ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ ν. ΑΡΜΕΥΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5884/11, 26/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5884/11 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ Ενάγοντα και
- ΧΧΧΧ ΑΡΜΕΥΤΗ
- ΧΧΧΧ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΑΡΜΕΥΤΗ Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------- (Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 23.1.18) Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ Ενάγοντα και
- ΧΧΧΧ ΑΡΜΕΥΤΗ
- ΧΧΧΧ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΑΡΜΕΥΤΗ Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26.10.2018 Για Ενάγοντα: κα Τουμαζή για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Κονναρής. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα το ποσό των €51.258,04, με τόκο προς 8% ετησίως από την 31.3.05 και/ή από άλλη ημερομηνία μέχρι πλήρους εξόφλησης, ως ποσό που δάνεισε ο αποβιώσας στον Εναγόμενο 1, τον οποίο εγγυήθηκε η Εναγόμενη
- Περαιτέρω αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου 1 το ποσό των €11.960,21, με τόκο προς 8% ετησίως από την 31.10.05 και/ή από άλλη ημερομηνία μέχρι πλήρους εξόφλησης, ως ποσό που επίσης δάνεισε ο αποβιώσας στον Εναγόμενο
- Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο Ενάγοντας είναι δυνάμει διατάγματος ημερ. 14.12.16, ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, ΧΧΧΧ Κυριακίδη, ο οποίος απεβίωσε στις 25.12.15 (στο εξής ο αποβιώσας). Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αποβιώσας και Εναγόμενοι διατηρούσαν φιλικές. Δυνάμει γραπτών και/ή προφορικών και/ή άλλως πως συμφωνιών δανείου, μεταξύ του αποβιώσαντα και του Εναγομένου 1, γενομένων περί ή μεταξύ Ιανουάριου και Μαρτίου 2005, ο αποβιώσας συμφώνησε και δάνεισε στον Εναγόμενο 1, χρηματικά ποσά συμποσούμενα σε €51.258,04 (Λ.Κ.30.000) με την έκδοση επ' ονόματι του Εναγόμενου 1, των ακόλουθων επιταγών της Τράπεζας Κύπρου: (α) επιταγή ημερ. 12.1.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4291, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000), (β) επιταγή ημερ. 26.1.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4296, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000), (γ) επιταγή ημερ. 3.2.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4298, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000), (δ) επιταγή ημερ. 11.2.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0251, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000), (ε) επιταγή ημερ. 7.3.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4287, για το ποσό των €5.125,80 (Λ.Κ.3.000) και (στ) επιταγή ημερ. 17.3.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4288, για το ποσό των €5.125,80 (Λ.Κ.3.000). Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και τιμήθηκαν με την καταβολή των αντίστοιχων ποσών. Ήταν μεταξύ άλλων ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της κάθε μίας εκ των ως άνω συμφωνιών δανείου ότι ο Εναγόμενος 1 θα εξοφλούσε και/ή θα επέστρεφε στον αποβιώσαντα τα δανεισθέντα ποσά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και/ή σε πρώτη ζήτηση καθώς και ότι σε περίπτωση που το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό δεν εξοφλείτο κατά το χρόνο της απαίτησης του θα έφερε τόκο προς 8% ετησίως από την ημερομηνία απαίτησης του. Κατά ή περί το τέλος Μαρτίου 2005 ο αποβιώσας ζήτησε και/ή απαίτησε από τον Εναγόμενο 1 την καταβολή και/ή εξόφληση των ως άνω ποσών που ανέρχονταν συνολικά σε €51.258,04 (Λ.Κ.30.000). Η Εναγόμενη 2 προς εξασφάλιση και/ή εγγύηση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, συμφώνησε να εξοφλήσει και/ή να καταβάλει και/ή εγγυήθηκε τα μέχρι τότε οφειλόμενα ποσά και για αυτό τον σκοπό εξέδωσε επ' ονόματι του αποβιώσαντα επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ημερ. 31.3.05 με αριθμό ΧΧΧΧ1364, για ποσό €51.258,04 (Λ.Κ.30.000) και έδωσε αυτήν στον αποβιώσαντα. Οι Εναγόμενοι στην συνέχεια ενημέρωσαν τον αποβιώσαντα ότι η προαναφερόμενη επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί στην τεθείσα ημερομηνία και ως εκ τούτου ο αποβιώσας δεν την παρουσίασε προς εξαργύρωση. Μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2005 και μετά από παράκληση του Εναγόμενου 1, ο αποβιώσας συμφώνησε και δάνεισε στον πρώτο, περαιτέρω χρηματικά ποσά συμποσούμενα σε €11.960,21 (Λ.Κ.7.000,00) με την έκδοση, επ' ονόματι του Εναγόμενου 1, των ακόλουθων επιταγών της Τράπεζας Κύπρου: (α) επιταγή ημερ. 2.9.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0284, για το ποσό των €3.417,20 (Λ.Κ.2.000), (β) επιταγή ημερ. 13.9.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0285, για το ποσό των €5.125,80 (Λ.Κ.3.000) και (γ) επιταγή ημερ. 5.10.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0298, για το ποσό των €3.417,20 (Λ.Κ.2.000). Και αυτές οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και τιμήθηκαν με την καταβολή των αντίστοιχων ποσών. Ήταν και ως προς αυτές τις συμφωνίες δανείου οι ίδιοι με τις προηγηθείσες, ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι εξόφλησης. Περί το τέλος Οκτωβρίου 2005 ο αποβιώσας ζήτησε και/ή απαίτησε τόσο την καταβολή και/ή εξόφληση του ποσού των €51.258,04 (Λ.Κ.30.000) όσο και του ποσού των €11.960,21 (Λ.Κ.7.000). Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από και/ή εκ μέρους του αποβιώσαντα και παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις των Εναγομένων ότι θα ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους, αυτοί παρέλειψαν ή/και αμέλησαν να ανταποκριθούν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλουν τα αναφερόμενα ποσά, πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι στην υπεράσπισης τους κατ' αρχάς εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων δεν έχει βάση και/ή αιτία αγωγής. Άνευ βλάβης αυτού αρνούνται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, πλην των όσων ρητά παραδέχονται. Αναφέρουν δε προς υπεράσπιση τους τα ακόλουθα: Πέραν των φιλικών σχέσεων που είχε με τον αποβιώσαντα ο Εναγόμενος 1, ήταν και συνεργάτης αυτού. Μάλιστα πολλές φορές στο παρελθόν ο Εναγόμενος 1 ζήτησε δανεικά από τον αποβιώσαντα και ο τελευταίος κατά καιρούς του δάνεισε δεκάδες αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες λίρες. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο αποβιώσας ασχολείτο μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης και με αγοραπωλησίες ακινήτων. Είναι αποδεκτό ότι ο αποβιώσας εξέδωσε επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 όλες τις αναφερόμενες στην έκθεση απαίτησης επιταγές. Αυτό όμως δεν έγινε δυνάμει συμφωνιών δανείου, αλλά έναντι τιμήματος πωλήσεως στον αποβιώσαντα, μέρους κτήματος της Εναγομένης 2 και συγκεκριμένα το 1/3 μερίδιο αρχικά, του ακινήτου με τίτλο εγγραφής υπ' αριθμό ΧΧΧ68, το οποίο βρίσκεται στο χωρίο Πισσούρι της Επαρχίας Λεμεσού. Συγκεκριμένα περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2004 με αρχές Ιανουάριου 2005, στην Λεμεσό, έγινε προφορική συμφωνία του αποβιώσαντα με τον Εναγόμενο 1, με τίμημα πωλήσεως του εν λόγω μέρους του ακινήτου, το ακριβές ύψος του οποίου θα καθόριζαν και καθόρισαν εκτιμητές που ο αποβιώσας θα διόριζε και διόρισε για αυτόν τον σκοπό. Η εν λόγω συμφωνία ως επίσης και οι κατά καιρούς συμπληρωματική/ές και/ή τροποποιητική/ές ήταν προφορικές και γίνονταν μεταξύ του αποβιώσαντα και του Εναγομένου 1, καθότι ο τελευταίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της συζύγου του Εναγομένης 2, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου και πάντοτε μέσα στα πλαίσια της μεταξύ τους φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Ήταν όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι το αγορασθέν μερίδιο θα μεταβιβαζόταν μόλις ξεκαθάριζαν από το Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, κάποιες εκκρεμότητες που αφορούσαν το εμβαδόν ολόκληρου του κτήματος και δεδομένου ότι θα είχαν την τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο και εξοφλείτο ολόκληρο το τίμημα πωλήσεως. Επειδή τα αναμενόμενα αποτελέσματα του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού καθυστερούσαν και επειδή ο αποβιώσας ήδη είχε καταβάλει, έναντι του τιμήματος πωλήσεως, τα αναφερόμενα στην έκθεση απαίτησης ποσά συμποσούμενα σε €51.258,04 (Λ.Κ.30.000) και ήταν κάποιας ηλικίας και δεν είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση για τα καταβληθέντα ποσά, ο Εναγόμενος 1 προς εξασφάλιση αυτού του έδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ημερ. 31.3.05 με αριθμό ΧΧΧΧ1364 για ποσό €51.258,04 (Λ.Κ.30.000), ως απόδειξη της υπ' αυτού καταβολής του ισάξιου ποσού, εξ ου και αυτή ουδέποτε παρουσιάσθηκε για εξαργύρωση. Περί τον Ιούνιο του 2008 ο Εναγόμενος 1 ήταν έτοιμος να μεταβιβάσει επ' ονόματι του αποβιώσαντα το πωληθέν μερίδιο του 1/3 του ακινήτου, του οποίου το εμβαδό καθορίσθηκε από το Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο αυτού που κατά τον χρόνο της αρχικής συμφωνίας πίστευαν ο Εναγόμενος 1 και ο αποβιώσας. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τον αποβιώσαντα και τον Εναγόμενο 1 να διαφοροποιήσουν την αρχική τους συμφωνία και αυτοί δια συμπληρωματικής και/ή τροποποιητικής προφορικής και πάλι συμφωνίας, συμφώνησαν όπως ο αποβιώσας αγοράσει 5863 τ.μ. προς Λ.Κ.15 δηλαδή €25,62 το τετραγωνικό μέτρο, σύμφωνα με την τιμή την οποίαν καθόρισαν οι εκτιμητές που ο αποβιώσας διόρισε για αυτόν τον σκοπό, ήτοι Λ.Κ.87.945 δηλαδή €150.
- Μάλιστα πάντοτε στα πλαίσια των φιλικών σχέσεων τους συμφωνήθηκε όπως αρχικά το ακίνητο μεταβιβασθεί επ' ονόματι των δύο υιών του Εναγόμενου 1 και ακολούθως μεταβιβασθεί επ' ονόματι του αποβιώσαντα από ένα εκ των υιών του Εναγόμενου 1, μερίδιο 6/24 για σκοπούς καταβολής μειωμένης φορολογίας. Επί τούτου ετοιμάσθηκαν και τα σχετικά έντυπα περί τον μήνα Σεπτέμβριο του
- Ο αποβιώσας ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να περιμένουν ακόμη λίγο καθότι δεν είχε το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης κάτι που ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε αμέσως. Ο αποβιώσας περί τον μήνα Δεκέμβριο του 2009 ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 την ακύρωση της συμφωνίας και επιστροφή σε αυτόν των δοθέντων χρημάτων κάτι το οποίο ο Εναγόμενος 1 απέρριψε. Οι Εναγόμενοι είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάσουν το ποσοστό επί του πωληθέντος ακινήτου, επ' ονόματι του Ενάγοντα ή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου τους υποδειχθεί δεδομένου ότι ο Ενάγοντας καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος πωλήσεως. Ως εκ των άνω οι Εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση ο Ενάγοντας ενώνει τα επίδικα θέματα και αρνείται μαζί και χωριστά όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην υπεράσπιση εκτός στον βαθμό που αυτοί δεν αντίκεινται στην έκθεση απαίτησης. Αρνείται δε οποιοδήποτε ισχυρισμό των Εναγομένων περί προφορικής συμφωνίας πωλήσεως και/ή αγοράς ακινήτου. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως ουδέποτε δόθηκε οποιοδήποτε ποσό και/ή τα ποσά που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, ως έναντι τιμήματος για την αγορά οποιουδήποτε ακινήτου. Εμμένει στους ισχυρισμούς του και προσθέτει ότι στα πλαίσια των υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων που δίδονταν κατά καιρούς από τους Εναγόμενους, ο Εναγόμενος 1 προέβαινε και σε εισηγήσεις και/ή πρότεινε διάφορους και/ή εναλλακτικούς τρόπους αποπληρωμής και/ή εξόφλησης των οφειλόμενων προς τον αποβιώσαντα ποσών. Μεταξύ των προτάσεων και/ή των εισηγήσεων αυτών είχε προτείνει στον αποβιώσαντα ότι θα εξασφάλιζε δάνειο από τραπεζικό οργανισμό και ότι με το ποσό αυτό θα προέβαινε σε αποπληρωμή και/ή εξόφληση του, κάτι που ουδέποτε έπραξε. Ακολούθως και αφού δεν κατέστη δυνατή η εξόφληση με τον προαναφερόμενο τρόπο ο Εναγόμενος 1 επανήλθε εκ νέου υποσχόμενος αυτή την φορά ότι θα εξοφλούσε με χρήματα που θα λάμβανε από ασφαλιστική εταιρεία εναντίον της οποίας εκκρεμούσε αξίωση για αποζημιώσεις λόγω δυστυχήματος του υιού του. Όταν ούτε και αυτή η εισήγηση του απέφερε αποτέλεσμα, ο Εναγόμενος 1 προέβη και πάλι σε νέα πρόταση όπως μεταβιβαστεί επ' ονόματι του αποβιώσαντα μέρος ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων. Παρά την μεγάλη καθυστέρηση στην εξόφληση των οφειλομένων και τις πολλές παρατάσεις χρόνου που ο αποβιώσας είχε παραχωρήσει στους Εναγόμενους, λόγω και της φιλικής σχέσης που διατηρούσε με τον Εναγόμενο 1 και της πεποίθησης του ότι υπήρχε καλή πρόθεση για εξόφληση, συναίνεσε στο να εξετάσει την προαναφερόμενη πρόταση όπως είχε κάμει και με τις υπόλοιπες. Στην συνέχεια οι Εναγόμενοι πληροφόρησαν τον αποβιώσαντα ότι μετά από εκτιμήσεις από εκτιμητή τους η αναφερόμενη ακίνητη περιουσία ή το μερίδιο της ήταν πολύ μεγαλύτερης αξίας και αντιστοιχούσε σε ποσά πολύ μεγαλύτερα από τα οφειλόμενα στον αποβιώσαντα και πως ο τελευταίος θα έπρεπε να αγοράσει την περιουσία πληρώνοντας την διαφορά. Ο αποβιώσας απέρριψε την πρόταση και ζήτησε πάλι την εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Ακολούθησε νέα πρόταση για μεταβίβαση άλλης ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων για την οποίαν όμως και πάλι αυτοί απαιτούσαν την καταβολή επιπρόσθετων ποσών με αποτέλεσμα ο αποβιώσας να απορρίψει και αυτήν. Περαιτέρω και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε και/ή υφίστατο οποιαδήποτε τέτοια ή η συμφωνία που επικαλούνται οι Εναγόμενοι, αυτοί κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους ή/και από την σχέση τους με τον αποβιώσαντα να προβαίνουν στους εν λόγω ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι αντιφατικοί και/ή συγκρούονται και/ή είναι ασυμβίβαστοι μεταξύ τους. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος. Από την πλευρά τους κατέθεσαν οι Εναγόμενοι και κάλεσαν άλλο ένα μάρτυρα. Κατά την ακροαματική διαδικασίας δηλώθηκαν επίσης, ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
- Ο Ενάγοντας είναι, δυνάμει διατάγματος διορισμού ημερ. 14.12.16, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης υπ' αρ. 534/16 του Ε.Δ. Λεμεσού, ο διαχειριστής της περιουσίας του ΧΧΧΧ Κυριακίδη, ο οποίος απεβίωσε στις 25.12.15,
- Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο αποβιώσας κατοικούσε, διέμενε και εργαζόταν στη Λεμεσό. Κατά τον ίδιο χρόνο οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν και είναι σύζυγοι και διέμεναν και διαμένουν και εργάζονταν στη Λεμεσό. Ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον αποβιώσαντα.
- Κατά τον ίδιο χρόνο ο αποβιώσας ασχολείτο μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης και με αγοραπωλησίες ακινήτων.
- Ο αποβιώσας εξέδωσε προς όφελος και επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 και παρέδωσε σε αυτόν τις ακόλουθες επιταγές, οι οποίες εξαργυρώθηκαν από τον τελευταίο: (α) επιταγή ημερ. 12.1.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4291, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000). (β) επιταγή ημερ. 26.1.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4296, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000). (γ) επιταγή ημερ. 3.2.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4298, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000). (δ) επιταγή ημερ. 11.2.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0251, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €10.251,61 (Λ.Κ.6.000). (ε) επιταγή ημερ. 7.3.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4287, επί της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €5.125,80 (Λ.Κ.3.000). (στ) επιταγή ημερ. 17.3.05 με αριθμό ΧΧΧΧ4288, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €5.125,80 (Λ.Κ.3.000).
- Η Εναγόμενη 2 εξέδωσε επ' ονόματι του αποβιώσαντα και παρέδωσε προς αυτόν επιταγή ημερ. 31.3.05 επί της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό ΧΧΧΧ1364 για ποσό €51.258,04 (Λ.Κ.30.000), η οποία ουδέποτε παρουσιάσθηκε για εξαργύρωση.
- Ο αποβιώσας περαιτέρω εξέδωσε προς όφελος και επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 και παρέδωσε σε αυτόν τις ακόλουθες επιταγές, οι οποίες εξαργυρώθηκαν από τον τελευταίο: (α) επιταγή ημερ. 2.9.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0284, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €3.417,20 (Λ.Κ.2.000). (β) επιταγή ημερ. 13.9.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0285, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €5.125,80 (Λ.Κ.3.000). (γ) επιταγή ημερ. 5.10.05 με αριθμό ΧΧΧΧ0298, επί της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €3.417,20 (Λ.Κ.2.000). Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ενάγοντας. Πέραν των γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά αυτός ανέφερε τα ακόλουθα: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών του πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε στις 25.12.15 αφήνοντας ως μοναδικούς κληρονόμους την σύζυγο του και τα τρία τους παιδιά. Ο Ενάγοντας διορίσθηκε στις 14.12.16 ως ο μόνος διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του. Τα ποσά των επιταγών που σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο πατέρας του παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 δόθηκαν δυνάμει συμφωνιών δανείου. Από τις έρευνες που ο ίδιος έκανε στα πλαίσια διεξαγωγής των καθηκόντων του ως διαχειριστή δεν έχει εντοπίσει πουθενά οτιδήποτε που να δείχνει ότι τα ποσά αυτά επιστράφηκαν στον πατέρα του από τους Εναγόμενους και άρα εξακολουθούν να οφείλονται. Όπως πληροφορείται από την μητέρα του, ο πατέρας του της είχε μιλήσει για την παρούσα υπόθεση και τον συγκεκριμένο δανεισμό χρημάτων όλων των προαναφερόμενων επιταγών προς τον Εναγόμενο 1, τόσο γιατί είχαν χρησιμοποιηθεί επιταγές του κοινού τους λογαριασμού όσο και λόγω του ότι ο πατέρας του χρειάστηκε πολλές φορές να συναντηθεί με τους δικηγόρους του για τους σκοπούς διεκδίκησης της εξόφλησης των οφειλομένων από τους Εναγόμενους αλλά και να παρευρεθεί στο Δικαστήριο σε διάφορες ημερομηνίες όταν η αγωγή ήταν ορισμένη. Επίσης από τις έρευνες που έχει κάνει δεν έχει εντοπίσει πουθενά οτιδήποτε που να αφορά ή να παραπέμπει σε συμφωνία του πατέρα του με τους Εναγόμενους ή να παραπέμπει σε πληρωμή του Εναγόμενου 1 με τα ποσά των επιταγών, για οποιοδήποτε αγαθό ή υπηρεσία που να δικαιολογεί την μη επιστροφή των αξιωμένων ποσών. Ως εκ των άνω ειλικρινά πιστεύει ότι το αρχικό σύνολο των επιταγών ήτοι το ποσό των Λ.Κ.30.000 είχε δοθεί ως δάνειο από τον πατέρα του προς τον Εναγόμενο 1 και η επιστροφή αυτού είχε ζητηθεί από τον πατέρα του περί το τέλος Μαρτίου 2005 εξ ου και η Εναγόμενη 2 ανέλαβε κι αυτή να το εξοφλήσει και εξέδωσε την επιταγή ημερ. 31.3.05 προς όφελος του πατέρα του. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει για ποιο λόγο δεν εξαργυρώθηκε η εν λόγω επιταγή, όμως δεν πιστεύει ότι αυτή θα διδόταν στον πατέρα του εάν δεν είχε συμφωνηθεί και αν δεν ήταν η από κοινού αντίληψη και πρόθεση του πατέρα του και του Εναγόμενου 1, ότι το αρχικό σύνολο των επιταγών θα ήταν επιστρεπτέο σε πρώτη ζήτηση. Επίσης γνωρίζει ότι κατά το χρόνο της έκδοσης της εν λόγω επιταγής ο πατέρας του μπορούσε να την εξαργυρώσει το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτήν. Παρά ταύτα όπως προκύπτει από την μετέπειτα έκδοση τριών επιταγών προς όφελος του Εναγόμενου 1, ο τελευταίος φαίνεται να είχε ανάγκη να δανειστεί κι άλλα χρήματα, πράγμα που σήμαινε ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε είτε ο ίδιος είτε η γυναίκα του την απαραίτητη ρευστότητα για να επιστραφεί το αρχικό σύνολο των επιταγών. Σύμφωνα με τα πιο πάνω ειλικρινά πιστεύει ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν και εξακολουθούν να οφείλουν να επιστρέψουν τα ποσά που δανείσθηκαν από τον πατέρα του και επιπρόσθετα οφείλουν τόκους επί των ποσών αυτών από την ημερομηνία που αυτά κατέστησαν πληρωτέα δηλ. από την ημερομηνία που η εξόφληση τους ζητήθηκε από τον πατέρα του. Πιο συγκεκριμένα για το αρχικό σύνολο επιταγών αυτό ζητήθηκε την 31.3.05 ενώ για το υπόλοιπο ποσό, πέραν των όσων αναφέρονται σχετικά στην έκθεση απαίτησης δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πότε ζητήθηκε και κατέστη πληρωτέο, πριν την καταχώρηση της αγωγής. Πέραν των όσων γνώριζε και ανέφερε ως εκ των καθηκόντων του ως διαχειριστής, είναι επίσης σε θέση να έχει γνώση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και δοσοληψιών που είχε ο πατέρας του ενόσω ήταν εν ζωή, τόσο λόγω της στενής οικογενειακής τους σχέσης, αλλά και λόγω του ότι είχαν συνεργαστεί επί σειρά ετών. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την επαγγελματική τους συνεργασία, μετά τις πτυχιακές σπουδές του Ενάγοντα (αποφοίτησε το 1987) και ακολούθως τις μεταπτυχιακές του σπουδές (αποφοίτησε το 1990), ξεκίνησε να εργάζεται με τον πατέρα του στην εταιρεία Lordos United Plastics Public Ltd, στην οποία ο πατέρας του διετέλεσε ως Γενικός Διευθυντής μέχρι και το 2005 που αφυπηρέτησε. Τόσο η εν λόγω εταιρεία όσο και άλλες εταιρείες στις οποίες ο πατέρας του επίσης δραστηριοποιήθηκε σε διάφορους χρόνους και στις οποίες υπήρξε είτε μέτοχος, είτε εξωτερικός σύμβουλος, ασχολούνταν μεταξύ άλλων με την επένδυση σε ακίνητη περιουσία, είτε δια της αγοραπωλησίας, είτε δια της αγοραπωλησίας και ανάπτυξης ακινήτων. Τόσο λόγω της φύσεως της προσωπικής όσο και της επαγγελματικής σχέσης του με τον πατέρα του, είναι γνώστης του τρόπου με τον οποίον ο πατέρας του διεξήγαγε εργασίες περιλαμβανομένου και του τρόπου που προέβαινε σε αγοραπωλησίες ακινήτων και σε αντίθεση των όσων αναφέρονται στην υπεράσπιση των Εναγομένων, μια αγοραπωλησία ακινήτου με τα δεδομένα και τις συνθήκες που αναφέρονται εκεί δεν συνάδει ούτε με την συνήθη συμπεριφορά του πατέρα του στην διεξαγωγή των εργασιών του αλλά ούτε και με την ακολουθητέα πρακτική του. Ο πατέρας του ουδέποτε προέβη στο παρελθόν σε αγοραπωλησία ακινήτου χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων αν μη τι άλλο το τίμημα αγοράς, τον χρόνο και τρόπο αποπληρωμής και την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου, και δη προφορικά, ούτε για λογαριασμό του αλλά ούτε για λογαριασμό οποιασδήποτε εταιρείας της οποίας τα συμφέροντα εκπροσώπευε. Ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας θα συμφωνούσε να αγοράσει ακίνητο χωρίς αυτές τις βασικές πληροφορίες. Περαιτέρω ειλικρινά πιστεύει ότι εάν ο πατέρας του είχε προβεί, ειδικότερα προσωπικά σε συμφωνία για την αγορά ακινήτου ως αναφέρεται στην υπεράσπιση, ο μάρτυρας θα το γνώριζε. Έστω όμως και εάν τα πράγματα έγιναν όπως αναφέρονται στην υπεράσπιση, εντούτοις οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα για την εκτέλεση της ισχυριζόμενης συμφωνίας από τότε που αναφέρουν ότι ο πατέρας του δήθεν τους ζήτησε να την τερματίσουν, δηλ. από το Δεκέμβριο του
- Επομένως ειλικρινά πιστεύει ότι έστω και αν υφίστατο τέτοια συμφωνία και πάλι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνταν να κρατήσουν τα αξιούμενα χρήματα και όφειλαν μέχρι σήμερα να τα είχαν επιστρέψει, πόσο μάλλον εφόσον δεν φαίνεται να επεδίωξαν ή ακόμα και σήμερα να επιδιώκουν την εκτέλεση της ισχυριζόμενης συμφωνίας. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Εναγόμενος
- Αυτός διατηρεί από το 1978 εργοστάσιο κατασκευής χαλβά, ταχίνης και επεξεργασίας σησαμιού. Πέραν του ότι συνεργάζονταν στα πλαίσια της επιχείρησης του, τον αποβιώσαντα τον είχε περισσότερο και από τον πατέρα του. Ο αποβιώσας πάντα τον συμβούλευε και αυτός άκουγε τις συμβουλές του. Κάποια εποχή η Κυβέρνηση υποχρέωσε επιχειρήσεις όπως την δική του να αποκτήσουν HASAP ‑ ISO. Έτσι χρειαζόταν αρκετές χιλιάδες και δανειζόταν από τον αποβιώσαντα χρήματα, τα οποία του επέστρεψε. Αυτός, ο αποβιώσας και ο ΧΧΧΧ Αντωνιάδης, εκτελεστικός διευθυντής της Γιαννάκης Αντωνιάδης Λτδ, ήταν φίλοι. Τον Δεκέμβριο του 2004 ο Εναγόμενος 1 πούλησε στον Αντωνιάδη, στην αξία την οποία ζήτησε και πληρώθηκε δηλ. Λ.Κ.50.000, το 1/3 του τεμαχίου που αναφέρεται στο τίτλο τεκμήριο 5, το οποίο ανήκει στην σύζυγο του. Έτσι πήγαν στο Κτηματολόγιο και το μεταβίβασε. Εν τω μεταξύ είχε ειδοποιηθεί από το Κτηματολόγιο ότι θα άλλαζε το εμβαδόν του τεμαχίου (με βάση δορυφόρο) και έτσι να μην προχωρήσει σε οποιανδήποτε άλλη πράξη. Όταν έμαθε ο αποβιώσας, ο οποίος ασχολείτο με την γη, για την πιο πάνω πώληση, τον Δεκέμβριο του 2004 εισηγήθηκε στον Εναγόμενο 1 να του πουλήσει και αυτού ένα τεμάχιο. Ο αποβιώσας έστειλε τότε κάποιον Ανδρέα, από τις κτηματικές εταιρείες που είχε, ο Εναγόμενος 1 τον πήρε και του έδειξε το ακίνητο και ο Ανδρέας του είπε ότι θα μιλήσει με τον αποβιώσαντα. Τρεις μέρες μετά ο αποβιώσας τον ειδοποίησε ότι θα το αγόραζε. Ο Εναγόμενος 1 τότε του είπε ότι δεν μπορούν να κάνουν κάποιο έγγραφο καθότι υπήρχε θέμα με το εμβαδόν και έτσι δεν γνώριζαν το εμβαδόν και την τιμή, όμως αν ενδιαφέρεται θα έβρισκαν την λύση. Ο αποβιώσας του είπε ότι θα του έδινε Λ.Κ.30.000 σαν προκαταβολή για να το κρατήσει και θα έβλεπαν για μετά εφόσον είχαν εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Έτσι κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία προέβλεπε ότι η τιμή πώλησης θα οριζόταν από αμοιβαίο αποδεκτό εκτιμητή, ο οποίος θα εκτιμούσε την τρέχουσα αξία της γης με βάση το εμβαδόν που θα καθοριζόταν από το Κτηματολόγιο. Για να γιορτάσουν την συμφωνία κανόνισαν και πήγαν με τις συζύγους τους για φαγητό σε ψαροταβέρνα. Ήταν η πρώτη φορά που αυτός και η σύζυγος του συναντούσε την σύζυγο του αποβιώσαντα, η οποία μάλιστα του είπε ότι συνέγραφε βιβλίο. Το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των Λ.Κ.30.000 ο αποβιώσας του το έδωσε διαδοχικά με επιταγές επειδή ο Εναγόμενος 1 είχε σοβαρές οικονομικές ανάγκες. Τις επιταγές τις παραλάμβανε από την γραμματέα του αποβιώσαντα, με οδηγίες του τελευταίου και υπογραμμένες από αυτόν. Όταν πήρε το τελευταίο ποσό και συμπληρώθηκε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.30.000 ο αποβιώσας του είπε ότι δεν μπορούσε να του δώσει περισσότερα. Καθυστερούσε δε ο καθορισμός του εμβαδού από το Κτηματολόγιο και ο αποβιώσας του ζήτησε να του πάρει μια επιταγή της συζύγου του που ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου ώστε να μην μετανιώσει ο Εναγόμενος
- Έτσι ο τελευταίος είπε στην σύζυγο του να εκδώσει την επιταγή των Λ.Κ.30.
- Τον Απρίλιο του ίδιου έτους ο Αντωνιάδης, η εταιρεία του οποίου είχε μεγάλο τεμάχιο συνορεύον με αυτό του τεκμηρίου 5, πρότεινε στον Εναγόμενο 1 να αγοράσει και άλλο μέρος του τεμαχίου αυτού. Ο Εναγόμενος 1 είπε στον Αντωνιάδη ότι το είχε δώσει στον αποβιώσαντα και ότι πήρε προκαταβολή οπόταν ο Αντωνιάδης του είπε ότι θα μιλούσε με τον αποβιώσαντα. Ο Αντωνιάδης μίλησε με τον αποβιώσαντα και ο τελευταίος του είπε ότι θα το κρατούσε. Το Κτηματολόγιο εξακολουθούσε να καθυστερεί να ορίσει νέο εμβαδόν. Επειδή ο Εναγόμενος 1 είχε ανάγκη από λεφτά είπε στον αποβιώσαντα να του δώσει τουλάχιστον άλλες Λ.Κ.10.000, οπόταν ο αποβιώσας φοβούμενος μήπως χάσει το ακίνητο του έδωσε τις τρεις τελευταίες επιταγές του τεκμηρίου
- Η προαναφερόμενη καθυστέρηση του Κτηματολογίου απλώς διαφοροποίησε το εμβαδόν στην συμφωνία πώλησης. Μετά τον καθορισμό του εμβαδού από το Κτηματολόγιο ακολούθησε η συμφωνηθείσα εκτίμηση στις 2.1.08, στην οποία ο εκτιμητής έδωσε λίγο μεγαλύτερη αξία από αυτήν που είπαν αρχικά. Τότε ο Εναγόμενος 1 κάλεσε τον αποβιώσαντα να πάει να κανονίσουν την διαφορά αλλά εκείνος του είπε ότι θα τα κανόνιζε και ότι είχε κάποια προβλήματα στο Παραλίμνι. Το 2008 ο Εναγόμενος 1 έκανε με τον αποβιώσαντα κάποιους σχετικούς λογαριασμούς. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 9 έγγραφο στο οποίο φαίνονται χειρόγραφα κάποιες πράξεις που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1 καταγράφηκαν από τον αποβιώσαντα στην παρουσία του. Εξήγησε δε σχετικά ότι το καθορισθέν νέο εμβαδόν το ακινήτου είχε πάει από 20.000 και κάτι σε 35.452 τετραγωνικά μέτρα. Ο αποβιώσας, επειδή ο Αντωνιάδης είχε πάρει μέρος του τεμαχίου, είπε στον Εναγόμενο 1 να το μοιράσουν σε τρία κομμάτια για να μπορεί να έχει λόγο. Ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε και έτσι το έκαναν σε εικοστά τέταρτα. Ο Αντωνιάδης πήρε τα 8/24, ο αποβιώσας θα έπαιρνε τα 6/24 και ο Εναγόμενος 1 θα είχε τα 10/24, τα οποία μετά από έγκριση του αποβιώσαντα, για να αποφύγουν την ψηλή φορολογία στο Κτηματολόγιο, θα μεταβιβάζονταν εξ ημισείας στους υιούς του Εναγόμενου
- Εξήγησε δε ότι στο τεκμήριο 9 είναι η πράξη σε σχέση με τα λεφτά που θα έδινε ο αποβιώσας και κάτω από αυτήν ότι ο αποβιώσας του είπε εάν δεν βγαίνουν τα λεφτά να έπαιρνε τα 3/24 οπόταν ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει με την ίδια τιμή γιατί θα είχε πρόβλημα με τον Αντωνιάδη. Έτσι ο αποβιώσας του είπε να δώσει πιο ψηλή τιμή και έβγαλε το τελικό ποσό που έπρεπε να δώσει. Είπε δε στον Εναγόμενο 1 ότι θα τον ειδοποιούσε για να πάνε στο Κτηματολόγιο. Βρέθηκαν τον Μάιο και ο αποβιώσας του είπε ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο θα πήγαιναν στο Κτηματολόγιο. Τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 και του είπε να πάνε στο Κτηματολόγιο στις αρχές Σεπτεμβρίου και να κάνει ο τελευταίος την διαδικασία και για τα 6/24 και να του τηλεφωνήσει για να πάει ο αποβιώσας στο Κτηματολόγιο να τον πληρώσει. Έτσι ο Εναγόμενος 1 έκανε όλα τα σχετικά στο Κτηματολόγιο (κατέθεσε σχετικά έγγραφα ως τεκμήριο 10) και πλήρωσε τους κτηματικούς φόρους του ακινήτου για να μπορέσει να γίνει η πράξη. Στην συνέχεια τηλεφώνησε στον αποβιώσαντα και του είπε ότι είναι έτοιμος για να κάνει την μεταβίβαση. Ο αποβιώσας τον κάλεσε στην συνέχεια για να μιλήσουν στο γραφείο του και εκεί του είπε ότι Τράπεζα Κύπρου δεν του έδωσε λεφτά, γιατί είχε μια μεγάλη εκκρεμότητα και ότι θα του τα κανόνιζε την ίδια εβδομάδα. Ο Εναγόμενος 1 πολλές φορές τον πήρε τηλέφωνο και ο αποβιώσας του έλεγε ότι δεν είναι καλά και ότι δεν ήταν ανθηρά τα οικονομικά του. Έτσι τελικά δεν ολοκληρώθηκε η συμφωνία για να γίνει η μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος 1 όμως δεν μπορούσε να κινήσει αγωγή στον αποβιώσαντα γιατί λόγω της σχέσης του τον αγαπούσε, τον εκτιμούσε και τον σεβόταν εφόσον τον βοήθησε σε στιγμές πολύ δύσκολες. Πρότεινε δε στον Ενάγοντα επανειλημμένως να του μεταβιβάσει μέρος του εν λόγω ακινήτου. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Εναγόμενη 2 και σύζυγος του Εναγόμενου
- Σύμφωνα με αυτήν την προσωπική της περιουσία ουδέποτε την διαχειρίστηκε η ίδια καθότι έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον σύζυγο της και για αυτό του είχε κάνει πληρεξούσιο. Η ίδια δεν είχε σχέση με εμπόριο, ούτε έκανε οποιεσδήποτε συναλλαγές και δεν γνωρίζει τι έκανε ο σύζυγος της στα πλαίσια της επιχείρησης του, με τους συνεργάτες και την παρέα του. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση άκουσε ότι λόγω της σχέσης που είχε ο αποβιώσας με τον σύζυγο της, ο πρώτος ενδιαφερόταν να αγοράσει μέρος του τεμαχίου που φαίνεται στο τεκμήριο
- Ο σύζυγος της της ανέφερε ότι αποφασίστηκε προφορικά να αγοραστεί και θα συναντιόνταν σε μια ψαροταβέρνα για να γνωριστούν με τον αποβιώσαντα και την σύζυγο του για το καλό της συμφωνίας. Η συνάντηση αυτή έγινε στις αρχές του
- Κατά την συνάντηση δεν έγινε καμία αναφορά για δοσοληψίες. Δεν γνώριζε τον αποβιώσαντα και αυτή ήταν η μόνη φορά που τον συνάντησε. Όσον αφορά την επιταγή που υπέγραψε την έκδωσε όταν ο αποβιώσας ζήτησε να εκδώσει δική της επιταγή γιατί το τεμάχιο ήταν στο όνομα της, για διασφάλιση της πιο πάνω συμφωνίας. Δεν ενδιαφέρθηκε για οτιδήποτε άλλο στην υπόθεση καθότι τα πάντα τα διεκπεραίωνε ο σύζυγος της. Δεν γνωρίζει τι έκανε ο σύζυγος της με τα χρήματα των επιταγών που του έδωσε ο αποβιώσας. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Αντωνιάδης. Είναι επιχειρηματίας και ο αποβιώσας ήταν φίλος του όπως είναι και ο Εναγόμενος
- Γνωρίζει επίσης την Εναγόμενη 2, από την οποία η Γιαννάκης Ν. Αντωνιάδης & Υιοί Λτδ (μια εκ των εταιρειών στην οποία είναι manager director και μέτοχος και ασχολείται με γεωργικές και κτηματικές εργασίες) αγόρασε τον Νοέμβριο του 2004, 1/3 μερίδιο από ένα χωράφι της (αυτό που αφορά το τεκμήριο 5) το οποίο εφάπτεται με δικό τους χωράφι, για το ποσό των Λ.Κ.50.000 περίπου. Για αυτήν την πράξη ενόψει του ότι ήταν φιλική δεν καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία αλλά απλά συμφώνησαν, πλήρωσαν και έγινε η μεταβίβαση. Αργότερα ενδιαφέρθηκε να αγοράσει και άλλο μέρος του ίδιου ακινήτου. Όταν είπε στον Εναγόμενο 1 ότι είχε κάποια λεφτά και ήθελε να αγοράσει ακόμα ένα κομμάτι από το ακίνητο, ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι «έκλεισε» με τον αποβιώσαντα. Τότε ο μάρτυρας πήγε να δει τον αποβιώσαντα στο γραφείο του στην Lordos Plastic, περί τα μέσα του
- Του είπε ότι εάν δεν χρειάζεται το κομμάτι του ακινήτου που αγόρασε από την Εναγόμενη 2 και επειδή εφάπτεται στο δικό τους, ήθελε να το πάρει. Τότε ο αποβιώσας του είπε ότι το ήθελε για να το δώσει στα εγγόνια του και τελείωσε η συζήτηση. Δεν γνωρίζει κατά πόσο μεταξύ του αποβιώσαντα και των Εναγομένων έγινε γραπτή συμφωνία για την εν λόγω αγοραπωλησία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) ήταν κατηγορηματικός κατά την μαρτυρία του ότι τα ποσά που αξιώνονται στην παρούσα δόθηκαν από τον πατέρα του στον Εναγόμενο 1 δυνάμει συμφωνιών δανείου και ότι οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να τα οφείλουν καθότι δεν τα επέστρεψαν παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του τα ζήτησε. Επέμενε δε καθόλη την μαρτυρία του ότι τα εν λόγω ποσά δόθηκαν για τον σκοπό αυτό και όχι για άλλον καθότι ουδέποτε έγινε συμφωνία μεταξύ του πατέρα του και των Εναγομένων για πώληση προς τον πρώτο μεριδίου ακινήτου που ανήκε στην Εναγόμενη
- Είναι όμως προφανές από το σύνολο της μαρτυρίας αυτού ότι πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα που αφορούν την έκδοση των επιταγών, την παράδοση και την εξαργύρωση αυτών που εξαργυρώθηκαν, τα λοιπά γεγονότα που ανέφερε προς υποστήριξη της θέσης του για την σύναψη δανείων αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία εφόσον ο ίδιος σε κανένα σημείο υποστήριξε ότι είχε προσωπική γνώση για αυτά. Συγκεκριμένα: Στην γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 8), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (στο εξής «στην κυρίως εξέταση του»), ανέφερε ότι η γνώση του όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα προέρχεται είτε από έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του ένεκα των καθηκόντων του ως διαχειριστή είτε από την στενή σχέση που είχε με τον πατέρα του, τόσο ως γιος του όσο και ως συνεργάτης του. Επιπλέον, όπως τον πληροφόρησε η μητέρα του, ο πατέρας του της είχε μιλήσει για την παρούσα και τον δανεισμό χρημάτων όλων των επιταγών προς τον Εναγόμενο 1, τόσο γιατί είχαν χρησιμοποιηθεί επιταγές του κοινού τους λογαριασμού όσο και λόγω του ότι ο πατέρας του χρειάστηκε πολλές φορές να συναντηθεί με τους δικηγόρους του για τους σκοπούς διεκδίκησης των οφειλομένων από τους Εναγόμενους αλλά και για να παρευρεθεί στο Δικαστήριο σε διάφορες ημερομηνίες όταν η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη. Δεν γνώριζε δε λεπτομέρειες έστω και από όσα άκουσε όπως ποιος συμπλήρωνε τις επιταγές, ποιος τις έδωσε στον Εναγόμενο 1 ούτε εάν αυτές δόθηκαν μια φορά όλες μαζί ή περιοδικά μια μια αλλά ούτε και τον λόγο που δόθηκαν περιοδικά (κάτι που δεν απέκλεισε τελικά εκ της αρίθμησης που έφεραν). Η προαναφερόμενη εξ ακοής μαρτυρία χρήζει λοιπόν εξέτασης για να διαπιστωθεί ποια βαρύτητα θα πρέπει να της δοθεί, πάντοτε δυνάμει των σχετικών προνοιών που περί Αποδείξεως Νόμου, με την τροποποίηση του οποίου τέτοια μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον εκ προοιμίου αλλά γίνεται δεκτή και αξιολογείται στην βάση όλων των σχετικών παραγόντων και της ίδιας της υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν της αναφοράς του στην κυρίως εξέτασης του σε πληροφορίες που του έδωσε η μητέρα του, αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε έγγραφα που ήλθαν στην κατοχή του ως διαχειριστή της περιουσίας του πατέρα του. Κανένα όμως από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ή στα οποία αναφέρθηκε δεν περιέχουν οποιαδήποτε αναφορά σε δάνεια. Αναφέρει επίσης εισαγωγικά, γενικά και αόριστα στην κυρίως εξέταση του ότι η γνώση του για τα επίδικα γεγονότα προέρχεται και από την στενή σχέση που είχε με τον πατέρα του, τόσο ως γιος του όσο και ως συνεργάτης του. Ως προς τούτο όμως στο υπόλοιπο μέρος της κυρίως εξέτασης του πουθενά δεν αναφέρει ότι ο πατέρας του μίλησε στον ίδιο για τέτοια δάνεια. Στις πιο πάνω σχέσεις του με τον πατέρα βασίσθηκε σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασης του μόνο και μόνο για να υποστηρίξει ότι δεν έγινε από τον πατέρα του οποιαδήποτε συμφωνία αγοράς μεριδίου ακινήτου της Εναγόμενης 2, για να δηλώσει περαιτέρω ότι «ειλικρινά πιστεύει» ότι εάν ο πατέρας του είχε προβεί, ειδικότερα προσωπικά, σε τέτοια συμφωνία, ο ίδιος θα το γνώριζε. Είναι λοιπόν σαφές από τα πιο πάνω ότι η εξ ακοής γνώση του για την ύπαρξη των συμφωνιών δανείων που ισχυρίζεται προέρχεται μόνο από την μητέρα του στην οποία κατά τον ισχυρισμό του ο πατέρας του, ως έχων προσωπική γνώση, έκανε την ή τις αρχικές δηλώσεις. Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλο, Πολ. Έφεση Αρ. 6/2011, ημερ. 15.7.16: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε: Ανδρέου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ, 152). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ.. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217). Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή (Δέστε: Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ, 70 και Μονός κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ, 1002). Το άρθρο 27
(3)προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108 και Χριστοφή και Άλλοι. ν. Δημητρίου και Άλλη
(2009)1 ΑΑΔ 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Για μια εκτενή ανάλυση του θέματος δέστε Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320-331». Στα πλαίσια της παρούσας ο Ενάγοντας ερωτώμενος στην αντεξέταση του πότε για πρώτη φορά έλαβε γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση είπε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει χρονικά αλλά απλώς θυμάται ότι είχε λεχθεί, σε κάποιες οικογενειακές συναντήσεις ότι ο πατέρας του έχει να παίρνει κάποια ποσά από τους Εναγόμενους που τους είχε δανείσει παλαιότερα. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν ανέφερε ότι σε αυτές τις συναντήσεις ήταν παρών και ο πατέρας του. Δέχθηκε όμως ότι παρούσα ήταν η μητέρα του και ότι αυτή για το θέμα έλεγε ότι ο πατέρας του είχε δανείσει ένα ποσό στους Εναγόμενους και ότι περίμενε να το εισπράξει πίσω. Όταν ρωτήθηκε γιατί η μητέρα του δεν κλήθηκε ως μάρτυρας, έδωσε αρχικά την δικαιολογία ότι αυτή «μπορεί να μην ξέρει αρκετές λεπτομέρειες» πέραν του ότι είχε γίνει ο δανεισμός και ότι ο πατέρας του περίμενε την επιστροφή του δανεισθέντος ποσού ενώ στην συνέχεια είπε ότι η μητέρα του είναι 78 ετών και ότι «έχει πρόβλημα κάπου στο περπάτημά της» και δεν βρίσκει λόγο να την αναμείξει σε τέτοιαν ηλικία. Πρόσθεσε όμως στην συνέχεια ότι το πρόβλημα υγείας της δεν είναι σοβαρό αλλά ο ίδιος δεν βλέπει το λόγο να παραστεί η μητέρα του απλώς για να πει ότι «Ναι, γνωρίζω την υπόθεση και ότι έτσι είναι». Όταν δε του τέθηκε ότι αμέσως μετά την εορτή των Θεοφανίων του 2005, τόσο ο πατέρας του όσο και η μητέρα του είχαν προσκληθεί από τους Εναγόμενους σε συγκεκριμένη ψαροταβέρνα για να γιορτάσουν την συμφωνία πώλησης μέρους του προαναφερόμενου ακινήτου, χωρίς να πει κατά πόσο είχε κάποια γνώση επί αυτού και ποια, διαφώνησε κάθετα δηλώνοντας γενικά ότι δεν υπήρχε ποτέ συμφωνία πώλησης. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα από τα πιο πάνω ότι ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας που εισήγαγε ο Ενάγοντας αναφορικά με τον κατ' ισχυρισμό δανεισμό είναι δεύτερου βαθμού (βλ. άρθρο 27
(2)(γ) του περί Αποδείξεως Νόμου). Δεν γνώριζε δε αυτός πόσο χρόνο πριν την ή τις αρχικές δηλώσεις έγιναν τα γεγονότα που αυτές αφορούσε δηλ. πότε ο πατέρας του τα ανέφερε στην μητέρα του (βλ. άρθρο 27
(2)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου). Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 27
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Είναι επίσης προφανές στην παρούσα ότι ενόψει του θανάτου του πατέρα του, ο οποίος φέρεται να έκανε την ή τις αρχικές δηλώσεις περί των συμφωνιών δανείου στην μητέρα του, η καλύτερη πλέον δυνατή μαρτυρία που θα μπορούσε να προσαχθεί αναφορικά με αυτές τις δηλώσεις ήταν αυτή της μητέρας του. Παρά όμως την αμφισβήτηση από την υπεράσπιση όλων όσων ανέφερε για συμφωνίες δανείου, περιλαμβανομένων των δηλώσεων της μητέρας του και ενώ του τέθηκε η θέση για την προαναφερόμενη συνάντηση σε ψαροταβέρνα όπου παρέστη η μητέρα του, εντούτοις χωρίς πειστική δικαιολογία, ως προκύπτει από τα όσα ο ίδιος ανέφερε, η μητέρα του δεν κλήθηκε ούτως ώστε να αναφέρει τις θέσεις της για αυτά και να αντεξετασθεί. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι της υπό εξέταση εξ ακοής μαρτυρίας (βλ. Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1108). Τέλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ούτε το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ως ο διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του έχει προφανώς προσωπικό όφελος στην παρούσα αγωγή, να μεταφέρει την εκδοχή εκείνη που θα στηρίξει την αξίωση του. Ως θα διαφανεί δε και στην συνέχεια ουσιώδεις θέσεις του ως προς τα γεγονότα στηρίζονταν σε υποθετικά και μονόπλευρα συμπεράσματα του. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και το ότι η εξ ακοής αυτή μαρτυρία αφορά ουσιώδη θέματα, κρίνω με βάση και το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι η θέση του περί δανεισμού στηρίχθηκε στα πιο πάνω σε συνδυασμό με την θέση του ότι ουδέποτε έγινε συμφωνία μεταξύ του πατέρα του και των Εναγομένων για πώληση προς τον πρώτο μεριδίου ακινήτου που ανήκε στην Εναγόμενη
- Η θέση όμως αυτή δεν στηρίζεται σε κάποια προσωπική του γνώση αλλά σε συμπέρασμα στα οποία ο ίδιος καταλήγει. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι από τις έρευνες που έκανε ως διαχειριστής και για σκοπούς της παρούσας δεν έχει εντοπίσει πουθενά οτιδήποτε που να αφορά ή να παραπέμπει σε συμφωνία του πατέρα του με τους Εναγόμενους ή να παραπέμπει σε πληρωμή του Εναγόμενου 1 με τα ποσά των επιταγών για οποιοδήποτε αγαθό ή υπηρεσία η άλλως πως που να δικαιολογεί την μη επιστροφή των αξιούμενων ποσών. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση των Εναγομένων ήταν ότι όλα όσα αφορούσαν την συμφωνία αγοραπωλησίας έγιναν προφορικά. Ανέφερε επίσης στην κυρίως εξέταση του ότι είχε γνώση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και δοσοληψιών που είχε ο πατέρας του όσο ήταν εν ζωή, τόσο λόγω της στενής οικογενειακής τους σχέσης αλλά και λόγω του ότι είχαν συνεργαστεί επί σειρά ετών σε συγκεκριμένη εταιρεία και έτσι ήταν γνώστης του τρόπου με τον οποίον ο πατέρας του διεξήγαγε εργασίες περιλαμβανομένου και του τρόπου που προέβαινε σε αγοραπωλησίες ακινήτων. Ανέφερε δε ως εκ των άνω ότι μια αγοραπωλησία ακινήτου με τα δεδομένα και τις συνθήκες που αναφέρονται από τους Εναγόμενους στην υπεράσπιση τους, δεν συνάδει ούτε με την συνήθη συμπεριφορά του πατέρα του στη διεξαγωγή τέτοιων εργασιών αλλά ούτε και με την ακολουθητέα πρακτική του. Εξηγώντας αυτό ανέφερε ότι ο πατέρας του ουδέποτε προέβηκε στο παρελθόν σε αγοραπωλησία ακινήτου χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων το τίμημα αγοράς, τον χρόνο και τρόπο αποπληρωμής και την ημερομηνία μεταβίβασης και δη προφορικά, ούτε για λογαριασμό του αλλά ούτε για λογαριασμό οποιασδήποτε εταιρείας της οποίας τα συμφέροντα εκπροσωπούσε. Το γεγονός όμως ότι ο πατέρας του σε άλλες περιπτώσεις χειριζόταν τα θέματα με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί δίχως άλλο να οδηγήσει και μάλιστα ως μόνο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη δεν έδρασε με άλλο τρόπο ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη η σχέση εμπιστοσύνης, που ουσιαστικά ο ίδιος ο Ενάγοντας δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ του πατέρα του και του Εναγόμενου 1 ως εκ της συνεργασίας αυτών. Το γεγονός δε ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν θα συμφωνούσε να αγοράσει ακίνητο χωρίς αυτές τις βασικές πληροφορίες, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω και προφανώς το ανέφερε με σκοπό να ενισχύσει την θέση του. Περαιτέρω δήλωσε ότι «ειλικρινά πιστεύει» ότι εάν ο πατέρας του είχε προβεί και μάλιστα στο όνομά του προσωπικά, σε συμφωνία για την αγορά ακινήτου, ο ίδιος θα το γνώριζε. Εδώ όμως εγείρεται εύλογα το ερώτημα γιατί ο πατέρας του παρά την σχέση τους να του ανέφερε για τέτοια αγορά ενώ τίποτα δεν του είπε για τα ισχυριζόμενα δάνεια; Προκύπτει επίσης από την μαρτυρία του ότι στήριξε την όλη θέση του για τις συμφωνίες δανείου σε υποθέσεις αλλά και επηρεαζόμενος και θεωρώντας ως αληθή τα όσα δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης, με δεδομένο ότι τις πληροφορίες για την σύνταξη της, έδωσε ο πατέρας του πριν αποβιώσει. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει για ποιο λόγο δεν εξαργυρώθηκε η επιταγή ημερ. 31.3.05 που εκδόθηκε από την Εναγόμενη 2 προς τον πατέρα του, «όμως δεν πιστεύει ότι θα του διδόταν αυτή η επιταγή εάν δεν είχε συμφωνηθεί και αν δεν ήταν η από κοινού αντίληψη και πρόθεση του πατέρα του και του Εναγόμενου 1, ότι το αρχικό σύνολο των επιταγών θα ήταν επιστρεπτέο σε πρώτη ζήτηση». Δήλωσε επίσης ότι όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό δηλ. αυτό των επιταγών που εκδόθηκαν μετά την 31.3.05, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πότε το ζήτησε ο πατέρας του και κατέστη πληρωτέο πριν την καταχώρηση της αγωγής. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει ότι κατά το χρόνο της έκδοσης της αναφερόμενης επιταγής ο πατέρας του μπορούσε να την εξαργυρώσει το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτήν. Παρά ταύτα ήταν συμπέρασμα του, το οποίο βάσισε μόνο στο γεγονός ότι στην συνέχεια εκδόθηκαν άλλες 3 επιταγές προς όφελος του Εναγόμενου 1, ότι ο τελευταίος φαίνεται να είχε ανάγκη να δανειστεί κι άλλα χρήματα, πράγμα που σήμαινε ότι «κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε είτε ο ίδιος είτε η γυναίκα του την απαραίτητη ρευστότητα για να επιστρέφει το αρχικό σύνολο των επιταγών». Η έκδοση όμως και η εξαργύρωση των 3 επιταγών στην συνέχεια δεν οδηγεί αυτόματα σε τέτοιο συμπέρασμα αλλά συνάδει και με την αντίθετη προς τούτο εκδοχή των Εναγομένων. Όσον δε αφορά την επιταγή ημερ. 31.3.05, όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του εάν ξέρει γιατί δόθηκε από την Εναγόμενη 2 στον πατέρα ήταν κατηγορηματικός ότι δόθηκε για την επιστροφή του ποσού που όφειλαν και οφείλουν οι Εναγόμενοι. Όταν ενόψει της απάντησης του αυτής του ζητήθηκε να δώσει μια λογική εξήγηση γιατί ο πατέρας του δεν εξαργύρωσε την εν λόγω επιταγή εντός του εξαμήνου που προβλέπεται από την νομοθεσία, απάντησε ότι δεν ήταν απόλυτα σίγουρος για αυτό αλλά ότι «υποθέτει» στηρίζοντας την υπόθεση του στο ότι όπως διάβασε από την «δικογραφία», η Εναγόμενη 2 είχε επικοινωνήσει με τον πατέρα του και τον ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε το αντίτιμο για να τιμηθεί η επιταγή και ότι τον είχε παρακαλέσει να μην προχωρήσει σε κατάθεση. Παρά όμως το ότι προέβαινε σε υπόθεση και άρα δεν γνώριζε, όταν στην συνέχεια του τέθηκε ότι ο λόγος της μη κατάθεσης της επιταγής από τον πατέρα του ήταν ότι αυτή δόθηκε για το ότι το ποσό αυτό είχε παραληφθεί από τον Εναγόμενο 1 έναντι του τιμήματος αγοράς, λόγω του ότι ο πατέρας του ήταν μεγάλης ηλικίας και θα καθυστερούσε η μεταβίβαση, διαφώνησε και πάλι κατηγορηματικά λέγοντα ότι ποτέ δεν υπήρξε συμφωνία αγοραπωλησίας και ότι τα λεφτά είχαν δοθεί σαν δάνειο και η επιταγή είχε δοθεί για να αποπληρωθεί το δάνειο όπως είχαν συμφωνήσει και ήταν κατανοητό και αποδεκτό και από τα δύο μέρη ότι θα εξοφλούσαν με την πρώτη ζήτηση από τον πατέρα του. Εδώ να λεχθεί, ειρήσθω εν παρόδω, ότι καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε από πλευράς Ενάγοντα, που ήταν αυτός που έθεσε τον ισχυρισμό, η οποία να δείχνει ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό της Εναγόμενης
- Όταν δε του ζητήθηκε να δώσει και μια λογική εξήγηση για το ότι ο πατέρας του όχι μόνο δεν κατέθεσε την επιταγή για εξαργύρωση αλλά μετά την λήξη της εξάμηνης προθεσμίας έδωσε με άλλες 3 επιταγές άλλες Λ.Κ.7.000 στον Εναγόμενο 1, είπε ότι ο τελευταίος υπήρξε πελάτης της εταιρείας που εργαζόταν ο πατέρας του και ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του ο πατέρας του τους πελάτες τους είχε όσο πιο ψηλά θα μπορούσε και σε αυτήν τη συνεργασία χτίστηκε μεταξύ των δύο μια επαγγελματική φιλία και κάποια εμπιστοσύνη και ότι στα πλαίσια αυτά ο πατέρας του πίστευε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε την πρόθεση αλλά και την προσπάθεια να εξοφλήσει το ποσό που του είχε δανείσει και ο ίδιος τον διαβεβαίωνε πάρα πολλές φορές ότι δεν είχε αντίθετη πρόθεση και ότι θα έκανε δάνειο μάλιστα από συγκεκριμένη τράπεζα προς εξόφληση αλλά τελικά δεν το έπραξε. Πρόσθεσε επίσης ότι μετά ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στον πατέρα του ότι είχε κάποιο ατύχημα ένας εκ των δύο υιών του, οπότε θα έπαιρναν κάποια λεφτά από την ασφάλεια ως αποζημίωση και με αυτά θα τον εξοφλούσε. Για όλα όμως αυτά δεν αποκάλυψε την πηγή της γνώσης του εφόσον δεν είχε προσωπική γνώση. Ανέφερε επίσης στην συνέχεια ότι όταν δεν τελεσφόρησαν τα πιο πάνω (αναφερόμενος στον πατέρα του είπε) «προφανώς του είχαν προτείνει για διαπραγμάτευση να τον εξοφλήσουν δίνονταν του ένα κτήμα» της Εναγόμενης 2 και ότι ο πατέρας του ποτέ δεν ήθελε κτήμα το οποίο να ήταν μερίδιο του μεριδίου δηλ. να εγκλωβιστεί μέσα σε τέτοιο κτήμα. Πρόσθεσε περαιτέρω «Προφανώς, όπως φαίνεται από τα δικόγραφα, και πάλι του είχαν ζητήσει περισσότερα από όσα του όφειλαν και ο πατέρας μου το θεώρησε ότι δεν φτάνει που έχουμε δανείσει, αντί να μας εξοφλήσετε ζητάτε και από πάνω περισσότερα λεφτά για δήθεν αγορά την οποία ποτέ δεν συμφωνήσαμε;». Όταν του τέθηκε ότι σε αντίθεση με τα πιο πάω στην γραπτή του δήλωση (κυρίως εξέταση) είπε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει για ποιον λόγο δεν εξαργυρώθηκε η επιταγή ημερ. 31.3.05 απάντησε «Στα δικόγραφα αναφέρει ο πατέρας μου αυτό που σας έχω πει προηγουμένως». Όταν όμως αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν άρα αυτό το γνωρίζει μόνο από τα δικόγραφα είπε ότι το ξέρει και από τις περιστασιακές συζητήσεις που είχαν περί του θέματος, στις οποίες αναφέρθηκε στην αρχή της αντεξέτασης του και για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω. Το γεγονός δε ότι παρουσίαζε γεγονότα όχι από προσωπική γνώση ή έστω από εξ ακοής μαρτυρία αλλά από τα ίδια τα δικόγραφα τα οποία συντάχθηκαν κατόπιν οδηγιών του πατέρα και έτσι για τον ίδιο δεν μπορούσε παρά να είναι τα πραγματικά προκύπτει και από τα ακόλουθα: Όταν του τέθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο η μητέρα του δεν έρχεται στο Δικαστήριο, είναι διότι αν έρθει θα πει την αλήθεια, απάντησε ότι την αλήθεια την λέει ο ίδιος και ότι δεν υπάρχει άλλη αλήθεια από αυτή που αναφέρει στην γραπτή του δήλωση και από αυτά που έχει ο πατέρας του «απαιτήσει στην έκθεση απαιτήσεως». Σε υποβολή ότι τα χρήματα τα οποία έδωσε ο πατέρας του στον Εναγόμενο 1, δόθηκαν έναντι πωλήσεων τμήματος ακινήτου διαφώνησε πάλι λέγοντας «Ο πατέρας μου είχε δανείσει και ως και ο ίδιος και εμείς απαιτούμε την επιστροφή αυτών». Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, διαζευκτικά με την θέση του περί δανείων, ότι ακόμη και εάν τα πράγματα έγιναν όπως τα δικογραφούν οι Εναγόμενοι, αυτοί δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα για την εκτέλεση της συμφωνίας από τότε που αναφέρουν ότι ο πατέρας του ζήτησε να τερματίσουν αυτήν δηλ. από το Δεκέμβριο του
- Έτσι και πάλι «ειλικρινά πιστεύει» ότι έστω και αν υφίστατο συμφωνία μεταξύ του πατέρα του και των Εναγομένων οι τελευταίοι δεν δικαιούνταν να κρατήσουν τα αξιούμενα ποσά και όφειλαν να τα επιστρέψουν, πόσο μάλλον εφόσον δεν επεδίωξαν ποτέ την εκτέλεση της ισχυριζόμενης συμφωνίας. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι πουθενά στα δικόγραφα του δεν αναφέρει έστω και διαζευκτικά τέτοιους ισχυρισμούς για συμφωνία. Ακόμη όμως και εάν το έπραττε, ως έχει νομολογηθεί, ένας διάδικος δικαιούται μεν να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει δηλ. δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων (βλ. Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1Α Α.Α.Δ. 41) και άρα ο Ενάγοντας δεν μπορούσε κατά την μαρτυρία του να προωθεί και τους δύο αυτούς ισχυρισμούς. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και οι θέσεις του ήταν σταθερές, λογικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Γενικά άφησε την εντύπωση ενός προσώπου που ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια για όσα γνώριζε. Δεν αμφισβητήθηκε μάλιστα ότι ο αποβιώσας ήταν για πολλά χρόνια φίλος του όπως και ο Εναγόμενος 1 και από κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν προκύπτει ότι είχε κάποιο λόγο ή κίνητρο να πει ψέματα με σκοπό να βοηθήσει τους Εναγόμενους, ως του υποβλήθηκε. Ήταν δε ενόψει της σχέσης του και με τις δύο πλευρές πειστική η θέση του ότι μετά που δεν προχώρησε η πράξη με τον αποβιώσαντα δεν ζήτησε να αγοράσει ο ίδιος το μερίδιο καθότι δεν ήθελε να κάνει κάτι εναντίον του αποβιώσαντα, ο οποίος, ως είπε, εάν ήθελε να του το πουλήσει καλώς αλλιώς δεν θα έκανε συμφωνίες πίσω από την πλάτη του. Το γεγονός δε ότι δεν θυμόταν μετά από 14 χρόνια κατά πόσο για την αγορά η εταιρεία του πλήρωσε με επιταγή ή μετρητά ή εάν του δόθηκε απόδειξη ήταν προφανώς φυσικό και δεν καθιστά την μνήμη του επιλεκτική, όπως τέτοια δεν καθίσταται εκ του ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο αποβιώσας έδωσε λεφτά στον Εναγόμενο
- Ούτε το γεγονός ότι δεν ζήτησε να γίνει διαχωρισμός του όλου ακινήτου μεταβάλλει τα πιο πάνω ενώ όσον αφορά την ύπαρξη υποθηκών και memo στο ακίνητο ανέφερε ότι το δικό τους κομμάτι δεν είχε οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.3 γίνεται δεκτή. Η Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν δε φανερό από όλα όσα ανέφερε ότι, πέραν του τι είχε ακούσει από τον σύζυγο της για τα επίδικα θέματα δεν είχε προσωπική γνώση. Αυτό είναι και λογικό εφόσον, ως επανέλαβε αρκετές φορές, δεν ασχολείτο με την επιχείρηση και τις εργασίες του συζύγου της και του είχε εμπιστοσύνη σε σχέση με την διαχείριση της προσωπικής της περιουσίας εξ ου και του είχε παραχωρήσει σχετικό πληρεξούσιο. Εκείνο όμως που γνώριζε προσωπικά και για το οποίο ήταν κατηγορηματική ήταν για την συνάντηση που έγινε μεταξύ αυτής, του συζύγου της και του αποβιώσαντα και της συζύγου του σε ψαροταβέρνα με σκοπό βασικά να γιορτάσουν για την συμφωνία πώλησης μέρους του ακινήτου της. Κατηγορηματική ήταν επίσης και για το ότι η ίδια ουδέποτε ενημέρωσε τον αποβιώσαντα να μην εξαργυρώσει την επιταγή που αυτή εξέδωσε για τον λόγο ότι δεν υπήρχε το αντίτιμο των εν λόγω λογαριασμών, ως της υποβλήθηκε. Οι θέσεις της δεν περί τούτων θα πρέπει να λεχθεί ότι ήταν σταθερές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Υ.2 ως προς τα γεγονότα που είχε προσωπική γνώση γίνεται δεκτή. Τέλος ο Εναγόμενος 1 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια όλο το ιστορικό της υπόθεσης, ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τεκμήρια που κατατέθηκαν και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν δίδοντας για όλα τα θέματα πειστικές και λογικές εξηγήσεις ενώ ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του ουσιαστικά επιβεβαιώνεται από τον Μ.Υ.3 Ήταν λοιπόν πειστική και λογική η θέση του ότι εάν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.30.000 που έλαβε από τον αποβιώσαντα μέσω των πρώτων 6 επιταγών του τεκμηρίου 1 (ημερομηνιών από 12.1.05 μέχρι 17.3.05) του δόθηκε δυνάμει δανείου και ο αποβιώσας ζήτησε την εξόφληση αυτού όχι μόνο θα προέβαινε σε εξαργύρωση της επιταγής των Λ.Κ.30.000 που έκδωσε προς αυτόν η Εναγόμενη 2 (κάτι που ποτέ δεν έπραξε) αλλά δε θα του έδιδε, 6 περίπου μήνες μετά την τελευταία επιταγή ημερ. 17.3.05 (στις 2.9.05, 13.9.05 και 5.10.05) άλλες Λ.Κ.7.000 και πάλι σαν δάνειο. Λογική ήταν επίσης η θέση του ότι εφόσον σύμφωνα με τον Ενάγοντα τα πιο πάνω ποσά δόθηκαν ως δάνειο στον ίδιο, προς εξόφληση αυτού δεν θα εκδιδόταν επιταγή από την Εναγόμενη 2 (τεκμήριο 4) εφόσον αυτή καμία σχέση είχε με τέτοιο δάνειο και ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε σε σχέση με τα μέχρι τότε καταβληθέντα ποσά, στα πλαίσια της συμφωνίας για το ακίνητο εφόσον ιδιοκτήτρια αυτού ήταν η Εναγόμενη
- Ως δε έχει προαναφερθεί κατά την μαρτυρία του Ενάγοντα ενώ η θέση αυτού ήταν βασικά ότι η εν λόγω επιταγή δεν εξαργυρώθηκε καθότι οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τον αποβιώσαντα ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό, καμία μαρτυρία προσήχθη από πλευράς Ενάγοντα ότι πράγματι δεν υπήρχαν τέτοια υπόλοιπα. Ούτε η θέση του Ενάγοντα ουσιαστικά ότι εάν τα πράγματα είχαν ως η εκδοχή των Εναγομένων τότε θα αναμενόταν η έκδοση απόδειξης προς τον αποβιώσαντα για το συνολικό ποσό (Λ.Κ.30.000) που δόθηκε αρχικά, αντί της επιταγής τεκμήριο 4 κρίνω ότι διαψεύδει την θέση του Εναγόμενου
- Εδώ κάλλιστα θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι εάν ο αποβιώσας επιθυμούσε τέτοια απόδειξη θα την ζητούσε και δεν θα ζητούσε επιταγή. Η έλλειψη απόδειξης δεν οδηγεί λοιπόν μόνο στο συμπέρασμα που εισηγείται η πλευρά του Ενάγοντα. Η όλη δε θέση του Εναγόμενου 1 δεν διαψεύδεται ούτε από το ότι δεν έγινε γραπτή συμφωνία με τον αποβιώσαντα για το ακίνητο. Αυτό καθότι, ως ο ίδιος εξήγησε, πέραν του γεγονότος ότι δεν ήταν γνωστή η τιμή πώλησης εφόσον έπρεπε να προηγηθεί από πλευράς Κτηματολογίου ο καθορισμός του εμβαδού του ακινήτου, υπήρχε και μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αποβιώσαντα και Εναγόμενου 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Το ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ Εναγόμενου 1 και αποβιώσαντα για το ακίνητο της Εναγόμενης 2, επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του Μ.Υ.3 σύμφωνα με τον οποίο όταν αυτός ενδιαφέρθηκε να αγοράσει και άλλο μέρος του ακινήτου και αφού ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι είχε συμφωνήσει με τον αποβιώσαντα, ο τελευταίος όταν τον συνάντησε ο Μ.Υ.3 του είπε ότι θα το κρατήσει. Ήταν επίσης σαφές (προκύπτει από το τεκμήριο 11) ότι για πρώτη φορά τέθηκε ως επιβάρυνση στο υπό αναφορά ακίνητο, μια υποθήκη στις 23.4.08 (τα άλλα αφορούν memo που καταχωρήθηκαν μετά το 2011) ενώ ήταν επίσης πειστική η θέση του Εναγόμενου 1 ότι ανέμενε να τον πληρώσει ο αποβιώσας το τελικά προφορικά συμφωνηθέν υπόλοιπο του τιμήματος, προς εξάλειψη αυτής και ότι εξακολουθεί να έχει πρόθεση μεταβίβασης στον Ενάγοντα εφόσον καταβληθεί το εν λόγω υπόλοιπο, οπόταν θα μπορεί να την εξαλείψει. Από το γεγονός δε ότι δεν καταχώρησαν αγωγή εναντίον του αποβιώσαντα ή ανταπαίτηση στην παρούσα στα πλαίσια της δικής τους εκδοχής, δεν μπορεί να συναχθεί αυτό που ουσιαστικά εισηγείται η συνήγορος του Ενάγοντα, ότι δηλ. δεν το έπραξαν καθότι δεν έχουν μαρτυρία προς απόδειξη αυτού. Ο Εναγόμενος 1 έδωσε εξήγηση και για αυτό το θέμα λέγοντας ότι δεν το έπραξαν λόγω της σχέσης του με τον αποβιώσαντα και τον σεβασμό και την εκτίμηση του προς το πρόσωπο του γιατί τον βοήθησε σε δύσκολες στιγμές. Άλλωστε η εκδοχή των Εναγομένων δεν αποκρύφθηκε αλλά τέθηκε στα πλαίσια της υπεράσπισης τους και προσήχθη μαρτυρία που την υποστηρίζει. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αποκάλυψε ότι το 2012 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα πτώχευσης επίσης δεν κρίνεται δυνάμενο να επηρεάσει την αξιοπιστία του καθότι είναι τόσο χρονικά αλλά και επί της ουσία άσχετο με τα επίδικα γεγονότα. Η θέση του δε κατά την μαρτυρία του ότι ο καθορισμός της τρέχουσας αξίας του ακινήτου θα γινόταν και έγινε από «αμοιβαίο αποδεκτό» εκτιμητή δηλ. εκτιμητή που θα επέλεγαν και οι δύο, δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθότι δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ότι η εκτίμηση συμφωνήθηκε να γίνει και έγινε από εκτιμητή που θα διόριζε και διόρισε ο αποβιώσας. Αυτό όμως κρίνεται εν πάση περιπτώσει επουσιώδες καθότι σημασία δεν έχει κατά την κρίση μου ποιος διόρισε τον εκτιμητή αλλά ότι τέτοια εκτίμηση έγινε (βλ. έκθεση ημερ. 2.1.08 - τεκμήριο 7) μετά την έκδοση τίτλου από το Κτηματολόγιο στην βάση του νέου εμβαδού. Δεν μου διαφεύγει φυσικά ότι στο τεκμήριο 7 αναφέρεται ότι η εκτίμηση ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 «για σκοπούς δανειοδότησης». Έδωσε όμως και για αυτά εξήγηση ο Εναγόμενος
- Συγκεκριμένα ανέφερε ότι έγινε στο όνομα αυτού που θα πλήρωνε την εκτίμηση, κάτι που συνηθίζεται στην πράξη και έδωσε σαν παράδειγμα τις περιπτώσεις που εκτίμηση ζητά μια τράπεζα. Όσον δε αφορά τον σκοπό της εκτίμησης είπε ότι το «για σκοπούς δανειοδότησης» το ανέφερε στον εκτιμητή ο αποβιώσας επειδή αυτός θα προέβαινε σε αίτηση προς τράπεζα για δανειοδότηση. Είναι άλλωστε λογική η θέση του ότι η εν λόγω εκτίμηση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και από τον αποβιώσαντα για σκοπούς εξασφάλισης δανείου από τράπεζα. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι εν πάση περιπτώση το τεκμήριο 7 αποτελεί εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου που αναφέρεται στο τεκμήριο 5, ανά τετραγωνικό μέτρο και ως τέτοια θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για τον καθορισμό του τιμήματος πώλησης μεριδίου του ακινήτου, ως ήταν η θέση του Εναγόμενου
- Όσον αφορά το τεκμήριο 9, αποτελεί θέση του Ενάγοντα στις τελικές αγορεύσεις ότι δεν πρέπει να δοθεί σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα με βάση τα όσα προκύπτουν από την Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.ά.
(2009)1 A.A.Δ.
- Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση ως τεκμηρίου ενός χειρόγραφου σημειώματος που έγινε από πρόσωπο που είχε αποβιώσει καθότι, ως έκρινε, η περίπτωση αυτή δεν καλυπτόταν από τον περί Αποδείξεως Νόμο, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 32(I)/04, ο οποίος επέτρεψε μεν την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, αλλά δεν καλύπτει δηλώσεις από πρόσωπα που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει και δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις που μπορούσε να γίνει αποδεκτή η δήλωση ως επιθανάτια. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο το οποίο σημείωσε ότι από τις πρόνοιες του άρθρου 26 του εν λόγω Νόμου, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο καθώς και ότι το άρθρο 4, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με την εν λόγω τροποποίηση. Με το ίδιο θέμα ασχολήθηκε όμως το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Αγρότου κ.α. ν. Αγρότου, Πολ. Έφεση Αρ. 288/2010 ημερ. 31.5.
- Τα δεδομένα δε στην υπόθεση αυτή ήταν διαφορετικά από την Muskita Aluminium Industries Ltd, καθότι η περίπτωση της Αγρότου δεν αφορούσε εξ αρχής μη αποδεκτότητα εξ ακοής μαρτυρίας που προερχόταν από αποβιώσαντα (δηλ. αποκλεισμό της κατά το στάδιο της προσπάθειας κατάθεσης της) αλλά εκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την κατάθεση δύο εγγράφων και στην συνέχεια απέκλεισε αυτά στο τέλος κατά την αξιολόγηση τους. Έτσι στην υπόθεση αυτή το Εφετείο έκρινε ότι από την στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την εν λόγω μαρτυρία θα έπρεπε στη συνέχεια να την προσεγγίσει και να την εξετάσει αξιολογώντας την βαρύτητα της υπό το φως των παραμέτρων που θέτουν τα άρθρα 26 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορούσε εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της. Έγινε δε παραπομπή και στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2009, σελ. 1425-26 παρ. 11-18Α, όπου εξετάζεται το ζήτημα αποδοχής μαρτυρίας προσώπου που έχει αποβιώσει σε συνάρτηση με τις αρχές της διασφάλισης της δίκαιης δίκης καθώς και στην A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 415, όπου εξετάστηκαν οι ως άνω αρχές, με την παρατήρηση ότι η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου ακολούθησε την απόφαση αυτή. Λέχθηκε δε περαιτέρω ότι είναι στα πλαίσια της εν λόγω αξιολόγησης που υπεισέρχεται η επιφύλαξη που θέτει το άρθρο 24 και το δικαίωμα του διαδίκου να εξετάσει αποβιώσαντα μάρτυρα και η ενδεχόμενη αδυναμία του να προστατεύσει τα δικαιώματα του (γίνεται παραπομπή στο άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο Blackstone' s Criminal Practice, 2007, σελ. 33-4, §A 7- 76, στην Kostovski v. The Netherlands
(1990)12 EHRR 434 και στην Doorson v. The Netherlands
(1996)22 EHRR 330), ζητήματα που κρίθηκε ότι «ιδιαιτέρως επιφυλάσσονται» σε ποινική διαδικασία. Όσον αφορά το τεκμήριο 9 στην παρούσα, επιτράπηκε η κατάθεση αυτού από το Δικαστήριο, κατά την κυρίως εξέταση του Εναγόμενου 1, εφόσον απορρίφθηκε η ένταση της πλευράς του Ενάγοντα, η οποία δεν εδραζόταν στο ότι αυτό καταρτίστηκε από πρόσωπο που απεβίωσε αλλά στην αξιολόγηση του περιεχομένου του και συγκεκριμένα στο ότι δεν αναφερόταν σε ποιον αφορούσε και ήταν αόριστο. Εφόσον λοιπόν το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως τεκμήριο θα πρέπει, ενόψει της προαναφερόμενης νομολογίας, να αξιολογηθεί ως εξ ακοής μαρτυρία υπό το φως των παραμέτρων που θέτουν τα άρθρα 26 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ισχύουν λοιπόν και τα όσα λέχθηκαν σχετικά ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Όσον αφορά λοιπόν το εν λόγω τεκμήριο θα πρέπει να λεχθεί ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε ότι τα γραφόμενα σε αυτό έγιναν από τον αποβιώσαντα. Ο δε Εναγόμενος 1 είπε ότι πρόκειται για λογαριασμούς που έκαναν μαζί το 2008 σε σχέση με το θέμα της αγοράς του μεριδίου του ακινήτου της Εναγόμενης 2 και πιο συγκεκριμένα ότι είναι οι υπολογισμοί για το τελικό ποσό που έπρεπε να πληρώσει ο αποβιώσας. Εδώ να σημειωθεί ότι στο εν λόγω χειρόγραφο έγγραφο αναγράφονται διάφοροι αριθμοί, κάποιοι από τους οποίους στην αρχή έχουν το σήμα του ευρώ (€) άλλοι της λίρας (£) ενώ άλλοι αναγράφουν στο τέλος «μ2». Προφανώς πρόκειται για κάποιους υπολογισμούς, οι οποίοι όμως πέραν της πιο πάνω γενικής αναφοράς του Εναγόμενου 1 δεν έχουν εξηγηθεί επαρκώς και με λεπτομέρεια ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει με ασφάλεια και χωρίς να προβεί σε υποθέσεις να καταλήξει σε οποιαδήποτε σχετικά συμπεράσματα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης αλλά και την εκ των πραγμάτων αδυναμία παρουσίας του αποβιώσαντα για να τοποθετηθεί επί αυτού, καταλήγω ότι, πέραν του ότι το τεκμήριο 9 αποτελεί χειρόγραφο έγγραφο που συντάχθηκε από τον αποβιώσαντα περί το 2008 στην παρουσία του Εναγόμενου 1, δεν μπορεί να δοθεί στο περιεχόμενο του οποιαδήποτε βαρύτητα. Με εξαίρεση λοιπόν το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, η λοιπή μαρτυρία του Εναγόμενου 1 γίνεται δεκτή. Συμπεράσματα Ως προκύπτει από την ως άνω αξιολόγηση, η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν έγινε δεκτή σε αντίθεση με αυτήν των Εναγομένων. Θα πρέπει όμως, εν πάση περιπτώσει, να λεχθεί ότι ακόμη και εάν δεν γινόταν δεκτή η μαρτυρία των Εναγομένων και πάλι δεν θα αποδεικνυόταν η υπόθεση του Ενάγοντα. Αυτό καθότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών περί απόδοσης των αξιούμενων ποσών δυνάμει συμφωνιών δανείου που έγιναν μεταξύ αποβιώσαντα και Εναγόμενου 1, το φέρει η πλευρά που τους προβάλλει δηλ. ο Ενάγοντας. Ως προκύπτει όμως από όλα τα πιο πάνω αυτός απέτυχε με την μαρτυρία που προσκόμισε να αποσείσει το βάρος αυτό και η μη αποδοχή της μαρτυρίας των Εναγομένων δεν θα κάλυπτε τα κενά στην μαρτυρία του. Από την άλλη η αποδοχή της μαρτυρίας των Εναγομένων και πάλι δεν μπορεί να οδηγήσει σε έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντα προς επιστροφή των αξιούμενων ποσών, στις ακόλουθες βάσεις, που εισηγείται η συνήγορος αυτού (στις αγορεύσεις της) ότι προκύπτουν από την εκδοχή των Εναγομένων:
(1)εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας της αγοραπωλησίας του μεριδίου του ακινήτου της Εναγόμενης 2 (λόγω του μη εξ αρχής καθορισμού του τιμήματος και της ημερομηνίας καταβολής του),
(2)παράβασης της εν λόγω συμφωνίας από τον αποβιώσαντα λόγω μη καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος και
(3)τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας λόγω της μη εκτέλεσης από τις δύο πλευρές των εκατέρωθεν υποχρεώσεων τους. Εξηγώ: Σύμφωνα με τη νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται από τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης και όχι από τον χαρακτηρισμό που τους δίδεται και ο διάδικος δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία του δίδει ο Νόμος με την προϋπόθεση ότι τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα και η μαρτυρία που δόθηκε είναι ικανοποιητική, ανεξάρτητα δηλ. του κατά πόσο οι θεραπείες διατυπώνονται με ορθό τρόπο (βλ. Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1320, Stylianou ν. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Kennedy Hotels Ltd ν. Indjirdjan
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 και Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383). Στην παρούσα δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, ούτε καν διαζευκτικά οποιοσδήποτε ισχυρισμός για ύπαρξη και τερματισμό της συμφωνίας πώλησης που δικογραφούν οι Εναγόμενοι. Μάλιστα στην απάντηση στην υπεράσπιση απορρίπτονται οι σχετικοί ισχυρισμοί αυτών. Το μόνο που αναφέρεται εκεί είναι ότι «έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε και/ή υφίστατο οποιαδήποτε τέτοια ή η συμφωνία που επικαλούνται οι Εναγόμενοι, αυτοί κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους ή/και από τη σχέση τους με τον αποβιώσαντα να προβαίνουν στους εν λόγω ισχυρισμούς». Αποτελεί λοιπόν την μόνη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι τα ποσά δόθηκαν δυνάμει συμφωνιών δανείου. Συνεπώς με την αποδοχή της θέσης των Εναγομένων δεν μπορεί να αποδοθεί η θεραπεία που επιζητεί ο Ενάγοντας εφόσον η δική του δικογραφημένη θέση είναι εντελώς διαφορετική και από τα εκεί αναφερόμενα γεγονότα δεν μπορεί να εξαχθεί το νομικό αποτέλεσμα που εισηγείται προς απόδοση τέτοιας θεραπείας. Κατάληξη Καταληκτικά κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει, στον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την απαίτηση του και ως εκ τούτου η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Αγωγές - Τελική - Συμφωνίες δανείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο