← Κύπρος

ΠΑΤΟΥΝΑ ν. HOME ART TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 3418/11, 5/10/2018

ΠΑΤΟΥΝΑ ν. HOME ART TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 3418/11, 5/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3418/11 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΠΑΤΟΥΝΑ Ενάγουσας και HOME ART TRADING LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 5.10.2018 Για Ενάγουσα: κ. Ε. Αναστασίου για Ευαγόρας Αναστασίου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους: κ. Κ. Χατζηπιέρας. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα, για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία ατυχήματος που είχε στις 19.5.11, εξερχόμενη του καταστήματος των Εναγομένων, το οποίο ατύχημα αποδίδει σε αμελείς πράξεις των τελευταίων. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 49 ετών, οικοκυρά και καθ' όλα υγιής (παρ. 1). Κατά τον ίδιο χρόνο οι Εναγόμενοι ήταν ιδιοκτήτες και/ή διαχειριστές και/ή ενοικιαστές καταστήματος πωλήσεως ειδών υγιεινής με την εμπορική επωνυμία «Home Art» (στο εξής το κατάστημα), το οποίο βρίσκεται στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου Α' αρ. 128 στην Λεμεσό (παρ. 2). Περί τις 19.5.11 και ενώ η Ενάγουσα εξερχόταν του καταστήματος, μετά από επίσκεψη που είχε κάνει με σκοπό την αγορά προϊόντων, παρέπεσε από υπερυψωμένο δάπεδο ύψους 4-5 εκατοστών, το οποίο βρισκόταν έξωθεν και/ή εφάπτετο της εισόδου του καταστήματος, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να πέσει και/ή συρθεί στα κανονικά σκαλιά της εισόδου και να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες, απώλειες και ζημιές (παρ. 3). Ισχυρίζεται δε ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή σε μεγάλο βαθμό αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων. Μεταξύ των λεπτομερειών αμέλειας που αποδίδει στους Εναγόμενους είναι και οι ακόλουθες:

(1)προέβηκαν στην κατασκευή, επί της εισόδου και εξόδου του καταστήματος, υπερυψωμένου δαπέδου το οποίο αποτελούσε παγίδα για τους εισερχόμενους και κυρίως για τους εξερχόμενους και/ή προτιθέμενους πελάτες αυτών,
(2)ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η κατασκευή υπερυψωμένου δαπέδου έξωθεν του υποστατικού και πριν από τα κανονικά σκαλιά εισόδου και εξόδου ήταν επικίνδυνο και/ή αποτελούσε τέτοια παγίδα, προέβηκαν στην κατασκευή αυτού,
(3)παρέλειψαν να προειδοποιήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους χρήστες του υπερυψωμένου δαπέδου, κατά τρόπο ώστε να μην αποτελεί η χρήση αυτού παγίδα,
(4)ενώ γνώριζαν ότι η υφιστάμενη κατασκευή και αναγκαία χρήση του υπερυψωμένου δαπέδου ήταν παγίδα για τους εισερχόμενους και/ή εξερχόμενους πελάτες, ανέχτηκαν την χρησιμοποίηση του χωρίς να λάβουν οποιαδήποτε πρόνοια μείωσης του κινδύνου από την χρήση του και περαιτέρω παρέλειψαν να κάνουν χρήση προειδοποιητικών σημάτων περί της υψομετρικής διαφοράς αυτού και/ή παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε προστατευτικά μέτρα για προστασία των πελατών,
(5)αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να λάβουν όλα εκείνα τα αναγκαία και/ή απαραίτητα μέτρα προφύλαξης και/ή προειδοποίησης έναντι παντός πιθανού κινδύνου που απόρρεε από την χρήση του υπερυψωμένου δαπέδου (παρ. 4). Ως αποτέλεσμα των ως άνω η Ενάγουσα υπέστη σωματικές βλάβες, ειδικές ζημιές, απώλειες και έξοδα (ενόψει του ότι, πλην της ευθύνης, δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα ως προς τα λοιπά θέματα, κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η παράθεση αυτών). Οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης δηλώνουν ότι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 (η αναφορά θα γίνεται για τις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης). Εκ της παραγράφου 2 παραδέχονται μόνο ότι ενοικιάζουν ένα κατάστημα στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αρ.
  1. Εκ της παραγράφου 3 παραδέχονται μόνο ότι περί την 19.5.11, η Ενάγουσα φορώντας παπούτσια «πλατφόρμα σαν σάνδαλα, ανοικτά» και ψηλά 6-7 εκατοστών, παράπεσε και έπεσε από τα σκαλιά που υπήρχαν έξω από το κατάστημα. Ισχυρίζονται δε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αστήρικτη νομικά, καθότι η ιδιότητα τους ως «ενοικιαστές του καταστήματος» δεν τους προσδίδει τις δικογραφημένες στην έκθεση απαίτησης υποχρεώσεις. Αρνούνται δε τους ισχυρισμούς της παραγράφου 4 περιλαμβανομένων και όλων των λεπτομερειών και ισχυρίζονται ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια της ίδιας της Ενάγουσας, αναφέροντας ότι: (α) αυτή παρέλειψε να είναι προσεκτική - και μάλιστα ιδιαίτερα προσεκτική εν όψει του ισχυρισμού της υποπαραγράφου β - κατά την βάδιση και/ή κάθοδο της από τα σκαλοπάτια, (β) τα παπούτσια που φορούσε ήταν άκρως επικίνδυνα και/ή εν πάση περιπτώσει ακατάλληλα για ανεβοκατέβασμα σκαλοπατιών, (γ) έχασε την ισορροπία της και/ή παραπάτησε και/ή απώλεσε την ευστάθεια της, για λόγους που οφείλονται στην ίδια και την αποτυχία της να διαχειριστεί λογικά και με ασφάλεια τα σκαλοπάτια. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι: (α) ο καιρός ήταν αίθριος, (β) τα σκαλοπάτια ήταν καθαρά, στεγνά και χωρίς κανένα εμπόδιο, (γ) η δομή και η κατασκευή τους ήταν απολύτως ασφαλής και μέσα στα απολύτως επιτρεπτά και ασφαλή πλαίσια, (δ) τα σκαλοπάτια, ως τέτοια, δεν αποτελούσαν κίνδυνο και (ε) ενώ υφίστανται από ετών και τα χρησιμοποίησαν χιλιάδες άτομα και υπό δυσμενής συνθήκες, εντούτοις ουδέν ατύχημα συνέβη, πλην το επίδικο. Για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε σε σχέση με την έκθεση απαίτησης, δεν υπάρχει ανάγκη παράθεσης των ισχυρισμών των Εναγομένων αναφορικά με τις βλάβες και ζημιές που δικογραφεί η Ενάγουσα. Εν κατακλείδι οι Εναγόμενοι αξιώνουν απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας Στην απάντηση της στην υπεράσπιση η Ενάγουσα ενώνει τα επίδικα θέματα με τους Εναγομένους και αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς αυτών στην έκταση και στον βαθμό στον οποίο αυτοί είναι αντίθετοι και/ή αντιφάσκουν και/ή δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της στην έκθεση απαίτησης. Μαρτυρία Στα πλαίσια της ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ότι το συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων της Ενάγουσας, επί πλήρους ευθύνης, είναι €7.495 και ότι θα φέρει νόμιμο τόκο από τις 14.2.
  2. Μετά από αυτό και την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων, η ακρόαση της υπόθεσης περιορίσθηκε στο θέμα της ευθύνης ενώ το ύψος των γενικών αποζημιώσεων αφέθηκε να αποφασισθεί από το Δικαστήριο στην βάση των παραδεκτών σωματικών βλαβών. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κατέθεσε η ίδια η Ενάγουσα, η οποία κάλεσε άλλο ένα μάρτυρα. Από την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν 3 μάρτυρες. Σύμφωνα με την Ενάγουσα (Μ.Ε.1), αυτή κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 58 ετών και καθ' όλα υγιής. Στις 19.5.11 επισκέφθηκε με την κόρη της τους Εναγόμενους στα υποστατικά τους, τα οποία βρίσκονται στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αρ.128, για να επιθεωρήσει με σκοπό να αγοράσει διάφορα προϊόντα τους. Μετά που τελείωσε η επίσκεψη της εκεί και ενώ εξερχόταν από το κατάστημα δεν αντιλήφθηκε, καθότι δεν φαινόταν καθόλου, ότι το πάτωμα ήταν υπερυψωμένο κατά μερικά εκατοστά και είχε σκαλί, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και στην συνέχεια να πέσει επί των κανονικών σκαλιών εισόδου τα οποία εφάπτονταν του πεζοδρομίου. Από την εν λόγω πτώση τραυματίσθηκε και στην συνέχεια μεταφέρθηκε στο Αχίλλειο Νοσοκομείο για περίθαλψη. Στην έξοδο των υποστατικών των Εναγομένων ή σε άλλο σημείο δεν υπήρχε οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα περί της υψομετρικής αλλαγής του σκαλιού, με αποτέλεσμα η χρήση αυτού να αποτελέσει παγίδα για την ίδια και να μην προλάβει να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο αρχιτέκτονας ΧΧΧΧ Ποταμίτης. Σύμφωνα με αυτόν: Η Ενάγουσα τον προσέλαβε σαν εμπειρογνώμονα, μετά το επίδικο ατύχημα. Του είπε ότι είχε επισκεφθεί το κατάστημα όπου είχε το ατύχημα και εξερχόμενη αυτού, λόγω κάποιου μικρού σκαλιού έξω από την κύρια είσοδο, κουτσούφλησε, έχασε την ισορροπία της, έπεσε και τραυματίστηκε. Έτσι ο μάρτυρας επισκέφθηκε το μέρος στις 22.3.15, όπου διαπίστωσε τα ακόλουθα: Εισερχόμενος προς την κύρια είσοδο του καταστήματος, υπήρχε ένα πλατύσκαλο, μετά 3 σκαλιά και μετά ακόμη ένα πλατύσκαλο, το οποίο οδηγούσε προς έναν καλυμμένο χώρο όπου στην συνέχεια βρισκόταν η κύρια είσοδος του καταστήματος δηλ. η εξώθυρα. Όλες οι επιφάνειες δηλ. τα σκαλιά, τα πλατύσκαλα και τα λοιπά ήταν από όμοια κεραμικά πλακάκια, απόχρωσης προς το κόκκινο και εκεί όπου το πλατύσκαλο εισερχόταν στην καλυμμένη είσοδο του καταστήματος υπήρχε ένα σκαλί (το επίδικο) το οποίο είχε ύψος που κυμαινόταν από 41 με 54 χιλιοστά. Αναφορικά με το κατά πόσο το εν λόγω σκαλί ήταν θεατό από τον περιβάλλοντα χώρο, εξέφρασε κατ' αρχάς την γνώμη ότι το σκαλί αυτό δεν έπρεπε να υπάρχει καθώς, ως εξήγησε, δεν επιτρέπεται να δημιουργούνται σκαλιά τέτοιου μικρού ύψους, αυθαίρετα σε ενιαίους χώρους, ειδικά εάν αυτοί είναι χώροι διακίνησης, καθότι κάποιος επισκέπτης δεν θα αναμένει να υπάρχει κάποια υψομετρική διαφορά. Ως δε ανέφερε, τα σκαλιά για να μην είναι επικίνδυνα και παγίδες, πρέπει να έχουν ένα ύψος από 150 μέχρι 178 χιλιοστά, ώστε να είναι ορατά. Εντόπισε επίσης στο συγκεκριμένο σημείο που ήταν το επίδικο σκαλί, ότι η άκρη αυτού είχε μπογιατιστεί με κόκκινη μπογιά, η οποία είχε φθαρεί με την πάροδο του χρόνου και η οποία ήταν κατά την γνώμη του ένα πολύ πρόχειρο και μη επαρκές μέτρο ασφάλειας εφόσον δεν ήταν αρκετό ώστε να μπορεί να εντοπίζεται από επισκέπτες το χρώμα της μπογιάς ενώ περαιτέρω το χρώμα αυτό ήταν παρόμοιο με τα χρώματα που είχα τα πλακάκια. Συμπέρανε δε ότι για να προχωρήσουν οι χρήστες του υποστατικού σε αυτό το βάψιμο, το οποίο έγινε για προειδοποιητικούς λόγους, πρέπει να αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε πρόβλημα και μια παγίδα. Υποστήριξε δε ότι υπήρχαν άλλοι τρόποι επίλυσης του προβλήματος δηλ. για να μην αποτελεί το εν λόγω σκαλί παγίδα για τον επισκέπτη. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ως προσωρινό μέτρο, μέχρι και εφόσον το πρόβλημα επιλυθεί οριστικά, ήταν η τοποθέτηση εμφανών προειδοποιητικών πινακίδων και στις 2 πλευρές του σημείου, ώστε ένας επισκέπτης, είτε εισέρχεται είτε εξέρχεται του χώρου, να έχει καλύτερη προειδοποίηση. Η οριστική όμως λύση θα ήταν να αφαιρεθεί το δάπεδο των πλατύσκαλων, να δημιουργηθεί ένα μικρό σκαλί στη θέση της εξώθυρας, με ύψος 10 χιλιοστά και από την θέση της εξώθυρας μέχρι και τα σκαλοπάτια να τοποθετηθεί ξανά το δάπεδο με ελαφριά κλίση και να καταλήγει ομαλά, χωρίς υψομετρικές διαφορές, επικίνδυνες και μη ορατές. Δέχθηκε ότι η υψομετρική διαφορά του επίδικου σκαλιού έγινε για να εμποδίζει την εισροή νερών εντός του υποστατικού, αλλά πρόσθεσε ότι για τον σκοπό αυτό τα σκαλιά, τοποθετούνται ακριβώς στην θέση της εξώθυρας και όχι σε ενιαία δάπεδα. Ήταν η υποψία του, εκ της παρατήρησης του ότι στην θέση της εξώθυρας δεν υπήρχε σκαλί, ότι όταν κατασκευαζόταν το κτίριο, η θέση αυτής ήταν εκεί που δημιουργήθηκε το επίδικο σκαλί και μεταγενέστερα η εξώθυρα μετακινήθηκε ή δεν τοποθετήθηκε εκεί που θα έπρεπε. Για την εν λόγω επίσκεψη του στον επίδικο χώρο ετοίμασε έκθεση την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
  3. Οι φωτογραφίες που υπάρχουν στο εν λόγω τεκμήριο λήφθηκαν από τον ίδιο κατά την ημέρα της επίσκεψης του. Εξήγησε δε μια προς μια τις φωτογραφίες αυτές. Προς υποστήριξη των θέσεων των Εναγομένων κατέθεσε ως Μ.Υ.1 ο πολιτικός μηχανικός ΧΧΧΧ Ευλογημένος, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Για το επίδικο ατύχημα συνέταξε δύο εκθέσεις. Η πρώτη είναι ημερομηνίας 30.9.11 (τεκμήριο 7) και αναφέρεται σε άλλο σημείο του επίδικου υποστατικού και η δεύτερη ημερομηνίας 17.7.13 και αφορά τον επίδικο χώρο (τεκμήριο 8). Εξήγησε ότι για την πρώτη έκθεση εντολέας του ήταν η Παγκυπριακή Ασφαλιστική και η εντολή ήταν η επιτόπου επιθεώρηση εξωτερικών σκαλιών καταστήματος, καταγραφή των κακοτεχνιών και των προβλημάτων ασφαλείας αν υπήρχαν. Για την δεύτερη έκθεση εντολέας του ήταν ο συνήγορος των Εναγομένων και η εντολή ήταν η επί τόπου επιθεώρηση και εκτίμηση επικινδυνότητας της εισόδου του καταστήματος από ανθρώπινη χρήση, ιδιαίτερα της φύσης του δαπέδου και της ύπαρξης σκαλοπατιού. Τέθηκε επίσης στον μάρτυρα υπόψην και η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του Μ.Ε.2 και του δόθηκε αντίγραφο της έκθεσης αυτού. Αναφορικά με την εκτίμηση του Μ.Ε.2 ότι όλες οι επιφάνειες του δαπέδου των σκαλιών εισόδου και πλατύσκαλου, μέχρι και την κύρια είσοδο του υποστατικού, ήταν με όμοια κεραμικά πλακάκια και ότι το επίδικο σκαλί ήταν παγίδα καθότι δεν ήταν ορατό και δεν το ανέμενε ο επισκέπτης υποστήριξε τα εξής: Συμφώνησε μεν ότι τα πλακάκια ήταν παρόμοιας χρωματικής απόχρωσης αλλά διαφώνησε στην περιγραφή αυτής λέγοντας ότι μόνο κόκκινα δεν ήταν. Περαιτέρω διαφώνησε ότι πρόκειται για παρόμοια κεραμικά. Εξήγησε δε ότι τα κεραμικά που είναι στην άκρη του επίδικου σκαλιού είναι διαφορετικά από τα υπόλοιπα και συγκεκριμένα διπλάσιων διαστάσεων, με αποτέλεσμα και η γραμμή του αρμού μεταξύ των δύο κεραμικών του δαπέδου, να μην συνεχίζει στην περιοχή του επίδικου σκαλιού. Περαιτέρω και ουσιαστικότερη διαφοροποίηση ήταν οι 5 χαρακιές στην άκρη των κεραμικών του εν λόγω σκαλιού, κάτι που ως είπε απαιτείται στα εξωτερικά σκαλιά και υποδηλούν την ύπαρξη αυτών. Ως τρίτη διαφοροποίηση στα κεραμικά υπέδειξε την βαφή με κόκκινη μπογιά στην άκρη του επίδικου σκαλιού, που ως εξήγησε είναι φυσιολογικό, αφού είναι δάπεδο που πατιέται, με την πάροδο του χρόνου να ξεφτίζει. Ανέφερε επίσης ότι όπως ανεβαίνει ο επισκέπτης για να μπει στο κατάστημα, θέλει δεν θέλει βλέπει και το κούτελο του σκαλιού, δεν βλέπει δηλ. μόνο την πάνω επιφάνεια αλλά και το κάθετο μέρος - ύψος του μικρού σκαλιού, που αυτό από την φύση του επειδή δεν πατιέται, δεν φθείρεται η μπογιά τόσο εύκολα όσο το μέρος που είναι στην άνω επιφάνεια. Υπέδειξε δε και τέταρτη διαφοροποίηση και συγκεκριμένα την ύπαρξη του χαλιού αμέσως πριν την εξώθυρα - είσοδο του καταστήματος. Εξήγησε ότι πρόκειται για διαφοροποίηση καθότι ο επισκέπτης περπατώντας από μέσα προς τα έξω, πατά σε ένα συγκεκριμένο δάπεδο από κεραμικό και ξαφνικά όταν βγαίνει από την πόρτα εισόδου πατά πάνω στο χαλί, χωρίς να υπάρχει περιθώριο να το παρακάμψει και η διαφοροποίηση στην αίσθηση από το πάτημα εκεί οδηγεί το βλέμμα του επισκέπτη, ακόμη και να μην το θέλει, προς τα κάτω και μετά συνεχίζει πάλι, αφού περάσει το χαλί, στο ίδιο κεραμικό. Αυτές οι 4 διαφοροποιήσεις ήταν ικανές για τον μάρτυρα ώστε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε επαρκής σήμανση της ύπαρξης του επίδικου σκαλιού. Όλες αυτές οι συνθήκες διαφοροποιούν, κατά την γνώμη του την εκτίμηση του Μ.Ε.2 ότι πρόκειται περί παγίδας. Περαιτέρω σε σχέση με την θέση του Μ.Ε.2 ότι πρόκειται για ένα σκαλί στο πουθενά, συμφώνησε ότι ένα τέτοιο μικρό σκαλί δεν πρέπει να είναι στο πουθενά, με την έννοια να βρίσκεται κάπου χωρίς καμία λογική και ότι σε τέτοια περίπτωση είναι παγίδα. Υποστήριξε όμως ότι το επίδικο μόνο στο μόνο στο πουθενά δεν ήταν αλλά βρισκόταν εκεί ακριβώς που έπρεπε δηλ. στην ευθεία γραμμή έναρξης του κτηρίου. Παρέπεμψε δε προς τούτο στην Δήλωση Πολιτικής της Πολεοδομίας που αναφέρει στην έκθεση του τεκμήριο 8, η οποία ως είπε πρόκειται για οδηγό ερμηνείας των Πολεοδομικών Κανονισμών. Αναφορικά δε με την θέση του Μ.Ε.2 στην αντεξέταση του, ότι δεν παρατήρησε να υπάρχουν παρόμοιες κατασκευές όπου δηλ. η εξώθυρα να μην εφάπτεται επί του σκαλιού, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι πρόκειται αντίθετα για ένα σύνηθες φαινόμενο και υπέδειξε από την δική του έκθεση τεκμήριο 8 φωτογραφίες που έλαβε, διαφόρων υποστατικών ανάμεσα στα οποία και του γραφείου του. Υποστήριξε επίσης ότι το παπούτσι που φορά κάποιος παίζει ρόλο στην ευστάθεια και στο βάδισμα. Ήταν δε η θέση του ότι η αντιολισθηρότητα που προσέφερε το ανάγλυφο των επίδικων κεραμικών σε συνδυασμό με τον βαθύ αρμό καθίστανται ιδιαίτερα προβληματικά για ανθρώπους που χρησιμοποιούν παπούτσια με ψηλό ή μυτερό τακούνι ιδιαίτερα αν δεν είναι περίκλειστα, συνδυασμένο με ιδρώτα που αναπτύσσεται στο πέλμα εφόσον κάποιος υπό τέτοιες συνθήκες δυσκολεύεται περισσότερο όταν περπατά. Είπε επίσης ότι ανάλογα με το ύψος του τακουνιού αυξάνεται κλιμακωτά η επήρεια σε ατύχημα. Υποστήριξε δε ότι τα μη περίκλειστα παπούτσι είναι πιο επικίνδυνα για ανατροπή αυτού που τα φορεί. Περαιτέρω ανέφερε ότι και το ίδιο το παπούτσι δηλ. η σόλα του αλλά και η επένδυση του εσωτερικά παίζουν ρόλο. Είπε επίσης ότι το ψηλό και μυτερό τακούνι και ο ιδρώτας έχουν το καθένα ξεχωριστά την δική τους επικινδυνότητα αλλά εάν συντρέχουν λειτουργούν αθροιστικά. Στην επανεξέταση του είπε ότι από την φύση ο ιδρώτας είναι άμυνα του σώματος προς την θέρμανση για να επαναφέρει την θερμοκρασία του σώματος σε αποδεκτά επίπεδα και έτσι ο κόσμος ιδρώνει κατά τους μήνες υψηλών θερμοκρασιών. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Αθανασιάδης, ο οποίος το 2011 μέχρι και τις 4.1.16 που αφυπηρέτησε, ήταν υπεύθυνος της Παγκυπριακής Ασφαλιστικής Εταιρείας. Αναφορικά με το επίδικο ατύχημα έλαβε εντολή από την εταιρεία του να μεταβεί στον χώρο και να λάβει γραπτή κατάθεση από τυχόν μάρτυρες. Έτσι στις 6.9.11 μετέβηκε στο επίδικο κατάστημα και έλαβε καταθέσεις γεγονότων από δύο πρόσωπα που συνάντησε εκεί και τα οποία του είπαν ότι ήταν τα μόνα που είδαν το ατύχημα. Συγκεκριμένα έλαβε κατάθεση από τον ΧΧΧΧ Θεοδώρου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος του καταστήματος και από την ΧΧΧΧ Θεοδώρου που εργαζόταν εκεί (τεκμήρια 10 και 11). Αυτά τα παρέδωσε στην συνέχεια στην εταιρεία, οπόταν και τελείωσε η δική του δουλειά. Δεν θα προέβαινε ο ίδιος σε αξιολόγηση των καταθέσεων που πήρε, ούτε θα λάμβανε οποιαδήποτε απόφαση. Δεν έλαβε δε κατάθεση από την Ενάγουσα καθότι δεν του δόθηκαν τέτοιες οδηγίες. Δεν έκανε αυτοψία του χώρου καθότι δεν είναι ειδικός. Τα δύο πρόσωπα του υπέδειξαν όμως τον χώρο και το σημείο της πτώσης ώστε να αντιληφθεί τα όσα του είπαν. Συγκεκριμένα, ως είπε, υπήρχε ένα πιο υπερυψωμένο επίπεδο, περίπου μια ίντσα με μια ίντσα και κάτι, το οποίο ήταν χρωματισμένο από τη μια πλευρά μέχρι την άλλη με κόκκινο. Τέλος ως Μ.Υ.3 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Θεοδώρου, η οποία από το 2000 μέχρι και το 2011 ασχολείτο με τις πωλήσεις στο επίδικο υποστατικό, που ήταν κατάστημα με κεραμικά και είδη υγιεινής. Υπεύθυνος του καταστήματος ήταν ο ΧΧΧΧ Θεοδώρου, αδελφός αυτής, ο οποίος ήταν διευθυντής και είχε και μετοχές στην εταιρεία - Εναγόμενους. Θυμάται το επίδικο ατύχημα και την Ενάγουσα. Αναφορικά με αυτό έδωσε κατάθεση στον Μ.Υ.2 που πήγε εκεί μετά από λίγο καιρό. Κατάθεση έδωσε και ο αδελφός της. Αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως την δική της και το τεκμήριο 11 ως την κατάθεση του αδελφού της. Υιοθέτησε δε το περιεχόμενο της δικής της κατάθεσης όπου ανέφερε τα εξής: Εργαζόταν στην εταιρεία Home Art Trading Ltd από το 2000 ως πωλήτρια. Στις 19.5.11 επισκέφθηκε το κατάστημα τους η Ενάγουσα με την κόρη της. Η μάρτυρας πρόσεξε ότι η Ενάγουσα φορούσε παπούτσια ανοικτά «πλατφόρμα» σαν σάνδαλο και ψηλά περίπου 6-7 εκατοστά. Αυτό το πρόσεξε και το σχολίασαν με άλλους συναδέλφους της διότι η Ενάγουσα ήταν περίπου 50-55 χρονών και τα παπούτσια που φορούσε ήταν νεανικά. Την Ενάγουσα την εξυπηρέτησε συνάδελφος της μάρτυρος. Μετά από λίγη ώρα η μάρτυρας είδε την Ενάγουσα και την κόρη της να φεύγουν και ξαφνικά είδε την Ενάγουσα να πέφτει από τα σκαλιά. Αμέσως έτρεξε κοντά και της έδωσαν καρέκλα και κάθισε. Ανέφερε δε ότι η είσοδος του καταστήματος ήταν πάντοτε στο σημείο που ήταν κατά τον επίδικο χρόνο. Είπε επίσης ότι το σκαλάκι ήταν χρωματισμένο αλλά ότι η μπογιά είχε φθορά. Οι εργοδότες της μπογιάτιζαν το σημείο όποτε χρειαζόταν και συγκεκριμένα δεν άφηναν την μπογιά να φύγει. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όσον αφορά τον Μ.Υ.2, ως ο ίδιος είπε κατά την αντεξέταση του, ο ρόλος του στην έρευνα ήταν βοηθητικός. Περιορίσθηκε δηλ. στην λήψη των καταθέσεων από αυτόπτες μάρτυρες στο επίδικο κατάστημα, κατόπιν οδηγιών, για λογαριασμό της Παγκυπριακής Ασφαλιστικής Εταιρείας. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν μου διαφεύγει δε ότι η Μ.Υ.3 είπε ότι είδαν και άλλα πρόσωπα την πτώση της Ενάγουσας. Από την άλλη όμως η Μ.Υ.3 δεν είπε ότι το ανέφεραν αυτό στον Μ.Υ.2 αλλά ότι ρωτήθηκαν ποιος είδε την πτώση και αυτή απάντησε θετικά και προσφέρθηκε να αναφέρει για αυτήν. Το μόνο δε μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι αυτό που αφορά την κατάσταση της κόκκινης γραμμής στο επίδικο σκαλί. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που πήγε στο κατάστημα (δηλ. στις 6.9.11 ως φαίνεται από τα τεκμήρια 9 και 10), η κόκκινη γραμμή ήταν καλύτερα μπογιατισμένη σε αντίθεση με αυτό που έδειχναν οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 3 (που λήφθηκαν στις 18.12.11), που είναι «ξιφυλλισμένο» ως είπε. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτό καθότι από μια απλή παρατήρηση και σύγκριση των φωτογραφιών των τεκμηρίων 3 και 7 (το τεκμήριο 7 λήφθηκε από τον Μ.Υ.1 στις 20.9.11 δηλ. 2 εβδομάδες μετά την επίσκεψη του Μ.Υ.2) είναι εμφανές ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά στην φθορά που παρουσιάζει η γραμμή. Με εξαίρεση λοιπόν το αμέσως προαναφερόμενο, η λοιπή μαρτυρία του Μ.Υ.2 γίνεται δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους, παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Αναφορικά με την Μ.Υ.3 θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι πρόκειται για την αδελφή του διευθυντή και εκ των μετόχων των Εναγομένων αλλά λαμβάνοντας υπόψην το ότι απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές στις ερωτήσεις, ήταν σταθερή και συνεπής στις θέσεις της και την όλη εικόνα που άφησε κατά την μαρτυρία της, κρίνω ότι γενικά ήταν ειλικρινής και δεν κατάθεσε ώστε να εξυπηρετήσει κάποιο προσωπικό ή άλλο συμφέρον. Άλλωστε ως η ίδια ανέφερε ότι η εταιρεία των Εναγομένων έκτοτε έχει κλείσει. Ως δε είπε κατά την αντεξέταση, στην κατάθεση της ανέφερε όσα είδε, χωρίς να την καθοδηγήσει κανένας και ότι αυτός που την έλαβε κατέγραψε όσα του είπε και στην συνέχεια της την έδειξε εάν είναι εντάξει και αυτή την υπέγραψε. Περιγράφοντας την πτώση της Ενάγουσας είπε ότι μετά το σκαλάκι που ήταν έξω από την είσοδο, την είδε να γέρνει εκεί και να πέφτει στα σκαλιά. Δεν αμφισβήτησε δε ότι η πτώση έγινε στο σημείο που ήταν το επίδικο σκαλί. Διευκρίνισε δε ότι πρόσεξε τα παπούτσια που φορούσε η Ενάγουσα και ότι το σχολίασε με συναδέλφους της όχι τυχαία αλλά λόγω της πτώσης της Ενάγουσας. Πιο συγκεκριμένα είπε ότι μετά την πτώση διερωτήθηκαν πώς έπεσε και όταν πήγαν να την βοηθήσουν πρόσεξαν τα παπούτσια που φορούσε. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι αυτό όχι μόνο είναι λογικό αλλά δεν έρχεται ούτε σε αντίθεση με τα όσα είπε στην κατάθεση της αφού εκεί δεν αναφέρει ακριβώς τον χρόνο που πρόσεξε τα παπούτσια. Όσον αφορά την κατάσταση της μπογιάς στο σημείο του επίδικου σκαλιού δεν ήταν σίγουρη ποια ακριβώς ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, κάτι που προκύπτει από τα όσα είπε σχετικά. Συγκεκριμένα βλέποντας την φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 3 και ερωτώμενη εάν ήταν έτσι κατά την ημέρα του ατυχήματος, είπε, βλέποντας την ημερομηνία, ότι η φωτογραφία είναι πιο μετά από το ατύχημα και άρα λογικά στο ατύχημα δεν θα ήταν έτσι ενώ όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε πως ήταν στο ατύχημα απάντησε υποθέτοντας «Ίσως πρέπει να ήταν καλύτερη η κατάσταση της». Όταν στην συνέχεια της ζητήθηκε να διευκρινίσει είπε «Η λογική μου λέει όταν περνούν μήνες όταν είναι κάτι που φθείρεται σίγουρα με τον μήνα φθείρεται παραπάνω». Δεν κρίνεται όμως πειστική, ενόψει του ότι δούλεψε εκεί για αρκετά χρόνια και ήταν και η αδελφή του υπευθύνου, ο οποίος σύμφωνα με την ίδια έδινε τις οδηγίες για την βαφή του επίδικου σκαλιού, η θέση της ότι δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο το έβαφαν. Σε σχέση με την γνώμη που έδωσε μετά από ερώτηση στην αντεξέταση ότι δηλ. πιστεύει ότι η πτώση της Ενάγουσας οφειλόταν στα παπούτσια, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτό καθότι εξέφρασε μια προσωπική της γνώμη, χωρίς να έχει κάποια ειδικότητα και χωρίς καν να την αιτιολογήσει, στηριζόμενη στο ότι, ως είπε, εκεί δεν είχε νερά ή λάδι ή κάτι που να προκαλέσει την πτώση. Ούτε ασφαλώς η γνώμη της, ότι κάποιος που δεν γνωρίζει τον χώρο και εξέρχεται αυτού μπορεί εύκολα να αντιληφθεί το σκαλί, γίνεται δεκτή καθότι βάσισε αυτή στο γεγονός και μόνο ότι δεν έτυχε ξανά ατύχημα εκεί, όσα χρόνια εργαζόταν στο κατάστημα ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν μπορεί να ξέρει για κάποιον που δεν γνώριζε τον χώρο. Ως εκ των άνω, με εξαίρεση τις προαναφερόμενες γνώμες της και την θέση της για τον κόκκινη μπογιά, η λοιπή μαρτυρία της Μ.