← Κύπρος

Χαράκη κ.α. ν. Λουκά, Αρ. Αγωγής: 2314/12, 31/10/2018

Χαράκη κ.α. ν. Λουκά, Αρ. Αγωγής: 2314/12, 31/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A435 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2314/12 Μεταξύ:

  1. χχχ Χαράκη
  2. χχχ Καλότυχου
  3. χχχ Yendluri
  4. χχχ Θεοδώρου
  5. χχχ El Fakir
  6. χχχ Fakir
  7. χχχ Ballard
  8. χχχ Ballard
  9. χχχ Χ"Σωτηρίου
  10. χχχ Λάμπρου
  11. χχχ Σοφοκλέους
  12. χχχ Σοφοκλέους
  13. χχχ Κράσσος
  14. χχχ Γαλωνίτης
  15. χχχ Walker
  16. χχχ Κουτρουκίδης Εναγόντων και
  17. χχχ Λουκά
  18. χχχ Ιωάννου (άλλως χχχ Ράστας)
  19. Δημάρχου Λεμεσού
  20. Δήμου Λεμεσού
  21. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  22. Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού
  23. Αρχηγό Αστυνομίας
  24. ΑΕΛ Ποδόσφαιρο Λτδ
  25. ΣΥΦΑΕΛ (Σύνδεσμος Φιλάθλων Αθλητικής Ένωσης Λεμεσού) Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση υπό Εναγόντων ημερ. 7.5.18 για Επέκταση Χρόνου Συμμόρφωσης σε Όρους Παραμερισμού Απόφασης 31 Οκτωβρίου 2018 Για Ενάγοντες: κ. Λ. Λουκαϊδης Για Εναγόμενους 1, 2 και 9: κ. Α. Χαραλάμπους με κα Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Εναγόμενη 4: κ. Σ. Βασιλείου για Κώστα Τσιρίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 5-7: κα Δ. Νικολάτου για Γενικόν Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Ενάγοντες, στηριζόμενοι στη Δ.57 κ.2, αιτούνται: «α) Επέκταση του χρόνου για 30 μέρες για την πληρωμή των εξόδων των αντιδίκων όπως καθόρισε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση ως όρον για τον παραμερισμό της απόρριψης της υπόθεσης». Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της ημερ. 7.5.18 η εκ των Εναγόντων κα Καλότυχου (Ενάγουσα 2) αναφέρει στις παραγράφους 1 έως 4 τα εξής: «
  26. Κατόπιν επανειλημμένων αναβολών κυρίως από το Δικαστήριο στις 26.9.2017 λόγω ελλιπούς καθοδήγησης μας να παρεβρεθούμε στο αρμόδιο Δικαστήριο και της συνεπαγόμενης καθυστέρησης οι αντίδικοι ζήτησαν στην απουσία μας από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου κον Μαλαχτό να απορρίψει και απέρριψε όλη την αγωγή. Αμέσως μετά, την ίδια ημέρα, προέβηκα σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης απόρριψης του Δικαστηρίου η οποία ορίστηκε στις 21/11/17 και ως εκείνη την ημέρα υπέβαλαν τις ενστάσεις τους η άλλη πλευρά και ζητούσε τα έξοδα τους.
  27. Το Δικαστήριο επέτρεψε τον παραμερισμό υπό τον όρο ότι θα πληρωθούν τα έξοδα των αντιδίκων όπως πιστοποιηθούν από τον Πρωτοκολλητή. Έθεσε δε χρονοδιαγράμματα για να επιτευχθεί αυτό. Δυστυχώς όμως τα ποσά των δικηγορικών εξόδων υπερέβαιναν το υπολογιζόμενο ποσό και ανερχόταν στο υπερβολικό ποσό των 12.640,62 ευρώ όπως το πιστοποίησε ο Πρωτοκολλητής και ζήτησε όπως πληρωθούν εντός 2 μηνών από την κοινοποίηση τους στον δικηγόρο όπως όρισε το Δικαστήριο.
