← Κύπρος

Prunabon Enterprises Ltd ν. Ιακωβίδης, από τη Λεμεσό, ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Yiannoplast Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 5860/2011, 4/10/2018

Prunabon Enterprises Ltd ν. Ιακωβίδης, από τη Λεμεσό, ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Yiannoplast Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 5860/2011, 4/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A392 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5860/2011 Μεταξύ:

  1. Prunabon Enterprises Ltd, από τη Λεμεσό
  2. ΧΧΧΧ Φιλιππίδης, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και-
  3. Yiannoplast Ltd, από τη Λεμεσό
  4. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
  5. Δήμος Λεμεσού Εναγομένων ---------------------------------- (Και μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 24.9.2012) Μεταξύ:
  6. Prunabon Enterprises Ltd, από τη Λεμεσό
  7. ΧΧΧΧ Φιλιππίδης, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και-
  8. ΧΧΧΧ Ιακωβίδης, από τη Λεμεσό, ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Yiannoplast Ltd
  9. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
  10. Δήμος Λεμεσού Εναγομένων ---------------------------------- Ημερ.: 4.10.2018 Για τον Ενάγοντα 2: κα Φρ. Χριστοδουλίδου μαζί με κα Π. Κυριακίδου για Πελαγία Κυριακίδου και για Ηλίας Κονναρής Για τον Εναγόμενο 1: Καμία εμφάνιση Για τον Εναγόμενο 2: κα Δ. Νικολάτου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Εναγόμενο 3: κ. Γ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο τίτλος αναφέρεται όπως θα έπρεπε να είναι. Γεγονός παραμένει ότι στο τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρίστηκε την 3.10.2012 αναφέρεται μόνο ο τίτλος όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα ημερ. 24.9.
  11. Η Ενάγουσα 1 Εταιρεία ασχολείτο με την κατασκευή, επιδιόρθωση και το εμπόριο επίπλων εξωτερικού χώρου στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η αξίωση της αφορούσε σε ζημιές στο υποστατικό της και σε εμπορεύματα που διατηρούσε σε αυτό και που καταστράφηκαν συνεπεία πυρκαγιάς την 6.10.
  12. Η πυρκαγιά προκλήθηκε ως αποτέλεσμα έκρηξης βαρελιών με εύφλεκτα βιομηχανικά απόβλητα που ήταν στοιβαγμένα σε υπαίθριο χώρο του εργοστασίου κατασκευής πλαστικών της Εναγόμενης 1 Εταιρείας το οποίο γειτνίαζε του υποστατικού της Ενάγουσας
  13. Στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται πού βρισκόταν το υποστατικό της Ενάγουσας
  14. Εφόσον καταλογίζονται ευθύνες στο Δήμο Λεμεσού, η διασύνδεση με τα όρια του Δήμου θα έπρεπε να δικογραφείται. Στο πρόσωπο του κλητηρίου αναφέρεται ως διεύθυνση της Εναγόμενης 1 η βιομηχανική περιοχή Ύψωνα στη Λεμεσό. Η Ενάγουσα 1 Εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση από το
  15. Γι' αυτό το Δικαστήριο ενημερώθηκε μόλις την 26.5.
  16. Ωστόσο, ουδέποτε τροποποιήθηκε η αγωγή ώστε να την αντικαταστήσει ο εκκαθαριστής της. Η αξίωση της απορρίφθηκε την 9.10.2017 λόγω έλλειψης προώθησης, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 και εναντίον της. Ο Ενάγοντας 2, υιός του «ιδιοκτήτη» της Ενάγουσας 1 είχε, σύμφωνα με την αξίωση, και αυτός κινητή περιουσία αξίας €150.000 αποθηκευμένη στο υποστατικό της Εταιρείας που καταστράφηκε στην πυρκαγιά. Στις Λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης η περιουσία του Ενάγοντα 2 περιγράφεται ως «Personal Collection of Furnitures», δηλαδή προσωπική συλλογή επίπλων. Με την αξίωση καταλογίζεται στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία ότι για δικούς της σκοπούς έφερε και μάζεψε στη γη της τοξικά και εύφλεκτα υλικά που πιθανόν να προξενούσαν βλάβη αν διέφευγαν. Στις σχετικές Λεπτομέρειες αναφέρεται ότι αποθήκευσε τα υλικά κατά τρόπο ανασφαλή και χωρίς τις αναγκαίες προφυλάξεις και παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία ή επαρκή μέτρα προφύλαξης και αποτροπής της έναρξης της πυρκαγιάς και επέκτασης της. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία δεν είχε καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Βρισκόταν ήδη υπό εκκαθάριση από 13.9.2011 και την 3.10.2012 καταχωρίστηκε τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα με Εναγόμενο 1 τον εκκαθαριστή της. Εμφάνιση εκ μέρους του καταχωρίστηκε την 2.4.2013, όμως, οι δικηγόροι του αποσύρθηκαν την 30.10.2013, δηλώνοντας στο Δικαστήριο ότι ο εκκαθαριστής δεν επιθυμούσε να υπερασπιστεί την αγωγή. Η αγωγή εναντίον του παρέμεινε για απόδειξη. Ουδέποτε καταχωρίστηκε έκθεση υπεράσπισης εκ μέρους του. Στις Αρχές της Δημοκρατίας, για τις οποίες ευθύνεται και ενάγεται ο Γενικός Εισαγγελέας, Εναγόμενος 2, καταλογίζεται ότι ενώ γνώριζαν πως τοξικά εύφλεκτα και επιβλαβή υλικά παρέμεναν εκτεθειμένα και απροστάτευτα σε ψηλές θερμοκρασίες σε υπαίθριο χώρο του εργοστασίου της Εναγόμενης 1, με κίνδυνο έκρηξης και μετάδοσης πυρκαγιάς στο γειτνιάζον υποστατικό της Ενάγουσας 1, παρέλειψαν να λάβουν τα δέοντα μέτρα για απομάκρυνση ή καταστροφή τους. Στο Δήμο Λεμεσού, Εναγόμενο 3, καταλογίζεται παράβαση του νομικού του καθήκοντος να ελέγχει, να περιορίζει και να απαγορεύει οιανδήποτε επιχείρηση ή εργασία που είναι δυνατό να είναι επιβλαβή στη δημόσια υγεία ή πηγή δημοσίου κινδύνου ή οχληρίας στους διαμένοντες στην περιοχή. Οι Λεπτομέρειες Αμέλειας και Παράβασης Νόμιμου Καθήκοντος που εκτίθενται για τους Εναγόμενους 2 και 3 είναι κοινές. Ο Γενικός Εισαγγελέας εγείρει στην Υπεράσπιση του ζήτημα ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, ούτε αιτία αγωγής καθότι οι πράξεις και παραλείψεις που καταλογίζονται στη Δημοκρατία αναφέρονται σε εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος. Επί των γεγονότων αρνείται οιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη της Δημοκρατίας που της καταλογίζεται ή είχε σχέση με την πρόκληση της πυρκαγιάς, για την οποία επιρρίπτει την ευθύνη στην Εναγόμενη 1 και το Δήμο Λεμεσού για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στην αξίωση. Προβάλλει τη θέση ότι λειτουργοί του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και του Τμήματος Περιβάλλοντος είχαν επιθεωρήσει το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1 πριν την επίδικη πυρκαγιά και προέβησαν σε συστάσεις για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων και ενεργειών για την ασφαλή αποθήκευση και απομάκρυνση των εύφλεκτων ουσιών και αποβλήτων και τη διαχείριση τους, προς αποφυγή δημιουργίας κινδύνου στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Προβάλλει ακόμα τη θέση ότι η πυρκαγιά δεν οφειλόταν σε αυτανάφλεξη ή χημική αντίδραση, αλλά σε εξωτερική πηγή ανάφλεξης. Ο Δήμος Λεμεσού εγείρει στην Υπεράσπιση του ζήτημα ότι κατά την καταχώριση του τροποποιημένου κλητηρίου δεν ακολουθήθηκαν οι θεσμοί. Η παρατήρηση αναφέρεται στο ζήτημα του τίτλου της αγωγής αναφορά στο οποίο έγινε πιο πάνω. Επί της ουσίας, ο Δήμος Λεμεσού αρνείται ότι επιδείχθηκε εκ μέρους του οιαδήποτε αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος που είχε ως αποτέλεσμα την πυρκαγιά, για την οποία καταλογίζει ευθύνη στην Εναγόμενη 1 και τη Δημοκρατία για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στην αξίωση. Τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας όσο και ο Δήμος Λεμεσού αρνούνται τις ζημιές του Ενάγοντα 2 και ότι ο Ενάγοντας 2 διατηρούσε οιαδήποτε κινητή περιουσία μέσα στο υποστατικό της Ενάγουσας
  17. Η XXXXX Φιλιππίδου (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) ήταν μαζί με το σύζυγο της XXXXX Φιλιππίδη οι διευθυντές της Ενάγουσας 1 Εταιρείας, που είχε ιδρυθεί περί το 1995 και ασχολείτο με εργασίες κατασκευής και επιδιόρθωσης και εμπορίου επίπλων. Η Εταιρεία στεγαζόταν σε ανώγειο υποστατικό στη «Φάρμα Δρουσιώτη» στη βιομηχανική περιοχή Ύψωνα και γειτνίαζε με το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Ανάφερε η Φιλιπππίδου πως το υποστατικό τους ήταν δίπλα από τη βιομηχανική περιοχή και δεν ενέπιπτε στο Δήμο Λεμεσού. Η βιομηχανική περιοχή, όπου ήταν προφανώς το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1, ήταν εντός των ορίων του Δήμου Λεμεσού. Στο χώρο της η Ενάγουσα 1 διατηρούσε πρώτες ύλες για την εργασία της και αποθήκευε έπιπλα αντίκες και άλλα συλλεκτικά αντικείμενα μεγάλης αξίας που αγοράζονταν από το εξωτερικό. Η Φιλιππίδου και ο σύζυγος της επισκέπτονταν δύο με τρεις φορές το χρόνο την Ινδονησία και αγόραζαν έπιπλα και συλλεκτικά κομμάτια. Κάποια διακοσμούν το δικό της σπίτι και το σπίτι της θυγατέρας της, ενώ όσα δωρήθηκαν στον Ενάγοντα 2 ήταν αποθηκευμένα στο χώρο της Ενάγουσας 1 μέχρι να ολοκληρωθεί η κατοικία του. Την 6.10.2010 η ίδια και ο σύζυγος της ειδοποιήθηκαν ότι ξέσπασε πυρκαγιά στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 και μετέβησαν στο χώρο. Το υποστατικό της Ενάγουσας 1 φλέγετο και στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 γίνονταν συνεχείς εκρήξεις βαρελιών που καίγονταν προκαλώντας πυκνό σύννεφο καπνού που προκαλούσε κάψα στη μύτη, δυσφορία και ζαλάδες στους παριστάμενους. Χρειάστηκε η συνδρομή δεκάδων πυροσβεστών και αριθμού πυροσβεστικών οχημάτων για να τεθεί η πυρκαγιά υπό έλεγχο, αφού κατέκαψε ολοκληρωτικά το υποστατικό της Ενάγουσας
  18. Ο Ενάγοντας 2 (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.11) που είχε ήδη φτάσει στο χώρο πιο νωρίς, μαρτύρησε ότι ένα φλεγόμενο βαρέλι εκτοξεύθηκε και κατέληξε στο υποστατικό της Ενάγουσας 1 προκαλώντας φωτιά. Σχετική για το περιστατικό είναι η Έκθεση Διερεύνησης Επικίνδυνου Συμβάντος ημερ. 29.10.2010 από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας (Τεκμ.10). Σε επιστολή της Αστυνομίας προς την Ενάγουσα 1 ημερ. 4.2.2011 (Τεκμ.2) καταγράφεται ότι σύμφωνα με την έκθεση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, λόγω της ολοκληρωτικής καταστροφής στο χώρο που εντοπίστηκε η εστία της πυρκαγιάς, τα ακριβή αίτια της παρέμεναν άγνωστα. Η Φιλιππίδου αναφέρθηκε σε υπόνοιες, προφανώς εννοώντας φήμες, ότι η Εναγόμενη 1 προκάλεσε την πυρκαγιά για να καλύψει τα χρέη της. Η αποθήκευση μεταλλικών βαρελιών σε στιβάδα στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 περιέπεσε στην αντίληψη της Φιλιππίδου και του συζύγου της από τον Νοέμβριο του 2004 όταν είχε ξεσπάσει μια άλλη πυρκαγιά σε άλλο υποστατικό που γειτνίαζε. Τότε, αναφέρει η μάρτυρας, ήρθαν στη δημοσιότητα στοιχεία σε σχέση με τα επικίνδυνα απόβλητα που η Εναγόμενη 1 αποθήκευε στα βαρέλια. Παρουσίασε η Φιλιππίδου δημοσιεύματα του 2004 και της περιόδου μετά την επίδικη πυρκαγιά που κάνουν λόγο για αποθήκευση επικίνδυνων χημικών αποβλήτων στο εργοστάσιο της Εναγόμενης 1 και για τοξικό νέφος που αναδύθηκε κατά την επίδικη πυρκαγιά (Τεκμ.3 και 4). Μετά την πυρκαγιά του 2004 η ίδια είχε προσπαθήσει, χωρίς επιτυχία, να συνομιλήσει τηλεφωνικά με τον τότε Δήμαρχο Λεμεσού. Στη συνέχεια κατέφυγε στη διεύθυνση του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 λαμβάνοντας πληροφόρηση από το διευθυντή του εργοστασίου της, XXXXX Ελευθερίου, ο οποίος προσπαθούσε να βρει λύση για την απομάκρυνση των αποβλήτων. Της ανάφερε πως επιθεωρητές του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, που ήταν οι μόνοι που είχαν επισκεφθεί το εργοστάσιο, διαπίστωναν ότι η φύλαξη των αποβλήτων δεν ήταν ασφαλής και προέβαιναν σε συστάσεις χωρίς να δίνουν ουσιαστική λύση το πρόβλημα. Υπάρχει επιστολή του Τμήματος προς την Εναγόμενη 1 ημερ. 31.12.2004 (Τεκμ.5) από την οποία προκύπτει ότι είχε ζητηθεί από την Εναγόμενη 1 να ετοιμάσει μελέτη εκτίμησης των κινδύνων από την αποθήκευση των χημικών αποβλήτων στην αυλή του εργοστασίου της. Σημειώνεται ωστόσο στην επιστολή ότι το θέμα της απόρριψης των χημικών αποβλήτων δεν ενέπιπτε στις αρμοδιότητες του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας. Το Τεκμ.12 είναι επιστολή ημερ. 22.9.2010 του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών προς τον τότε Δήμαρχο Λεμεσού με την οποία διαβιβάζεται καταγγελία των κατοίκων της περιοχής ότι η Εναγόμενη 1 «αδειάζει χημικά απόβλητα». Απαντήθηκε με επιστολή ημερ. 2.11.2010 (Τεκμ.13), μετά δηλαδή το επίδικο καταστροφικό γεγονός. Αναφερόταν ότι ο Δήμος Λεμεσού προγραμμάτιζε να καλέσει σύσκεψη με όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες για εκτίμηση και αξιολόγηση της κατάστασης για να ληφθούν εκεί που χρειάζεται τα ενδεδειγμένα μέτρα. Ο XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Ε.2) είναι χημικός μηχανικός με μεταπτυχιακό και διδακτορικό. Εργάζεται από το