Υ.3 γίνεται δεκτή. Τόσο ο Μ.Ε.2 και ο Μ.Υ.1 όντας αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός αντίστοιχα, κατέθεσαν σαν εμπειρογνώμονες. Είναι παγίως νομολογημένο ότι η ιδιότητα του ειδικού - εμπειρογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με την δυνατότητα έκφρασης γνώμης (βλ. Constantinides (Akinita) Ltd. ν Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R 1, Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 A.A.Δ. 1193). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1427 λέχθηκε ότι γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στην σχετική νομολογία και ειδικότερα την υπόθεση R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει την θέση του και να μη δεχθεί την μαρτυρία εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και το Δικαστήριο εξηγεί γιατί. Όσον αφορά λοιπόν τους Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1, αφού έλαβα λοιπόν υπόψη τις γνώσεις, τα προσόντα και την πείρα τους, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι και οι δύο είναι εμπειρογνώμονες επί των θεμάτων που κατέθεσαν. Συνεπώς η μαρτυρίας του ως προς τα θέματα αυτά θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων (βλ. Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των θεμάτων που τέθηκαν και ορθότερης αξιολόγησης, κρίνω ότι η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων θα πρέπει να γίνει κατά αντιπαραβολή και όχι ξεχωριστά. Για τους σκοπούς αυτούς οι θέσεις τους μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: Μ.Ε.2: Ήταν η θέση αυτού ότι το επίδικο σκαλί (στο εξής «το σκαλί»), λόγω του μικρού του ύψους (41‑54 χιλιοστά) και του ότι βρισκόταν σε ένα ενιαίο χώρο διακίνησης δηλ. σε μια δίοδο που δεν το ανέμενε κάποιος να βρίσκεται (απόσταση 2 περίπου από την είσοδο - εξώθυρα, η οποία βρισκόταν σε καλυμμένο χώρο) και σε μια επιφάνεια, η οποία αποτελείτο από όμοια κεραμικά πλακάκια (στο εξής «τα κεραμικά») όμοιου χρώματος και συγκεκριμένα απόχρωσης του κόκκινου, αποτελούσε παγίδα. Αυτό καθότι, ενόψει των ανωτέρω, το σκαλί δεν ήταν ορατό στα πρόσωπα που εισέρχονταν και εξέρχονταν του επίδικου υποστατικού. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε δε ότι όλα τα κεραμικά στον χώρο ήταν αρκετά αντιολισθητικά, ότι τα κεραμικά πριν και μετά τα κεραμικά που αποτελούν το πάνω μέρος του σκαλιού, ήταν μικρότερου μεγέθους (20 Χ 20 εκατοστά) από αυτά που αποτελούσαν το πάνω μέρος του σκαλιού (40 Χ 30 εκατοστά) καθώς και ότι τα τελευταία λίγο πριν την άκρη τους (προς το σημείο που συνιστούσαν την άκρη του σκαλιού) είχαν 5 χαρακιές ώστε να μειώνεται η ολίσθηση. Διευκρίνισε δε ότι όταν στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε όμοια κεραμικά εννοούσε ως προς τον χρωματισμό και το είδος και όχι το μέγεθος. Υποστήριξε δε ότι ακόμη και εάν ελάμβανε υπόψην το διαφορετικό μέγεθος των κεραμικών, τις χαρακιές αλλά και την αντιολισθητικότητα, θα εξακολουθούσε να έχει την ίδια γνώμη και θα επέμενε ότι δεν θα ανέμενε ένας επισκέπτης να δει το σκαλί επειδή τα κεραμικά είναι του ίδιου χρώματος με την κόκκινη μπογιά, εξηγώντας περαιτέρω ότι οι χαρακιές δεν κινούνται για να δίνουν οπτική προειδοποίηση. Ήταν επίσης η θέση του ότι το σκαλί δεν έπρεπε να υπάρχει εκεί εφόσον δεν επιτρέπεται να δημιουργούνται σκαλιά τέτοιου μικρού ύψους αυθαίρετα σε ενιαίους χώρους διακίνησης, ειδικά όταν κάποιος επισκέπτης δεν θα αναμένει να υπάρχει κάποια υψομετρική διαφορά. Ανέφερε δε εξ αντιδιαστολής ότι όχι μόνο συνηθίζεται αλλά επιβάλλεται ως η σωστή πρακτική τέτοιο σκαλί να υπάρχει στις εξώθυρες για μην εισέρχονται τα όμβρια ύδατα στον εσωτερικό χώρο. Εξέφρασε δε την γνώμη ότι όταν κατασκευαζόταν το κτίριο, η θέση της εξώθυρας ήταν εκεί που δημιουργήθηκε το σκαλί και μεταγενέστερα ή μετακινήθηκε ή δεν τοποθετήθηκε εκεί που έπρεπε. Όσον αφορά την κόκκινη μπογιά, η οποία είχε τεθεί στην άκρη της άνω επιφάνειας του σκαλιού αλλά και κάθετα (δηλ. στο κάτω μέρος - ύψος του όπως το βλέπει κάποιος που κινείται προς την εξώθυρα), υποστήριξε ότι πρόκειται για πολύ πρόχειρο και μη επαρκές μέτρο ασφαλείας γιατί ενόψει του ότι η μπογιά, είχε φθαρεί κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και του ότι ήταν παρόμοιου χρώματος με τα κεραμικά του δαπέδου αφού αυτά ήταν σε αποχρώσεις του κόκκινου, δεν ήταν ευδιάκριτη ώστε να εντοπίζεται από τους επισκέπτες. Ήταν δε συμπέρασμα του ότι οι χρήστες του υποστατικού για να προχωρήσουν σε αυτό το βάψιμο για προειδοποιητικούς λόγους, πρέπει να αντιλήφθηκαν ότι υπάρχει πρόβλημα. Ήταν επίσης η θέση τού ότι υπήρχαν άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν ώστε το σκαλί να μην αποτελεί κίνδυνο για τον επισκέπτη. Τέτοιο μέτρο ήταν η τοποθέτηση εμφανών προειδοποιητικών πινακίδων και στις 2 πλευρές του σημείου, ώστε ένας επισκέπτης, είτε εισέρχεται είτε εξέρχεται του χώρου να έχει καλύτερη προειδοποίηση. Υποστήριξε δε ότι και αυτό το μέτρο θα ήταν επίσης προσωρινό, μέχρι το πρόβλημα να επιλυθεί οριστικά, κάτι που θα μπορούσε να γίνει με την κατάργηση του σκαλιού δηλ. με το να αφαιρεθεί το δάπεδο από το σκαλί και μέχρι την εξώθυρα και να διαμορφωθεί έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα σκαλί εκεί όπου βρισκόταν η εξώθυρα, με ύψος 10 χιλιοστά και το υπόλοιπο δάπεδο ως τα υπόλοιπα σκαλιά να ήταν ομαλό με μια ελαφριά κλίση. Μ.Υ.1: Αναφορικά με την θέση του Μ.Ε.2 ότι όλες οι επιφάνειες του δαπέδου των σκαλιών εισόδου και πλατύσκαλου μέχρι και την κύρια είσοδο του υποστατικού, ήταν με όμοια κεραμικά και ότι το επίδικο σκαλί ήταν παγίδα καθότι δεν είναι ορατό και δεν το αναμένει ο επισκέπτης, συμφώνησε μεν ότι τα κεραμικά είναι παρόμοιας χρωματικής απόχρωσης αλλά διαφώνησε ως προς τα υπόλοιπα αλλά και το χρώμα της απόχρωσης, λέγοντας ότι κάθε άλλο παρά κόκκινο ήταν. Διαφώνησε επίσης με την θέση του Μ.Ε.2 ότι το σκαλί ήταν παγίδα, αναφερόμενος στα ακόλουθα δεδομένα που κατά την γνώμη του αποτελούσαν επαρκή σήμανση - προειδοποίηση για την ύπαρξη του σκαλιού:
  1. Το διαφορετικό μέγεθος (διπλάσιο σχεδόν) των κεραμικών εκείνων που αποτελούσαν το σκαλί, από τα υπόλοιπα με αποτέλεσμα να μην συνεχίζεται η γραμμή του αρμού στην περιοχή του σκαλιού.
  2. Η ύπαρξη 5 χαρακιών στην άκρη των κεραμικών του σκαλιού που, ως είπε, απαιτείται στα εξωτερικά σκαλιά και υποδηλούν την ύπαρξη σκαλιού.
  3. Η βαφή με κόκκινη μπογιά στην άκρη των κεραμικών που αποτελούσαν το σκαλί, που ως εξήγησε είναι φυσιολογικό, αφού είναι και δάπεδο που πατιέται, με την πάροδο του χρόνου να ξεφτίζει. Ανέφερε επίσης ότι όπως ανεβαίνει ο επισκέπτης για να μπει στο κατάστημα, θέλει δεν θέλει βλέπει και το κούτελο του σκαλιού δηλ. όχι μόνο την πάνω επιφάνεια αλλά και το ύψος του και ότι στο σημείο εκείνο επειδή δεν πατιέται, δεν φθείρεται η μπογιά τόσο εύκολα.
  4. Η ύπαρξη του χαλιού αμέσως πριν την εξώθυρα - είσοδο του καταστήματος. Εξήγησε ότι πρόκειται για διαφοροποίηση καθότι ο επισκέπτης περπατώντας από το εσωτερικό του υποστατικού προς τα έξω, πατά σε συγκεκριμένο δάπεδο από κεραμικά και ξαφνικά, βγαίνοντας από την εξώθυρα, πατά πάνω στο χαλί χωρίς να υπάρχει περιθώριο να το παρακάμψει και έτσι η διαφοροποίηση στην αίσθηση από το πάτημα στο χαλί οδηγεί το βλέμμα, ακόμη και να μην το θέλει, προς τα κάτω και μετά συνεχίζει στα κεραμικά. Συμφώνησε δε με την θέση του Μ.Ε.2 ότι ένα τέτοιο σκαλί δεν πρέπει να βρίσκεται στο πουθενά δηλ. οπουδήποτε χωρίς καμία λογική και ότι σε τέτοια περίπτωση είναι παγίδα καθώς και ότι απαγορεύεται και είναι επικίνδυνο να υπάρχει σε ενιαίο χώρο. Υποστήριξε όμως ότι το επίδικο σκαλί δεν βρισκόταν στο πουθενά αλλά εκεί ακριβώς που έπρεπε να βρίσκεται δηλ. στην ευθεία γραμμή έναρξης του κτηρίου και όχι σε «ενιαίο χώρο». Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 Αρχίζοντας από την θέση εκάστου των ως άνω μαρτύρων ως προς το κατά πόσο κατασκευαστικά ορθά δημιουργήθηκε το εν λόγω σκαλί στο συγκεκριμένο σημείο θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η γνώμη του Μ.Ε.2 ότι όταν κατασκευαζόταν το κτίριο, η θέση της εξώθυρας ήταν εκεί που δημιουργήθηκε το σκαλί και μεταγενέστερα η εξώθυρα ή μετακινήθηκε ή δεν τοποθετήθηκε εκεί που έπρεπε, ως και ο ίδιος δέχθηκε δεν στηριζόταν σε κάποια σχετική μαρτυρία αλλά σε δικό του συμπέρασμα εκ της παρατήρησης του ότι στην θέση της εξώθυρας δεν υπήρχε κανένα σκαλί και εκ της θέσης του ότι τέτοια σκαλιά πρέπει να βρίσκονται στο σημείο της εξώθυρας. Ούτε και ο Μ.Υ.1 γνώριζε υπό ποιες συνθήκες και πότε κατασκευάσθηκε το σκαλί. Σύμφωνα όμως με την Μ.Υ.3 η είσοδος του καταστήματος ήταν πάντοτε στο σημείο που ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ήταν ουσιαστικά και των δύο μαρτύρων η θέση ότι μικρά σκαλιά όπως το επίδικο απαγορεύεται να βρίσκονται αυθαίρετα, χωρίς λογική, σε ενιαίους χώρους καθότι δεν αναμένεται να γίνουν αντιληπτά και έτσι είναι επικίνδυνα. Όσον όμως αφορά το επίδικο σκαλί η θέση του Μ.Ε.2 ότι αυτό δεν επιτρέπεται να βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους λόγους που θα εξηγήσω. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι το σκαλί δεν επιτρέπεται να είναι εκεί («δεν συνηθίζεται, δεν είναι στην κοινή και σωστή πρακτική») και ότι όχι μόνο συνηθίζεται αλλά επιβάλλεται, ως η σωστή πρακτική να υπάρχει στις εξώθυρες για μην εισέρχονται τα όμβρια ύδατα στον εσωτερικό χώρο. Πέραν όμως της γενικής και αόριστης αναφοράς του σε συνηθισμένη και ορθή πρακτική δεν εξήγησε που στήριζε την θέση του για το συγκεκριμένο. Στην αντεξέταση όταν ρωτήθηκε εάν αυτή η κατασκευή δεν εφαρμόζεται στον τόπο μας είπε ότι εάν εφαρμόζεται είναι λάθος. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν ο ίδιος σαν αρχιτέκτονας και πολίτης είδε ξανά σε άλλο χώρο να υπάρχει κάτι τέτοιο όπως στον επίδικο και στην συνέχεια περίκλειστος χώρος όπου πιο μέσα βρίσκεται η εξώθυρα, είπε ότι δεν θυμάται. Στην συνέχεια δε όταν του τέθηκε ουσιαστικά η ίδια ερώτηση είπε ότι δεν θυμάται να είδε ακριβώς το ίδιο, ότι είδε πολλές εισόδους περίκλειστες αλλά δεν θυμάται εάν υπήρχε σκαλάκι ή όχι. Δεν το απέκλεισε όμως λέγοντας ότι μπορεί να το παρατήρησε κάπου αλλά να μην έδωσε σημασία. Όταν του τέθηκε ότι πρόκειται για συνηθισμένο φαινόμενο απάντησε ότι για να βγάλεις τέτοιο συμπέρασμα πρέπει να επισκεφθείς όλα τα κτήρια της Λεμεσού, να τα μετρήσεις και να γράψεις πόσα τοις εκατό έχουν κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο Μ.Υ.1 υποστήριξε την αντίστοιχη θέση του, ότι δηλ. δεν απαγορεύεται τα μικρά σκαλιά στις εισόδους ή γενικά μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού χώρου να βρίσκονται στην ευθεία γραμμή έναρξης του κτηρίου δηλ. εκεί που ξεκινά το κτήριο, οριοθετώντας την εξωτερική από την εσωτερική γραμμή του κτηρίου και όχι απαραίτητα στο σημείο που είναι η εξώθυρα, τεκμηριώνοντας την με αναφορά στον «Οδηγό Ερμηνείας Πολεοδομικών Κανονισμών» (τεκμήριο 9). Περαιτέρω ανέφερε ότι στην Κύπρο είναι ευρέως διαδεδομένη η ύπαρξη σκαλοπατιού μεταξύ εσωτερικού και ανοικτού εξωτερικού χώρου, κάτι που εφαρμόζεται όχι μόνο στην κύρια είσοδο αλλά και στις άλλες εξωτερικές πόρτες, ακόμη και στις μπαλκονόπορτες και ότι στην προκειμένη το εν λόγω σκαλί βρισκόταν στην ευθεία γραμμή έναρξης του κτηρίου. Πράγματι από τις φωτογραφίες που τέθηκαν ενώπιον μου φαίνεται ότι το σκαλί αποτελεί το σημείο που αρχίζει ο στεγασμένος προθάλαμος, ο οποίος οδηγεί στην θύρα εισόδου και ο οποίος αρχίζει στην ευθεία γραμμή έναρξης του κτιρίου. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι και ο Μ.Υ.1 παρά το ότι υποστήριξε ότι ορθά τοποθετήθηκε εκεί το επίδικο σκαλί αποδέχθηκε την επικινδυνότητα του λέγοντας ότι φυσικά θα έπρεπε να υπάρχουν «επαρκείς προειδοποιήσεις και ενδείξεις της ύπαρξης του». Αλώστε δεν αρνήθηκε κατά την αντεξέταση ότι το σκαλί εμπεριέκλειε κίνδυνο αλλά εκείνο που υποστήριξε ήταν ότι αυτός ήταν «σε αποδεκτά - επιτρεπτά επίπεδα» με την έννοια ότι υπήρχαν οι επαρκείς προειδοποιήσεις της ύπαρξη του, που προανέφερε, που το καθιστούσαν «αρκούντως ασφαλές». Συνεπώς ανεξάρτητα του κατά πόσο ορθά ή όχι κατασκευάσθηκε στο συγκεκριμένο σημείο και οι δύο ειδικοί δέχθηκαν ότι αυτό ήταν επικίνδυνο και για αυτό απαιτείτο να υπάρχουν επαρκείς προειδοποιήσεις για την ύπαρξη του. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί άλλωστε ότι, εκ του ότι οι Εναγόμενοι είχαν τοποθετήσει επί της άκρης του σκαλιού την κόκκινη μπογιά, προκύπτει το συμπέρασμα ότι γνώριζαν ότι το σκαλί ήταν επικίνδυνο και έθεσαν αυτή την μπογιά ως προειδοποίηση για την ύπαρξη του. Ήταν δε κοινώς αποδεκτό ότι αυτός ήταν ο σκοπός της τοποθέτησης της μπογιάς. Με δεδομένη λοιπόν την επικινδυνότητα του επίδικου σκαλιού θα εξετάσω στην συνέχεια τις εκατέρωθεν θέσεις των ειδικών περί της ύπαρξης ή μη επαρκούς προειδοποίησης ως προς την ύπαρξη του. Ως δε εκτέθηκε ανωτέρω ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε σε 4 δεδομένα που κατά την κρίση του συνιστούσαν τέτοια επαρκή προειδοποίηση. Εξετάζοντας αυτά θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το διαφορετικό μέγεθος των κεραμικών εκείνων που αποτελούσαν το σκαλί, από τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να μην συνεχίζεται η γραμμή του αρμού στην περιοχή του σκαλιού, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να χαρακτηρισθεί ως προειδοποίηση υπό τις περιστάσεις και εξηγώ. Πρόκειται για θέση που λαμβάνει ως δεδομένο ότι κάποιος, ο οποίος κινείται σε ένα χώρο με κεραμικά έχει συνεχώς την προσοχή του στραμμένη στο δάπεδο, οπόταν και θα ήταν λογικό ότι θα εντόπιζε τέτοια διαφορά. Αυτό όμως προφανώς δεν ισχύει. Πέραν τούτου η διαφοροποίηση στο μέγεθος μιας σειράς κεραμικών ενώ τα υπόλοιπα του ίδιου δαπέδου ήταν ίδιου μεγέθους και ενώ όλα ήταν παρόμοιων αποχρώσεων, δεν καθιστά εύκολα διακριτή την διαφορά αυτή. Η ύπαρξη δε των 5 χαρακιών στην άκρη των κεραμικών που αποτελούσαν το σκαλί, είναι μεν κάτι που απαιτείται να υπάρχει σε εξωτερικά σκαλιά αλλά έχει ως σκοπό την μείωση της ολίσθησης και όχι την προειδοποίηση περί ύπαρξης του σκαλιού. Με άλλα λόγια δεν αποτελεί τέτοια προειδοποίηση ενώ και πάλι η παρατήρηση της ύπαρξης τους απαιτεί κάποιος να έχει συνέχεια την προσοχή του στραμμένη στο δάπεδο. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και το ότι οι χαρακιές μοιάζουν στο χρώμα με τους αρμούς όλων των σκαλιών στον επίδικο χώρο. Ούτε και η ύπαρξη του χαλιού αμέσως πριν την εξώθυρα αποτελεί τέτοια προειδοποίηση. Ως άλλωστε συνάγεται και από την μαρτυρία του Μ.Υ.1, το χαλί δεν τοποθετήθηκε για αυτό τον σκοπό. Η δε θέση ότι ο επισκέπτης περπατώντας από το εσωτερικό του υποστατικού προς τα έξω, πατά σε συγκεκριμένο δάπεδο από κεραμικά και ξαφνικά, βγαίνοντας από την εξώθυρα, πατά πάνω στο χαλί χωρίς να υπάρχει περιθώριο να το παρακάμψει και έτσι η αίσθηση από το πάτημα εκεί οδηγεί ακούσια το βλέμμα στο δάπεδο, δεν μπορεί να θεωρηθεί, πάντα με βάση την κοινή λογική, ως απόλυτο γεγονός, ιδιαίτερα στην παρούσα όπου εν πάση περιπτώση το επίδικο σκαλί δεν ήταν αμέσως μετά το χαλί αλλά σε απόσταση περί τα 140 εκατοστά (εάν υπολογισθεί ο αριθμός των κεραμικών ως φαίνεται στην φωτογραφία του τεκμηρίου 8 και λαμβάνοντας υπόψην το μέγεθος τους) και σίγουρα δεν αναμένεται ότι το βλέμμα κάποιου θα παραμείνει στραμμένο στο δάπεδο. Είναι λοιπόν προφανές από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω ότι τα 3 αυτά δεδομένα δεν αποσκοπούσαν στο να αποτελέσουν προειδοποιήσεις περί της ύπαρξης του επίδικου σκαλιού. Η αντίθετη θέση του Μ.Υ1 επί τούτου στηρίζεται στον μη λογικό συνειρμό, ότι υπήρχαν εκεί και έτσι εάν κάποιος που εισερχόταν ή εξερχόταν του καταστήματος ήταν προσεκτικός ώστε να τα παρατηρήσει είτε ξεχωριστά είτε σωρευτικά, κάτι που απαιτούσε να έχει στραμμένο το βλέμμα του στο δάπεδο και να το παρατηρεί καθόλη την διέλευση του, θα αντιλαμβανόταν αμέσως ότι υπήρχε το σκαλί. Σε κάθε δε περίπτωση τα πιο πάνω δεν αποτελούσαν μέτρα που λήφθηκαν από τους Εναγόμενους ως προειδοποίηση για την ύπαρξη του σκαλιού. Από την άλλη αποτελεί αναντίλεκτα μέτρο προειδοποίησης ως προς την ύπαρξη του σκαλιού, η τοποθέτηση κόκκινης μπογιάς στην άκρη των κεραμικών που το αποτελούσαν και στο κάθετο μέρος - ύψος αυτού. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν γίνεται δεκτή η γενική θέση του Μ.Ε.2 ότι η βαφή δεν μπορούσε να είναι διακριτή καθότι ήταν παρόμοιου χρώματος με τα κεραμικά, τα οποία ως είπε ήταν σε αποχρώσεις του κόκκινου. Ως φαίνεται από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 5 που έλαβε ο ίδιος ο Μ.Ε.2, όπου η κατάσταση της μπογιάς είναι πολύ καλύτερη από αυτήν που παρουσιάζεται στις φωτογραφίες των τεκμηρίων 3 και 7, η βαφή όταν ήταν σε καλή κατάσταση ήταν ευδιάκριτη. Δέχομαι σε σχέση με αυτό την θέση του Μ.Υ.1, καθότι προκύπτει και από τις πλείστες των λοιπών φωτογραφιών ότι το χρώμα των κεραμικών ήταν αποχρώσεων από αργιλώδες μέχρι βαθύ καφέ και σίγουρα όχι κόκκινο. Ως δε εξήγησε λογικά ο Μ.Υ.1 οι διαφορές στους χρωματισμούς που φαίνονται στις διάφορες φωτογραφίες έχουν να κάνουν με διάφορους παράγοντες όπως τον τρόπο και χρόνο λήψης των φωτογραφιών. Το ότι η βαφή, όταν ήταν σε καλή κατάσταση, ήταν επαρκής προειδοποίηση ως προς την ύπαρξη του σκαλιού, φαίνεται ξεκάθαρα στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 4, οι οποίες λήφθηκαν στις 21.11.
  5. Συγκεκριμένα στις φωτογραφίες αυτές η κόκκινη γραμμή είναι συνεχής και ευδιάκριτη ώστε τραβά το βλέμμα σε όποιον την βλέπει, είτε εισέρχεται είτε εξέρχεται του καταστήματος. Αυτό προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι, ως φαίνεται σε αυτές τις φωτογραφίες, είναι σε όλη την έκταση που καταλαμβάνει (τόσο στην άκρη του σκαλιού όπου κάλυπτε και τις χαρακιές όσο και στο κάθετο κάτω μέρος του) φρεσκομπογιατισμένη. Με άλλα λόγια η συγκεκριμένη βαφή συνιστούσε επαρκή προειδοποίηση για την ύπαρξη του σκαλιού εφόσον βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση που την καθιστούσε ορατή και ευδιάκριτη στον καθένα. Το κρίσιμο όμως στην παρούσα είναι ποια ήταν η κατάσταση της βαφής - γραμμής την ημέρα του ατυχήματος ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο αποτελούσε επαρκή προειδοποίηση. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η Ενάγουσα ουσιαστικά αναφέρθηκε στην κατάσταση όπως φαίνεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου
  6. Το γεγονός ότι κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο η εν λόγω βαφή ήταν φθαρμένη είναι επίσης κοινώς αποδεκτό. Ο Μ.Ε.2 υποστήριξε όμως ότι η φθορά καθιστούσε την προειδοποίηση μη επαρκή ενώ αντίθετα ήταν ουσιαστικά η θέση του Μ.Υ.1 ότι ήταν επαρκής. Πιο συγκεκριμένα ο Μ.Υ.1 βλέποντας την φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 3 (η οποία λήφθηκε στις 18.12.11 δηλ. 7 περίπου μήνες μετά το ατύχημα) δέχθηκε ότι η κόκκινη γραμμή είχε φθαρεί έντονα σε σημεία αλλά υποστήριξε γενικά ότι εξακολουθούσε να είναι έντονη. Η θέση του όμως αυτή κρίνεται ως μη συνάδουσα με τις εν λόγω φωτογραφίες. Συγκεκριμένα σε αυτές φαίνεται ότι στο πάνω μέρος του σκαλιού η φθορά είναι τόσο έντονη ώστε δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό στον καθένα ότι πρόκειται για μια συνεχόμενη κόκκινη γραμμή σε όλη την έκταση της, η οποία να δίδει το «μήνυμα» ότι συνιστά προειδοποίηση για την ύπαρξη του σκαλιού. Σίγουρα στο κάθετο μέρος - ύψος του σκαλιού, η φθορά ήταν λιγότερη αλλά και πάλι σε κάποια σημεία μεγαλύτερη από τα υπόλοιπα και έτσι ούτε αυτή καθιστούσε στον καθένα αντιληπτή την ύπαρξη μιας συνεχόμενης κόκκινης γραμμής σε όλη την έκταση της ώστε να δίδει το πιο πάνω «μήνυμα». Να σημειωθεί δε ότι στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 3 φαίνεται ότι η μπογιά κάλυπτε μόνο την άκρη του σκαλιού πέραν δηλ. των χαρακιών και όχι και αυτές, σε αντίθεση με την γραμμή που φαίνεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 4 αλλά και αυτές του τεκμηρίου 8 (που λήφθηκαν στις 25.6.13) όπου καλύπτει πολύ μεγαλύτερο μέρος, περιλαμβανομένων των χαρακιών. Εδώ να σημειωθεί ότι όταν αμέσως μετά ο Μ.Υ.1 ρωτήθηκε εάν αυτή (ως φαίνεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 3) ήταν ικανοποιητική σήμανση, δεχόμενος ουσιαστικά ότι δεν ήταν, είπε ότι θα προτιμούσε να ήταν πιο έντονη, πιο φρέσκα ενώ σε άλλο σημείο ερωτώμενος εάν χρειαζόταν να γίνει κάτι άλλο από τους κάτοχους του υποστατικού για σκοπούς προειδοποίησης είπε ουσιαστικά ότι το μόνο που έπρεπε να κάνουν είναι να βάφουν πιο συχνά το σημείο με την κόκκινη μπογιά. Όταν δε ρωτήθηκε εάν γνώριζε την κατάσταση της γραμμής κατά την ημέρα του ατυχήματος δέχθηκε ότι δεν την γνώριζε. Παρά ταύτα υποστήριξε ότι η φθορά ήταν μικρότερη από ότι φαινόταν στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 7 που έλαβε ο ίδιος στις 20.9.11 (δηλ. 4 μήνες μετά το ατύχημα) και συναφώς μικρότερη και από αυτήν που φαίνεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 3 που λήφθηκαν 7 μήνες μετά το ατύχημα. Κατέληξε σε αυτό ως εξής: εκ του ότι τον Ιούνιο του 2013 που έβγαλε τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 8 φαίνεται ότι βάφτηκε το σκαλί - σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2011 που έβγαλε τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 7 - κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φθορά της μπογιάς, ήταν σχετικά σύντομη και ότι άρχιζε στα 2 ή 3 χρόνια και βάση αυτού με βεβαιότητα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση της μπογιάς όπως φαίνεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 7, ήταν καλύτερη (δηλ. η φθορά ήταν μικρότερη) 4 μήνες πριν όταν δηλαδή έγινε το ατύχημα. Πρόκειται όμως κατά την κρίση μου σε συμπέρασμα που εδράζεται σε καθαρά υποθετική βάση. Αυτό καθότι δεν γνώριζε ο μάρτυρας πόσο συχνά και εάν γινόταν η βαφή ούτως ώστε να γίνει δεκτό το συμπέρασμα του αναφορικά με το πότε άρχιζε η φθορά της. Ως δε έχει προαναφερθεί μια απλή παρατήρηση και σύγκριση των φωτογραφιών των τεκμηρίων 3 και 7 δεν καταδεικνύει διαφορά στην φθορά που παρουσιάζει η γραμμή με την κόκκινη μπογιά, ως ουσιαστικά υποστήριξε ο μάρτυρας. Να λεχθεί δε ότι σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από την μαρτυρία της Μ.Υ.3 οι Εναγόμενοι δεν μπογιάτιζαν κατά τακτά χρονικά διαστήματα το σημείο αλλά απλά «δεν άφηναν την μπογιά να φύγει» εντελώς. Ως εκ των άνω η θέση του Μ.Υ.1 ότι η γραμμή με την κόκκινη μπογιά επί του επίδικου σκαλιού, στην κατάσταση που αυτή ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αποτελούσε επαρκή προειδοποίηση για την ύπαρξη του σκαλιού δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως άλλωστε φαίνεται από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 4 αυτό και πάλι ήταν υπόψην των Εναγομένων εφόσον έβαψαν εκ νέου και μάλιστα σε μεγαλύτερη έκταση το συγκεκριμένο σημείο, ώστε προφανώς να είναι επαρκώς ορατό και ευδιάκριτο. Τέλος σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1 για τον κίνδυνο πτώσης που υπήρχε κατά την βάδιση στον επίδικο χώρο, με την χρήση μη περίκλειστων παπουτσιών με ψηλό ή μυτερό τακούνι, σε συνδυασμό με τον ιδρώτα που αναπτύσσεται στο πέλμα, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ο ίδιος ο μάρτυρας είπε ότι δεν έχει ειδική γνώση για τα παπούτσια αλλά ότι τα όσα ανέφερε εντάσσονται στα πλαίσια μιας κοινής λογικής. Δεν μπορούσε δε να πει ποιο είναι το μέτρο καθορισμού του ιδρώτα κάποιου που φορεί ένα παπούτσι για να μην είναι επικίνδυνο, λέγοντας ουσιαστικά ότι το πόσο εύκολα ιδρώνει κάποιος είναι προσωπικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό και ότι αυτό που λέει είναι ότι εάν υπάρχει περίπτωση και συνθήκες δημιουργίας ιδρώτα, τα πράγματα είναι χειρότερα δηλ. υπάρχει επαυξημένος κίνδυνος πτώσης. Όταν του ζητήθηκε να καθορίζει αυτό είπε ότι καθορίζεται στατιστικά. Δέχθηκε όμως ότι δεν έχει επαρκή αριθμό ατυχημάτων για να καταλήξει σε στατιστική για την επίδικη περίπτωση. Θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να λεχθεί ότι πέραν του ότι η Ενάγουσα φορούσε παπούτσια ανοικτά, «πλατφόρμα» τα οποία ήταν σαν σάνδαλα και ήταν ύψους περί τα 6-7 εκατοστά και ότι περπάτησε στο επίδικο δάπεδο, δεν τέθηκαν ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, από αυτά που ανέφερε ο μάρτυρας, που να καταδεικνύουν ότι το γεγονός αυτό ήταν η αιτία ή έστω συνέβαλε στην πτώση της. Η Ενάγουσα θα πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και περιέγραψε με φυσικότητα και ευθύτητα τα όσα βίωσε ενώ δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Αναφορικά με το πώς έπεσε, στην κυρίως εξέταση της είπε ότι ενώ εξερχόταν του καταστήματος δεν αντιλήφθηκε ότι το πάτωμα ήταν υπερυψωμένο κατά μερικά εκατοστά με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και στην συνέχεια να πέσει επί των κανονικών σκαλιών εισόδου και να τραυματισθεί. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι κατά την αντεξέταση της δεν μετέβαλε την θέση της ότι έχασε την ισορροπία της και έπεσε. Δεν μου διαφεύγει δε ότι σε κάποιο σημείο είπε «. δεν ξέρω αν είχε νερά και γλίστρησα». Πρόσθεσε όμως ότι «Είχε λίγο υπερυψωμένο σκαλί το οποίο δεν φαινόταν καθόλου, σχεδόν πήγαινε συνέχεια με το δάπεδο, δεν φαινόταν καθόλου, δεν είχε καμιά σήμανση ούτως ώστε κάποιος να μπορεί να το δει και από την πτώση είχε σκαλιά και πήγα αμέσως στα σκαλιά και έπεσα κάτω». Ως προκύπτει λοιπόν από τα συμφραζόμενα δεν ήταν η θέση της ότι η πτώση της οφειλόταν σε γλίστρημα αλλά λόγω του υπερυψωμένου σκαλιού. Άλλωστε και η Μ.Υ.3 που είδε την πτώση δεν αναφέρθηκε σε γλίστρημα αλλά ότι είδε την Ενάγουσα να γέρνει στο σημείο και να πέφτει στα σκαλιά. Αναφορικά με το τι είπε η Ενάγουσα στον Μ.Ε.2 για το πώς έγινε το ατύχημα, αυτός κατά την μαρτυρία του είπε ότι λόγω του επίδικου σκαλιού «κουτσούφλησε, έχασε την ισορροπία της και έπεσε». Προκύπτει δε σαφώς από τα πιο πάνω ότι η Ενάγουσα δεν του ανέφερε ότι γλίστρησε ενώ ο Μ.Ε.2 παραδέχθηκε ότι δεν ερεύνησε τις συνθήκες και τα αίτια του ατυχήματος. Ήταν δε κατηγορηματική ότι το επίδικο σκαλί δεν το είδε εξερχόμενη του καταστήματος καθότι δεν φαινόταν και δεν υπήρχε προειδοποίηση. Αυτό συνάδει με τα όσα έχουν αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 και τις σχετικές φωτογραφίες, σε σχέση με το σκαλί και το μέγεθος της φθοράς που υπήρχε στην κόκκινη μπογιά στο άνω μέρος του σκαλιού. Από την άλλη με ειλικρίνεια δεν απέκλεισε κάποιος εισερχόμενος στο κατάστημα, να μπορούσε να δει την κόκκινη μπογιά στο σκαλί (δηλ. βλέποντας την στο κάθετο μέρος - ύψος αυτού όπου η φθορά ήταν μικρότερη) λέγοντας ότι «υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να το δει, υπάρχει και άλλος που μπορεί να μην το δει» και επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά το γεγονός ότι η κατάσταση της και εκεί δεν ήταν τέτοια ώστε να καθιστά στους πάντες αντιληπτή την ύπαρξη μιας συνεχόμενης κόκκινης γραμμής σε όλη την έκταση της, η οποία να δίδει το «μήνυμα» ότι συνιστά προειδοποίηση ύπαρξης του σκαλιού. Παραδέχθηκε δε με ειλικρίνεια ότι δεν πρόσεξε το σκαλί μπαίνοντας, αρνούμενη όμως ότι ήταν απρόσεκτη. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας της που δεν μπορεί να γίνει δεκτό, για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, είναι αυτό που αφορά τα παπούτσια που φορούσε κατά το ατύχημα. Συγκεκριμένα στην αντεξέταση της υποστήριξε ότι φορούσε χαμηλά παπούτσια, ύψους 2-3 εκατοστά το πολύ. Είπε επίσης ότι επρόκειτο για σανδάλια τα οποία είχαν κολανάκι στο πίσω μέρος. Όταν της υποβλήθηκε ότι φορούσε ανοιχτά παπούτσια σαν σάνταλα, που δεν είχαν τίποτε πίσω ενώ είχαν τακούνι 6-7 εκατοστά, όχι μόνο δεν το δέχθηκε αλλά είπε ότι ποτέ της δεν φορεί ψηλά τακούνια ενώ πρόσθεσε χωρίς να εξηγήσει γιατί το είπε, «. εξάλλου δεν ξέρω κανένα νόμο που να λέει τι παπούτσια θα φορούμε». Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης της αναιρώντας το πιο πάνω δέχθηκε ότι φορεί τέτοια παπούτσια αλλά κάποτε και μόνο το βράδυ που βγαίνει έξω. Πέραν δε των πιο πάνω, ως έχει προαναφερθεί, έγινε δεκτή η θέση της Μ.Υ.3 σε σχέση με το είδος των παπουτσιών που φορούσε η Ενάγουσα και η οποία θέση καταρρίπτει την αντίθετη θέση της τελευταίας. Το θέμα όμως των παπουτσιών κρίνεται επουσιώδες εφόσον, ως έχει λεχθεί ανωτέρω, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι τα παπούτσια που φορούσε η Ενάγουσα ήταν η αιτία ή συνέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο στην πτώση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Ενάγουσας, με εξαίρεση το θέμα των παπουτσιών της, γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Η ευθύνη κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι προσώπων που τελούν νόμιμα σε αυτήν διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο κωδικοποιεί το Αγγλικό Κοινοδίκαιο επί τη βάση του οποίου και ερμηνεύεται (βλ. Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια Λτδ ν. Μάμα
(1989)1E Α.Α.Δ. 70 και Σχολική Εφορεία Στροβόλου ν. Στεργίδου κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 8/11, ημερ. 4.3.16). Η εν λόγω διάταξη έχει ως ακολούθως: «51
(2)Υποχρέωση, να μην επιδεικνύεται αμέλεια υφίσταται στις πιο κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- (β) ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου που τελεί νόμιμα, καθώς και έναντι του κυρίου οποιασδήποτε ιδιοκτησίας που αποκτήθηκε νόμιμα, εντός, επί ή τόσον πλησίον της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επηρεάζεται από την αμέλεια: Νοείται ότι ο κύριος και ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας υπέχουν από κοινού τέτοια υποχρέωση σε σχέση με τη συντήρηση και την επισκευή της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας, έναντι κάθε προσώπου που δεν βρίσκεται, καθώς και έναντι του κυρίου ιδιοκτησίας που δεν βρίσκεται εντός ή επί της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας ή εντός ή επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία συνέχεται και κατέχεται μαζί με την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία από τον κύριο και τον κάτοχό της ή από τον καθένα από αυτούς: Νοείται περαιτέρω ότι ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση σε σχέση με την κατάσταση ή τη συντήρηση ή την επισκευή της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας έναντι απλού αδειούχου (bare licensee) ο οποίος βρίσκεται ή η ιδιοκτησία του οποίου βρίσκεται, εντός ή επί της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας, παρά μόνο για προειδοποίηση αυτού, για οποιοδήποτε κρυμμένο ή απαραίτητο κίνδυνο εντός ή επί ακίνητης ιδιοκτησίας, τον οποίο ο κάτοχος γνωρίζει ή πρέπει κατά τεκμήριο να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού «απλός αδειούχος» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εισέρχεται νόμιμα σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλως παρά- (i) σε σχέση με εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας ή (ii) κατά τη νόμιμη εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος βάσει των διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος ή άλλως πως, και περιλαμβάνει τους προσκαλεσμένους, εκτός αυτούς που είναι με αμοιβή, και τους υπηρέτες του κατόχου της ακίνητης ιδιοκτησίας». Ως έχει λεχθεί στην Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια Λτδ, ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας έχει τον έλεγχο και την άμεση επίβλεψή αυτής καθώς και την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την είσοδο σε αυτήν. Έτσι λοιπόν η ευθύνη βασίζεται στην κατοχή και τον έλεγχο και όχι στην ιδιοκτησία. Όσον αφορά την έννοια του κατόχου στην Αγγελίδης ν. Λούτσιου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 200 λέχθηκε ότι κάτοχος ενός ακινήτου ή μέρος ακινήτου είναι το πρόσωπο που έχει επαρκή βαθμό ελέγχου του ακινήτου ώστε να του επιβάλλεται το καθήκον της επιμέλειας προς τα πρόσωπα που έρχονται ή βρίσκονται νόμιμα σ' αυτό. Ο βαθμός ελέγχου θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, επαρκής αν είναι τέτοιος ώστε το άτομο που τον ασκεί να οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι παράλειψη του να ασκήσει επιμέλεια μπορεί να καταλήξει σε βλάβη ή ζημιά προσώπου που έρχεται ή βρίσκεται στο ακίνητο. Κάτοχος μπορεί να είναι ο ιδιοκτήτης, ο ενοικιαστής ακόμη και ο αδειούχος και γενικά μπορεί να είναι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει εξουσία πρόσκλησης ή παροχής αδείας εισόδου σε άλλα πρόσωπα ή ακόμη και την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την είσοδο σε άλλα πρόσωπα (βλ. και Wheat v. E. Lacon & Co. Ltd [1966] 1 All. E.R. 582). Σε κάθε περίπτωση το ποιός θεωρείται κάτοχος εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης και ειδικά από την φύση και την έκταση της κατοχής ή του ελέγχου που απολαμβάνει ή ασκεί ο εναγόμενος στο ακίνητο. Τα καθήκοντα που έχει ένας κάτοχος, έναντι κάθε προσώπου που τελεί νόμιμα, όχι μόνο εντός ή επί της ακίνητης ιδιοκτησίας αλλά και τόσο κοντά σε αυτήν ώστε να επηρεάζεται από την αμέλεια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι:
(1)για την στατική κατάσταση των πραγμάτων (κατάσταση, συντήρηση και επιδιόρθωση του ακινήτου) και
(2)για την λειτουργία της δραστηριότητας ή επιχείρησης του. Η διάκριση αυτή έχει σημασία για την ρύθμιση του Κοινοδικαίου, η οποία κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 51
(2)(β), με βάση την οποία, η ευθύνη του κατόχου διαφοροποιείται αναλόγως του κατά πόσο το πρόσωπο που βρίσκεται στο υποστατικό είναι «προσκεκλημένος» ή «απλός αδειούχος» (βλ. Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια Λτδ και Σχολική Εφορεία Στροβόλου ανωτέρω). Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο, εκτός των προσώπων που εισέρχονται στην ακίνητη ιδιοκτησία με βάση σύμβαση που καθορίζει τις υποχρεώσεις των μερών, ο κάτοχος αυτής έχει διαφορετική ευθύνη έναντι δύο κατηγοριών προσώπων - επισκεπτών (visitors) που εισέρχονται και βρίσκονται νόμιμα σε αυτήν: (α) τους «προσκεκλημένους (invitees)» και (β) τους «απλούς αδειούχους (bare licensees)». Εδώ να σημειωθεί ότι η νομική προσέγγιση είναι εντελώς διαφορετική για τους «παρανόμως επεμβαίνοντες» (trespassers). «Προσκεκλημένος» θεωρείται το πρόσωπο το οποίο εισέρχεται στο υποστατικό με πρόσκληση του κατόχου, για τους σκοπούς της επιχείρησης ή της δραστηριότητας του κατόχου, υπό την έννοια ότι ο κάτοχος έχει κάποιο χρηματικό ή υλικό συμφέρον, όπως συμφέρον έχει και ο προσκεκλημένος. Με άλλα λόγια, ο προσκεκλημένος είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία με την συγκατάθεση του κατόχου για σκοπούς κάποιας εργασίας αναφορικά με την οποία ο κάτοχος και ο προσκεκλημένος έχουν κοινό συμφέρον (βλ. Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια Λτδ Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1712 και Σχολική Εφορεία Στροβόλου). Η πρόσκληση μπορεί να είναι γραπτή, προφορική, εξυπακουόμενη ή να συνάγεται ότι δόθηκε ή ότι υπάρχει λόγω συμπεριφοράς (βλ. Pearson v. Lambeth Borough Council [1950] 1 All E.R. 688, Fairman v. Perpetual Investment Building Society [1923] A.C. 74, Mersey Docks and Harbour Board v. Procter [1923] A.C. 253 και Ellis v. Fulham Borough Council [1937] 3 All E.R. 454). «Απλός δικαιούχος» είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία νόμιμα, περιλαμβανομένων και των υπηρετών του κατόχου, όχι όμως προσκεκλημένοι επ' αμοιβή, ούτε πρόσωπα που εισέρχονται σε σχέση με εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος, ούτε κατά τη νόμιμη εκτέλεση δημοσίου καθήκοντος (βλ. Σχολική Εφορεία Στροβόλου). Η ιδιότητα του «αδειούχου» μπορεί να αποκτάται ως αποτέλεσμα πρόσκλησης ή ρητής άδειας ή να συνάγεται από την συμπεριφορά του κατόχου στο πλαίσιο του συνόλου των περιστάσεων (βλ. Κυριακίδης v. Tenekedjian