  28. Υπεβλήθησαν οι κατάλογοι εξόδων ως ανωτέρω αλλά λόγω του υπερβολικά ψηλού ποσού των δικηγορικών καταλόγων και των πολλών Εναγόντων που έπρεπε να αναβρεθούν και να τους εξηγηθεί η πορεία της υπόθεσης αλλά προπαντός και λόγω της αδυναμίας μας να ανταποκριθούμε στην πληρωμή του εν λόγω ποσού στα χρονικά πλαίσια που έθεσε το Δικαστήριο, δεν επιτεύχθηκε η πληρωμή εγκαίρως.
  29. Ζητήσαμε το ποσό από την επαγγελματική μας ασφάλεια η οποία πρόσφατα μας διαβεβαίωσε ότι χρειάζονται μέχρι και 30 ημέρες για να καταβάλει τα ποσά». Ενστάσεις Η ένσταση των Εναγομένων 1, 2 και 9 περιέχει επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Χριστοδούλου, η ένσταση του Εναγομένου 4 περιέχει 13 λόγους και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Στυλιανού και η ένσταση των Εναγομένων 5-7 περιλαμβάνει επίσης επτά λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ασκούμενου δικηγόρου κ. Οικονόμου (οι ενιστάμενοι θα αναφέρονται εφεξής ως «οι Εναγόμενοι»). Οι λόγοι ένστασης κατατείνουν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης ειδικότερα επειδή υπήρξε αδιαφορία και περιφρόνηση της διαδικασίας από πλευράς Εναγόντων. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει κατωτέρω εάν και όπου κριθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος, ο κ.2 της Δ.57, στον οποίο κατά κύριο λόγο στηρίζεται η αίτηση, προνοεί τα εξής: "
  30. A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed...". Τόσον από το πιο πάνω απόσπασμα όσον και από το υπόλοιπο μέρος είναι σαφές πως ο πιο πάνω κανονισμός παρέχει την εξουσία επέκτασης ή μείωσης οποιουδήποτε χρόνου, οριζόμενου από τους Θεσμούς ή τιθέμενου από οποιοδήποτε διάταγμα καθορισμού χρόνου για να διενεργηθεί οποιαδήποτε πράξη ή για να ληφθεί οποιοδήποτε διαδικαστικό μέτρο, υπό τέτοιους όρους ως θα απαιτούσε το δίκαιο της περίπτωσης. Οποιαδήποτε παράταση δύναται να δοθεί ακόμα και αν η σχετική αίτηση έχει υποβληθεί μετά τη λήξη του προβλεπόμενου στους Θεσμούς ή του τεθέντος στο διάταγμα χρόνου. Ο εν λόγω κανονισμός αντιστοιχεί με τον παλαιό αγγλικό r.7 της Ο.64 και στα σχετικά σχόλια στο Annual Practice 1958 σελ. 1813 αναφέρεται ότι: "Where the time, sought to be enlarged, is not "appointed by these Rules" but by the Practice Masters' Rules (which have no statutory force) or some other rule of practice, r.7 does not apply, and in interlocutory proceedings the Court or Judge has inherent jurisdiction to extend the time independently of it (see Keymer v. Reddy, [1912] 1 K.B. p.221, C.A.; Pole-Careid v.Western Counties Manure Co., Ltd

(1919), 89 L.J. Ch.100, C.A.). Semble, the same applies to the extension of a period of time fixed by an interlocutory order of the Court or Judge for doing some act or taking some proceeding: there is an inherent jurisdiction (apart from this rule) to extend the time (unless the order was by consent, Australasian Automatic, etc., Co. v. Walter, [1891] W.N.170)". Σημειώνεται βέβαια ότι σε άλλο σημείο (στη σελ.1815) γίνεται αναφορά στην αυστηρότερη αντιμετώπιση σε περιπτώσεις στις οποίες στο εκδοθέν διάταγμα υπήρχε πρόνοια για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης εκτός αν διενεργείτο κάποια συγκεκριμένη πράξη εντός καθορισμένου χρόνου, οπότε εάν δεν γινόταν η πράξη εντός της προθεσμίας η αγωγή έπαυε να υπάρχει και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να εκδοθεί κανένα διάταγμα παράτασης του χρόνου για διενέργεια της πράξης (".the action ceases to exist and there after no order can be made extending the time for doing the act"). Πρόκειται για πρακτική η οποία νομολογιακά στηρίζετο στη Whistler v. Hancock
(1878)3 QBD 83, η οποία όμως φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί, όπως εξηγείται κατωτέρω. Στην υπόθεση Lupusco Volga Farming Ltd v. Kismetia Ltd, Πολ. Έφ. 209/14, ημερ. 6.12.17, το Εφετείο είχε εκδώσει εκ συμφώνου διάταγμα όπως η εφεσείουσα παράσχει ασφάλεια εξόδων διά τραπεζικής εγγύησης εντός 45 ημερών και, πέραν της συμφωνίας των διαδίκων, διέταξε ότι θα απορρίπτετο η έφεση εάν δεν καταχωρείτο εμπρόθεσμα η εγγύηση. Η σχετική προθεσμία παρήλθε άπρακτη και το Εφετείο εξετάζοντας αίτηση για παράταση καταχώρισης της εγγύησης κατέληξε κατ' αρχάς πως δεδομένου ότι τα μέρη δεν είχαν συμφωνήσει για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει θέμα παράτασης του χρόνου παροχής ασφάλειας ακόμα και αν αφορούσε σε εκ συμφώνου διάταγμα και παρότι η αίτηση είχε υποβληθεί μετά την εκπνοή της προθεσμίας για συμμόρφωση. Σε σχέση δε με την παλαιότερη αυστηρότερη αντιμετώπιση το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «Πριν το 1980 στην Αγγλία, σε σειρά αποφάσεων, αρχίζοντας από την Whistler v. Hancock,
(1878)3 QBD 83, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει επέκταση του χρόνου για τη μεταγενέστερη καταχώρηση έκθεσης απαίτησης, που αφορούσε η περίπτωση, όταν η αγωγή είχε απορριφθεί, λόγω μη εμπρόθεσμης συμμόρφωσης με το σχετικό διάταγμα. Σημειώνεται ότι στο διάταγμα αναφέρετο ότι η αγωγή θα απορρίπτετο λόγω μη προώθησης της εκτός αν η έκθεση απαίτησης καταχωρείτο μέσα σε καθορισμένη προθεσμία. Η θεώρηση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις αυτές ήταν ότι η αγωγή ήταν πια νεκρή και δεν υπήρχε δυνατότητα αναβίωσης της, που είναι και η ίδια εισήγηση από πλευράς του καθ' ου η αίτηση στην παρούσα περίπτωση. Οι υποθέσεις αυτές κατά καιρούς επικρίνονταν και το 1980 το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Samuels v. Linzi Dresses Ltd.,
(1980)1 All E.R. 803, δεν ακολούθησε αυτό τον τρόπο σκέψης θεωρώντας ότι πρέπει να είναι διαφορετική η σύγχρονη αντιμετώπιση του θέματος, αποφασίζοντας ότι υπήρχε και υπάρχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να επεκτείνει το χρόνο, όταν αυτό θεωρείται δίκαιο στις περιπτώσεις εκείνες που ένας διάδικος δεν συμμορφώνεται με διάταγμα που έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, εκτός αν καταχωρηθεί το δικόγραφο εντός τακτής προθεσμίας. Ενόψει της πιο πάνω νομολογίας κρίνουμε ότι η πρόνοια στο διάταγμα περί απόρριψης της αγωγής δεν εμποδίζει την αιτήτρια να προχωρήσει με αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της