  19. Σήμερα είναι καθηγητής σε πανεπιστήμιο στη Λευκωσία. Αναφέρθηκε στις φυσικές και χημικές ιδιότητες των υλικών που αναφέρονται στην Έκθεση Διερεύνησης της επίδικης πυρκαγιάς ως αυτά που αποθηκεύονταν στα βαρέλια. Η αιθανόλη και ο οξεικός αιθηλεστήρας ανήκουν στα πολύ εύφλεκτα υλικά. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σε θερμοκρασία κάτω από 210C στην παρουσία φλόγας αναφλέγονται. Το σημείο αυτανάφλεξης τους είναι 3630C και 4260C αντίστοιχα. Το arcosolv είναι εύφλεκτο, δηλαδή στην παρουσία φλόγας αναφλέγεται όταν η θερμοκρασία είναι μεταξύ 21 0C και 55 0C. Το σημείο αυτανάφλεξης του είναι 287 0C. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στη μεθανόλη που είναι επίσης πολύ εύφλεκτο υλικό και που ήταν αποθηκευμένο σε χώρο εντός του εργοστασίου. Τα σημεία αυτανάφλεξης όλων των υλικών καταδεικνύουν ότι είναι αδύνατο να υπάρξει αυτανάφλεξη τους υπό κανονικές συνθήκες. Μόνο εάν προηγηθεί εξωτερική πυρκαγιά που ανεβάσει τη θερμοκρασία του χώρου που βρίσκονται στα πιο πάνω επίπεδα. Τα πιο πάνω υλικά όταν θερμανθούν, αναδύονται από αυτά ατμοί οι οποίοι αναμιγνύονται με τον αέρα. Όταν το ποσοστό των ατμών στον αέρα υπερβεί συγκεκριμένο όριο τότε στην παρουσία φλόγας εκρήγνυνται. Δεν είναι εκρηκτικά αλλά υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις εκρήγνυνται. Όλα αυτά τα υλικά θεωρούνται επικίνδυνα απόβλητα. Πρέπει να φυλάσσονται σε δοχεία μεταλλικά και κλειστά ώστε να μη διαφεύγουν ατμοί από αυτά και πρέπει να αποθηκεύονται σε κλειστούς πυρίμαχους χώρους ώστε να μην υπάρχει τρόπος να έρθουν σε επαφή με φλόγα. Ο XXXXX Χατζηπαναγιώτου (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.21) είναι ο διευθυντής του Τμήματος Περιβάλλοντος. Έχει μεταπτυχιακό στη διαχείριση βιομηχανικών αποβλήτων και είναι αρχιεπιθεωρητής με βάση το νόμο για τον έλεγχο της ρύπανσης, τη διαχείριση αποβλήτων και την προστασία της φύσης. Συνόψισε τις πρόνοιες του περί Στερεών και Επικινδύνων Αποβλήτων Νόμου του 2002, υποδεικνύοντας ότι ο νόμος εναποθέτει υποχρέωση στον κάτοχο αποβλήτου, που δεν έχει άδεια διαχείρισης του, να μεριμνά ώστε αυτό να μη προκαλεί οποιοδήποτε κίνδυνο στη δημόσια υγεία ή στο περιβάλλον ή να δημιουργεί οχληρία και να φροντίζει όπως χωρίς καθυστέρηση το παραδώσει σε πρόσωπο που κατέχει άδεια διαχείρισης του. Η Αρμοδία Αρχή για την εφαρμογή του Νόμου είναι ο Υπουργός Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (άρθρο 4), ο οποίος εκχωρούσε τις εξουσίες του στον εκάστοτε διευθυντή του Τμήματος Περιβάλλοντος τον οποίο και διόριζε ως αρχιεπιθεωρητή για τον έλεγχο της εφαρμογής του Νόμου (άρθρο 35). Ο Νόμος αυτός δεν εναπόθεται αρμοδιότητες ή εξουσίες στις Αρχές Τοπικής Διοίκησης. Αναφέρθηκε ο Χατζηπαναγιώτου στην επιστολή ημερ. 10.11.2004 του Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (Τεκμ.6) στην οποία καταγράφεται η διαπίστωση της ύπαρξης 500 περίπου βαρελιών των 200 λίτρων με διάφορα χημικά απόβλητα όπως οξεικός αιθυλεστέρας, αιθανόλη, θίνερ και άλλα. Στην επιστολή καταγράφεται επίσης ότι εντός του εργοστασίου αποθηκεύονταν χιλιάδες λίτρα από εύφλεκτα υλικά. Αναφέρεται ότι είχε ενημερωθεί και το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λεμεσού, η Υπηρεσία Περιβάλλοντος και η Αστυνομία. Σημειωνόταν ότι επιβαλλόταν η άμεση μετακίνηση των χημικών αποβλήτων από το χώρο του εργοστασίου. Ανάφερε ο Χατζηπαναγιώτου ότι λειτουργοί της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος επισκέφθηκαν άμεσα το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1 και προέβηκαν σε εξετάσεις. Ακολούθησε επιστολή του διευθυντή της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος με εισηγήσεις για αριθμό ενδιάμεσων μέτρων. Το Τεκμ.7 είναι επιστολή ημερ. 16.11.2004 της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος προς τον Αρχηγό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας σε απάντηση της επιστολής του. Η εισήγηση ήταν όπως ο χώρος στον οποίο βρίσκονταν τα βαρέλια στεγαστεί και περιφραχτεί. Περιμετρικά να καθαριστεί από άχρηστα πλαστικά και άλλα εύφλεκτα υλικά. Να αντικατασταθούν τα βαρέλια που είχαν διαβρωθεί και να τοποθετηθούν πίσω τα πώματα τους. Να τοποθετηθούν πινακίδες απαγόρευσης του καπνίσματος και πυροσβεστήρες σε κοντινές αποστάσεις. Να μην υπάρχει κατά ύψος αποθήκευση περισσοτέρων των δύο βαρελιών. Ανάλογου περιεχόμενου επιστολή της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, ημερ. 19.11.2004, (Τεκμ.8), αποστάληκε και προς την Εναγόμενη 1 με κοινοποίηση στο Δήμαρχο και Έπαρχο Λεμεσού, την Αστυνομία και το Διευθυντή του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας. Είναι η θέση του Χατζηπαναγιώτου ότι το εργοστάσιο επιθεωρείτο τακτικά και η πληροφόρηση του ήταν ότι τα ενδιάμεσα μέτρα που είχε εισηγηθεί ο διευθυντής της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, αλλά και άλλα, είχαν υλοποιηθεί. Αυτά που δεν υλοποιήθηκαν δεν καθιστούσαν την αποθήκευση των αποβλήτων επικίνδυνη ή ανασφαλή για τη δημόσια υγεία ή το περιβάλλον και δεν συνέβαλαν στην επίδικη πυρκαγιά. Το κυριότερο ήταν ότι δεν δημιουργήθηκε στέγαστρο, αλλά αυτό δεν αύξησε τον κίνδυνο γιατί η έκθεση των βαρελιών στον ήλιο δεν είχε τόσο σημαντική συνεισφορά στο γεγονός που επεσυνέβηκε. Κατά τη γνώμη του τα μέτρα που είχαν ληφθεί καθιστούσαν τη φύλαξη των αποβλήτων πολύ ασφαλή. Ο Χατζηπαναγιώτου δέχτηκε ότι τα επίδικα απόβλητα ταξινομούνται στην κατηγορία των επικίνδυνων αποβλήτων. Το Τεκμ.22 είναι επιστολή ημερ. 27.5.2009 της Εναγόμενης 1 προς το Υπουργείο Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος με την οποία ζητείται η έγκριση της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος ώστε τα επίδικα απόβλητα να μεταφέρονταν για καύση στο Τσιμεντοποιείο Βασιλικού. Ανάφερε ο Χατζηπαναγιώτου ότι το Τσιμεντοποιείο είχε αποδεχτεί τα απόβλητα και αυτά άρχισαν να μεταφέρονται. Υποβλήθηκε στον Χατζηπαναγιώτου ότι το Τσιμεντοποιείο δεν τα αποδέχτηκε και τα επέστρεψε. Ο Χατζηπαναγιώτου δεν ήταν ενήμερος για κάτι τέτοιο. Σημειώνεται ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ότι απόβλητα που είχαν μεταφερθεί στο Τσιμεντοποιείο επιστράφηκαν πίσω. Κοινό έδαφος παραμένει ωστόσο, ότι αριθμός βαρελιών με απόβλητα βρισκόταν στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 κατά την 6.10.