(1994)1 Α.Α.Δ. 504 και Edwards v. Railway Executive [1952] 2 All E.R. 430. Η πρόσκληση ή άδεια που παρέχεται από τον κάτοχο σε άλλο πρόσωπο να εισέλθει ή να χρησιμοποιήσει τα υποστατικά του μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη. Άδεια μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εξυπακουόμενη όταν το κοινό κατά συνήθεια χρησιμοποιεί τα υποστατικά εν γνώσει του κατόχου και κανένα διάβημα δεν λαμβάνεται για να εμποδιστεί η χρήση. Πρόσωπα που εισέρχονται σε υποστατικά για να εξασφαλίσουν παραγγελίες ή για να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κάτοχο θεωρούνται αδειούχοι εφόσον περιορίζονται στο μέρος εκείνο του υποστατικού που εξασφαλίζει την συνήθη προσπέλαση προς το υποστατικό, εκτός αν η είσοδος τους έχει απαγορευθεί είτε ρητά είτε ύστερα από γενική γνωστοποίηση. Αν ο αδειούχος παρεκκλίνει από τη συνήθη πρόσβαση καθίσταται παρανόμως επεμβαίνων (βλ. Λάζαρος Ππόλος & Υιοι Λτδ ν. Θεοφάνους κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 673). Στην Σχολική Εφορεία Στροβόλου επαναλαμβάνεται ουσιαστικά ότι σε ότι αφορά τις «δραστηριότητες» στα υποστατικά του κατόχου, το καθήκον έναντι «προσκεκλημένου» και «απλού δικαιούχου» είναι ταυτόσημο και έγκειται σε υποχρέωση λήψης λογικών μέτρων ώστε το υποστατικό να είναι ασφαλές από κινδύνους την ύπαρξη των οποίων ο κάτοχος γνωρίζει ή θα όφειλε, ως λογικός άνθρωπος, να γνωρίζει. Σε ότι όμως αφορά την στατική κατάσταση του ακινήτου, το καθήκον επιμέλειας έναντι «απλού δικαιούχου» περιορίζεται σε προειδοποίηση για κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο τον οποίο γνωρίζει ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Για τα πιο πάνω παραπέμπω και στην πρόσφατη απόφαση Κατσουνάρη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ. 57/2012, ημερ. 27.2.18. Όταν λοιπόν η ζημιά προκαλείται στα πλαίσια της λειτουργίας της δραστηριότητας ή της επιχείρησης σε υποστατικά - ακίνητη ιδιοκτησία, τότε ο κάτοχος υπέχει έναντι του επισκέπτη, είτε είναι προσκεκλημένος είτε αδειούχος, καθήκον όπως λάβει εύλογη φροντίδα - λογικά μέτρα ώστε το υποστατικό του να είναι ευλόγως ασφαλές και να μεριμνά για την αποτροπή ή την πρόληψη πρόκλησης ζημιάς από ασυνήθιστο κίνδυνο την ύπαρξη του οποίου γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ως ένας λογικός άνθρωπος. To κατά πόσο ο κίνδυνος είναι ασυνήθιστος κρίνεται αντικειμενικά με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ανωτέρω, Slater Cross Ltd [1956] 2 All E.R. 625 και Indermaur v. Dames [1866] L.R. 1 C.P. 274). Ως αναφέρεται στην Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια Λτδ ο κάτοχος έχει καθήκον προς τον προσκεκλημένο να λάβει φροντίδα όπως το υποστατικό είναι εύλογα ασφαλές, δεν είναι όμως ασφαλιστής. Το καθήκον δεν είναι να εμποδίσει ασυνήθιστο κίνδυνο, αλλά να εμποδίσει ζημιά από ασυνήθιστο κίνδυνο, τον οποίο γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει. Αναφορικά με την έννοια του ασυνήθιστου κινδύνου στην London Graving Dock Co., Ltd., v. Horton [1951] 2 All E.R. 1 λέχθηκε ότι ασυνήθιστος μπορεί να είναι κίνδυνος αν και είναι πλήρως αναγνωρίσιμος και ότι η λέξη ασυνήθιστος δεν πρέπει να ερμηνεύεται υποκειμενικά με την έννοια του απροσδόκητου αλλά αντικειμενικά ως κίνδυνος, ο οποίος δεν συναντάται συνήθως στα πλαίσια άσκησης της δραστηριότητας ή προς εκπλήρωση της ενέργειας του προσκεκλημένου αν και το τι συνιστά ασύνηθες διαφοροποιείται ανάλογα με τον λόγο για τον οποίο αυτός εισέρχεται στο υποστατικό. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell, on the Law of Torts (10th edition) στη σελ. 650 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Norman v. Great Western Ry. [1915] 1 Κ.Β. 584, όπου λέχθηκε ότι το καθήκον έναντι ενός προσκεκλημένου είναι να ληφθεί εύλογη φροντίδα ώστε οι εγκατάσταση να γίνει ασφαλής για πρόσωπα που την χρησιμοποιούν κατά τον κανονικό και συνήθη τρόπο και με εύλογη φροντίδα. Δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ο κίνδυνος είναι ανοικτός και εμφανής εάν η εγκατάσταση είναι εν πάση περιπτώσει επικίνδυνη. Ως λέχθηκε στην Μιχαήλ ν. Ττουνιά κ.α.
(2005)1Α Α.Α.Δ 19 ο κάτοχος του υποστατικού έχει, προς όλους τους εκεί νόμιμα ευρισκομένους, το κοινό καθήκον φροντίδας το οποίο εξυπακούει ότι θα πρέπει να επιδεικνύει τέτοια φροντίδα όση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι εύλογη, ώστε να διασφαλίζει ότι το οποιοδήποτε νόμιμα ευρισκόμενο στα υποστατικά πρόσωπο θα είναι εύλογα ασφαλές κατά τη χρήση των υποστατικών, για τους σκοπούς για τους οποίους ευρίσκεται νόμιμα στο χώρο. Με άλλα λόγια ο κάτοχος υπέχει καθήκον για λήψη λογικών μέτρων, προς αποτροπή γνωστών ή ευλόγως προβλεπτών κινδύνων. To ότι η πιθανότητα εκδηλώσεως του κινδύνου είναι μικρή δεν απαλλάττει τον κάτοχο από τη λήψη προστατευτικών μέτρων εφόσον ο κίνδυνος είναι προβλεπτός (βλ. και Σχολική Εφορεία Στροβόλου ανωτέρω). Ο κάτοχος έχει δε υποχρέωση να γνωρίζει εκείνο που ένας λογικός άνθρωπος γνωρίζει ή θεωρείται ότι γνωρίζει (βλ. Hawkins v. Goulsdon and Purley Urban District Council [1954] 1 All E.R. 97). Το τι αποτελεί λογικό μέτρο εξαρτάται από όλα τα περιστατικά στην κάθε περίπτωση, όπως την φύση της πρόσκλησης, την φύση του κινδύνου, την γνώση του προσκεκλημένου. Όσον αφορά την πρακτικότητα των μέτρων, που πρέπει να λαμβάνονται για την εξάλειψη ή ελάττωση του κινδύνου, αυτή εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Ως λέχθηκε στην Πολυμέταλ Λτδ, Μεταλλικές Κατασκευές κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(1998)1Α Α.Α.Δ 393 το καθήκον μέριμνας για την ασφάλεια του επισκέπτη περιλαμβάνει όλα εκείνα τα μέτρα που θα τον προστάτευαν από προβλεπτούς κινδύνους και η λήψη των οποίων ήταν ευχερής. Ως έχει προαναφερθεί η διάκριση σε προσκεκλημένους και αδειούχους αποκτά σημασία και περιορίζεται μόνο όταν η ζημιά στον επισκέπτη έχει προκληθεί από την στατική κατάσταση του ακινήτου ενώ ως προς τις λοιπές περιπτώσεις οι δυο κατηγορίες εξομοιώνονται και το καθήκον του κατόχου απέναντι στον επισκέπτη είναι το ίδιο (βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ανωτέρω και Dunster v. Abbott [1953] 2 All E.R. 1572). Στην περίπτωση λοιπόν ζημιάς που προκαλείται από την στατική κατάσταση του ακινήτου η ευθύνη του κατόχου απέναντι σε απλό αδειούχο, σε αντίθεση με ένα προσκεκλημένο, περιορίζεται σε προειδοποίησή του για κάθε κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο μέσα ή πάνω στο ακίνητο τον οποίο γνωρίζει, ή κατά τεκμήριο πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Να σημειωθεί δε εδώ ότι η ως άνω διαφοροποίηση μεταξύ προσκεκλημένων και αδειούχων άρθηκε στην Αγγλία με τον Occupiers' Liability Act του 1957 που ουσιαστικά υπήγαγε και τις δύο περιπτώσεις στην κατηγορία των επισκεπτών (visitors) με την αναγνώριση έναντι τους του χαρακτηριζόμενου ως κοινού καθήκοντος επιμέλειας (βλ. Κυριακίδης ανωτέρω). Στην Κυριακίδης προστέθηκε ότι αυτή η διαφοροποίηση βρήκε την έκφραση της στις ίδιες τις διατάξεις του άρθρου 51
(2)(β) του Κεφ. 148 Βεβαίως θα πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω διάκριση, που στην δική μας νομοθεσία εξακολουθεί να υφίσταται, θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της σύγχρονης τάσης, η οποία ως έχει αναφερθεί στην G.I.P. Constructions ανωτέρω έχει υιοθετηθεί στην British Railway Board v. Herrington [1972] 1 All E.R. 79. Η νέα αυτή τάση «έγκειται στην εναρμόνιση των καθηκόντων του κατόχου κατά το κοινό δίκαιο προς τις σύγχρονες αντιλήψεις του κοινωνικού καθήκοντος. Το προεξάρχον στοιχείο, το οποίο διαπερνά κάθε έννοια καθήκοντος, εντοπίζεται στην ανάγκη για την επίδειξη ανθρωπιστικής συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους. Η ευπρόσδεκτη αυτή απόφαση υπογραμμίζει το πώς ο νόμος πρέπει να συμβαδίζει με το κοινωνικό ήθος». Στην G.I.P. Constructions λοιπόν οι αρχές της Herrington έγιναν δεκτές ως έκφραση και του Κυπριακού Δικαίου στον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας προς το γείτονα (βλ. Δημοκρατία ν. Παπαζισήμου
(1989)1E Α.Α.Δ 599). Ως δε εξήγησε με απλά λόγια ο έντιμος πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πικής: (α) στην Φραγκεσκίδης ανωτέρω «τα όρια του καθήκοντος προς τον γείτονα προσδιορίζει η ανθρωπιστική συμπεριφορά η οποία αναμένεται από τον κάθε πολίτη στον προγραμματισμό και την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του» και (β) στην Πολυμέταλ ανωτέρω «το καθήκον για την επίδειξη επιμέλειας για την ασφάλεια του επισκέπτη εξομοιούται προς το κοινό καθήκον επιμέλειας για την ασφάλεια του γείτονα». Η διατήρηση λοιπόν ενός ευλόγως προβλεπτού κινδύνου ο οποίος μπορούσε ευχερώς να εξαλειφθεί, θεμελιώνει ευθύνη του κατόχου από αμέλεια, προκύπτουσα από αθέτηση των υποχρεώσεων του με βάση το άρθρο 51
(2)(β) του Κεφ. 148 αλλά και από αθέτηση του γενικότερου συμφέροντος για την επίδειξη της δέουσας επιμέλειας για την προστασία του γείτονα, δηλ. του προσώπου που κατά λογική πρόβλεψη είναι ενδεχόμενο να επηρεαστεί (βλ. Σχολική Εφορεία Στροβόλου ανωτέρω). Τέλος στην Indermaur v. Dames [1866] L.R. 1 C.P. 274 λέχθηκε ότι όπου υπάρχει μαρτυρία για αμέλεια πρέπει να κριθεί κατά πόσο λήφθηκε εύλογη φροντίδα είτε με προειδοποίηση, φωτισμό, προφύλαξη ή άλλως πως και κατά πόσο υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια από την πλευρά του θύματος. Ευρήματα Με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά στα πλαίσια της παρούσας και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι, οι οποίοι αποτελούν εταιρεία, ενοικίαζαν ένα κατάστημα στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αρ. 128 στην Λεμεσό, όπου πωλούσαν κεραμικά και είδη υγιεινής (στο εξής «το κατάστημα»). Η κύρια είσοδος - εξώθυρα του καταστήματος βρισκόταν από κατασκευής του κτιρίου, εντός καλυμμένου, περίκλειστου στις τρεις πλευρές και ανοικτού ως προς τον δημόσιο δρόμο, προθαλάμου, διαστάσεων 350 x 270 εκατοστών, ο οποίος προθάλαμος άρχιζε από την ευθεία γραμμή έναρξης του κτιρίου. Για να φτάσει κάποιος στην κύρια είσοδο από το πεζοδρόμιο έπρεπε να ανέβει ένα πλατύσκαλο, μετά 4 σκαλιά (ύψους 19,10 εκατοστών το πρώτο, 18,20 εκατοστών το δεύτερο, 17,50 εκατοστών το τρίτο και 18,50 εκατοστών το τέταρτο (βλ. τεκμήριο 7) και μετά άλλο πλατύσκαλο, η αρχή του οποίου ήταν και η αρχή του καλυμμένου χώρου που οδηγούσε στην είσοδο. Το τελευταίο δε πλατύσκαλο ξεκινούσε από την γραμμή έναρξης του κτιρίου, με το επίδικο σκαλί, ύψους που κυμαινόταν από 41 με 54 χιλιοστά (στο εξής «το σκαλί»). Σε απόσταση περί τα 140 εκατοστά από το σκαλί υπήρχε στο δάπεδο χαλί και μετά από αυτό βρισκόταν η εξώθυρα. Η απόσταση από το σκαλί μέχρι την εξώθυρα ήταν 270 εκατοστά. Πλην του χαλιού όλες οι υπόλοιπες επιφάνειες δηλ. όλα τα σκαλιά και τα πλατύσκαλα καλύπτονταν από κεραμικά πλακάκια. Τα κεραμικά, τόσο πριν όσο και μετά τα κεραμικά που αποτελούσαν το σκαλί, ήταν μεγέθους 20 Χ 20 εκατοστών ενώ τα κεραμικά που αποτελούσαν το σκαλί ήταν μεγέθους 40 Χ 30 εκατοστών και λίγο πριν την άκρη τους (προς το σημείο που συνιστούσαν την άκρη του σκαλιού) έφεραν 5 χαρακιές ώστε να μειώνεται η ολίσθηση. Η προαναφερόμενη διαφορά στο μέγεθος των κεραμικών είχε ως αποτέλεσμα να μην συνεχίζεται η γραμμή του αρμού στην περιοχή του σκαλιού. Όλα δε τα κεραμικά ήταν ανάγλυφα, αντιολισθητικά και παρόμοιων χρωματικών αποχρώσεων από αργιλώδες μέχρι βαθύ καφέ. Το σημείο μετά την τελευταία, προς την άκρη του σκαλιού, χαρακιά μέχρι την άκρη του σκαλιού σε όλο το μήκος του αλλά και όλο το κάθετο μέρος - ύψος του σκαλιού είχε μπογιατισθεί στο παρελθόν με κόκκινη μπογιά. Στις 19.5.11 όμως η εν λόγω μπογιά είχε υποστεί τέτοια φθορά ώστε, όσον αφορά το πάνω μέρος του σκαλιού δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό στον καθένα που εξερχόταν του καταστήματος ότι πρόκειται για μια συνεχόμενη κόκκινη γραμμή σε όλη την έκταση της και ότι ως τέτοια αποτελούσε προειδοποίηση για την ύπαρξη του σκαλιού. Κατά τον ίδιο χρόνο, όσον αφορά το κάθετο μέρος - ύψος του σκαλιού, η φθορά ήταν μεν λιγότερη αλλά και πάλι ήταν τέτοια που επίσης δεν καθιστούσε στον καθένα που εισερχόταν του καταστήματος, αντιληπτή την ύπαρξη μιας συνεχόμενης κόκκινης γραμμής σε όλη την έκταση της και ότι ως τέτοια αποτελούσε την προαναφερόμενη προειδοποίηση. Στις 19.5.11 η Ενάγουσα, τότε ηλικίας 58 ετών και καθ' όλα υγιής, επισκέφθηκε με την κόρη της το κατάστημα για να δει, με σκοπό να αγοράσει, διάφορα προϊόντα. Φορούσε παπούτσια ανοικτά, «πλατφόρμα» τα οποία ήταν σαν σάνδαλα και ήταν ύψους περί τα 6-7 εκατοστά. Εισερχόμενη του καταστήματος δεν πρόσεξε την φθαρμένη κόκκινη μπογιά στο κάθετο μέρος - ύψος του επίδικου σκαλιού και δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη αυτού. Ενόψει του ότι το σκαλί ήταν μικρού ύψους, αποτελούσε συνέχεια του δαπέδου και δημιουργούσε υψομετρική διαφορά σε αυτό, αποτελείτο από κεραμικά ίδιας υφής (ανάγλυφα) και παρόμοιων αποχρώσεων και της κατάστασης της προαναφερόμενης μπογιάς στο άνω μέρος του, όταν η Ενάγουσα εξερχόταν του καταστήματος, δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του σκαλιού, με αποτέλεσμα να χάσει εκεί την ισορροπία της και να πέσει επί των επόμενων σε σειρά σκαλιών που οδηγούσαν στο πεζοδρόμιο. Συνεπεία της πτώσης της τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε στην Κλινική Αχίλλειο για περίθαλψη. Εκεί διαπιστώθηκε ότι υπέστη εμπιεστικό κάταγμα του σώματος Ο3 σπονδύλου με πρόσθια σφηνοειδή παραμόρφωση. Λόγω αυτού την ίδια ημέρα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από τον Δρα ΧΧΧΧ Ιωάννου, για αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού με τοποθέτηση βίδων και συνδετικών ράβδων. Επίσης της έγινε οπίσθια σπονδυλοδεσία με διαυχενικές βίδες 02-03-04. Νοσηλεύτηκε στην πιο πάνω Κλινική για 3 μέρες δηλ. μέχρι τις 22.5.11 ενώ στην συνέχεια υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπείες. Ως κατάλοιπα του τραυματισμού της παραμένουν σήμερα η αποφυγή βαριάς χειρονακτικής εργασίας προκειμένου να αποφευχθεί πιθανή επιδείνωση της κατάστασης της. Ευθύνη των Εναγομένων Ενόψει των ανωτέρω θα εξετάσω κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν έναντι της Ενάγουσας και ποιο καθήκον και κατά πόσο πέτυχαν ή απέτυχαν να το εκπληρώσουν, με αποτέλεσμα να έχουν ευθύνη για τις ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα. Πρώτα θα εξετάσω την θέση των Εναγομένων ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αστήρικτη. Στα πλαίσια της εισήγησης τους αυτής οι Εναγόμενοι δέχονται ότι η ιδιότητα που θα μπορούσε να τους προσδώσει το απαιτούμενο, από το άρθρο 51
(2)(β) του Κεφ. 148, καθήκον επιμέλειας είναι αυτή του κατόχου. Υποστηρίζουν όμως ότι αυτό δεν δικογραφείται και ότι οι ιδιότητες που τους αποδίδονται στην έκθεση απαίτησης δηλ. «ιδιοκτήτες και/ή διαχειριστές και/ή ενοικιαστές» του καταστήματος, δεν τους καθιστούν υπεύθυνους για αμέλεια. Ως έχει αναφερθεί κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, κάτοχος ενός ακινήτου είναι το πρόσωπο που έχει επαρκή βαθμό ελέγχου του ακινήτου ώστε να του επιβάλλεται το καθήκον επιμέλειας προς τα πρόσωπα που έρχονται ή βρίσκονται νόμιμα σ' αυτό. Σε κάθε περίπτωση το ποιός θεωρείται κάτοχος εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης και ειδικά από την φύση και την έκταση της κατοχής ή του ελέγχου που απολαμβάνει ή ασκεί στο ακίνητο. Κάτοχος μπορεί να είναι ο ιδιοκτήτης, ο ενοικιαστής ακόμη και ο αδειούχος. Πρόκειται λοιπόν για μια νομική έννοια, η στοιχειοθέτηση της οποίας εξετάζεται στην βάση των γεγονότων που θα αποδειχθούν. Στην παρούσα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ενοικίαζαν το επίδικο κατάστημα όπου πωλούσαν κεραμικά και είδη υγιεινής. Προκύπτει επίσης ότι στα πλαίσια και για σκοπούς άσκησης των δραστηριοτήτων τους επέτρεπαν την είσοδο σε πρόσωπα που επιθυμούσαν να δουν και να αγοράσουν τα προϊόντα τους. Συνεπώς κρίνεται ότι είχαν επαρκή βαθμό ελέγχου του καταστήματος ώστε να τους επιβάλλεται το καθήκον της επιμέλειας έναντι των προσώπων που εισέρχονταν σε αυτό. Κατ' επέκταση έχει αποδειχθεί ότι ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, κάτοχοι του καταστήματος, εν τη προαναφερόμενη εννοία. Στα δικόγραφα θα πρέπει, σύμφωνα με την πάγια νομολογία και την Δ.19 Κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, να διατυπώνονται σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση του και όχι ο νόμος (βλ. Γεωργίου ν. Καψού
(1997)1Α Α.Α.Δ. 164). Υπό τις περιστάσεις δε της παρούσας η αναφορά στην έκθεση απαίτησης, στους Εναγόμενους και ως «ενοικιαστές καταστήματος πωλήσεως ειδών υγιεινής» αποτελεί κατά την κρίση μου επαρκή δικογράφηση εφόσον το γεγονός αυτό νομικά αναφέρεται στην κατοχή του καταστήματος. Ως εκ των άνω η εν λόγω θέση των Εναγομένων δεν ευσταθεί. Η Ενάγουσα μετέβηκε στο επίδικο κατάστημα με σκοπό να δει ώστε να αγοράσει προϊόντα που πρόσφεραν εκεί προς πώληση οι Εναγόμενοι. Πήγε λοιπόν εκεί ουσιαστικά κατόπιν εξυπακουόμενης πρόσκλησης και συγκατάθεσης των Εναγομένων για τους σκοπούς της επιχείρησης τους, έχοντας και οι δύο πλευρές υλικό συμφέρον. Ως εκ των άνω, σε σχέση με την χρήση του εν λόγω καταστήματος και συναφώς την είσοδο και έξοδο από αυτό, κάτι που προϋπέθετε απαραίτητα την χρήση των χώρων και μέσων πρόσβασης όπως τον εξωτερικό χώρο των σκαλιών και το σημείο του ατυχήματος, η Ενάγουσα εμπίπτει στην έννοια του προσκεκλημένου. Ως δε έχει προαναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και συνάγεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε σχέση με την χρήση του επίδικου σκαλιού υπήρχε ο κίνδυνος πτώσης και τραυματισμού. Ο κίνδυνος αυτός οφειλόταν στο ότι το σκαλί ήταν μικρού ύψους (από 41 με 54 χιλιοστά), βρισκόταν στον χώρο πρόσβασης προς την είσοδο - έξοδο του καταστήματος και όλος ο περιβάλλοντας αυτό χώρος αποτελείτο από ανάγλυφα κεραμικά που ήταν παρόμοιων αποχρώσεων, δεδομένα που το καθιστούσαν μη διακριτό στον επισκέπτη. Τα δεδομένα δε αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το σκαλί δημιουργούσε υψομετρική διαφορά στο όλο δάπεδο δημιουργούσαν κίνδυνο πτώσης και τραυματισμού. Ο κίνδυνος δε αυτός ήταν ασύνηθης, εύλογα προβλεπτός και εις γνώση των Εναγομένων κάτι που προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι στο παρελθόν προχώρησαν, με σκοπό την προειδοποίηση ως προς την ύπαρξη του σκαλιού (και άρα και του κινδύνου), σε βάψιμο της άκρης αυτού και του κάθετου μέρους - ύψους του με κόκκινη μπογιά. Συνεπώς οι Εναγόμενοι έχοντες επαρκή βαθμό ελέγχου του όλου καταστήματος, είχαν απέναντι στην Ενάγουσα, ως προσκεκλημένη, καθήκον να λάβουν εύλογη φροντίδα ώστε να διασφαλίσουν ότι η τελευταία θα ήταν ασφαλής κατά την χρήση του δαπέδου εισόδου προς και εξόδου από το κατάστημα (περιλαμβανόμενου και του επίδικου σκαλιού) και να αποτρέψουν οποιαδήποτε ζημιά μπορούσε να προκληθεί στην τελευταία ενόψει του προαναφερόμενου κινδύνου. Προς εκτέλεση του καθήκοντος τους αυτού όφειλαν να λάβουν λογικά μέτρα προς εξάλειψη ή ελάττωση του κινδύνου. Τέτοιο λογικό και πρακτικό μέτρο ήταν ασφαλώς η επαρκής προειδοποίηση περί της ύπαρξης του σκαλιού. Η προειδοποίηση δε αυτή θα έπρεπε να υπάρχει τόσο κατά την είσοδο όσο και κατά την έξοδο από το κατάστημα. Ως έχει δε αναφερθεί και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, το διαφορετικό μέγεθος των κεραμικών που αποτελούσαν το σκαλί, από τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να μην συνεχίζεται η γραμμή του αρμού στην περιοχή του σκαλιού, η ύπαρξη των 5 χαρακιών στην άκρη των κεραμικών που αποτελούσαν το σκαλί και η ύπαρξη του χαλιού αμέσως πριν την εξώθυρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια μέτρα που λήφθηκαν από τους Εναγόμενους για σκοπούς προειδοποίησης ως προς την ύπαρξη του σκαλιού. Αντίθετα, με βάση τα διάφορα στοιχεία και χαρακτηριστικά του χώρου όπου βρισκόταν το σκαλί, η τοποθέτηση κόκκινης μπογιάς τόσο στην άκρη του σκαλιού (για σκοπούς εντοπισμού του κατά την έξοδο) όσο και στο κάθετο μέρος - ύψος αυτού (για σκοπούς εντοπισμού του κατά την είσοδο) αποτελούσε, κατά την κρίση μου, τέτοιο λογικό και πρακτικό μέτρο προειδοποίησης ως προς την ύπαρξη του σκαλιού. Το μέτρο όμως αυτό θα έπρεπε να είναι επαρκές για τον σκοπό που προοριζόταν. Η επάρκεια του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το κατά πόσο ήταν αρκούντως ορατό και ευδιάκριτο ώστε να καθιστά αντιληπτό στον κάθε προσκεκλημένο ότι πρόκειται για τέτοια προειδοποίηση. Αυτό είχε να κάνει με το μέγεθος της επιφάνειας που κάλυπτε η μπογιά αλλά και με την κατάσταση αυτής (εάν δηλ. ήταν ή όχι φθαρμένη και σε ποιο βαθμό). Επαρκές ήταν για παράδειγμα το εν λόγω μέτρο ως φαίνεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 4, οι οποίες λήφθηκαν στις 21.11.12, όπου η κόκκινη γραμμή είναι ξεκάθαρα ορατή και ευδιάκριτη σε όποιον την βλέπει είτε εισέρχεται είτε εξέρχεται του καταστήματος. Αυτό καθότι είναι, σε όλη την έκταση που καταλαμβάνει - συνεχόμενη (τόσο στην άκρη του σκαλιού που καλύπτει και τις 5 χαρακιές όσο και στο κάθετο κάτω μέρος του), φρεσκομπογιατισμένη με το κόκκινο να είναι ως εκ τούτου έντονο στον χρωματισμό του. Ως όμως έχει προαναφερθεί το κρίσιμο στην παρούσα είναι πως ήταν η εν λόγω βαφή κατά την ημέρα του ατυχήματος. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η βαφή στις 19.5.11 όσον αφορά το μέγεθος, στο πάνω μέρος του σκαλιού κάλυπτε μικρότερη επιφάνεια και συγκεκριμένα μόνο την άκρη του σκαλιού αφού άρχιζε από αυτήν και τελείωνε σε μικρή απόσταση, πριν την έναρξη των χαρακιών, σε αντίθεση με το κάτω μέρος του που, ως προκύπτει, όταν τοποθετήθηκε αρχικά το κάλυπτε ολόκληρο. Περαιτέρω ολόκληρη η βαφή παρουσίαζε φθορά που στο πάνω μέρος του σκαλιού ήταν τόσο έντονη ώστε δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον καθένα που εξερχόταν του καταστήματος ότι αποτελούσε προειδοποίηση για την ύπαρξη του σκαλιού. Παρά δε το ότι στο κάθετο μέρος - ύψος του σκαλιού η φθορά ήταν λιγότερη, το αποτέλεσμα για κάποιον που εισερχόταν του καταστήματος ήταν το ίδιο με το πιο πάνω. Συνεπώς ενόψει της όλης κατάστασης της βαφής στο σκαλί, κατά τον χρόνο του ατυχήματος κρίνεται ότι αυτή δεν συνιστούσε επαρκή προειδοποίηση για την ύπαρξη αυτού στα πρόσωπα που εισέρχονταν και εξέρχονταν του καταστήματος και κατ' επέκταση του προαναφερόμενου κινδύνου που αυτό συνιστούσε. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να εκπληρώσουν το πιο πάνω καθήκον τους προς την Ενάγουσα με αποτέλεσμα η τελευταία να μην αντιληφθεί την ύπαρξη του σκαλιού, να πέσει από αυτό και να τραυματισθεί σοβαρά και να υποστεί ζημιές. Συντρέχουσα αμέλεια Μετά την διαπίστωση ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους των Εναγομένων θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο και η Ενάγουσα φέρει ευθύνη για τις ζημιές που υπέστη δηλ. κατά πόσο στοιχειοθετείται συντρέχουσα αμέλεια. Είναι θεμελιωμένο ότι τέτοια αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για την δική του ασφάλεια. Τι προφυλάξεις είναι αναγκαίες για την ασφάλεια κάποιου είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού. Για να στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό της (βλ. Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718). Η ευθύνη επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 595, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοχάρους κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 937 και Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Παπαλεοντίου, Πολ. Έφεση Αρ. 189/11, ημερ. 15.5.17 (βλ. επίσης Αντωνίου ν. A.Panayides Contracting Ltd., Πολ. Έφεση Αρ. 259/11 ημερ. 4.10.17 και Κατσουνάρη ανωτέρω) επαναλήφθηκε η επί του θέματος θέση της νομολογίας και αναφέρθηκε ότι η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων έναντι των εναγομένων, αλλά στο καθήκον περί αυτοπροστασίας, με βάρος απόδειξης που φέρει ο εναγόμενος. Στην παρούσα η Ενάγουσα παραδέχθηκε ότι όταν κινήθηκε προς την είσοδο του καταστήματος, ανεβαίνοντας από το πεζοδρόμιο τα σκαλιά, δεν πρόσεξε την κόκκινη μπογιά στο κάθετο μέρος - ύψος του επίδικου σκαλιού, η οποία ως λέχθηκε ήταν λιγότερο φθαρμένη από το πάνω μέρος αλλά και πάλι δεν ήταν σε κατάσταση που να καθιστά σαφές στους πάντες ότι επρόκειτο για προειδοποίηση ως προς την ύπαρξη του σκαλιού. Η Ενάγουσα ήταν δε κατηγορηματική και αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τα πιο πάνω λεχθέντα αναφορικά με την έκταση και την κατάσταση της μπογιάς στο άνω μέρος του σκαλιού, ότι δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του σκαλιού εξερχόμενη του καταστήματος εφόσον δεν ήταν ορατό και δεν υπήρχε επαρκής προειδοποίηση για την ύπαρξη του. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι η βαφή στο κάθετο μέρος - ύψος του σκαλιού ήταν ορατή και ευδιάκριτη και καθιστούσε αντιληπτό ότι πρόκειται για τέτοια προειδοποίηση, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η αποτυχία της Ενάγουσας να εντοπίσει την ύπαρξη του σκαλιού κατά την κίνηση της προς την είσοδο του καταστήματος συνέβαλε στην πτώση της αργότερα κατά την έξοδο της; Η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί κατά την κρίση μου παρά να είναι υπό τις περιστάσεις αρνητική και εξηγώ. Η Ενάγουσα δεν είχε επισκεφθεί ξανά το επίδικο κατάστημα πριν την ημέρα του ατυχήματος. Συνεπώς ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινε τα συγκεκριμένα σκαλιά και χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο δάπεδο. Η πτώση της δεν επήλθε δε κατά την άνοδο της προς την είσοδο του καταστήματος οπόταν θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αποτυχία της να δει την κόκκινη μπογιά συνέβαλε σε αυτό. Η πτώση έγινε κατά την έξοδο της. Ως έχει προαναφερθεί το καθήκον επιμέλειας των Εναγομένων δεν περιοριζόταν στην παροχή επαρκούς προειδοποίησης στους προσκεκλημένους τους μόνο όσον αφορούσε την είσοδο αυτών στο κατάστημα αλλά φυσικά και την έξοδο τους από αυτό. Αυτό είναι λογικό καθότι, ενόψει του ότι το δάπεδο αποτελείτο από κεραμικά που ήταν όλα ανάγλυφα και παρόμοιων αποχρώσεων και άρα έδιναν την εντύπωση της συνέχειας χωρίς οποιαδήποτε υψομετρική διαφορά, η προειδοποίηση περί της ύπαρξης του σκαλιού σε κάποιον που εισερχόταν (μέσω της βαφής του κάθετου μέρους - ύψους του) δεν συνιστούσε ταυτόχρονα και προειδοποίηση σε αυτούς που εξέρχονταν, για το ακριβές σημείο που αυτό βρισκόταν κατά την έξοδο. Δεν θα ήταν δε λογικό να αναμένεται από κάποιον που εντόπιζε, κατά την άνοδο του, το σκαλί λόγω της συγκεκριμένη βαφής, να εντόπιζε αυτό και κατά την έξοδο του χωρίς τον εντοπισμό της ίδιας προειδοποίησης δηλ. της εν λόγω βαφής (αφού δεν υπήρχε άλλη προειδοποίηση). Ως έχει αναφερθεί, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν τέθηκαν ενώπιον μου τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι, το γεγονός ότι η Ενάγουσα φορούσε εκείνη την ημέρα παπούτσια ανοικτά, «πλατφόρμα» τα οποία ήταν σαν σάνδαλα και ήταν ύψους περί τα 6-7 εκατοστά, συνέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο στην πτώση της. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια και κατ' επέκταση ότι την ευθύνη για το ατύχημα φέρουν αποκλειστικά οι Εναγόμενοι. Γενικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι «στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Η ίδια η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. επίσης Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Paraskevopoullos v. Georgiou