εγγυητικής, οπότε οι λόγοι ένστασης 1 έως 2 απορρίπτονται». Στην παρούσα περίπτωση σαφέστατα δεν πρόκειται για διάταγμα εκ συμφώνου και κατ' αναλογίαν προς τα πιο πάνω κρίνεται πως υπάρχει διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου πληρωμής των εξόδων, έστω και αν η αίτηση καταχωρίστηκε μετά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας. Σημειώνεται όμως, πως μεταξύ των στοιχείων, τα οποία λαμβάνονται υπόψιν είναι η τυχόν καταχώριση της αίτησης μετά την προθεσμία που είχε θέσει το Δικαστήριο, η τυχόν παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση της, το κατά πόσον δίδεται κάποια βάσιμη εξήγηση για τη μη έγκαιρη συμμόρφωση με το διάταγμα ή για την καθυστέρηση στην προώθηση αιτήματος παράτασης και γενικά η συμπεριφορά των αιτούντων. Όπως είχε αναφερθεί στη Χόππης ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140: «Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος». Θα μπορούσε, κατ' αναλογίαν προς άλλες περιπτώσεις στις οποίες εξετάζεται θέμα παράτασης, να λεχθεί ότι η όποια εξήγηση ή δυσκολία ή αδυναμία συμμόρφωσης ή υποβολής της αίτησης παράτασης, πρέπει να συντρέχει όχι μόνο κατά το διάστημα της προθεσμίας αλλά και κατά το διάστημα από την εκπνοή της προθεσμίας μέχρι την υποβολή της αίτησης για παράταση χρόνου (Delincyp Company Ltd v. Vogang κ.α., Ποιν. Έφ. 10/2018, ημ. 15.10.18). Εντός των πλαισίων εξέτασης της παρούσας αίτησης σημειώνεται από πλευράς γεγονότων ότι όπως συνάγεται από τον δικαστικό φάκελο, το Δικαστήριο στις 21.6.17 είχε κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων απορρίψει την αγωγή λόγω της απουσίας των Εναγόντων και του συνηγόρου τους. Όταν αργότερα, στις 21.9.17, το Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση των Εναγόντων την ενέκρινε και εκδίδοντας σχετικό διάταγμα παραμερισμού βάσει της Δ.33 κ.4 προσέθεσε τα ακόλουθα σε σχέση με τα έξοδα: «Η καταβολή των εξόδων της παρούσας Αίτησης, όπως και των εξόδων της δικασίμου της 21.6.2017 είναι προϋπόθεση για τον παραμερισμό της Απόφασης ημερ. 21.6.
  1. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 9, η Εναγόμενη 4 και οι Εναγόμενοι 5-7 να υποβάλουν κατάλογο εξόδων στον Πρωτοκολλητή εντός 15 ημερών από την προς αυτούς παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Αίτησης όπως θα έχει καταχωριστεί, και μετά την έγκριση των εξόδων να κοινοποιήσουν στο δικηγόρο των Εναγόντων τα εγκριθέντα έξοδα. Οι Ενάγοντες υποχρεούνται να καταβάλουν τα εγκριθέντα έξοδα εντός 2 μηνών από την κοινοποίηση τους στο δικηγόρο τους. Η αγωγή ορίζεται για παρακολούθηση την 18.12.2017, ώρα 09.00». Στις 18.12.17 όλοι οι Εναγόμενοι μέσω των συνηγόρων τους δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και στην παρουσία συνηγόρου για τους Ενάγοντες ότι είχαν επιδώσει τους εγκριθέντες καταλόγους εξόδων. Η συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε πως μέχρι την Παρασκευή (15.12.17) είχαν παραλάβει τον κατάλογο για τα έξοδα των Εναγομένων 1, 2 και 9 και το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για παρακολούθηση στις 22.2.
  2. Από άλλα στοιχεία του φακέλου συνάγεται πως στην πραγματικότητα μέχρι εκείνη τη δικάσιμο είχαν επιδώσει δεόντως τους εγκριθέντες καταλόγους τους και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι. Στις 22.2.18 ο συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε πως τα έξοδα που θα έπρεπε να πληρώσουν οι πελάτες του ανέρχονταν στις €12.000, ότι εκείνοι δεν είχαν τέτοιο ποσό και πως ο ίδιος θα εξέταζε κατά πόσον υπήρχε δυνατότητα να πληρωθούν από τη δική του επαγγελματική ασφάλεια. Το Δικαστήριο τόνισε πως η υπόθεση τίθετο ενώπιον του για παρακολούθηση και ότι η (παλαιότερη) απόφαση δεν τροποποιείτο εκτός και αν υποβάλλετο σχετικό αίτημα. Διέταξε δε να τεθεί ο φάκελος εκ νέου ενώπιον του στις 28.3.18 για παρακολούθηση. Στις 28.3.18 όμως δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους των Εναγόντων. Οι συνήγοροι των Εναγομένων δήλωσαν όλοι πως δεν είχαν πληρωθεί. Το Δικαστήριο αφού επανέλαβε το αυτονόητο, ήτοι ότι η αγωγή ορίζετο για παρακολούθηση ώστε σε περίπτωση συμμόρφωσης (και παραμερισμού) να δίδετο άμεση προτεραιότητα εκδίκασης της λόγω παλαιότητας, διαπίστωσε ότι ο τεθείς όρος παραμερισμού δεν είχε εκπληρωθεί και κατέληξε ότι συνεπεία της παράλειψης η απορριπτική απόφαση ουδέποτε παραμερίστηκε, οπότε δεν απαιτείτο πλέον να παρακολουθεί τον φάκελο. Στις 2.4.18 οι Ενάγοντες είχαν καταχωρίσει μια πρώτη αίτηση για παράταση του χρόνου πληρωμής των εξόδων, την οποία όμως απέσυραν άνευ βλάβης στις 16.5.18 αφού στο ενδιάμεσο είχαν καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 7.5.18, η οποία και προγραμματίστηκε για ακρόαση για τις 27.9.
  3. Όσον αφορά τα έξοδα παραμένει αναντίλεκτο πως εγκρίθηκαν οι κατάλογοι όλων των Εναγομένων και επιδόθηκαν (ως προέβλεπε η απόφαση παραμερισμού) από τους Εναγομένους 1, 2 και 9 στις 12.12.17, από τον Εναγόμενο 4 στις 15.12.17 και από τους Εναγομένους 5-7 στις 18.12.07, για ποσά €2.862, €2.362 και €2.883 συν τόκους και Φ.Π.Α. αντίστοιχα. Είναι προφανές πως η δίμηνη προθεσμία για καταβολή των εξόδων είχε λήξει για όλους τους Εναγομένους στις 18.2.
  4. Στην ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, η Ενάγουσα 2 αναφέρει ότι λόγω του υπερβολικά ψηλού ποσού και των πολλών Εναγόντων, οι οποίοι έπρεπε να ανευρεθούν και να τους εξηγηθεί η πορεία της υπόθεσης και κυρίως λόγω της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στην πληρωμή τέτοιου ποσού στα χρονικά πλαίσια που είχε θέσει το Δικαστήριο, δεν επιτεύχθηκε η πληρωμή εγκαίρως. Η ίδια η Ενάγουσα προσδιορίζει το πληρωτέο συνολικό ποσό εξόδων σε €12.640 πράγμα που σημαίνει πως αναλογούσαν στον κάθε ένα από τους 16 Ενάγοντες περί τα €
  5. Δεν φαίνεται όμως υπερβολικό ποσό, ιδιαίτερα μάλιστα για ανθρώπους οι οποίοι επέλεξαν να καταχωρίσουν αγωγή στην κλίμακα €2.000.000 και άνω. Ούτε δίδονται επαρκείς εξηγήσεις για τις δυσκολίες εντοπισμού των Εναγόντων, οι οποίοι αν ληφθεί υπόψιν η φύση της αγωγής, είναι όλοι κάτοικοι σε οδούς που γειτνιάζουν με τις εγκαταστάσεις του ΣΥΦΑΕΛ και αξίζει να σημειωθεί πως σε καμιά από τις εμφανίσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των Εναγόντων δεν είχαν θέσει ζήτημα δυσκολίας ως προς την επικοινωνία με τους πελάτες τους. Όμως το ουσιωδέστερο όλων είναι πως ακόμα και να υπήρχαν κάποιες από τις πιο πάνω δυσκολίες δεν εξηγείται με κάποιο βάσιμο λόγο η παράλειψη των Εναγόντων να αποταθούν εγκαίρως για επέκταση του χρόνου πληρωμής. Αυτό θα ήταν το φυσιολογικό να πράξουν, ιδιαίτερα όσον αφορά τη γενική αδυναμία πληρωμής την οποίαν επικαλούνται, η οποία στο βαθμό που υφίστατο θα έπρεπε να ήταν γνωστή από την πρώτη στιγμή. Θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος πως οι όποιες προσπάθειες θα έπρεπε να είχαν ξεκινήσει, αν όχι από την ημέρα απόρριψης της αγωγής (21.6.17), τουλάχιστον από την ημερομηνία επαναφοράς της (25.9.17). Από την ημερομηνία αυτή υπάρχει αναμφίβολα σαφής γνώση για τον όρο παραμερισμού, καθώς και ένδειξη για τα έξοδα (στη βάση των κλιμάκων) ενώ σίγουρα υπάρχει πιο συγκεκριμένη γνώση για το απαιτούμενο ποσό από τις 18.12.17, όταν πλέον κοινοποιήθηκαν όλοι οι κατάλογοι. Αντί τούτου οι Ενάγοντες άφησαν να παρέλθει άπρακτο ένα μεγάλο διάστημα χρόνου, ουσιαστικά χωρίς οποιαδήποτε βάσιμη εξήγηση μέχρι τη λήξη της προθεσμίας (18.2.18). Ακόμα και το θέμα κάλυψης των εξόδων από την επαγγελματική ασφάλεια του δικηγόρου τους είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε και έπρεπε να τύχει χειρισμού από πολύ ενωρίτερα. Ο ίδιος ο συνήγορος τους δεν το είχε θέσει ως ενδεχόμενο παρά μόνο στις 22.2.18, μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής, αλλά και πάλι δεν τροχιοδρομήθηκε σύντομα οποιαδήποτε αίτηση για παράταση προθεσμίας. Παρέλκει να πω ότι η όποια πληρωμή έγινε στον συνήγορο του Εναγομένου 4 στις 24.5.18, έγινε σαφώς εκτός προθεσμίας και μάλιστα μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, δηλαδή κατά τρόπον ο οποίος δεν αλλοιώνει τις ως άνω διαπιστώσεις. Περαιτέρω όμως, ολιγωρία και καθυστέρηση παρατηρείται και κατά το επόμενο διάστημα μέχρι την καταχώριση της αίτησης, δηλαδή μέχρι τις 7.5.
  6. Εντός αυτού του διαστήματος οι Ενάγοντες επέδειξαν αδιαφορία ακόμα και για τις δικασίμους που είχε ορίσει το Δικαστήριο για παρακολούθηση του φακέλου, μη εμφανιζόμενοι στις 28.3.18, πράγμα που οδήγησε στον τερματισμό της παρακολούθησης του. Παρέλκει και εδώ να λεχθεί πως ο ορισμός της αγωγής σε διάφορες ημερομηνίες προς έλεγχο της συμμόρφωσης θα αναμένετο να είχε θέσει σε εντονότερη εγρήγορση τους Ενάγοντες περί των οφειλομένων εκ μέρους τους ενεργειών, ιδίως ενόψει του ότι δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση του Δικαστηρίου και όμως είχε δώσει και αυτή την ευκαιρία. Λίγες μέρες μετά τη μη εμφάνιση τους καταχώρισαν αίτηση για επέκταση του χρόνου την οποίαν απέσυραν στις 16.5.18 και πάλι χωρίς να εξηγείται η εν λόγω ενέργεια τους, αν και στο ενδιάμεσο επανήλθαν με την υπό κρίση νεώτερη αίτηση τους. Γενικά διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν με την ένορκη δήλωση τους κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο όσον αφορά τις κατ' ισχυρισμόν δυσκολίες πληρωμής ποσού €800 από οποιονδήποτε για να επαναφερθεί η αγωγή του και κυρίως δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε βάσιμη εξήγηση για τον λόγο μη υποβολής της αίτησης παράτασης πριν τη λήξη της καθορισθείσας από το Δικαστήριο δίμηνης προθεσμίας ή έστω σύντομα μετά. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί σε βάρος των Εναγόντων. Κατά συνέπειαν η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται προς όφελος της κάθε ομάδας Εναγομένων (αναλόγως εκπροσώπησης) ποσόν €700 (σύνολο €2.100) συν Φ.Π.Α., τα οποία να καταβληθούν από τους Ενάγοντες αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.