  20. Ο ΧΧΧΧ Κυριάκου (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.23) είναι Ανώτερος Λειτουργός Επιθεώρησης Εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας. Μαρτύρησε ότι το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας επιθεώρησε το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1 πολλές φορές και έγιναν προφορικές συστάσεις και για το ζήτημα της ασφαλούς αποθήκευσης και διάθεσης των αποβλήτων του εργοστασίου. Παρουσίασε σχετική επιστολή του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ημερ. 6.8.2001 προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμ.24) με την οποία γίνονταν συστάσεις όπως περιφραχθεί ο χώρος περιμετρικά των βαρελιών και καθαριστεί από άχρηστα πλαστικά και άλλα εύφλεκτα υλικά. Ήταν η θέση του Κυριάκου ότι το ζήτημα της απομάκρυνσης των χημικών αποβλήτων δεν ενέπιπτε στις αρμοδιότητες του Τμήματος του που έχει την ευθύνη εφαρμογής του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου του 1996 και των συναφών Κανονισμών. Η Νομοθεσία αυτή δεν διαχωρίζει τα απόβλητα από οιαδήποτε άλλα χημικά υλικά που χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες στην παραγωγή, ούτε προνοεί για την απομάκρυνση τους από τους χώρους εργασίας. Προβλέπει τη λήψη μέτρων για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων, ανεξάρτητα αν το υλικό είναι χρήσιμη πρώτη ύλη ή άχρηστο απόβλητο. Ήταν και η θέση του Κυριάκου ότι το arcosolv είναι εύφλεκτο ενώ τα άλλα δύο υλικά πολύ εύφλεκτα. Τέτοια υλικά πρέπει να αποθηκεύονται σε πυράντοχη αποθήκη με καλό εξαερισμό που να μη γειτνιάζει με πηγές ανάφλεξης και μακριά από εργαζόμενους (άρθρο 32

(4)). Κατά τη θέση του ο τρόπος αποθήκευσης των βαρελιών ήταν ασφαλής διότι ο χώρος ήταν ασφαλτοστρωμένος και δεν υπήρχαν κοντά πηγές ανάφλεξης. Από την Εναγόμενη 1 είχε ζητηθεί να περιλάβει στην εκτίμηση κινδύνων και στο σύστημα διαχείρισης τους το ζήτημα των αποβλήτων. Η Εναγόμενη 1, ανάφερε ο Κυριάκου, προσέλαβε εξωτερικό σύμβουλο και άρχισε την εκπόνηση της μελέτης αυτής. Συνήθως απαιτείται χρόνος έξι μηνών για συμμόρφωση. Προέκυψε από τη μαρτυρία του Κυριάκου πως οι επιθεωρητές του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας επιδεικνύουν ελαστικότητα και ανοχή. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση παρήλθαν περίπου έξι χρόνια μέχρι το επίδικο γεγονός, χωρίς να ολοκληρωθεί η μελέτη και χωρίς να ληφθούν οιαδήποτε μέτρα γι' αυτό εναντίον της Εναγόμενης
  1. Προκύπτει ότι στο ζήτημα εμπλέκονται δύο υπηρεσίες της Δημοκρατίας. Η Υπηρεσία Περιβάλλοντος που αντιμετωπίζει το ζήτημα από τη σκοπιά της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Η ασφαλής αποθήκευση και διαχείριση άπτεται άμεσα των κινδύνων ρύπανσης του αέρα, του νερού και του εδάφους και έχει προεκτάσεις στη δημόσια υγεία. Το Γραφείο Εργασίας αντιμετωπίζει το ζήτημα από τη σκοπιά της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στους χώρους όπου βρίσκονται τέτοια υλικά. Επομένως, η ευθύνη του Γραφείου Εργασίας είναι έναντι των εργαζομένων στο χώρο και όχι των ιδιοκτητών γειτνιαζόντων υποστατικών. Όλοι οι ειδικοί που μαρτύρησαν καταλήγουν ότι η πυρκαγιά δεν προκλήθηκε ούτε από αυτανάφλεξη των υλικών, γιατί η θερμοκρασία περιβάλλοντος δεν μπορούσε να φτάσει τα επίπεδα αυτανάφλεξης τους, ούτε από έκρηξη ατμών από αυτά, γιατί βρισκόμενα σε υπαίθριο χώρο το ποσοστό των ατμών στον αέρα δεν μπορούσε να φτάσει τα επίπεδα ώστε να καταστούν εκρηκτικοί. Αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο χημικής αντίδρασης που προφανώς είναι το ίδιο που περιγράφηκε με αναφορά στους ατμούς. Το αναπόδραστο συμπέρασμα είναι ότι έδρασε εξωτερικός παράγοντας, δηλαδή φλόγα ή σπινθήρας, είτε λόγω αμέλειας είτε λόγω κακόβουλης πράξης. Αυτό έγινε αποδεκτό από τους δικηγόρους του Ενάγοντα 2 και αποτέλεσε κοινό έδαφος. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα βαρέλια στον υπαίθριο χώρο του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 είχαν τοποθετηθεί από την Εναγόμενη
  2. Το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1 και ο επίδικος χώρος εμπίπτει εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Η τοποθέτηση τους χρονολογείται από πριν τον Νοέμβριο του
  3. Το ζήτημα ήταν από τότε γνωστό στο Γραφείο Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και το Τμήμα Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ως επίσης και στο Δήμο Λεμεσού. Η ποσότητα τους συμπερασματικά αυξανόταν, αφού το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1 πρέπει να συνέχιζε να παράγει απόβλητα για τα οποία δεν γινόταν διάθεση για την διαχείριση τους. Γεγονός παραμένει ότι υπήρχαν και το 2004 και κατά το χρόνο της επίδικης πυρκαγιάς την 6.10.
  4. Το Δικαστήριο αποδέχεται την κοινή θέση των εμπειρογνωμόνων σε σχέση με την χημική σύσταση και ιδιότητες των αποβλήτων. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Φιλιππίδου και του Ενάγοντα 2 σε σχέση με το τι αντίκρισαν και βίωσαν στον χώρο κατά την εξέλιξη της πυρκαγιάς. Οι επί του προκειμένου θέσεις τους δεν αμφισβητήθηκαν. Από την μαρτυρία του Ενάγοντα 2, αλλά και την Έκθεση Διερεύνησης της επίδικης πυρκαγιάς, που συνιστά εξ' ακοής μαρτυρία, που επίσης ουδέποτε αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι η επίδικη πυρκαγιά εκδηλώθηκε στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 και μεταδόθηκε στο γειτνιάζον υποστατικό της Ενάγουσας 1 και με φλεγόμενο βαρέλι που εκτοξεύθηκε προς αυτό. Από την 31.12.2004 το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας είχε ζητήσει από την Εναγόμενη 1 να ετοιμάσει μελέτη εκτίμησης των κινδύνων από την αποθήκευση των αποβλήτων στην αυλή του εργοστασίου της. Η μελέτη ουδέποτε ολοκληρώθηκε παρά το ότι είχαν παρέλθει σχεδόν έξι χρόνια μέχρι την επίδικη πυρκαγιά. Η λύση στο ζήτημα της δημιουργίας αποβλήτων, που είναι η αναπόφευκτη συνέπεια της παραγωγής, είναι η απομάκρυνση τους από χώρους όπου διαμένουν, εργάζονται ή διακινούνται πρόσωπα και η διαχείριση τους. Μπορεί να γίνει ανεκτή η διατήρηση κάποιων ποσοτήτων στους χώρους της παραγωγής γιατί είναι κατανοητό πως δεν είναι αναμενόμενο στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας να απομακρύνονται προς διαχείριση τα απόβλητα της ημέρας. Όμως η περιοδική απομάκρυνση τους προς διαχείριση δεν πρέπει να απολήγει στην συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων στους χώρους παραγωγής. Εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, του είδους του αποβλήτου και των ποσοτήτων που καθημερινά παράγονται. Είναι λογικό ότι εύφλεκτα απόβλητα δεν πρέπει να συσσωρεύονται σε μεγάλες ποσότητες στους χώρους παραγωγής, ιδιαίτερα όταν τον χώρο αυτό γειτνιάζουν άλλες περιουσίες και ακόμα περισσότερο όταν υπάρχουν κατοικίες, κάτι που εδώ ευτυχώς δεν συνέβαινε. Στην προκειμένη περίπτωση, περαιτέρω συζήτηση του θέματος περισσεύει αφού δεν γινόταν απομάκρυνση των αποβλήτων που κατέληξαν να αποθηκεύονται στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 για χρόνια και ήταν κατά το χρόνο της επίδικης πυρκαγιάς σε μεγάλες ποσότητες. Ευθύνη έχει δυνάμει της νομοθεσίας αυτός που παράγει το απόβλητο και η ευθύνη του δεν εξαρτάται και δεν περιορίζεται από την ύπαρξη ή όχι μονάδων για την διαχείριση του απόβλητου που παράγει. Εάν δεν δύναται να διαθέσει το απόβλητο του ή να το διαχειριστεί δεόντως ο ίδιος οφείλει να μην επιδοθεί στην παραγωγή που το δημιουργεί. Το άρθρο 6 του περί Στερεών και Επικινδύνων Αποβλήτων Νόμου του 2002 προνοεί ότι: «
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του περί ∆ήµων Νόµου του 1985 έως 2002 και του περί Κοινοτήτων Νόµου του 1999 έως 2002, κάθε κάτοχος αποβλήτων ο οποίος δεν κατέχει άδεια για διαχείριση αποβλήτων που εκδίδεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Νόµου, οφείλει— (α) Ενόσω κατέχει το απόβλητο να µεριµνά ώστε αυτό να µη προκαλεί οποιοδήποτε κίνδυνο στη δηµόσια υγεία ή στο περιβάλλον και να µη δηµιουργεί οχληρία σε οποιοδήποτε πρόσωπο· (β) να παραδίδει το απόβλητο χωρίς καθυστέρηση σε πρόσωπο που κατέχει άδεια διαχείρισης αποβλήτων.» Ανάλογη και η ευθύνη του τμήματος του Κράτους που έχει το καθήκον της επίβλεψης της τήρησης της σχετικής νομοθεσίας. Εάν δεν υπάρχουν τρόποι διαχείρισης του απόβλητου, ή λόγω απουσίας μονάδων διαχείρισης του στην Κύπρο είναι οικονομικά ασύμφορη η αποστολή για διαχείριση του στο εξωτερικό, η λύση είναι η απαγόρευση της παραγωγής και όχι η επίδειξη ελαστικότητας και ανοχής. Το άρθρο 36 του Νόμου προνοεί ότι: «
(3)Εάν ο Επιθεωρητής έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι οποιαδήποτε εγκατάσταση λειτουργεί ή πρόκειται να λειτουργήσει κατά τρόπο ο οποίος δηµιουργεί κίνδυνο ρύπανσης του περιβάλλοντος ή κίνδυνο στη δηµόσια υγεία λόγω ενδεχόµενης πυρκαγιάς, έκρηξης ή απόρριψης οποιασδήποτε ουσίας ή αποβλήτου, τότε έχει εξουσία να επιδώσει στο φορέα εκµετάλλευσης ή, εάν αυτός απουσιάζει, σε οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία ή επίβλεψη της εγκατάστασης, ειδοποίηση µε την οποία— (α) Αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίσταται ο κίνδυνος· (β) παρέχει οδηγίες για τη λήψη συγκεκριµένων µέτρων εξάλειψης ή µείωσης του κινδύνου· (γ) ορίζει χρονική περίοδο εντός της οποίας πρέπει να ληφθούν τα µέτρα· και (δ) αξιώνει όπως η λειτουργία της εγκατάστασης τερµατιστεί µετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου εφόσον δε ληφθούν τα µέτρα που όρισε και ο κίνδυνος εξακολουθεί να υφίσταται.
(4)Εάν ο Επιθεωρητής έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι ο κίνδυνος που αναφέρεται στο εδάφιο
(3)είναι άµεσος και γι' αυτό το λόγο επιβάλλεται η άµεση αντιµετώπιση του, τότε µε την ειδοποίηση που επιδίδει µπορεί να αξιώνει όπως τερµατιστεί αµέσως η λειτουργία της εγκατάστασης ή οποιασδήποτε διεργασίας σ' αυτή και όπως µη επαναρχίσει εκτός εάν ληφθούν τα µέτρα που αναφέρονται στην ειδοποίηση και εκλείψουν οι λόγοι που δηµιουργούν τον κίνδυνο.» Η εισήγηση για αριθμό ενδιάμεσων μέτρων που το αρμόδιο Τμήμα Περιβάλλοντος ζήτησε συνιστούσε ελαστικότητα σε σχέση με το πρόβλημα, η δε επανάπαυση στα «ενδιάμεσα μέτρα», έστω και αν τηρήθηκαν από την Εναγόμενη 1, ανοχή ανεπίτρεπτη. Υπενθυμίζεται ότι τα «ενδιάμεσα μέτρα» απαιτήθηκαν με επιστολή ημερ. 16.11.
  1. Έκτοτε η κατάσταση παρέμεινε στάσιμη και τα ενδιάμεσα μέτρα έγιναν μόνιμα και ήταν τα ισχύοντα κατά την 6.10.2010, έξι χρόνια μετά, όταν επεσυνέβηκε η επίδικη πυρκαγιά. Τα απόβλητα δεν απομακρύνθηκαν προς διαχείριση όπως έπρεπε. Παρέμειναν στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης
  2. Εφόσον ο Χατζηπαναγιώτου λέγει ότι εφαρμόστηκαν οι εισηγήσεις σημαίνει ότι ο χώρος περιφράχθηκε και περιμετρικά, καθαρίστηκαν από άχρηστα πλαστικά και άλλα εύφλεκτα υλικά. Αντικαταστάθηκαν τα διαβρωμένα βαρέλια και τοποθετήθηκαν πίσω τα πώματα τους. Τοποθετήθηκαν πινακίδες απαγόρευσης του καπνίσματος και πυροσβεστήρες σε κοντινές αποστάσεις. Περαιτέρω, τα βαρέλια δεν αποθηκεύονται πέραν των δύο κατά ύψος. Το Δικαστήριο, ενώ αποδέχεται την μαρτυρία του Χατζηπαναγιώτου όσον αφορά στα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε, δεν αποδέχεται την θέση του ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί καθιστούσαν την φύλαξη των αποβλήτων, που παραδέχτηκε ότι ήταν επικίνδυνα, ασφαλή. Τα ίδια ισχύουν αναφορικά και με τη μαρτυρία του Κυριάκου. Διαφάνηκε ότι ο πιο σοβαρός κίνδυνος σε σχέση με τα επίδικα απόβλητα ήταν ο εξωτερικός παράγοντας, δηλαδή φλόγα ή σπινθήρας που θα δημιουργούσε ανάφλεξη τους. Αυτός ο κίνδυνος δεν αντιμετωπίζεται κατά τον καλύτερο τρόπο με υπαίθρια αποθήκευση. Υπάρχει ο κίνδυνος ένα αναμμένο αποτσίγαρο να παρασυρθεί από τον αέρα, ή σε περίπτωση παρακείμενης φωτιάς ένα φλεγόμενο χαρτί ή πετούμενο να επιπέσει επί των βαρελιών. Ασφαλές θα ήταν να γίνει αυτό που εισηγήθηκε ο Χριστοδούλου, δηλαδή μια κλειστή αποθήκη με πυρίμαχους τοίχους ώστε να μην υπάρχει τρόπος να έρθουν τα απόβλητα σε επαφή με φλόγα. Ότι αυτή θα ήταν η ασφαλέστερη λύση για την αποθήκευση τους στον χώρο της παραγωγής επιβεβαιώνεται και από τον Κυριάκου. Οι υπεύθυνες αρχές της Δημοκρατίας δηλαδή ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος και ο Διευθυντής του Τμήματος Περιβάλλοντος δεν επέβαλαν τις πρόνοιες του περί Στερεών και Επικινδύνων Αποβλήτων Νόμου του 2002 και δεν ανταποκρίθηκαν στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που τους εναπόθεσε η Νομοθεσία. Δεν επέβαλαν την απομάκρυνση και διαχείριση των επίδικων αποβλήτων και σε ενάντια περίπτωση το κλείσιμο του εργοστασίου της Εναγόμενης
  3. Ούτε απαίτησαν τα δέοντα για την προσωρινή αποθήκευση των αποβλήτων. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Δήμος Λεμεσού, εντός της δικαιοδοσίας του οποίου λειτουργούσε το εργοστάσιο της Εναγόμενης 1, ήταν ενήμερος για την κατάσταση που έχει περιγραφεί και συνεπώς γνώριζε για όλους τους κινδύνους που ελλόχευαν συνεπεία της μη απομάκρυνσης των επιδίκων αποβλήτων και της αποθήκευσης τους στην αυλή του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 με τον τρόπο που γινόταν. Το άρθρο 84(ιζ) των περί Δήμων Νόμων προνοεί ότι: «Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ και oιoυδήπoτε ετέρoυ εκάστoτε εv ισχύι vόμoυ, τo συμβoύλιov θα εκτελή, εv τω μέτρω τωv oικovoμικώv δυvατoτήτωv τoυ δήμoυ, εvτός τωv δημoτικώv oρίωv πάvτα ή oιαδήπoτε τωv ακoλoύθωv καθηκόvτωv, ήτoι θα ρυθμίζη, ελέγχη, περιoρίζη ή απαγoρεύη oιovδήπoτε επιτήδευμα, επιχείρησιv, επάγγελμα ή εργασίαv η oπoία δυvατόv vα είvαι επιβλαβής εις τηv δημoσίαv υγείαv, ή πηγή δημoσίoυ κιvδύvoυ ή oχληρίας ή εvoχλήσεως τωv πρoσώπωv τωv διαμεvόvτωv εις τηv περιoχήv, ή εάv τoύτo κρίvεται σκόπιμov διά τo δημόσιov συμφέρov.» Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον εφαρμογή είχε εξειδικευμένη Νομοθεσία δηλαδή ο περί Στερεών και Επικινδύνων Αποβλήτων Νόμος του 2002 αυτός εφαρμοζόταν και η συνέχιση των εργασιών του εργοστασίου της Εναγόμενης 1 ήταν ζήτημα που όφειλε να ρυθμιστεί με βάση τον εξειδικευμένο Νόμο για την εφαρμογή του οποίου ο Δήμος Λεμεσού δεν είχε εξουσία. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας όσο και ο Δήμος Λεμεσού αρνούνται τις ζημιές του Ενάγοντα 2 και ότι αυτός διατηρούσε οιαδήποτε κινητή περιουσία μέσα στο υποστατικό της Ενάγουσας 1 και κατά πόσο η αξίωση του είναι γνήσια ή όχι, αποτέλεσε κυρίαρχο ζήτημα κατά τη δίκη. Η επί του προκειμένου μαρτυρία προέρχεται από τον ίδιο τον Ενάγοντα 2 και τη μητέρα του, την Φιλιππίδου. Ούτε η Υπεράσπιση του Εναγομένου 2, ούτε η Υπεράσπιση του Εναγομένου 3 πρόσφερε μαρτυρία για το ζήτημα, που κρίνεται επί της αξιοπιστίας του Ενάγοντα 2 και της Φιλιππίδου. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα 2 εκ μέρους του Εναγομένου 3 ότι τα αντικείμενα ανήκαν στην Ενάγουσα 1 και πως ουδέποτε δωρίστηκαν στον ίδιο. Από πλευράς του Εναγομένου 2 υποβλήθηκε ότι τα αντικείμενα για την καταστροφή των οποίων διεκδικεί ο Ενάγοντας 2, ουδέποτε αγοράστηκαν και πως τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν για να υποστηρίξουν την αξίωση δεν είναι γνήσια. Δεν μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στις υποβολές που τέθηκαν από τους δικηγόρους υπεράσπισης, αφού ουδεμία θέση υποστηρίχτηκε με μαρτυρία από πλευράς τους και διαφάνηκε ότι δεν είχαν διαθέσιμη μαρτυρία να προσφέρουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με το επιμέρους ζήτημα. Οι υποβολές τους εδράζονταν στην αντίληψη που απεκόμισαν ή το πιθανό σενάριο που πιθανολόγησαν ότι μπορεί να συνέβηκε. Ανάφερε η Φιλιππίδου πως η Ενάγουσα 1 διατηρούσε ασφαλιστική κάλυψη για το περιεχόμενο του υποστατικού της και πληρώθηκε από την Παγκυπριακή Ασφαλιστική το ποσό των €130.000 περίπου. Ασφάλιση δεν υφίστατο για τα αντικείμενα που ανήκαν στον Ενάγοντα
  4. Η εξήγηση της Φιλιππίδου ήταν πως δεν ασφαλίστηκαν γιατί ήταν προσωπικά αντικείμενα. Η Ασφαλιστική είχε προβεί σε επιθεώρηση του υποστατικού και ετοίμασε έκθεση εκτίμησης της ζημιάς. Η Φιλιππίδου υποστήριξε ότι η έκθεση αναφερόταν σε προσωπική συλλογή και προθυμοποιήθηκε να την παρουσιάσει. Όμως, αυτή ουδέποτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση της Φιλιππίδου ότι τα έγγραφα της Ενάγουσας 1 καταστράφηκαν κατά την πυρκαγιά. Ό,τι απέμεινε ήταν τα έγγραφα που βρίσκονταν στους δικηγόρους της Εταιρείας. Για το πώς καθορίστηκε η αξία της προσωπικής συλλογής του Ενάγοντα 2 στο ποσό των €150.000 η Φιλιππίδου ανέφερε ότι αυτό έγινε με τα στοιχεία που ανηύραν. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα δεν ήταν μόνο συλλεκτικά αλλά και επενδυτικά και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να πωληθούν σε μεγάλη αξία. Ο σύζυγος της είχε τους σκληρούς δίσκους των ηλεκτρονικών υπολογιστών της Εταιρείας και από αυτούς λήφθηκαν τα στοιχεία. Όπως ανάφερε τα στοιχεία θα παρουσίαζε ο γιος της στη δική του μαρτυρία. Σε μεταγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας της είπε πως τα στοιχεία για τα επίδικα αντικείμενα είχαν παραδοθεί και στους προηγούμενους τους δικηγόρους, αλλά χάθηκαν και η ανάκτηση τους από τους σκληρούς δίσκους είχε γίνει τελευταίως. Ήταν η θέση της ότι τα επίδικα αντικείμενα αγοράστηκαν σε δημοπρασία στην Ινδονησία. Για το ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα διατίθεντο προς πώληση είχαν ειδοποιηθεί από γραφείο στην Ινδονησία με το οποίο συνεργάζονταν και επέδειξαν ενδιαφέρον. Δεν θυμόταν ποιο ήταν το γραφείο για το οποίο πληροφόρηση το Δικαστήριο θα έδιδε ο γιος της. Η αγορά στη δημοπρασία έγινε από κοπέλα του γραφείου που συνεργάζονταν, η οποία στη συνέχεια τους τα πούλησε και την πλήρωσαν. Για την αγορά τους εκδόθηκε ένα δελτίο ότι αγόρασαν αυτά τα αντικείμενα και απόδειξη πληρωμής. Δεν θυμόταν η Φιλιππίδου σε ποιο ταξίδι αγοράστηκαν, ούτε ποιά χρονολογία, αλλά ήταν πολλά χρόνια πριν το γεγονός της πυρκαγιάς. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανάφερε ότι εκδόθηκαν δύο τιμολόγια αναφορικά με την αγορά των αντικειμένων τα οποία ανακτήθηκαν μέσα από τους σκληρούς δίσκους. Τα αρχικά τιμολόγια είχαν δοθεί στους προηγούμενους δικηγόρους όπως και άλλα έγγραφα που αφορούσαν τα αντικείμενα του Ενάγοντα
  5. Ερωτούμενη κατά πόσο μεταβιβάστηκαν χρήματα σε λογαριασμό στην Ινδονησία και από ποια πηγή απάντησε ότι ήταν με χρήματα δικά τους και ότι ως οικογένεια είχαν ένα πορτοφόλι. Ερωτούμενη αν απέστειλαν επιταγή ή πήραν μια σακούλα χαρτονομίσματα, απάντησε ότι είχαν διαθέσιμα χρήματα και στο Ντουπάϊ και στην Ινδονησία, αλλά δεν γνώριζε πώς έγινε και προς τούτο έπρεπε να ερωτηθεί ο σύζυγος της, ο οποίος όμως δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. Ερωτούμενη εάν έχει αποδεικτικά στοιχεία της πράξης ή της μεταβίβασης ή της ανάληψης των χρημάτων ή οιαδήποτε στοιχεία για την αγορά, ανάφερε ότι τα κατέχει ο γιος της. Κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ο Ενάγοντας 2 κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε σε σχέση με τη χρηματοδότηση της αγοράς. Στη συνέχεια ανάφερε πως η πληρωμή έγινε κατά τη διάρκεια ταξιδιού στην Ινδονησία στο οποίο συμμετείχε και η ίδια. Είχαν μαζί τους, η ίδια και ο σύζυγος της, εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια σε μετρητά. Ο σύζυγος της είχε τα χαρτονομίσματα σε χαρτοφύλακα. Ήταν και η ίδια παρούσα όταν επισκέφθηκαν το γραφείο που συνεργάζονταν και τους παραδόθηκαν τα πιστοποιητικά της προέλευσης των αντικειμένων. Δεν θυμάται πόσα πλήρωσαν την ημέρα εκείνη. Τους δόθηκε εξοφλητική απόδειξη την οποία ανάφερε πως θα παρουσιάσει ο γιος της. Ερωτούμενη σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της κατά πόσο τα χρήματα αυτά είχαν ληφθεί από κάποια τράπεζα απάντησε ότι ορισμένα ήταν από την Κύπρο, άλλα από το Ντουπάι και άλλα τους τα είχαν εμβάσει πελάτες τους σε λογαριασμό τους στην Ινδονησία. Νομίζει, ανέφερε, πως είχε στοιχεία ότι τέτοια χρήματα υπήρχαν και ότι αναλήφθηκαν από την τράπεζα. Δεν είχε όμως μαζί της τα στοιχεία αυτά. Ούτε γνωρίζει αν αναχωρώντας από την Κύπρο προέβηκαν σε δηλώσεις σε σχέση με μεγάλα ποσά συναλλάγματος που μετέφερναν μαζί τους. Αποδεικτικά στοιχεία για την ανάληψη οιουδήποτε ποσού από κάποια τράπεζα δεν έχουν παρουσιαστεί. Τα αντικείμενα, υποστήριξε η Φιλιππίδου, είχαν αφιχθεί στην Κύπρο σε ένα εμπορευματοκιβώτιο μαζί με άλλα εμπορεύματα της Ενάγουσας
  6. Πότε δεν γνωρίζει, αλλά τα χαρτιά υπάρχουν, ανάφερε. Στη συνέχεια είπε πως τα αποδεικτικά στοιχεία της εκτελώνισης τους κάηκαν. Η ίδια αποτάθηκε στο Τελωνείο και της ειπώθηκε ότι εφόσον έχουν παρέλθει χρόνια, πρέπει να γίνει διαδικασία μέσω Δικαστηρίου. Εκτελωνιστή άλλαζαν συνεχώς, δεν αποτάθηκαν όμως σε κάποιον για να ζητήσουν οιαδήποτε έγγραφα. Από τον καιρό που τα αντικείμενα αφίχθηκαν στην Κύπρο φυλάττονταν στο υποστατικό της Ενάγουσας 1 διότι ο Ενάγοντας 2 δεν είχε φτιάξει ακόμα το σπίτι του. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι στην Έκθεση Απαίτησης οι λεπτομέρειες ζημιών της Ενάγουσας 1 καταγράφονται σε οκτώ σελίδες, ενώ η αξίωση του Ενάγοντα 2 περιγράφεται λακωνικά ως «Personal Collection of furnitures» και δίπλα το συνολικό ποσό των €150.
  7. Η Φιλιππίδου απέδωσε την έλλειψη παροχής λεπτομερειών σε λάθη των προηγούμενων τους δικηγόρων, χωρίς όμως να γνωρίζει γιατί δεν είχαν παραθέσει στην Έκθεση Απαίτησης επιμέρους λεπτομέρειες. Ο Ενάγοντας 2 ανάφερε πως όλα τα στοιχεία που παρουσίασε κατά τη δίκη τα είχε δώσει στους προηγούμενους δικηγόρους οι οποίοι ενεργώντας αμελώς δεν έκαμαν σωστά τη δουλειά τους. Ο ίδιος είχε κάμει πάρα πολλές παρατηρήσεις στους δικηγόρους γιατί δεν παρέθεσαν λεπτομέρειες της δικής του αξίωσης και διατείνεται ότι η ανταπόκριση των δικηγόρων ήταν ότι «θα πιάσεις τόσα εκατομμύρια από την Εταιρεία και θα κάτσουμε τώρα να μαχούμαστε για τες πελλάρες τες δικές σου». Βέβαια η αξίωση της Εταιρείας μόλις που ξεπερνούσε το μισό εκατομμύριο. Ο Ενάγοντας 2 αναφέρθηκε και σε πλημύρα το 2008 σε εργοστάσιο που θα λειτουργούσαν στην Ινδονησία, όπου είχε έγγραφα που αφορούσαν τα επίδικα αντικείμενα και που βράχηκαν και καταστράφηκαν. Ο Ενάγοντας 2 ανάφερε ακόμα ότι για τα αντικείμενα που είχε αποθηκευμένα στο υποστατικό της Εναγόμενης 1 διατηρεί αποδείξεις για κάποια. Παρουσίασε φωτοαντίγραφο τιμολογίου αρ.123 ημερομηνίας 21.5.2002 (Τεκμ.14) της «Haste Antique And Art Gallery» που φέρεται να εδρεύει στην Cirebon της Ινδονησίας στο οποίο περιγράφονται και απεικονίζονται δύο τραπέζια και δύο καρέκλες. Οι καρέκλες ήταν σε ποσότητες 12 και 8 τεμάχια το κάθε είδος. Το συνολικό ποσό του τιμολογίου είναι 68.357,44 δολ.. Ιδίας ημερομηνίας είναι απόδειξη μετρητών της «Haste Antique And Art Gallery» (Τεκμ.15) που αναφέρεται στο τιμολόγιο αρ.
  8. Δεν διακρίνεται το ποσό που πληρώθηκε και που καταγράφηκε ολογράφως και καταλήγει σε «fifty seven dollar and 44 cents». Προφανώς στο μέρος που δεν διακρίνεται αναφερόταν στις εξηνταοκτώ χιλιάδες και τριακόσια ευρώ. Παρουσίασε ακόμα φωτοαντίγραφο τιμολογίου αρ. PC027, ημερ. 24.4.2002 (Τεκμ.17) της «Ud. Mitratrada», που φέρεται να εδρεύει στην Central Java της Ινδονησίας, στο οποίο περιγράφονται και απεικονίζονται εννέα αντικείμενα συνολικής αξίας 73.061,36 δολ.. Ιδίας ημερομηνίας είναι απόδειξη μετρητών της «Ud. Mitratrada» (Τεκμ.18) που αναφέρεται στο τιμολόγιο αρ. PC027 και στο ίδιο ποσό. Και τα δύο σετ εγγράφων φέρονται να έχουν εκδοθεί στο όνομα του πατέρα του Ενάγοντα 2, Πέτρου Φιλιππίδη. Υπάρχουν ομοιότητες στις αποδείξεις μετρητών των δύο εταιρειών που, κατά τις εισηγήσεις των Εναγομένων 2 και 3, συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι πρόκειται για μη γνήσια και κατασκευασμένα για σκοπούς προώθησης της αξίωσης έγγραφα. Ήταν η εξήγηση του Ενάγοντα 2 ότι ο πατέρας του απαιτούσε να γίνονται τα πράγματα όπως ο ίδιος ήθελε και υποδείκνυε πώς στους συνεργάτες του. Γι' αυτό και οι ομοιότητες. Στερείται σοβαρότητας η δικαιολογία ότι ο πατέρας του Ενάγοντα 2 ως αγοραστής ήθελε οι αποδείξεις που λάμβανε να έχουν συγκεκριμένη μορφή ως προς τον τύπο τους. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το ότι και οι δύο αποδείξεις εκεί που αναφέρονται στο πρόσωπο που έχει πληρώσει αναγράφουν «Received to» αντί «Received from» που είναι το ορθό κατά την αγγλική γλώσσα. Ο Ενάγοντας 2 ανάφερε ότι οι δύο εταιρείες δεν ανήκουν στα ίδια πρόσωπα, ούτε και υπάρχει εταιρική σχέση μεταξύ τους, όμως, ανάφερε, μπορεί να μη ξέρουν να μιλούν σωστά αγγλικά στην Ινδονησία. Επισημαίνουν οι δικηγόροι υπεράσπισης ότι στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης που έγινε από την πλευρά των Εναγόντων και καταχωρίστηκε την 13.11.2013 κανένα έγγραφο δεν είχε αποκαλυφθεί σε σχέση με την αξίωση του Ενάγοντα
  9. Παρατηρείται ωστόσο πως παράτυπα η Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης δεν έγινε από κάθε ένα από τους Ενάγοντες, αλλά από τη δικηγόρο XXXXX Χαραλάμπους που εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο των τότε δικηγόρων τους. Ο Ενάγοντας 2 με τη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι η αξίωση του είναι για δολ. Αμερικής 141.418,08, που είναι το άθροισμα των δύο τιμολογίων. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για την ισοτιμία δολαρίου Αμερικής και ευρώ, όμως η αξίωση για το στρογγυλό ποσό των €150.000 δεν φαίνεται να είναι το άθροισμα των δύο τιμολογίων. Παρουσίασε ακόμα ο Ενάγοντας 2 δύο πρωτότυπα έγγραφα τιτλοφορούμενα «Packing List». Το πρώτο, ημερ. 21.8.2002 (Τεκμ.19), αφορά 349 αντικείμενα αξίας 7.324,80 δολ.. Το δεύτερο, ημερ. 15.11.2002 (Τεκμ.16), αφορά 198 αντικείμενα αξίας 8.046,87 δολ.. Με την γραπτή του δήλωση (παρ. 21) ο Ενάγοντας 2 συνδέει το «Packing List» ημερ. 15.11.2002 με το τιμολόγιο της «Haste Antique And Art Gallery» και το «Packing List» ημερ. 21.8.2002 με το τιμολόγιο της «Ud. Mitratrada». Κατά την κύρια εξέταση του παρουσίασε τα «Packing List» ως τα έγγραφα φόρτωσης των αντικειμένων που αναφέρονται στα τιμολόγια αντίστοιχα. Όμως, καμιά συνάφεια δεν διακρίνεται. Κατά την αντεξέταση παρασχέθηκε η ευκαιρία στον Ενάγοντα 2 να συσχετίσει τα έγγραφα που παρουσίασε. Ρωτήθηκε για διάφορα αντικείμενα που παρουσιάζονται στα δύο τιμολόγια και δεν μπορούσε να υποδείξει κανένα στα «Packing List». Ρωτήθηκε και γενικά από το Δικαστήριο αν ήθελε να υποδείξει οτιδήποτε στα τιμολόγια που να εμφαίνεται στα «Packing List» και ανέφερε ότι δεν υπήρχε κάτι. Ο Ενάγοντας 2 παρουσίασε τα «Packing List» στην προσπάθεια του να καταδείξει ότι σε σχέση με την αξίωση του υπάρχουν έγγραφα που καταδεικνύουν ότι τα αντικείμενα δικής του ιδιοκτησίας που καταστράφηκαν κατά την πυρκαγιά φορτώθηκαν σε δύο περιπτώσεις και μεταφέρθηκαν στην Κύπρο. Πολύ εύκολα στην αντεξέταση αποκάλυψε πως ουδεμία σχέση έχουν. Καθίσταται πρόδηλο πως επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας έγγραφα που δεν σχετίζονται με την υπόθεση του στην προσπάθεια του, κακόπιστα, να δώσει υπόσταση στην αξίωση του. Ο εκ μέρους του χειρισμός ήταν καταστρεπτικός για την αξιοπιστία του. Τα έγγραφα που ο Ενάγοντας 2 παρουσίασε στο Δικαστήριο ανευρέθηκαν, όπως είπε, από τον πατέρα του τελευταίως. Ερωτούμενος που είχαν ανευρεθεί εκείνα που δόθηκαν στους προηγούμενους δικηγόρους ανάφερε ότι ήταν στον σκληρό δίσκο του προσωπικού ηλεκτρονικού υπολογιστή (laptop) του πατέρα του. Σε σχέση με τα «Packing List» που όπως προειπώθηκε είναι πρωτότυπα, ερωτούμενος έδωσε την εξήγηση ότι τα έλαβαν από τους λογιστές τους και τα αντιστοίχησαν με τα επίδικα αντικείμενα. Το 2013, όταν η Ενάγουσα 1 έκλεισε, παρέλαβαν κάποια κασόνια από τους λογιστές και εκεί είχαν ανευρεθεί τα «Packing List». Το Δικαστήριο διαπιστώνει διάσταση θέσεων μεταξύ της Φιλιππίδου και του Ενάγοντα 2 σε ότι αφορά την αγορά των επιδίκων αντικειμένων και τη μεταφορά τους στην Κύπρο. Η Φιλιππίδου που παρουσιάζεται να έχει ιδία γνώση των γεγονότων αναφέρθηκε σε μια αγορά από συγκεκριμένο γραφείο με το οποίο συνεργάζονται. Ο XXXXX παρουσίασε δύο τιμολόγια και δύο αποδείξεις και το σημαντικότερο από διαφορετικές, άσχετες μεταξύ τους εταιρείες, για να τεκμηριώσει την παράμετρο αγοράς των αντικειμένων. Περαιτέρω, ενώ η Φιλιππίδου αναφέρθηκε σε ένα ταξίδι, ο Ενάγοντας 2 παρουσίασε τιμολόγια και αποδείξεις τοις μετρητοίς που απέχουν χρονικά ένα σχεδόν μήνα μεταξύ τους, Ακόμα, η Φιλιππίδου αναφέρθηκε σε μεταφορά των αντικειμένων με ένα εμπορευματοκιβώτιο στο οποίο υπήρχαν και άλλα αντικείμενα της Ενάγουσας 1, ενώ ο XXXXX παρουσίασε δύο καταστάσεις φόρτωσης που αφορούν διαφορετικές ημερομηνίες για να καταδείξει ότι τα εμπορεύματα έφτασαν στην Κύπρο, παρά το ότι στη συνέχεια παραδέχτηκε πως δεν είχαν καμία σχέση με την υπόθεση. Είναι πρόδηλο ότι ο Ενάγοντας 2 ως τελευταίος μάρτυρας, στην προσπάθεια να προσδώσει τεκμηρίωση στην αξίωση του και να καλύψει κενά και αδυναμίες στην υπόθεση του, χρησιμοποίησε διαθέσιμα έγγραφα που θα μπορούσαν εκ πρώτης να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι μπορεί να σχετίζονται με μια γνήσια απαίτηση. Εφόσον η αξίωση του ήταν για €150.000 έψαξε στοιχεία που θα μπορούσαν να καλύπτουν ή να συμποσούνται περίπου σε αυτό το ποσό. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και απορρίπτει τη μαρτυρία τόσο της Φιλιππίδου, όσο και του Ενάγοντα
  10. Υπήρχαν μεταξύ της μαρτυρίας τους ουσιώδεις αντιφάσεις. Αντιφάσεις υπήρχαν και στην ίδια τη μαρτυρία της Φιλιππίδου ιδωμένης από μόνης της. Οι μάρτυρες δεν ήταν ειλικρινείς και προσπάθησαν επινοώντας λεπτομέρειες και καταφεύγοντας σε άσχετα έγγραφα να προσδώσουν υπόσταση σε μια ανυπόστατη και μη γνήσια αξίωση. Είναι χαρακτηριστικό πως οποτεδήποτε ζητείτο από την Φιλιππίδου να δώσει λεπτομέρειες και να υποστηρίξει με έγγραφα τα λεγόμενα της παρέπεμπε είτε στο σύζυγο της είτε στο γιο της. Έλεγε ότι υπήρχαν έγγραφα που θα παρουσιάζονταν στη συνέχεια. Ίσως έτσι να προκλήθηκε η πίεση στον Ενάγοντα 2 να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία με αποτέλεσμα να καταφύγει σε άσχετα έγγραφα προσπαθώντας να συμπληρώσει την υπόθεση του παραπλανώντας το Δικαστήριο. Στην απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας επί της οποίας θα μπορούσαν να στηριχτούν ευρήματα γεγονότων, η πλευρά του Ενάγοντα 2 έχει αποτύχει να πείσει το Δικαστήριο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή είναι περισσότερο πιθανόν παρά όχι ο Ενάγοντας 2 να είχε την περιουσία που διεκδικεί ότι απώλεσε ή μέρος της εντός του υποστατικού της Ενάγουσας 1 κατά το χρόνο που αυτό κάηκε από την επίδικη πυρκαγιά. Ούτε άλλης μορφής αποζημίωση μπορεί να του αποδοθεί. Κάηκε το υποστατικό μιας Εταιρείας, της Ενάγουσας
  11. Ο γιος του μετόχου και διευθυντή της, που δεν απέδειξε ότι είχε προσωπική του περιουσία στο υποστατικό, δεν έχει βάση να διεκδικεί για λογαριασμού του τιμωρητικές ή άλλες αποζημιώσεις σε καμιά περίπτωση. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή του Ενάγοντα 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 που είχαν διαφορετική εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. Ουδεμία διαταγή για έξοδα μεταξύ του Ενάγοντα 2 και της Εναγομένης
  12. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Final Αναφορά: Αστική αμέλεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.