ΜΑΓΝΗΤΗΣ ν. ΦΙΤΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3715/2013, 9/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A397 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3715/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΧΧΧΧ ΜΑΓΝΗΤΗΣ Ενάγοντα και ΧΧΧΧΧ ΦΙΤΣΙΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη/αιτήτρια: Η κα M. Μαυρή για Σπύρος Ξ. Μιχαηλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: Η κα. Λ..Χ¨ Λοϊζου για Χρήστος Χ¨ Λοϊζου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για τροποποίηση έκθεσης υπεράσπισης) Η αιτήτρια αιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να της επιτραπεί όπως τροποποιήσει τόσο τον τίτλο της Υπεράσπισής της με την προσθήκη και Ανταπαίτησης και την προσθήκη Ανταπαίτησης αλλά και της τροποποίησης και της ίδιας της Υπεράσπισης της ως ακολούθως: «I. Την τροποποίηση και/ή η διόρθωση του τίτλου του δικογράφου ως ακολούθως: Μετά την «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ» την προσθήκη των λέξεων «ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΤΗΣ». II. Την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων πριν την παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης: «Η Εναγόμενη προτού προβάλει την Υπεράσπιση της εγείρει τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: Α) Η παρούσα διαδικασία είναι λανθασμένη και/ή το δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης καθότι υφίσταται ιδιοκτησιακό ζήτημα και αρμόδιο προς επίλυση τέτοιων διαφορών είναι η Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας και/ή ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων και/ή το Υπουργικό Συμβούλιο. Β) Ο Ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν αποκαλύπτει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης και ως εκ τούτου κωλύεται και/ή εμποδίζεται από του να προωθήσει την παρούσα αγωγή καθώς ο Ενάγοντας δεν είναι ο Ιδιοκτήτης και/ή δεν κατέχει τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Γ) Ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής διότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε στον ίδιο και την οικογένεια του κατόπιν συμφωνίας Άδειας, η οποία δεν ανακλήθηκε από τον Ιδιοκτήτη και ως εκ τούτου οι Απαιτήσεις του Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. I. Την προσθήκη των ακόλουθων σε συνέχεια της παραγράφου 2 (α): «Συγκεκριμένα η Εναγόμενη αναφέρει ότι ο λόγος που το ακίνητο παραχωρήθηκε στους διαδίκους ήταν γιατί ήταν και οι δύο πρόσφυγες και κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας άδειας ήταν σύζυγοι. II. Την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων μετά την παράγραφο 2 (γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης: (δ) Η συμφωνία άδειας ημερομηνίας 06/02/88 εμποδίζει τον Ενάγοντα να αποκτήσει δικαίωμα κατοχής και αποζημίωσης προς όφελος του από το επίδικο ακίνητο. (ε) Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγομένης ότι η συμφωνία άδειας υπογράφτηκε και/ή η κρατική γη παραχωρήθηκε στους διαδίκους για συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι την εξυπηρέτηση των στεγαστικών αναγκών όλων των μελών της οικογένειας και όχι αποκλειστικά του Ενάγοντα. Κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας άδειας η οικογένεια αποτελείτο από τον Ενάγοντα, την Εναγομένη και την θυγατέρα τους ΧΧΧΧΧ η οποία γεννήθηκε την 04/01/
- (ε) Η συμφωνία άδειας υπογράφτηκε μεταξύ του Επάρχου Λεμεσού και του Ενάγοντα καθώς η σύνηθης πρακτική που ακολουθείτο κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ήταν όπως αυτές υπογράφονταν από τον σύζυγο και όχι την σύζυγο. Ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι το ακίνητο και/ή η γη παραχωρήθηκε αποκλειστικά στον Ενάγοντα είναι ισχυρισμός της Εναγομένης ότι οι ενέργειες της σε καμία περίπτωση δεν την καθιστούν παράνομη επεμβασία καθώς ουδέποτε ειδοποιήθηκε και/ή κλήθηκε να παραδώσει κατοχή του ακινήτου και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας δεν δύναται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγομένης ότι ο Ενάγοντας δεν δύναται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες καθώς δεν είναι ο Ιδιοκτήτης του ακινήτου. III. Την προσθήκη της ακόλουθης πρότασης σε συνέχεια της παραγράφου
- της Έκθεσης Υπεράσπισης: «Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγομένης ότι ο μισθός που λάμβανε από την εργασία της καταβαλλόταν για την ανέγερση και ολοκλήρωση της επίδικης οικίας». IV.Σε συνέχεια της παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης την προσθήκη των ακόλουθων: «Η Εναγόμενη αγνοεί και συνεπώς αρνείται την ενοικιαστική αξία του ακινήτου και είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ότι ο Ενάγοντας δεν δύνανται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό από την Εναγόμενη. Σε περαιτέρω Υπεράσπιση της η Εναγόμενη αναφέρει ότι ο Ενάγοντας αμέσως μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής διέμενε και εργαζόταν στο εξωτερικό και όλα του τα έξοδα ήταν πληρωμένα και δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Η Εναγόμενη από την υπογραφή της συμφωνίας άδειας μέχρι και σήμερα διαμένει με τα τέκνα των διαδίκων ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧ». V. Μετά από την υφιστάμενη παράγραφο 10 την προσθήκη των ακόλουθων νέων παραγράφων: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
- Η Εναγόμενη επαναλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς της οι οποίοι περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης της και ανταπαιτεί εναντίον του Ενάγοντα: Α. Αναγνωριστική απόφαση ότι η Εναγόμενη διαμένει νόμιμα στο ακίνητο κατόπιν αμετάκλητης άδειας (irrevocable license). Β. Αναγνωριστική απόφαση ότι η Εναγόμενη απέκτησε δικαίωμα κατοχής του επίδικου ακινήτου δυνάμει της συμφωνίας άδειας ημερ. 06/02/
- Γ. Διαζευκτικά με το Α. και Β. ανωτέρω, απόρριψη της αγωγής. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο δίκαιη ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ε. ΄Εξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, Δ.25 ΘΘ 1-6, Δ.48 ΘΘ 1-7, Δ.9, Δ.64 και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η εναγόμενη/αιτήτρια κα ΧΧΧΧΧ Φίτσιου ημερ. 12.1.2018 η οποία εκτός της παραπομπής που κάνει στο φάκελο της υπόθεσης, δηλώνει γνώστης των γεγονότων της. Αναφέρει δε τα εξής σε σχέση με την ανάγκη που επέβαλε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (παρατίθενται αυτολεξεί): «
- Είμαι η Εναγόμενη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και τα γεγονότα τα οποία αναφέρω τα γνωρίζω προσωπικά και είναι αληθινά, ενώ όσα δεν γνωρίζω προσωπικά και για τα οποία αναφέρεται άλλη πηγή γνώσης είναι αληθινά εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω.
