού τιμήματος της Συμφωνίας του Τεκμηρίου 3 από τους Ενάγοντες, οφειλόμενη σε τραπεζική γραφειοκρατία, για την οποία ήτο ενήμεροι οι Εναγόμενοι
(1),
(3)και
(4)και για την οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, αντιθέτως εσυμφώνησαν όπως η αποπληρωμή του τιμήματος της ανωτέρω συμφωνίας λάβει χώραν τον Νοέμβριο του έτους 2009 και όχι την 15/09/09 ως επροβλέπετο στη συμφωνία, αφού έτυχαν μάλιστα διαβεβαίωσης προς τούτο από του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί η ανωτέρω καθυστέρηση της αποπληρωμής του συνολικού τιμήματος της συμφωνίας πωλήσεως επιχείρησης (Τεκμήριο 3) ως αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς Εναγόντων, η Εναγομένη
(1)είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την αποπληρωμή του τιμήματος της συμφωνίας δικαστικώς, ως ορίζεται και/ή προβλέπεται στο όρο υπ' αριθμόν
(11)της τελευταίας. · Αντιθέτως και κατά παράβαση και του ανωτέρω όρου της συμφωνίας (Τεκμήριο 3), οι Εναγόμενοι
(3)και
(4)υπό την διπλή αυτή ιδιότητα, κάθε άλλο παρά επέλεξαν την δικαστική οδό, αφού την 05/11/2009 εκδίωξαν με βίαιο τρόπο τους Ενάγοντες εκ του χώρου ασκήσεως της πωληθείσας επιχείρησης. · Η ανωτέρω περιγραφομένη συμπεριφορά της εταιρείας ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ και των Εναγομένων
(3)και
(4), δηλαδή η εκδίωξη των Εναγόντων εκ του χώρου ασκήσεως της πωληθείσης επιχείρησης, ενώ είχαν ήδη αποδεχθεί και/ή ενώ γνώριζαν ότι η αποπληρωμή του συνολικού τιμήματος της Συμφωνίας του Τεκμηρίου 3 θα ελάμβανε χώρα κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2009, με προς τούτο διαβεβαιώσεις αξιωματούχων του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου, σε συνδυασμόν με το γεγονός, ότι κακοπίστως έλαβαν το επιπρόσθετο ποσόν των €10,000.00, ως ανωτέρω αναφέρεται και πάλιν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας του Τεκμηρίου 3, αφού η τελευταία δεν προέβλεπε την καταβολή δεύτερης και/ή ενδιάμεσης και/ή επιπρόσθετης της προκαταβολής δόσης έναντι της συμφωνίας υπό των Εναγόντων, αποδεικνύει και/ή φανερώνει την πραγματική πρόθεση των, δηλαδή την κατακράτηση των καταβληθέντων υπό των Εναγόντων ποσών, χωρίς τελικώς να λάβει χώραν η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγομένης
(2)και/ή η εκτέλεση αμφοτέρων των συμβάσεων. · Από το τεκμήριο 8 προκύπτει με σαφήνεια ότι οι Εναγόμενοι
(3)και
(4)εκδίωξαν τους Ενάγοντες από το υποστατικό μη επιτρέποντας τους να πάρουν μαζί τους τα προσωπικά τους αντικείμενα, τα έπιπλα τα οποία οι ίδιοι οι Ενάγοντες αγόρασαν για την λειτουργία της επιχείρησης, καθώς και διάφορα έγγραφα, σχετικά με την λειτουργία της επιχείρησης. · Τέλος, όλα τα ανωτέρω και οι διενεργηθείσες υπό των Εναγομένων
(3)και
(4)ενέργειες, στοιχειοθετούν και/ή αποδεικνύουν και την προσωπική τους ευθύνη, δεδομένου ότι, παρόλον ότι η Συμφωνία Πώλησης Επιχείρησης (Τεκμήριον 3) συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και της πρώην Εναγομένης Εταιρείας
(1), ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ, οι Εναγόμενοι
(3)και
(4)εκμεταλλεύτηκαν τη συγγενική και/ή φιλική και/ή σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτών και των Εναγόντων, προκειμένου να εξυπηρετήσουν και/ή επιτύχουν τον απώτερο σκοπό των, ήτοι την, διά της διαρρήξεως και/ή παραβιάσεως της συμφωνίας του Τεκμηρίου 3, ως ανωτέρω περιγράφεται, κατακράτηση των υπό των Εναγόντων καταβληθέντων προς αυτούς ποσά, γεγονός το οποίον καθίσταται έκδηλον και διά των επιβαρύνσεων των μετοχών και κινητής περιουσίας της εταιρείας ΑΡΤΟΠΙΝΕΛΙΕΣ ΛΤΔ ανερχομένων εις ΛΚ. 180,000.00 (€307,548.26), ως εμφαίνεται και επί των Τεκμηρίων 12 και 13. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβαση προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, ή γενικότερα, για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης ως χρέους. Και αυτό, επειδή, η αξίωση του ενάγοντος, αφορά την ειδική εκτέλεση της κύριας υποχρέωσης του εναγομένου να εκτελέσει τα όσα έχει υποσχεθεί (βλ. Εταιρεία Πεππης Λτδ ν Andreas Demetriades Consulting Services Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 100, J. Aristodemou Ideal Houses Ltd ν Γιάγκου Γλυκή
(2005)1 Α.Α.Δ. 266). Ως εκ τούτου, ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του σε χρέος, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς (εντούτοις κάποιες εξαιρέσεις είναι συζητήσιμο ότι υπάρχουν) (βλ. το σύγγραμμα Treitel, TheLaw of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Σε κάθε περίπτωση, όπου το συμφωνημένο τίμημα δεν έχει πληρωθεί και ο ενάγοντας υφίσταται επιπρόσθετη απώλεια λόγω της μη πληρωμής, μπορεί, με την αγωγή του, να διεκδικήσει το συμφωνημένο ποσό, αλλά και αποζημιώσεις (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Χρέος, συνεπώς, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στην σελίδα 935, στο μέρος που επιγράφεται, «Several Distinct Debts», χρέος λογίζεται: «Any pecuniary liability, which has been quantified or is capable of being quantified, on the basis of a contract or on the principles of law, is a debt. it must be anascertained amount. ... The test to determine whether the dues to the plaintiff are one debt or several distinct debts is whether he can sue for such dues separately ...»-. Ως εκ τούτου, το κατά πόσο η υποχρέωσης για πληρωμή του ενάγοντος έχει προκύψει, εξαρτάται κυρίως από τους όρους της σύμβασης. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι, η σύμβασης δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, ο ενάγοντας, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος, καθώς ολοκληρώνεται η εργασία ή εκπληρώνεται η υποχρέωσης που αφορά το μέρος αυτό, σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής του. Στην περίπτωση όμως, που, οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, -δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»)-, ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει στο σύνολο τους τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο17-031: «A contractual obligation is said to be "entire" when the contract requires to be completely performed by one party (A) before the other (B) is to pay, or to render such other counter-performance as may have been agreed. Complete performance by (A) is sometimes said to be a "condition precedent" to B's liability; ...». Και στην συνέχεια, στις παραγράφους 17-035 και17-036: «A contract imposes severable obligations if payment under it is due from time to time as performance of a specified part of the contract is rendered. . Where a contract imposes severable obligations, a party who has fully performed the specified part can recover the corresponding payment even though his failure to complete the whole of the promised performance is a breach of contract [μπορεί όμως να κριθεί υπόλογος να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο του εάν ο τελευταίος από την παράβαση υποστεί ζημιά]». Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί, ότι, στον προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις. Σε κάθε περίπτωση, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε. Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την υπαγωγή σε αυτών στην νομική πτυχή κρίνω ότι η πλευρά των εναγόντων έχει πετύχει την απόδειξη της υπόθεσης τους έναντι των εναγομένων. Με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν καταχωρίσει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και έχουν δεχθεί ότι θα ακολουθηθεί το αποτέλεσμα της υπόθεσης ως θα εξελιχθεί για τους εναγόμενους 3 και 4, κρίνω ότι η πλευρά των εναγόντων έχει αποδείξει την υπόθεση της και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία ως αναλύεται ανωτέρω. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων ως η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης ημερομηνίας 17/7/2013 πλέον τόκους από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής δηλαδή από 19/5/2010, πλέον ΦΠΑ. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................................ Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: paravasi simfonias cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.