(1970)1 C.L.R. 116, Xenophontos and another v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R. 521), Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Η τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας στην επιδίκαση αποζημιώσεων πρέπει να περιορίζεται εντός των σωστών πλαισίων της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης (βλ. Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Τέλος η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Aπό την σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Περαιτέρω για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Από την μελέτη λοιπόν της νομολογίας σε σχέση με βλάβες παρόμοιας φύσης όπως αυτές που υπέστη η Ενάγουσα έχω εντοπίσει τις ακόλουθες αποφάσεις: · Στην Χατζηθεοδοσίου ν. Διονυσίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1121, ο εφεσείων είχε υποστεί διάφορα τραύματα σ' όλο του το σώμα, με σοβαρότερο το κάταγμα του 6ου θωρακικού σπονδύλου. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για 19-20 ημέρες. Υποβλήθηκε δε σε συντηρητική θεραπεία και στην συνέχεια σε φυσιοθεραπεία. Έλαβε αναρρωτική άδεια ενός χρόνου και λόγω των συνεπειών του τραύματος στον σπόνδυλο δεν ήταν σε θέση να εργαστεί και τον επόμενο χρόνο. Απέμειναν ως μόνιμα κατάλοιπα: κύφωση της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ανάλογη με την απώλεια ύψους του σπονδύλου που προκαλούσε πόνο ανάλογα με τις δραστηριότητες, πρόκληση πόνου κατά την ορθοστασία, το οδήγημα, τις αθλοπαιδιές και την κατάκλιση στην ίδια θέση για διάστημα μισής ώρας ενώ υπήρχε πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων. Κατ' εφέση το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των £10.000 αυξήθηκε σε £15.000. · Στην Χαραλάμπους ν. Χριστοφόρου
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2812, ο εφεσίβλητος, ηλικίας 25 ετών, υπέστη συμπιεστικό κάταγμα του σώματος του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου, εγκεφαλική διάσειση και θλάση αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για 9 μέρες και εξήλθε με αυχενικό κολάρο. Δύο μήνες μετά άρχισε σταδιακή αφαίρεση του αυχενικού κολάρου μέχρι την πλήρη αφαίρεση του. Οι ως άνω κακώσεις υπήρξαν λίαν επώδυνες και υπέφερε από αυτές για 5 περίπου μήνες μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο. Δεκαοκτώ μήνες μετά τον τραυματισμό του εξακολουθούσε να παρουσιάζει περιοδικά επεισόδια άλγους και δυσκαμψίας στην σπονδυλική στήλη, ενώ μέχρι και την ακρόαση της υπόθεσης παρουσίαζε περιοδικά κεφαλαλγία και ζάλη. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάσθηκε στον εφεσίβλητο το ποσό των €25.000. · Στην Novichkova v. Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111, η εφεσείουσα ηλικίας 34 χρονών, υπέστη κάταγμα οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης 05, συντριπτικό κάταγμα εντός του σπονδυλικού σωλήνα που προκάλεσε μεγάλη στένωση και πίεση στο μηνιγγικό σάκκο, κάταγμα σφηνοειδούς ταρσού, υγροθώρακα που αντιμετωπίστηκε χειρουργικώς, κακώσεις στο πρόσωπο με θλαστικό τραύμα στην δεξιά υπερόφρυα χώρα, περιοφθαλμικό αιμάτωμα καθώς και κάκωση κοιλίας με εκχυμώσεις και αριστερή λαγόνια ακρολοφία με έντονη ευαισθησία προσώπου και κοιλίας. Ήταν σε αυστηρό κλινοστατισμό σε έκταση οσφύος σε τρομερά άβολη στάση με μαξιλάρι κάτω από τη μέση και με πλήρη απαγόρευση κίνησης ακόμη και για φυσικές ανάγκες για περίοδο 60 ημερών. Μετά από 2 μήνες ορθοστατούσε με την χρήση ειδικού κηδεμόνα κορμού για λίγα λεπτά και βάδιζε με δυσκολία και υποβασταζόμενη. Υπήρχε τότε αδυναμία των μυών και των κάτω άκρων, δυσκαμψία στους μύες της ράχης και οσφύος, έντονη οσφυαλγία και επώδυνη δυσκαμψία της δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης. Εννιά μήνες μετά τον τραυματισμό είχε ικανοποιητική αποκατάσταση της μυϊκής ισχύος της βαδίζουσα άνετα χωρίς υποστήριξη. Υποχώρησαν οι διάφορες δυσκαμψίες με επάνοδο των κινήσεων της δεξιάς ποδοκνημικής εντός φυσιολογικών ορίων. Κατά καιρούς θα εμφανιζόταν οσφυϊκό άλγος και δυσκαμψία ιδιαίτερα μετά από κόπωση και αλλαγή του καιρού.Κατ' εφέση το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των €25.000 αυξήθηκε σε €40.
  1. · Στην Χαρίτου ν. Μιχαήλ, Αγωγή αρ. 2830/08 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 5.7.12, ο ενάγοντας ηλικίας 34 ετών, υπέστη εξάρθημα του δεξιού ώμου και συμπιεστικό συντριπτικό κάταγμα του 2ου οσφυϊκού σπονδύλου με παρεκτόπιση καταταγέντων τεμαχίων εντός του σπονδυλικού σωλήνα, χωρίς όμως να αγγίξει τον νωτιαίο μυελό. Το κάταγμα αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με σπονδυλοδεσία και παρέμεινε στην συνέχεια στην κλινική για 17 ημέρες. Η μετεγχειρητική του πορεία υπήρξε ομαλή χωρίς επιπλοκές. Ακολούθησε μετεγχειρητικό πρόγραμμα επανεκτιμήσεως στα εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής για διάστημα 6 μηνών καθώς και πρόγραμμα φυσικής αποκατάστασης και ενδυνάμωσης. Πριν το δυστύχημα ασχολείτο, εκτός από την εργασία του και με το άθλημα του τριάθλου στο οποίο είχε φτάσει σε ψηλό επίπεδο πρωταθλητισμού ώστε να συμμετέχει στην Εθνική Ομάδα της Κύπρου. Μετά το δυστύχημα δεν είχε πλέον την δυνατότητα για προπόνηση για πρωταθλητισμό παρά μόνο για απλή εκγύμναση. Η λειτουργικότητα του δεξιού ώμου επανήλθε στα φυσιολογικά προ του ατυχήματος επίπεδα, ενώ η κινητικότητα της οσφύος της σπονδυλικής στήλης ήταν ελαφρώς περιορισμένη και επανήλθε σε μέγιστο βαθμό. Παρέμεινε μικρού βαθμού δυσκαμψία στην έκταση και κάμψη της οσφύος. Η χειρουργική ουλή μήκους 22 εκατοστών στην οσφυϊκή περιοχή της σπονδυλικής στήλης η οποία ήταν πλήρως επουλωμένη θα παρέμενε. Στο μέλλον θα υπήρχαν στην περιοχή του τραυματισμού εκφυλιστικές αλλοιώσεις ενώ υπήρχε πιθανότητα οστεοαρθρίτιδας στο άνω και κάτω μέρος της περιοχής της σπονδυλόδεσης. Ενόψει των ανωτέρω επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των €40.
  2. · Στην Καουράνη ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή αρ. 6727/2006, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 25.2.10, ο ενάγων ηλικίας 52 ετών, υπέστη θλάση κόκκυγος και συμπιεστικό κάταγμα του 1ου οσφυϊκού σπονδύλου, το οποίο πωρώθηκε μεν αλλά παρουσίαζε μόνιμη σφηνοειδή παραμόρφωση. Νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο και έφερε, για περίοδο 6 περίπου μηνών θωρακοοσφυϊκή ζώνη. Κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης είχε πόνο μετά από κοπιώδη εργασία καθώς και κατά την διάρκεια της χειμερινής περιόδου. Ενόψει των ανωτέρω επιδικάσθηκε στον ενάγοντα ποσό €28.
  3. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν πλήρως ως προς τα τραύματα και τις συνέπειες αυτών με την παρούσα ενώ πρόκειται για αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από 6 - 11 χρόνια. Στα πλαίσια υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα λαμβάνω υπόψη το είδος, την έκταση και τις συνέπειες των βλαβών που έχει υποστεί η Ενάγουσα, ως αυτές έχουν δηλωθεί υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψην τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία του εμπιεστικού κατάγματος του σώματος Ο3 σπονδύλου με πρόσθια σφηνοειδή παραμόρφωση και του γεγονότος ότι για αντιμετώπιση αυτού υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στις 19.5.11 για αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού με τοποθέτηση βίδων και συνδετικών ράβδων ενώ έγινε και οπίσθια σπονδυλοδεσία με διαυχενικές βίδες 02-03-
  4. Λαμβάνω επίσης υπόψην ότι η Ενάγουσα ηλικίας τότε 58 ετών νοσηλεύτηκε για 3 μέρες στην Κλινική όπου της έγινε η επέμβαση και ότι στην συνέχεια υπεβλήθη σε φυσιοθεραπείες. Τέλος λαμβάνω υπόψην και τις περαιτέρω συνέπειες του τραυματισμού της και δη ότι μέχρι σήμερα παραμένουν ως κατάλοιπα, η αποφυγή βαριάς χειρονακτικής εργασίας προκειμένου να αποφευχθεί πιθανή επιδείνωση της κατάστασης της. Από την άλλη δεν τέθηκαν ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με το κατά πόσο η Ενάγουσα εργαζόταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος ή εάν εργάζεται σήμερα και ποιες οι επιπτώσεις της κατάστασης της στην εν λόγω εργασία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €23.000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο για να αποζημιώσει την Ενάγουσα για τις σωματικές βλάβες καθώς και τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη και υφίσταται. Τόκος Όσον αφορά το θέμα του τόκου με δεδομένο ότι έχει συμφωνηθεί ο τόκος για τις ειδικές αποζημιώσεις να αρχίζει από τις 14.2.18, απομένει προς εξέταση ο τόκος για τις γενικές αποζημιώσεις. Στην βάση του άρθρου 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιδίκαση του τόκου επί ολόκληρου ή μέρους των επιδικασθεισών αποζημιώσεων για ολόκληρη ή μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης, εκτός εάν το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Η απόφαση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991), 1 Α.Α.Δ. 475 προέβη σε εκτεταμένη αναθεώρηση του θέματος αυτού, με τελική τοποθέτηση ότι ο προσδιορισμός του επιτοκίου αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με δεδομένο ότι ο τόκος δεν επιδικάζεται ως αποζημίωση για την ζημιά που προκλήθηκε, αλλά για την αποστέρηση χρημάτων που θα έπρεπε να αποδοθούν στον παθόντα. Σημειώνεται επίσης, με αναφορά σε αντίστοιχη αγγλική νομολογία, ότι «ο τραυματισμός δεν προκαλεί διά μιας τον πόνο, την ταλαιπωρία και τα υπόλοιπα για τα οποία τελικά αποζημιώνεται ο ενάγων». Επομένως εκεί όπου παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, ο ενάγων θα πρέπει να στερείται των χρημάτων στα οποία δικαιούται, από την άποψη βέβαια της επιδίκασης τόκου επί αυτών, εφόσον η καθυστέρηση προέρχεται από δικό του σφάλμα. Στην παρούσα το ατύχημα έγινε στις 19.5.11 και το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 15.7.11. Το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε λοιπόν στις 19.5.11 και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη και μεγάλη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής. Με γνώμονα λοιπόν τα πιο πάνω δεδομένα της υπόθεσης και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (βλ. και Miller v. Petek
(1999), 1 Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134) θα επιδίκαζα νόμιμο τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Τόσο όμως στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όσο και στην έκθεση απαίτησης αξιώνονται τόκοι από τις 19.6.11 και όχι από τις 19.5.
  1. Συναφώς επιδικάζω, επί των γενικών αποζημιώσεων, νόμιμο τόκο από τις 19.6.
  2. Κατάληξη Ως έχει προαναφερθεί οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει το ποσό των ειδικών ζημιών της Ενάγουσας. Έχει επίσης κριθεί ότι οι Εναγόμενοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα και τις βλάβες και ζημιές που αυτή υπέστη εξ αυτού. Καταληκτικά εκδίδεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων απόφαση:
  3. Για το ποσό των €7.495, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 14.2.18 μέχρι εξοφλήσεως.
  4. Για το ποσό των €23.000, ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 19.6.11 μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων. (Υπ.)............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Αγωγή - Τελική - Αμέλεια - Ευθύνη κατόχου υποστατικού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.