- Η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ορίστηκε για ακρόαση την 04/04/2017 και περί τα τέλη Μαρτίου συναντήθηκα με τους Δικηγόρους μου για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης της ως άνω υπόθεσης.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν παραλείψεις και ελλείψεις στην Έκθεση Υπεράσπισης μου καθώς και γεγονότα τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν ίσως λόγω μη σωστής αντίληψης αλλά και λόγω της ιδιομορφίας της παρούσας υπόθεσης.
- Έντιμα και ειλικρινά αναφέρω ότι τα εν λόγω γεγονότα είναι σημαντικό να αναφερθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης μου ώστε να παρουσιαστούν τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου.
- Ενόψει των πιο πάνω λόγων στις 04/04/2017, οι Δικηγόροι μου υπέβαλαν αίτημα αναβολής της ακρόασης της αγωγής στο σεβαστό Δικαστήριο με σκοπό την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά και της προσθήκης Ανταπαίτησης και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 16/11/
- Η δικηγόρος η οποία χειριζόταν την υπόθεση όπως με πληροφόρησαν οι Δικηγόροι μου έφυγε από το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Σπύρος Ξ. Μιχαηλίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και αποτέλεσμα ήταν η καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας αίτησης λόγω φόρτου εργασίας που αντιμετώπισε το γραφείο.
- Περαιτέρω, αμέσως μετά την πρόσληψη της δικηγόρου που χειρίζεται σήμερα την παρούσα υπόθεση προβήκαμε σε συναντήσεις και σε αρκετές τηλεφωνικές επικοινωνίες με σκοπό την κατάλληλη προετοιμασία για την παρούσα υπόθεση και καμία καθυστέρηση δεν προέκυψε από την εν λόγω ημερομηνία.
- Όσον αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις και την προσθήκη της ανταπαίτησης μετά και από νομική συμβουλή που δέχτηκα από τους Δικηγόρους μου έντιμα και ειλικρινά αναφέρω ότι βασίζονται στο ήδη υφιστάμενο περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης μου και δεν αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης, ενώ παράλληλα δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων, τα οποία θα τροποποιούν παντελώς το ήδη υπάρχον περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης.
- Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι η απόρριψη της αίτησης τροποποίησης θα επηρεάσει τα δικαιώματα μου όχι μόνο απλά στην προβολή της υπεράσπισης μου αλλά και στην αποτελεσματική προβολή αυτής και τη διεκδίκηση των ανάλογων θεραπειών με την έγερση της ανταξίωσης μου εναντίον του Ενάγοντα.
- Αντίθετα, πιστεύω ότι η έγκριση του αιτήματος της τροποποίησης δεν θα έχει μόνο ως αποτέλεσμα τον προσδιορισμό της ουσίας της μεταξύ μου και του Ενάγοντα διαφοράς αλλά και την αποφυγή έγερσης ξεχωριστών νομικών ή άλλων μέτρων από μέρους μου για διεκδίκηση των θεραπειών τις οποίες επιδιώκω να διεκδικήσω μέσω της προσθήκης ανταπαίτησης στην υπεράσπιση μου εάν το αίτημα μου εγκριθεί.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το περιεχόμενο της υφιστάμενης έκθεσης Υπεράσπισης μου η παράλειψη καταχώρησης ανταπαίτησης εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί και από το σεβαστό δικαστήριο ως λογική απόρροια καθώς πρόκειται για ένα ακίνητο το οποίο αποκτήσαμε από κοινού με τον Ενάγοντα ο οποίος είναι πρώην σύζυγος μου.
- Η αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης μου αλλά και η παρούσα Ένορκη Δήλωση μου γίνονται καλόπιστα και μοναδικό σκοπό έχουν την παρουσίαση της πραγματικής εικόνας των γεγονότων ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιθυμώ και/ή δεν επιχειρώ να εισαγάγω νέα αιτία αγωγής ή οποιαδήποτε μαρτυρία ή γεγονότα άσχετα με τα επίδικα αλλά να παρουσιάσουν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης.
- Όπως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμα και μετά τη έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας έτσι που στην παρούσα περίπτωση όπου δεν έχει ξεκινήσει ακόμα η ακρόαση της υπόθεσης να κρίνεται αναγκαίο να επιτραπεί η τροποποίηση της υπεράσπισης μου ιδιαίτερα από την στιγμή όπου δεν προκαλείται στον αντίδικο οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μη μπορεί να καλυφθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση σε καμία περίπτωση δεν εκτροχιάζει την πορεία της υπόθεσης και η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης δεν οφειλόταν στο άτομο μου και η έκδοση του διατάγματος είναι επιβεβλημένη καθώς αληθινά πιστεύω και όπως με πληροφορούν και οι δικηγόροι μου ότι δεν θα επιφέρει καμία βλάβη στον Ενάγοντα που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.
- Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το Αιτούμενο Διάταγμα.» Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία βασίζει στη Δ.25θ. 1,2,3,4,5 στην Δ.39, στην Δ.48θ1,2, 4 και 9 στο άρθρο 30 του Συντάγματος, Άρθρα 29(γ), 31-33 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν 14/60) ως αυτός τροποποιήθηκε, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στο Δίκαιο της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση: «(α) Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, κακόπιστη (mala fide), όχι καλόπιστη και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτει η νομολογία, ο Νόμος και οι θεσμοί και ασκείται καταχρηστικά. (β) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση ουδόλως δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών και/ή διαταγμάτων και/ή δεν αποκαλύπτουν γεγονότα που να δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών. (γ) Οι προθέσεις της Εναγόμενης / Αιτήτριας δεν είναι γνήσιες και με την αίτηση προσπαθεί να προσθέσει νέα επίδικα θέματα. (δ) Η Εναγόμενη/ Αιτήτρια προέβηκε στην καταχώρηση της αίτησης της πολύ καθυστερημένα και ουδόλως δικαιολογεί την καθυστέρηση αυτήν. (ε) Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ουδόλως δικαιολογούν την παροχή των ζητούμενων διαταγμάτων. (στ) Η τροποποίηση θα προκαλέσει βλάβη στον Ενάγοντα/ Καθ' ου η Αίτηση και ο Ενάγοντας / Καθ' ου η Αίτηση θα υποστεί ζημιά η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για καταβολή των εξόδων του . (ζ) Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων (η) Τα δικαιώματα του Ενάγοντα/ Καθ' ου η Αίτηση ως αυτά καθορίζονται κάτω από την διάταξη 30 του Συντάγματος προσβάλλονται και καταπατούνται. (θ) Είναι ενάντια στις αρχές της επιείκειας να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο η επιδιωκόμενη τροποποίηση. (ι) Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη και αντίθετη με το Νόμο και/ή τις αρχές της Νομολογίας. (κ) H Εναγόμενη κωλύεται δια της συμπεριφορά της (is estopped by conduct) αφού ενδεικτικά η Εναγόμενη/ Αιτήτρια συγκεκριμένα συνεπεία αμέλειας ή αδράνειας και/ή κακόβουλα και/ή εσκεμμένα δεν επιδίωξε να τροποποιήσει την Υπεράσπιση της ενωρίτερα αφού είναι εμφανές από το φάκελο του δικαστηρίου ότι οι δικηγόροι της Εναγομένης εμφανίστηκαν πολλές φορές ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου και ειδικότερα 4 από αυτές τις φορές η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ενώ γνώριζαν τον Νόμο και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τον Νόμο κα/ή τους ισχυρισμούς τους οποίους επικαλούνται στην ένορκη δήλωση παρέλειψαν να προβούν σε αίτηση τροποποίησης . Η τροποποίηση δεν ζητείται γιατί προέκυψαν στοιχεία τα οποία δεν είχαν υπόψη τους ή δεν θα μπορούσαν να έρθουν στην προσοχή τους. (λ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να επιδικάσει τις θεραπείες που επιζητεί η Εναγομένη με την τροποποίηση που επιχειρεί να προσθέσει αφού οι προστιθέμενες αιτούμενές θεραπείες άπτονται της αρμοδιότητας και/ή της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου . (μ) Η Αιτήτρια προσπαθεί με την καταχώρηση ανταπαίτησης να απαιτήσει θεραπείες για τις οποίες παρέλειψε και/ή αμέλησε να προσφύγει στο Οικογενειακό Δικαστήριο. (ν) Είναι απαράδεκτο και/ή ανεπίτρεπο και/ή ενάντια στο Νόμο και/ή στη Νομολογία να επιτραπεί η καταχώρηση προδικαστικών ενστάσεων και/ή ανταπαίτησης σχεδόν 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο ενάγοντας-καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος υποστηρίζει τα ακόλουθα (καταγράφονται και αυτά αυτολεξεί): «
- Είμαι ο Ενάγοντας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά. Εκεί όπου αναφέρομαι σε γεγονότα τα οποία δεν γνωρίζω προσωπικά αναφέρω την πηγή γνώσης μου. Για τα νομικά θέματα έχω λάβει τη συμβουλή του δικηγόρου μου.
- Έχω διαβάσει τόσο την Αίτηση της Εναγομένης / Αιτήτριας ημερομηνίας 12/01/2018 όσον και την Ένορκο Δήλωση που την συνοδεύει και αρνούμαι όλους και εν έκαστο τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στις παραγράφου 1-16 της Ένορκης Δήλωσης της εκτός όπου κατωτέρω προβαίνω ρητά σε παραδοχή.
- Έχω διαβάσει την παρούσα ένσταση που έχει ετοιμάσει ο δικηγόρος μου και συμφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο αυτής, υιοθετώ δε και επαναλαμβάνω τους ισχυρισμούς που υπάρχουν στους λόγους ένστασης α,β,γ,δ,ε,στ, ζ, η ,θ, ι, κ, λ, μ και ν.
- Αρνούμαι ότι ο Εναγόμενος/ Αιτητής δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες 1Ι και ΙΙ ,ΙΙΙ, IV ,V, 2, 3 και 4 της Αιτήσεως.
- Για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα ένσταση και αναπτύσσω και πιο κάτω ευσεβάστως υποβάλλω ότι η αίτηση της Εναγομένης / Αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της και υπέρ εμού.
- Εκ της παραγράφου 1 της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας παραδέχομαι μόνο ότι είναι η Εναγομένη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Αρνούμαι ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Αιτήτρια είναι αληθή.
- Εκτός ως ρητώς πιο κάτω αναφέρω αρνούμαι τις παραγράφους 2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,13,14,15 και 16 της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας και εις υπεράσπιση μου και μετά από τη νομική συμβουλή του δικηγόρου μου ισχυρίζομαι τα ακόλουθα : (α) όντως η αγωγή ήταν για ακρόαση την 04/04/2017 και η ακρόαση της αναβλήθηκε όπως επίσης και την 16/11/
- Η Αιτήτρια όμως εσκεμμένα παραλείπει να αναφέρει ότι η αγωγή ήταν επίσης ορισμένη για ακρόαση την 27/11/2015, την 26/09/2016 ημερομηνίες κατά τις οποίες δηλώθηκε ετοιμότητα για Ακρόαση εκ μέρους της Εναγομένης . Είναι θέση μου ότι η Αιτήτρια όφειλε και/ή ήταν σε θέση να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης πρίν την ημερομηνία της 27/11/2015 που η αγωγή ήταν για 1η φορά ορισμένη για ακρόαση. (β) Η Αιτήτρια δεν κατονομάζει τη δικηγόρο που ισχυρίζεται ότι χειριζόταν την υπόθεση της αλλά ούτε και πότε έφυγε από το δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν αναφέρει πότε προσλήφθηκε η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση της για να στοιχειοθετήσει ή όχι το εάν υπάρχει καθυστέρηση . (γ) Η συμπερίληψη με την επιδιωκόμενη τροποποίηση προδικαστικών ενστάσεων είναι απαράδεκτη και/ή ενάντια στο Νόμο και/ή στην Νομολογία καθώς σίγουρα αλλοιώνει και μεταβάλλει τα επίδικα θέματα και/ή την υπεράσπιση της Εναγόμενης. Τα όσα επιχειρεί να προσθέσει η Αιτήτρια με την προσθήκη των προδικαστικών ενστάσεων είναι ζητήματα Νομικά και/ή ζητήματα που όφειλαν να είναι εις γνώση των δικηγόρων της προτού να καταχωρήσουν την Υπεράσπισης και είναι αδύνατο να προέκυψαν όπως ισχυρίζεται ψευδώς η Αιτήτρια από την συνάντηση που ισχυρίζεται ότι είχε περί τα τέλη Μαρτίου του
- Η Ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της Αιτήτριας καταχωρήθηκε στις 12/01/2015 και είναι εμφανές από αυτήν ότι είχε στην κατοχή της αντίγραφο της συμφωνίας 06/02/1988 και αντίγραφο ταυτότητας εκτοπισμένου προσώπου έγγραφα τα οποία σχετίζονται με τις προδικαστικές ενστάσεις που επιχειρεί να υποβάλει με την τροποποίηση και συνεπώς είναι ανεπίτρεπτο να ζητεί και/ή να της επιτραπεί κάτι τέτοιο μετά από ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. (δ) Περαιτέρω λόγω των όσων αναφέρω ανωτέρω και δεδομένου του ότι είχε τουλάχιστον από τις 15/01/2015 στην κατοχή της αντίγραφο της συμφωνίας αδείας θεωρώ ότι είναι ανεπίτρεπτο να ζητεί και/ή να τις επιτραπεί να προσθέσει τους σχετικούς της ισχυρισμούς τους περιεχομένους στην επιδιωκόμενη αιτούμενη θεραπεία III και IV, ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν σε γνώση της πρίν την καταχώρηση της Υπεράσπισης και/ή από το 2015 . (ε) Περαιτέρω τα όσα επιχειρεί η Αιτήτρια να προσθέσει με την επιδιωκόμενη θεραπεία V τους σχετικούς με την δήθεν διαμονή μου και εργασία μου στο εξωτερικό με τα έξοδα πληρωμένα και το ότι διαμένει με τα ενήλικα τέκνα μας ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧ αλλοιώνουν τα επίδικα θέματα και/ή τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης της και είναι ισχυρισμοί που θα μπορούσε να προβάλει με την Υπεράσπιση της . Μεταβολή των επιδίκων θεμάτων επίσης αποτελεί η προσθήκη νέων ισχυρισμών ως προς την συμβολή της Αιτήτριας στην αποπεράτωση της οικίας αφού είναι ξεκάθαρο από την παράγραφο 4 της υφιστάμενης υπεράσπισης ότι έδωσε λεπτομερή αναφορά για την καθ' ισχυρισμό συνεισφορά της. Σίγουρα οι ισχυρισμοί του ότι εργάστηκε δεν προσήλθαν στην προσοχή της πρόσφατα. (στ) Η Αιτήτρια προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το Επαρχιακό Δικαστήριο για να διορθώσει την αμέλεια ή της άρνηση της να προσφύγει εντός της νενομισμένης προθεσμίας των 3 χρόνων από την έκδοση του διαζυγίου στο Οικογενειακό Δικαστήριο για να διεκδικήσει οτιδήποτε πιστεύει ότι δικαιούται. Το γεγονός όμως παραμένει ότι το παρών δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να της επιδικάσει οποιαδήποτε θεραπεία σχετική με την αύξηση της περιουσίας μου μετά το γάμο και/ή την καθ' ισχυρισμό της συνεισφορά της στην αύξηση αυτή.
- Περαιτέρω εις υπεράσπιση μου στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στις παραγράφους 1-16 της ένορκης δήλωσης της λέγω τα πιο κάτω: (α) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, κακόπιστη (mala fide), όχι καλόπιστη και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτει η νομολογία, ο Νόμος και οι θεσμοί και ασκείται καταχρηστικά. Ειλικρινά πιστεύω ότι η Αιτήτρια εκμεταλλεύεται το ότι αποχώρησε από το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρο της μια δικηγόρος για να δικαιολογήσει την αμέλεια και/ή την αδράνεια της και να εισάγει με την μορφή προδικαστικών ενστάσεων και της τροποποιημένης υπεράσπισης τους αβάσιμους και αόριστους ισχυρισμούς της σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καθυστέρηση την εκδίκαση της αγωγής και να διορθώσει την αμέλεια της να προσφύγει στο Οικογενειακό Δικαστήριο . (β) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω ειλικρινά πιστεύω ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση και τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ουδόλως δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών και/ή διαταγμάτων και/ή δεν αποκαλύπτουν γεγονότα που να δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών. (γ) Οι προθέσεις της Εναγομένης /Αιτήτριας δεν είναι γνήσιες. (δ) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου η Εναγομένη/ Αιτήτρια προέβηκε στην καταχώρηση της αίτησης της πολύ καθυστερημένα και η δικαιολογία που υπέβαλε δεν μπορεί να ευσταθεί και/ή δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Σεβαστό Δικαστήριο για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω. (ε) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου Αίτηση σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα υποστώ ζημιά και/ή θα μου προκληθεί βλάβη και/ή θα επηρεαστώ δυσμενώς με τέτοιο τρόπο που δεν θα μπορεί να θεραπευτεί και/ή ζημιά και η βλάβη μου δεν θα μπορεί να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για καταβολή των εξόδων μου και τα δικαιώματα μου ως αυτά καθορίζονται κάτω από την διάταξη 30 του Συντάγματος θα προσβληθούν και θα καταπατηθούν. (στ) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου η Εναγομένη/Αιτήτρια κωλύεται δια της συμπεριφορά της (is estopped by conduct) από το να εγείρει την επιδιωκόμενη με την τροποποίηση υπεράσπιση και ανταπαίτηση αφού ενδεικτικά η Εναγόμενη/ Αιτήτρια συγκεκριμένα συνεπεία αμέλειας ή αδράνειας και/ή κακόβουλα και/ή εσκεμμένα δεν επιδίωξε να τροποποιήσει την Υπεράσπιση της ενωρίτερα αφού είναι εμφανές από το φάκελο του δικαστηρίου ότι οι δικηγόροι της Εναγομένης εμφανίστηκαν πολλές φορές ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου και ειδικότερα 4 από αυτές τις φορές η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ενώ γνώριζαν τον Νόμο και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τον Νόμο κα/ή τους ισχυρισμούς τους οποίους επικαλούνται στην ένορκη δήλωση παρέλειψαν να προβούν σε αίτηση τροποποίησης . Η τροποποίηση δεν ζητείται γιατί προέκυψαν στοιχεία τα οποία δεν είχαν υπόψη τους ή δεν θα μπορούσαν να έρθουν στην προσοχή τους. (ζ) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου είναι ενάντια στις αρχές της επιείκειας να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο η επιδιωκόμενη τροποποίηση. (η) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να επιδικάσει τις θεραπείες που επιζητεί η Εναγομένη με την τροποποίηση που επιχειρεί να προσθέσει αφού οι προστιθέμενες αιτούμενές θεραπείες άπτονται της αρμοδιότητας και/ή της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. (θ) Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου είναι απαράδεκτο και/ή ανεπίτρεπο και/ή ενάντια στο Νόμο και/ή στη Νομολογία να επιτραπεί η καταχώρηση προδικαστικών ενστάσεων και/ή ανταπαίτησης σχεδόν 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης.
- Ως εκ των ανωτέρω και εξ 'όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μυ, η Αίτηση είναι ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι υπό του Νόμου και της Νομολογίας απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Για τους πιο πάνω λόγους που ο δικηγόρος μου θα αναπτύξει με λεπτομέρεια στην αγόρευση του ευσεβάστως υποβάλλω όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και απορρίψει την αίτηση της Εναγομένης / Αιτήτριας με έξοδα εναντίον της έτσι ώστε η ακρόαση να αρχίσει και να ολοκληρωθεί.» ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους πιο πάνω καταγεγραμμένους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των ενόρκων δηλώσεων τους. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, όπως και άλλες, από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αιτήματος τροποποίησης ενός δικογράφου και τις λαμβάνω υπόψη μου, όπου δε κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε προβαλλόμενα επιχειρήματα. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.25 κ. 1, η οποία έχει ως ακολούθως: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be- made as may be necessary for the purpose of determining the real question in controversy between the parties". Από την ερμηνεία της Δ.25 από τη Νομολογία μας προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να επιτρέπει την τροποποίηση ενός κλητηρίου εντάλματος ή ενός δικογράφου ύστερα από αίτηση των ενδιαφερόμενων μερών, η δε εξουσία αυτή του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούρτης ν Ιασωνίδης
(1970)1 ΑΑΔ 180, Νικολαϊδη ν. Γερολέμη
(1980)1 ΑΑΔ 1, Γερμανού ν. Χριστοδούλου
(1983)1 ΑΑΔ 875, Νίκος Πουρίκκος ν Μυροφόρα Σάββα
(1990)1 ΑΑΔ 862). Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι η τροποποίηση ενός δικογράφου επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς αλλά και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση δε αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση είναι δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι άμεσα εμφανής (βλ. υποθέσεις Anna Latouf Agini ν. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704. Ο όρος ανεπανόρθωτη βλάβη χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1005). Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745). Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, συνοψίστηκαν με σαφήνεια στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Nabigation Ltd & Others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33 στις σελίδες 36 και 37, ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμώνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη. Το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας για να αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει ή θα απορρίψει την αίτηση τροποποίησης ενός δικογράφου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το κατά πόσον έχουν επαρκώς και ορθά τοποθετηθεί όλα τα επίδικα θέματα ενώπιον του ώστε να μπορέσει να εκδώσει τη σχετική του απόφαση. Η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων επιτρέπεται και πριν το τελικό στάδιο της διαδικασίας υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι αυτή δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη Διαταγή του Δικαστηρίου σε σχέση με την καταβολή εξόδων (βλέπε Τσιάππα ν. Δημοκρατία
(1974)1 ΑΑΔ σελ. 167). Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1005 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jack v. Philippa Estates Ltd,
(1988)1 ΑΑΔ 607, επαναβεβαίωσε τη θέση που καθόρισε στην υπόθεση United Sea Transport and Others v. Ζάκου,
(1980)1 CLR 510 και ανέφερε: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There in no injustice if the other side can be compensated by sosts. Before the hearing leave ir readily granted, on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Transway Co 16. QBD 556).» Στην υπόθεση Δόμνας Χριστοδούλου ν. Αθανασίας Χριστοδούλου & Άλλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, τονίστηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια προϋπόθεση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. Συνεπώς, με βάση τις πιο πάνω αρχές που καθιέρωσε η Νομολογία αναφορικά με την τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:
- Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και θεμελιακή αρχή για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου αποτελεί ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
- Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα καθυστέρηση, ο οποίος όμως δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντας που καθιερώθηκαν από την Νομολογία.
- Το Δικαστήριο δεν θα δώσει την άδεια για τροποποίηση μόνο με την διαπίστωση για το επανορθώσιμο της ζημιάς που επιφέρει στον αντίδικο αλλά θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλους του παράγοντες, ως αυτοί έχουν καθιερωθεί από την Νομολογία.
- Άδεια για τροποποίηση δεν δίδεται στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο που δεν αποζημιώνεται με χρήμα και όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Έχοντας υπ' όψιν το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης κρίνω ότι υπάρχει πράγματι καθυστέρηση την υποβολή του αιτήματος μετά το κλείσιμο των δικογράφων και τον ορισμό της υπόθεσης επανειλημμένα για ακρόαση. Η εξήγηση που δίδεται είναι ότι τον χειρισμό της υπόθεσης τον είχε άλλη δικηγόρος που εργαζόταν στο ίδιο δικηγορικό γραφείο η οποία αποχώρησε αργότερα και αντικαταστάθηκε από τη δικηγόρο που χειρίζεται σήμερα την υπόθεση για την εναγομένη και η οποία κατά την προετοιμασία της για την ακρόαση διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση όπως την αιτείται η εναγομένη. Επομένως, αν και γενικά θα έλεγα, δίδεται κάποια εξήγηση και δικαιολογία ως προς την καθυστέρηση που παρατηρείται. Επομένως εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες είναι κατά πόσο θα ήταν δίκαιο να επιτραπεί η τροποποίηση. Η εναγομένη - αιτήτρια διατείνεται ότι αν πετύχει στην παρούσα αίτηση της θα αποφευχθεί η έγερση ξεχωριστών νομικών ή άλλων μέτρων από μέρους της εναγομένης και ότι θα παρουσιαστούν όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς καλύτερης και πλήρους απονομής της Δικαιοσύνης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία και καμία βλάβη και/ή ζημιά δεν θα υποστεί ο ενάγοντας που να μην μπορεί να θεραπευτεί και/ή καλυφθεί με την κατάλληλη διαταγή του σεβαστού Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα. Από την άλλη, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τα δικαιώματα της εναγόμενης θα επηρεαστούν δυσμενώς τόσο σε σχέση με την αποτελεσματική προβολή της υπεράσπισης της όσο και σε σχέση με την διεκδίκηση των ανάλογων θεραπειών που αιτείται με την έγερση και/ή προσθήκη ανταξίωσης. Τα πιο πάνω δείχνουν προς τα πού γέρνει η ζυγαριά σε σχέση με την έγκριση ή όχι της αίτησης. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω και στην ανάλυση των λόγων ένστασης, ομαδοποιώντας τους όπου αυτοί συμπίπτουν ή αλληλεπικαλύπτονται: (Α) Οι λόγοι ένστασης (α), (β), (γ), (ε) και (ι) είναι συνυφασμένοι και για αυτό θα αναλυθούν μαζί. Αφορούν τον λόγο ότι η αιτήτρια ενήργησε κακόπιστα. Παρατηρώ ότι πουθενά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν υποστηρίζεται ή δικαιολογείται και/ή αποδεικνύεται ότι η αιτήτρια ενήργησε κατά τον τρόπο που της καταλογίζεται δηλαδή κακόπιστα και ότι με την αίτηση της επιδιώκει άλλους σκοπούς από αυτούς που θέτει η Νομολογία, ο Νόμος και οι Θεσμοί. Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκε ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του περιορίζεται σε ισχυρισμούς που αφορούν τη συμφωνία ημερομηνίας 06/02/1988 και στην περίοδο που περιήλθε στην κατοχή της εναγομένης η εν λόγω συμφωνία χωρίς όμως να δικαιολογεί την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους της εναγομένης, καθώς η τελευταία ως αναφέρεται και στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση της διαπίστωσε ότι η Έκθεση Υπεράσπισης της χρήζει τροποποίησης περί τον Μάρτιο του
- Η αιτήτρια περαιτέρω εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα προηγουμένως. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που υπάρχει και/ή διαφαίνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης, αυτή με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξισωθεί με κακοπιστία ώστε να επενεργεί εις βάρος της εναγομένης και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η καταχώρηση της υπό εκδίκασης αίτησης έχει σκοπούς άλλους εκτός από αυτούς που σχετίζονται με την παρουσίαση όλων των πραγματικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εξάλλου, η εναγομένη - αιτήτρια, με την υπεράσπιση της, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν δόθηκε αποκλειστικά στον ενάγοντα αλλά και στην εναγομένη και την οικογένεια των διαδίκων όταν ήταν σύζυγοι. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση και η ένορκη δήλωση της εναγομένης, δε δικαιολογούν και αποκαλύπτουν λόγους έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι οι προθέσεις της αιτήτριας δεν είναι γνήσιες και ότι προσπαθεί να εισάγει νέα επίδικα θέματα δε με βρίσκουν σύμφωνο, δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Δεν θα αποστερηθεί κανένα δικαίωμα του ενάγοντος να αντικρούσει οποιοδήποτε ισχυρισμό της εναγομένης με την Απάντηση στην Υπεράσπιση του όπως θα διαμορφωθεί και να προβάλει την Υπεράσπισή του στην Ανταπαίτηση και καμία βλάβη και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα υποστεί από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704,707 (ανωτέρω). Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδριανή Αρακελιάν, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτώμενων της Εταιρειών κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A87, Π.Ε. 51/2012, ημερ. 11/02/2016, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή των εξόδων». Περαιτέρω, για το ζήτημα αλλαγής της υπεράσπισης το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αρακελιάν, ανωτέρω, ανέφερε τα ακόλουθα: «.μπορεί ορισμένες από τις νέες αξιώσεις να θέτουν καινούργια θέματα, αλλά αυτά δεν έπρεπε να ήταν καθοριστικά στοιχεία στην έκβαση της αίτησης, εφόσον η νομολογία σαφώς δεν απαγορεύει εκ προοιμίου κάτι τέτοιο (Χρίστου ν. Αζά
(1992)). Η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με την νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήση ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 και All ER 83 Annual Practice 1959 σελ. 627)». Διαπιστώνω από την ένορκη δήλωση της εναγομένης ότι τα γεγονότα που σήμερα επιχειρούνται να δικογραφηθούν σε καμία περίπτωση δεν αλλάζουν ουσιωδώς τη γραμμή της υπεράσπισης της αλλά διευρύνουν τους νομικούς λόγους χωρίς όμως να μεταβάλλουν και ή να διαφοροποιούν τους αρχικούς της ισχυρισμούς. Επομένως καταλήγω ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Β) Λόγοι ένστασης (δ), (θ) και (ν). Αφορούν το καθυστερημένο και αδικαιολόγητο της καθυστέρησης υποβολής της αίτησης και ότι είναι ενάντια στις αρχές της επιείκειας να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο η επιδιωκόμενη τροποποίηση. Περαιτέρω ότι είναι απαράδεκτο και/ή ανεπίτρεπτο και/ή ενάντια στο Νόμο και/ή στη Νομολογία να επιτραπεί η καταχώρηση προδικαστικών ενστάσεων και/ή ανταπαίτησης σχεδόν 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Το ζήτημα της καθυστέρησης με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα το έχω αναλύσει πιο πάνω και έχω αποφανθεί ότι πράγματι συντρέχει στην περίπτωση καθυστέρηση. Δόθηκε όμως μια κάποια δικαιολογία. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία την οποία παρέθεσα και πιο πάνω η καθυστέρηση στη καταχώρηση αίτησης τροποποίησης δεν προσμετρείται από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά από τον χρόνο κατά τον οποίο προέκυψαν τα νέα αυτά γεγονότα ή στοιχεία για τα οποία γίνεται το αίτημα τροποποίησης. Πρόκειται για γεγονότα τα οποία αν και θα μπορούσαν έγκαιρα να είχαν επισημανθεί και προβληθεί στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης εντούτοις για τους λόγους που εξηγεί η αιτήτρια - την υπόθεση χειριζόταν άλλη δικηγόρος - δεν προβλήθηκαν. Είναι δε γεγονός ότι στις 04.04.2017 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι της εναγομένης αιτήθηκαν αναβολή με σκοπό την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Διαπίστωση μου είναι ότι υπήρξε πράγματι καθυστέρηση και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας από τότε που ετέθη το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου στην υποβολή του αιτήματος. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, σύμφωνα με την νομολογία, ο παράγοντας χρόνος, επαναλαμβάνω, δεν είναι αφ' αυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α v AG Leventis Company (Nigeria) κ.α
(1993)1 ΑΑΔ 726 εγκρίθηκε αίτηση για τροποποίηση η οποία καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Με δεδομένο ότι η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει δεν διακρίνω πως η πλευρά του ενάγοντος θα υποστεί οποιανδήποτε βλάβη που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ο ενάγων αναφέρεται σε ζημιές που θα υποστεί χωρίς να καθορίζει ποιες είναι αυτές ή για το πώς επηρεάζονται τα δικαιώματα του από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δυσμενής επηρεασμός αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξης του (βλ. Astor Manufacturing & Export Co. κ.α v AG Leventis Company (Nigeria) κ.α ανωτέρω). Συγκεκριμένα εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίσταται σε αυτό το στάδιο ο ενάγοντας, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η για λίγο ακόμα καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι επίσης μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Διαπιστώνεται ότι τα όσα επιθυμεί να εισάγει στην Έκθεση Υπεράσπισης της η εναγομένη δεν αποτελούν στοιχεία και/ή γεγονότα άσχετα με τα επίδικα θέματα έτσι που ο ενάγων εμποδίζεται από του να αιτείται απόρριψη της αίτησης για καθυστέρηση ή για κακή πίστη της αιτήτριας, ενώ από την άλλη εάν αποδεχόταν την αίτηση τροποποίησης θα εξοικονομείτο πολύτιμος χρόνος και η ακρόαση της αγωγής θα είχε πιθανότατα να αρχίσει πιο ενωρίς. Στην υπόθεση Clarapede v Commercial Union Association, 32 W.R 262 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Furthermore to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.» Η φύση των προτεινόμενων τροποποιήσεων, η σχετικότητα και η διαπλοκή τους με τα επίδικα θέματα κρίνω ότι τις καθιστούν αναγκαίες και απαραίτητες για να τεθεί η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης στις πραγματικές της διαστάσεις για να αποκρυσταλλωθούν όλα τα επίδικα θέματα και να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν απορρίπτονται. Γ. Λόγος ένστασης (κ). Άπτεται και αυτός του ζητήματος της καθυστέρησης για το οποίο αποφάνθηκα ως άνω. Θα συμφωνήσω όμως με την εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της αιτήτριας ότι ο ως άνω λόγος περί κωλύματος στερείται νομικής επεξήγησης και δεν δύναται στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης όπως και η υπό εκδίκαση αίτησης να γίνεται επίκληση κωλύματος δια της συμπεριφοράς της εναγομένης. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας περιλαμβάνονται και επεξηγούνται τόσο οι λόγοι για την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης όσο και ο χρόνος που χρειάστηκε για την καταχώρηση της. Ακόμη δε, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε λόγω αμέλειας και/ή λάθους της αιτήτριας η οποία μπορούσε να εντοπίσει ενωρίτερα, και να τις περιλάβει στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε την 11.09.2014 σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τροποποίηση δυνατό να επιτραπεί, ακόμη και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου, (ανωτέρω). Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθηκαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Η πιο πάνω προσέγγιση είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγγλική νομολογία. Το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700, 710-711: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Ο λόγος ένστασης (κ) έχει ήδη απαντηθεί με τους λόγους ένστασης (α), (β), (γ), (δ), (ε), (ι), (δ) και (ν) ανωτέρω και απορρίπτεται για τους ίδιους λόγους όπως εξήγησα και πιο πάνω. Δ. Λόγοι ένστασης (στ) και (η). Σύμφωνα με αυτούς η τροποποίηση θα προκαλέσει βλάβη στον ενάγοντα/ καθ' ου η αίτηση και ο ενάγοντας/ καθ' ου η αίτηση θα υποστεί ζημιά η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για την καταβολή των εξόδων του. Επίσης ότι τα δικαιώματα του ενάγοντα/ καθ' ου η αίτηση ως αυτά καθορίζονται κάτω από την διάταξη 30 του Συντάγματος προσβάλλονται και καταπατούνται. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.α.,
(2001)1 Α.Α.Δ 1608, το Εφετείο, σχολιάζοντας τη θέση του Εφεσείοντα ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση κατά παράβαση μεταξύ άλλων του άρθρου 30 του Συντάγματος, για την οποία οι εφεσίβλητοι δεν παρείχαν καμία εξήγηση, υπέδειξε τα ακόλουθα μετά που επεσήμανε ότι η στάση των εφεσειόντων κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο: «Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. 'Όπως έχει τεθεί στην Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ.66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση - ανεξήγητη έστω - των εφεσίβλητων.» Εξήγησα και πιο πάνω ότι μελετώντας την ένσταση του ενάγοντος και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν εντοπίζω με πιο τρόπο επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του ούτε και με πιο τρόπο προκαλείται αδικία σε αυτόν και με πιο τρόπο επηρεάζεται το δικαίωμα του στην λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσης της υπόθεσης. Δεν έχει αρχίσει ακόμα η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης και ο ενάγων θα έχει την ευχέρεια να απαντήσει σε όσα θα προβάλει τώρα η εναγομένη στο δικόγραφο της και να απορρίψει την ανταξίωση της και να προετοιμαστεί παράλληλα και κατάλληλα για την ακροαματική διαδικασία. Δεν θα πρέπει να αποτραπεί η εναγομένη από του να προβάλει την Υπεράσπιση της στις πραγματικές της διαστάσεις και να διεκδικήσει εκείνα τα οποία θεωρεί ότι θα πρέπει να προβάλει και διεκδικήσει στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Είναι φανερό ότι τυχόν άρνηση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα επιτρέψει σε αυτή να προβάλει και διεκδικήσει κατά δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου όσα πιστεύει ότι θα βοηθήσουν την Υπεράσπιση της και ό,τι η ίδια διεκδικεί από τον ενάγοντα. Επομένως οι ως άνω λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Ε. Λόγοι ένστασης (λ) και (μ). Προβάλλεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να επιδικάσει τις θεραπείες που επιζητεί η εναγομένη με την τροποποίηση που επιχειρεί να προσθέσει αφού οι προστιθέμενες αιτούμενες θεραπείες άπτονται της αρμοδιότητας και/ή της καθ' ύλης δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Περαιτέρω ότι η αιτήτρια προσπαθεί με την καταχώρηση ανταπαίτησης να απαιτήσει θεραπείες για τις οποίες παρέλειψε και/ή αμέλησε να προσφύγει στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Οι λόγοι αυτοί δεν άπτονται ζητημάτων που εξετάζονται και ούτε αποφασίζονται στα πλαίσια της υπό εκδίκαση αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα καθ' ύλην αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, και/ή αμέλειας και/ή παράλειψης της εναγομένης να προσφύγει στο Οικογενειακό Δικαστήριο καθώς η απόφαση του Δικαστηρίου περιορίζεται αποκλειστικά στο κατά πόσο θα εγκρίνει ή όχι το αίτημα της εναγομένης για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Ο ενάγων με την έκδοση των ανάλογων οδηγιών από το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει τους ισχυρισμούς του και/ή να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς της εναγομένης με την καταχώρηση τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση, οπότε και το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και καμία ζημιά δεν θα υποστεί ώστε να μην επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Καταλήγω να απορρίψω και αυτούς τους λόγους ένστασης. Στ. Λόγος ένστασης (ζ). Σε αυτόν τον λόγο προβάλλεται ότι η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Είναι προφανές το τι επιδιώκεται να εισαχθεί στο δικόγραφο της εναγομένης στις παραγράφους 5, 7, 9 ,10 12 και 13 της ένορκης δήλωσης της. Η εναγόμενη μέσα από την μαρτυρία της διασαφηνίζει ότι αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης έγινε καλόπιστα και μοναδικό σκοπό έχει την παρουσίαση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης για σκοπούς καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που επιδιώκονται να συμπεριληφθούν στην Υπεράσπιση της εναγομένης μπορούν να εκδικαστούν με τους ισχυρισμούς οι οποίοι ήδη συμπεριλαμβάνονται στην Υπεράσπιση της χωρίς να μεταβάλλουν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στην ουσία τους. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγο ένστασης έχει έρεισμα και απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, ότι το δίκαιο της υπόθεσης επιβάλλει όπως επιτρέψω την αιτούμενη τροποποίηση εγκρίνοντας την αίτηση και εκδίδοντας διατάγματα ως αυτά διατυπώνονται σε αυτή. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της εναγομένης καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και ακολούθως εντός 20 ημερών από της επίδοσης της στους δικηγόρους του ενάγοντος να καταχωρηθεί η τροποποιημένη Υπεράσπιση και η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων η πλευρά της εναγομένης - αιτήτριας με παρέπεμψε στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση απόφαση της ολομέλειας στην Αναθεωρητική Έφεση 3349, ημερομηνίας 24/01/03 Χαρίλαος Χατζηγέρου v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου όπου ο Πικής, Π. ανέφερε τα ακόλουθα: «Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση.» Η ανάλυση μου κατέδειξε ότι πράγματι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος της αιτήτριας. Για τούτο και διακρίνω την παρούσα υπόθεση από την ανωτέρω και κρίνω ότι η κατάλληλη και δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα πρέπει να είναι όπως όλα τα έξοδα της αίτησης όπως και τα έξοδα που προκαλούνται συνεπεία αυτής επιβαρυνθεί η πλευρά της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση του τίτλου του δικογράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο