Delostar Holdings Limited ν. Veskip PM Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 1555/2018, 30/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A432 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1555/2018 Mεταξύ: Delostar Holdings Limited, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Ενάγουσας -και-
- Veskip PM Ltd, εκ Λεμεσού
- Veskip Estates Ltd, Εκ Λεμεσού
- Veskip Cars Rental Ltd, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Συμεωνίδης, εκ Λεμεσού Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερ.11.7.2018 Ημερ.: 30.10.2018 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Ρ. Τσαγγάρης για P. Tsangaris & Associates LLC Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Νεοφύτου για Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία ΔΕΠΕ ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 11.7.
- Παρά την πάροδο τεσσάρων και πλέον μηνών δεν έχει ακόμα καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Οι αξιούμενες θεραπείες δεν θα γίνουν κατανοητές εάν δεν παρατεθεί πρώτα το πραγματικό υπόβαθρο της διαφοράς. Αυθημερόν με την καταχώριση της αγωγής καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Ενάγουσα εξαιτείτο προσωρινού διατάγματος για την δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων μέχρι ποσού €900.000, διατάγματος αποκάλυψης αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων και διάταγμα αποκάλυψης από την Εναγόμενη 1 των καταστάσεων συγκεκριμένου λογαριασμού στην RCB Bank Ltd. H Aίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 11.7.2018 του ΧΧΧΧ Πρώιου, διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας. Την 12.7.2018 αδελφή Δικαστής εξέδωσε τα εξαιτούμενα διατάγματα εκτός από το διάταγμα αποκάλυψης από την Εναγόμενη 1 των καταστάσεων συγκεκριμένου λογαριασμού στην RCB Bank, σε σχέση με το οποίο η Αίτηση διατάχθηκε να επιδοθεί. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 15 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 15.10.2018 του Εναγόμενου 4, διευθυντή των Εναγομένων 1, 2 και 3 Εταιρειών. Η Αίτηση εδράζεται, κατά κύριο λόγο, στις πρόνοιες του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον διαφανεί πως η μη έκδοση των διαταγμάτων θα προξενήσει βλάβη στον ενάγοντα που θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποκατασταθεί στο μέλλον. Αναφορικά με το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας, στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στην National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, 1409 αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Αναγνωρίζεται πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνήθως δικαιολογούν την περιγραφή ενός διατάγματος ως προστακτικού είναι συνήθως πιο πιθανό να προκαλέσουν αθεράπευτη δυσχέρεια παρά τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος απλά εμποδίζεται να διενεργήσει ή να συνεχίσει τη διενέργεια κάποιας δραστηριότητας. Όμως αυτό, αναφέρεται, δεν είναι παρά μια γενικοποίηση. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Επομένως, όπου η εγγενής φύση και χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός προσωρινού προστακτικού διατάγματος μπορεί να επιδράσουν ώστε το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να το εκδώσει είναι το στάδιο που εξετάζεται, μετά τη διαπίστωση πως ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Όπως αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία (βλ. Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225, 227). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι, κατά το πλείστο, παραδεκτά. Οι αντίδικοι έχουν διαφορετική εκτίμηση ως προς τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από την μεταξύ τους συμφωνία ημερ. 17.10.2016, με την οποία η Ενάγουσα δάνεισε στην Εναγόμενη 1 €1.400.
- Κατ' ακολουθία της συμφωνίας, την 26.10.2016 το ποσό του δανείου κατατέθηκε από την Ενάγουσα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στην RCB Bank Ltd. Προβάλλεται ως σημαντικός ο όρος 3 της συμφωνίας δανείου, ο οποίος αναφερόταν στον σκοπό του δανείου. Αναφερόταν ότι το δάνειο γινόταν για την χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της Εναγομένης
- Επίσης, ότι η Εναγόμενη 1 σκόπευε να αγοράσει συγκεκριμένο τεμάχιο γης στον Άγιο Τύχωνα, του οποίου τα κτηματολογικά στοιχεία καταγράφονται στη συμφωνία έναντι του ποσού των €1.320.000 και πως το υπόλοιπο ποσό θα χρησιμοποιείτο από την Εναγόμενη 1 για παρεμφερή έξοδα που μνημονεύονται στη συμφωνία. Καταγραφόταν ακόμα ότι η Ενάγουσα δικαιούτο να παρακολουθεί και να επαληθεύει τη διάθεση του ποσού του δανείου και κατά πόσο το ποσό έχει χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που καθορίστηκε στη συμφωνία. Την 1.8.2017 η Εναγόμενη 1 συμβλήθηκε με τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου αγοράζοντας το και καταβάλλοντας ως προκαταβολή €500.
- Μετά την καταβολή της προκαταβολής παρέμεινε στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 το ποσό των €900.
- Υπήρχαν προσκόμματα στην ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοράς που καταγράφονται και στην ίδια τη συμφωνία. Τρίτα πρόσωπα είχαν καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 4.6.2010 σε σχέση με το οποίο ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου βρισκόταν στα Δικαστήρια μαζί τους. Είχε μεν την 8.12.2016 εκδοθεί απόφαση με την οποία διατασσόταν η απόσυρση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο, όμως η απόφαση είχε εφεσιβληθεί. Με επιστολή της ημερ. 7.3.2018 προς την Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα ζήτησε ενημέρωση αναφορικά με τη χρησιμοποίηση του ποσού του δανείου στην οποία δεν έλαβε απάντηση. Ακολούθησε νέα επιστολή ημερ. 2.4.2018 μέσω των δικηγόρων της στην οποία απάντησαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 με επιστολή τους ημερ. 12.4.2018 χωρίς, κατά την Ενάγουσα, να δώσουν απαντήσεις σχετικά με την επένδυση του ποσού του δανείου. Ακολούθησε και άλλη επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 20.4.2018 στην οποία εξηγείτο ότι η Ενάγουσα απλά ασκούσε το δικαίωμα ελέγχου της χρήσης του ποσού του δανείου. Οι Εναγόμενοι αρνούνται λήψη της πρώτης επιστολής ημερ. 7.3.2018 και παραθέτουν τη δική τους εξήγηση για την απάντηση που έδωσαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης
- Η αλληλογραφία αυτή δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος στην υπόθεση. Προβάλλεται η θέση από την Ενάγουσα ότι της προκλήθηκε αβεβαιότητα όταν πλέον εξέλειπε το κώλυμα στην ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοράς του τεμαχίου και εντούτοις η Εναγόμενη 1 δεν προχωρούσε στη μεταβίβαση του τεμαχίου στο όνομα της πληρώνοντας το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Παρατίθεται επιστολή ημερ. 19.4.2018 του δικηγόρου του ιδιοκτήτη του τεμαχίου προς την Εναγόμενη 1 με την οποία την ενημερώνει ότι ο πελάτης του θα ήταν έτοιμος μέσα σε δέκα μέρες να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου εφόσον του καταβαλλόταν το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Ακολούθησε και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 24.4.2018 του δικηγόρου του ιδιοκτήτη προς την Εναγόμενη 1 με ανάλογο περιεχόμενο. Όπως επιβεβαιώνει ο δικηγόρος του ιδιοκτήτη, αυτός δεν έλαβε καμιά απάντηση από την Εναγόμενη 1 ή τους δικηγόρους της. Αναφέρεται στην παρ.9 της Ένορκης Δήλωσης Πρώιου ότι η Ενάγουσα είχε σοβαρές ενδείξεις ότι η Εναγόμενη 1 προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις με σκοπό την απόσπαση του επίδικου ποσού από την Ενάγουσα, το οποίο ουδέποτε είχε πρόθεση να επενδύσει στην αγορά του ακινήτου ή ακόμα και αν είχε αυτή την πρόθεση αρχικά, στη συνέχεια την εγκατέλειψε αφού οικειοποιήθηκε τα χρήματα. Η Ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή 1111/2018 Ε.Δ. Λεμεσού και εξασφάλισε την αποκάλυψη από την RCB Bank όλων των κινήσεων του τραπεζικού λογαριασμού της Εναγομένης 1 από την μεταφορά σε αυτόν του ποσού των €1.400.000 του δανείου την 26.10.
- Όπως αναφέρει ο Πρώιος, αποκαλύφθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 - 4 προέβαιναν σε συνεχείς αναλήψεις, πληρωμές και μεταφορές που δεν είχαν καμία σχέση με το σκοπό για τον οποίο δόθηκε το δάνειο. Αναφέρει ο Πρώιμος ότι η χρήση των εγγράφων που απεκάλυψε η RCB Bank έχει ανασταλεί από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν μπορεί να τα αποκαλύψει, όμως, αναφέρει, η Ενάγουσα είναι σε θέση να εξακριβώσει ότι η Εναγόμενη 1 έχει προβεί σε δόλιες ενέργειες εναντίον της και οικειοποιήθηκε το ποσό των €900.000 μαζί με τις Εναγόμενες 2 και 3 που είναι συνδεδεμένες εταιρείες και ανήκουν στον Εναγόμενο
- Αναφέρεται ότι το ποσό ξοδεύτηκε σε πληρωμή υπαλλήλων και μισθών και άλλα έξοδα των Εναγομένων 2, 3 και
- Καταλήγει ότι η Εναγόμενη 1, μέσω του διευθυντή της Εναγόμενου 4, προέβηκε στη δόλια αποξένωση του ποσού των €900.000 το οποίο όλοι οι Εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν. Η χρονική διάσταση μεταξύ της μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 την 26.10.2016 και της αγοράς του τεμαχίου την 1.8.2017, πέραν των 9 μηνών μετά, αφήνει στο Δικαστήριο ερωτήματα αν στο διάστημα αυτό η Ενάγουσα είχε αντιδράσει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Δεν αναφέρεται να είχαν δοθεί εξασφαλίσεις για το δανεισμό του μεγάλου αυτού ποσού, ωστόσο είναι δικαίωμα του καθενός να δανείζει τα χρήματα του με όποιους όρους επιθυμεί. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την οποιαδήποτε εμπλοκή των Εναγομένων 2 και 3 Εταιρειών και υποδεικνύουν ότι καμιά μαρτυρία δεν έχει παρουσιάσει η Ενάγουσα που να καταδεικνύει την οποιαδήποτε εμπλοκή των Εναγομένων 2 και 3 Εταιρειών. Περαιτέρω αρνούνται τα όσα αποδίδονται στον Εναγόμενο
- Αποκαλύπτουν ότι ο επίδικος λογαριασμός της Εναγομένης 1 στην RCB Bank έχει μηδενικό υπόλοιπο, είναι όμως η θέση τους ότι αυτό δεν τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Η ερμηνεία που αποδίδουν στη συμφωνία δανείου είναι ότι το δάνειο δόθηκε για την χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της Εναγομένης 1 γενικά και, σε κάθε περίπτωση, η αγορά του αναφερομένου τεμαχίου πραγματοποιήθηκε και η Εναγόμενη 1 βρίσκεται στη διαδικασία ανάπτυξης του τεμαχίου και πώλησης του σε επενδυτή που έχει ήδη εξεύρει. Επισημαίνουν ακόμα και υπογραμμίζουν ότι το δάνειο δεν έχει ακόμα καταστεί ληξηπρόθεσμο. Με την Γενική Οπισθογράφηση δεν ζητείται το ποσό των €1.400.000 που η Ενάγουσα δάνεισε την Εναγόμενη 1 δυνάμει της επίδικης σύμβασης δανείου ημερ. 17.10.
- Τέτοια αξίωση θα ήταν βάσιμη μόνο εάν η Ενάγουσα είχε, μετά την ισχυριζόμενη παράβαση εκ μέρους της Εναγόμενης 1, τερματίσει τη συμφωνία δανείου. Η Ενάγουσα δεν άσκησε το δικαίωμα της για τερματισμό, εάν πράγματι υφίστατο παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας δανείου. Δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός. Πρόδηλα η Ενάγουσα επέλεξε, παρά την παράβαση που επικαλείται, να εμμένει στη συμφωνία δανείου. Αυτό προκύπτει και από την αξιούμενη θεραπεία Α της Γενικής Οπισθογράφησης με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 να ολοκληρώσει την αγορά του τεμαχίου 177 καταβάλλοντας στον ιδιοκτήτη πωλητή €300.
- Προκύπτει ερώτημα από πού προέρχεται το ποσό των €300.
- Εφόσον σύμφωνα με τη συμφωνία δανείου το τεμάχιο θα αγοραζόταν για €1.320.000 και σύμφωνα με τον Πρώιο πληρώθηκε προκαταβολή εκ €500.
- Ο Πρώιος όμως, και ασφαλώς και η Ενάγουσα, είχαν υπόψη τους τη συμφωνία αγοράς του τεμαχίου την οποία και παρουσίασε. Αυτή προνοούσε ότι το τεμάχιο πωλείτο στην τιμή των €800.000 και όχι €1.320.000 και εφόσον €500.000 είχαν πληρωθεί ως προκαταβολή, πράγματι το ποσό που υπολοιπόταν για να εξοφληθεί ο πωλητής ήταν €300.
- Πώς αντέδρασε σε αυτό η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτεται. Καμιά εξήγηση δεν δίνει ο Πρώιος. Εφόσον η αγορά ήταν για €800.000 και όχι €1.320.000 ποια θα ήταν η τύχη του υπολοίπου ποσού των €520.
- Εάν η Εναγόμενη 1 εξοφλούσε το τίμημα αγοράς του τεμαχίου και χρησιμοποιούσε τις άλλες €80.000 με τον τρόπο που αναφέρεται στη συμφωνία δανείου, θα διατηρούσε η Ενάγουσα οιαδήποτε αξίωση σε σχέση με τις €520.000 και θα ήθελε να επιθεωρεί τη χρήση τους; Με την αξιούμενη θεραπεία Β ζητείται απόφαση για €900.
- Αναμφίβολα δεν μπορεί να διαταχθεί η Εναγόμενη 1 να πληρώσει και €300.000 στον πωλητή και να επιστρέψει και €900.000 στην Ενάγουσα. Έστω όμως και διαζευκτικά, αν εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό των €900.000, που είναι αυτό που δεν διατέθηκε για την αγορά του τεμαχίου, πώς ικανοποιείται η Ενάγουσα που δάνεισε όχι €900.000 αλλά €1.400.000; Αυτό είναι θέμα δικό της. Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει είναι κατά πόσο υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα για ανάκτηση του ποσού των €900.
- Μόνο έτσι μπορεί στη συνέχεια να εξεταστεί κατά πόσο μπορεί να ικανοποιηθούν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Παρατηρείται ότι στην Γενική Οπισθογράφηση δεν υπάρχει αξίωση στη βάση δόλου εκ μέρους οιουδήποτε των Εναγομένων, ούτε συνωμοσίας προς καταδολίευση της Ενάγουσας. Στην απουσία τέτοιου υπόβαθρου η όποια αξίωση εναντίον των Εναγομένων 2 - 3 παρουσιάζεται αστήρικτη. Όμως, τέτοιες βάσεις μπορεί να εισαχθούν με την έκθεση απαίτησης που θα καταχωριστεί. Σημασία έχει εάν οι περιστάσεις που τις τεκμηριώνουν μαρτυρούνται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Κανένα στοιχείο δεν παρουσιάζεται με την Ένορκη Δήλωση Πρώιου. Αναφέρονται οι υπόνοιες της Ενάγουσας και τα συμπεράσματα που έχει εξάξει ή φέρεται να έχει εξάξει από καταστάσεις που έχει επιθεωρήσει, οι οποίες δεν παρουσιάζονται, ούτε και το περιεχόμενο τους εξηγείται. Η ύπαρξη κωλύματος στην παρουσίαση τους είναι μαρτυρικό πρόβλημα της Ενάγουσας που όμως δεν δικαιολογεί το Δικαστήριο να αποδεχτεί οτιδήποτε λιγότερο από θετική μαρτυρία σε σχέση με την εμπλοκή των Εναγομένων 2 και
- Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι από τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της όποιας αξίωσης εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 Εταιρειών. Εφόσον συμβαλλόμενος παραβιάζει ουσιώδη όρο συμφωνίας, ο αντισυμβαλλόμενος του έχει την ευχέρεια είτε να τερματίσει τη συμφωνία, είτε να εμμένει στην εκτέλεση της και να αξιώνει αποζημιώσεις που προκύπτουν από την μη εκτέλεση της. Ανάλογα με τη φύση της συμφωνίας, είναι πολλές φορές ανέφικτο να εμμένει ο αντισυμβαλλόμενος στην εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας και η ορθόδοξη επιλογή είναι ο τερματισμός. Άλλωστε η διαταγή για ειδική εκτέλεση συμφωνίας είναι θεραπεία που εναπόκειται στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, εάν η Εναγόμενη 1 δεν ολοκληρώνει τη συμφωνία αγοράς του τεμαχίου ο εξαναγκασμός της να το αποκτήσει και να εξοφλήσει το υπόλοιπο καθίσταται προβληματικός. Η πρόσφορη διέξοδος από την εμπλοκή θα ήταν ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου και αξίωση για επιστροφή του ποσού του δανείου. Η Ενάγουσα έχει κάμει την επιλογή της. Εμμένει στην εκτέλεση της συμφωνίας δανείου. Εδώ, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί για ποια ειδική εκτέλεση αναφερόμαστε. Δεν αναφερόμαστε στην ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, που η Ενάγουσα δεν είναι συμβαλλόμενη, αλλά στην ειδική εκτέλεση της συμφωνίας δανείου, να επιβληθεί δηλαδή στην Εναγόμενη 1 να χρησιμοποιήσει το ποσό των €1.320.000 για την αγορά του συγκεκριμένου τεμαχίου, δηλαδή ακόμα €820.
- Αυτό είναι ανέφικτο και η ίδια η Ενάγουσα φαίνεται να αναγνωρίζει πως μόνο €300.000 απαιτείται να καταβληθούν προς τον πωλητή. Όμως, αυτή η αξιούμενη με την αγωγή θεραπεία, δηλαδή η A, δεν αφορά τα διατάγματα που η Ενάγουσα εξαιτείται με την υπό κρίση Αίτηση. Τα εξαιτούμενα διατάγματα αφορούν στην δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων μέχρι ποσού €900.000, διατάγματος αποκάλυψης αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων και διάταγμα αποκάλυψης από την Εναγόμενη 1 των καταστάσεων συγκεκριμένου λογαριασμού στην RCB Bank. Τα εξαιτούμενα διατάγματα αφορούν στην αξιούμενη από την Ενάγουσα θεραπεία για απόφαση υπέρ της για το ποσό των €900.000, δηλαδή την Β. Αυτό που προβάλλεται ως παράμετρος που ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 είναι πως εάν δεν εκδίδονταν και τώρα εάν δεν παραμείνουν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €900.000, αυτή θα είναι αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο να εκτελεστεί. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί στην αξίωση της Ενάγουσας για απόφαση για €900.000 και να αποφανθεί κατά πόσο, σε σχέση με αυτή την αξίωση ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Η αξίωση είναι για επιστροφή του ποσού των €900.000 που δεν χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του τεμαχίου. Δεν είναι αποζημιώσεις που προκύπτουν από την μη εκτέλεση της συμφωνίας δανείου. Το επίδικο δάνειο είναι πληρωτέο την 16.10.2019 και είναι ευχέρεια που έχει η Εναγόμενη 1 να το αποπληρώσει νωρίτερα δίδοντας εύλογη προειδοποίηση προς τούτο προς την Ενάγουσα. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι, εφόσον το δάνειο δεν έχει ακόμα καταστεί ληξηπρόθεσμο, για να νομιμοποιείτο η Ενάγουσα να απαιτεί την επιστροφή του ποσού των €900.000 που αξιώνει θα έπρεπε να είχε προηγηθεί ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου. Εφόσον η συμφωνία δανείου δεν τερματίστηκε και το δάνειο δεν έχει καταστεί ληξηπρόθεσμο η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με την επιμέρους αξίωση για επιστροφή του ποσού των €900.
- Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα ενδιάμεσα διατάγματα ημερ. 12.7.2018 ακυρώνονται και παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο