← Κύπρος

Avrelene Investments Ltd κ.α. ν. Taifgur, Αρ. Αγωγής : 1075/2018, 28/9/2018

Avrelene Investments Ltd κ.α. ν. Taifgur, Αρ. Αγωγής : 1075/2018, 28/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A386 ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 1075/2018 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. Avrelene Investments Ltd (HE 339962), εκ Λεμεσού
  2. VINCITORE HAIR AND BEAUTY SPA CO LTD, (HE370154), εκ Λεμεσού Ενάγουσες/Αιτήτριες Και XXXXX Taifgur, άλλως XXXXX, εκ Λεμεοσού Εναγόμενος/Καθ ου η αίτηση Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες/Αιτήτριες: κος A. Αντωνιάδης για κ.κ. Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (Θ. 94). Για Καθ ου η αίτηση/Εναγόμενο: κος Κωνσταντινίδης για κ.κ. Γ. Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (Θ.48) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση οι ενάγουσες/αιτήτριες αιτούνται την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων ως ακολούθως: «Α. Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο και/ή με το οποίο να εμποδίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενος από του να δραστηριοποιείται ως κομμωτής στην πόλη και/ή επαρχία της Λεμεσού και/ή που να απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο να προσελκύει και/ή να αποσπά πελατεία της Αιτήτριας - Ενάγουσας 2 και/ή Ενάγουσας 1 μέχρι την τελική εκδίκαση της με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Β. Περαιτέρω και/ή εναλλακτικά με το (Α) ανωτέρω, προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να αναστέλλει την λειτουργία του κομμωτηρίου «#hairspa unique touch by V» το οποίο βρίσκεται στην οδό Χρυσοστόμου Αγρότη (πάροδος λεωφόρου Κολωνακίου) στον Άγιο Αθανάσιο στη Λεμεσό, μέχρι την τελική εκδίκαση της με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Γ. Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται και/ή να απαγορεύεται ο Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενος και/ή οποιοσδήποτε υπηρέτης και/ή αντιπρόσωπος αυτού και/ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του να πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει το μετοχικό κεφάλαιο και/ή οποιοδήποτε μέρος των 490 μετοχών στην Αιτήτρια - Ενάγουσα 2 των οποίων κάτοχος και/ή τελικός δικαιούχος είναι ο Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενος, μέχρι την τελική εκδίκαση της με υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Δ. Προσωρινό επιβαρυντικό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την επιβάρυνση των 490 μετοχών στην Αιτήτρια - Ενάγουσα 2 των οποίων κάτοχος και/ή τελικός δικαιούχος είναι ο Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενος και/ή διατάττον την απαγόρευση οποιωνδήποτε μεταβιβάσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τις 490 μετοχές στην Αιτήτρια - Ενάγουσα 2 μέχρι την τελική εκδίκαση της με τον υπό ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Ε. Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η οποιαδήποτε διαδικασία πώλησης και/ή διάθεσης και/ή μεταβίβασης και/ή αποξένωσης και/ή επιβάρυνσης του μετοχικού κεφαλαίου και/ή οποιουδήποτε μέρους των 490 μετοχών που κατέχει και/ή των οποίων είναι ο τελικός δικαιούχος ο Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενος, μέχρι την τελική εκδίκαση της με υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής.» Ουσιαστική νομική βάση της αίτησης συνιστά το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 και ο Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμος 31(Ι)/
  3. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Ανδρέου, διευθύντριας των Εναγουσών 1 και
  4. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται σε αυτήν, ο εναγόμενος διατηρούσε κομμωτήριο μέχρι την 31.8.
  5. Κατά τον Μάρτιο 2017 ο εναγόμενος προσέγγισε την ενόρκως δηλούσα αναφέροντας της ότι χρειαζόταν κάποιο επενδυτή για την επιχείρηση του και χρειαζόταν επίσης κάποιο ποσό για προσωπικές του υποχρεώσεις. Παραχωρήθηκε κάποιο δάνειο στον εναγόμενο σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, αντικείμενο άλλης Αγωγής, και συμφωνήθηκε η μεταξύ τους συνεργασία, ιδρύοντας την ενάγουσα 2 εταιρεία, στην οποία μέτοχος είναι η ενάγουσα 1 με 510 μετοχές και ο εναγόμενος με 490 μετοχές, οι οποίες όμως κρατούνται για τον ίδιο ως δικαιούχου από την εμπιστευματοδόχο XXXXX Παρτελίδου Ιωαννίδου σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 ημερ. 1.6.
  6. Μεταξύ της ενάγουσας 1 και του εναγόμενου, για την υλοποίηση της μεταξύ τους συνεργασίας υπογράφηκε και καταρτίστηκε η συμφωνία μετόχων την 1.6.17 (Τεκμήριο 8), στην οποία προβλεπόταν μεταξύ άλλων με τον όρο 11, ότι κατά τη διάρκεια της συμφωνίας και για πέντε χρόνια μετά τον τερματισμό της ο καθ ου η αίτηση και/ή η σύζυγος του εμποδίζονται χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της ενάγουσας 1 να ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία είναι αντίθετη με τα συμφέροντα της ενάγουσας 1 ή της ενάγουσας 2 ή να κατέχει οποιαδήποτε διευθυντική θέση σε τέτοια επιχείρηση. Περί τον Νοέμβριο 2017 ο εναγόμενος σταμάτησε να προσέρχεται στην εργασία του και ακολούθως πληροφορήθηκε η ενόρκως δηλούσα ότι αυτός εργαζόταν σε άλλο κομμωτήριο στη Λεμεσό και ακολούθως λειτούργησε δικό του κομμωτήριο, όπου πελάτισσες του ήταν πελάτισσες της κοινής επιχείρησης του κομμωτηρίου τους. (Τεκμήριο 12). Με επιστολή των δικηγόρων του εναγομένου ημερ. 19.1.18 (Τεκμήριο 19), ζητήθηκε από την εμπιστευματοδόχο να μεταβιβάσει τις 490 μετοχές εις το όνομα του εναγομένου. Αποτελεί ουσιαστική θέση της ενόρκως δηλούσας ότι με την παραβίαση των συμφωνηθέντων από πλευράς εναγομένου και την ίδρυση από μέρους του επιχείρησης κομμωτηρίου, οι ενάγουσες έχουν υποστεί ζημιές σύμφωνα και με τα Τεκμήρια 13 και
  7. Η Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της στον εναγόμενο, ο οποίος καταχώρησε ένσταση, η οποία στηρίζεται στους εξής λόγους: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για την έκδοση των προσωρινών Διαταγμάτων, η έκδοση τους θα έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή του status quo, τα αιτούμενα Διατάγματα θα είναι ζημιογόνα και ιδιαίτερα επαχθείς για τον καθ ου η αίτηση, αυτά είναι καταχρηστικά και/ή μη αναγκαία και/ή εκδικητικά, είναι πρόωρα, με αυτά ζητούνται οι ίδιες θεραπείες με τις αξιώσεις στην Αγωγή και με τα αιτούμενα Διατάγματα επιχειρούν να εξυπηρετήσουν σκοπούς άλλης νομικής διαδικασίας η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της μη έκδοσης τους, τα αιτούμενα Διατάγματα υπό στοιχεία Α και Β στηρίζονται σε συμφωνίες παράνομες και/ή άκυρες και/ή αντισυνταγματικές. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση, στην οποία όπως συνοπτικά μπορώ να καταγράψω, ισχυρίζεται ότι δεν δόθηκε στον ίδιο η ευκαιρία να λάβει νομική συμβουλή πριν τη σύναψη της συμφωνίας μετόχων ενώ αυτή του παρουσιάστηκε από την Νικολέτα Ανδρέου χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση του περιεχομένου της ή των όσων περιλαμβάνονται σε αυτήν. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι ο λόγος για τον οποίο εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει από το κομμωτήριο και επιχείρηση της ενάγουσας 2 είναι η συμπεριφορά της XXXXX Ανδρέου, η οποία μάλιστα προκαλούσε διάφορα προβλήματα αλλά και δυσαρέσκεια στους πελάτες όπως υποστηρίζει το Τεκμήριο
  8. Αποτελεί επίσης θέση του ότι ο ίδιος του ήταν ο μόνος που κατείχε την τεχνογνωσία ως κομμωτής και όλες οι πελάτισσες ήταν δικές του από το κομμωτήριο που λειτουργούσε προηγουμένως και σε καμία περίπτωση δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στις ενάγουσες από την αποχώρηση του. Εις ότι αφορά τις μετοχές αποτελεί θέση του ότι δεν έχει οποιαδήποτε πρόθεση αποξένωσης του ούτε μπορεί να τις μεταβιβάσει εφόσον απαιτείται η υπογραφή της διευθύντριας η οποία είναι η XXXXX Ανδρέου και πέραν τούτου οι μετοχές αυτές κρατούνται προς όφελος του ιδίου από την εμπιστευματοδόχο XXXXX Παρτελίδου Ιωαννίδου. Αναφέρει τέλος ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό στοιχεία Α και Β, θα έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να εργαστεί, δεν θα μπορεί να εξασφαλίσει οποιοδήποτε εισόδημα ούτε να καταβάλλει το ποσό της διατροφής στα παιδιά του σύμφωνα με Διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 4). Κατά το στάδιο Ακρόασης της Αίτησης, καταχωρήθηκαν από αμφότερες πλευρές γραπτές αγορεύσεις και οι συνήγοροι αγόρευσαν επίσης προφορικά, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Προτού προχωρήσω στην ουσιαστική εξέταση της Αίτησης, παρατηρώ ότι με την ένσταση του ο καθ ου η αίτηση προβάλλει ότι δεν έχει καταδειχθεί η κατεπείγουσα ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, καθώς επίσης με την αγόρευση τους η πλευρά των αιτητών υποστηρίζει ότι η έκδοση αυτών είναι κατεπείγουσας φύσεως. Σημειώνω στο αρχικό αυτό στάδιο ότι η απόδειξη της κατεπείγουσας φύσεως και ανάγκης για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επιβάλλεται στην περίπτωση όπου εξετάζεται η αίτηση μονομερώς. Αποτελεί το δικαιοδοτικό βάθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει και εκδώσει μονομερώς τις αιτούμενες θεραπείες και η προϋπόθεση αυτή εκλείπει όταν η αίτηση πλέον εξετάζεται στην παρουσία όλων των εμπλεκομένων, ως είναι η παρούσα περίπτωση. Συνεπώς ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. Εις ότι αφορά τους λόγους ένστασης υπ' αριθμό 5,6 και 8, σημειώνω ότι με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχει καταδειχθεί ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι πρόωρα. Δεν διαπιστώνω επίσης οποιαδήποτε κατάχρηση από μέρους των αιτητών, τουλάχιστον μέχρι το στάδιο αυτό ούτε την πρόθεση τους να χρησιμοποιήσουν την διαδικασία αυτή για να εξυπηρετήσουν άλλες διαδικασίες. Η ύπαρξη και μόνο άλλης Αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ των διαδίκων, η σύνδεση της οποίας δεν εξετάζεται στο παρών στάδιο με την παρούσα, από μόνη της δεν θα μπορούσε να καταδείξει τέτοια κατάχρηση ή διεκδίκηση αλλότριου σκοπού, κατά τρόπο που θα οδηγούσε την Αίτηση σε απόρριψη. Συνεπώς οι επί του προκειμένου λόγοι ένστασης, απορρίπτονται. Εις ότι αφορά τους λοιπούς λόγους ένστασης, αυτοί θα εξεταστούν πιο κάτω, εξετάζοντας την ουσία της Αίτησης. Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  9. Οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι οι ακόλουθες και οι οποίες πρέπει να ισχύουν σε κάθε περίπτωση σωρευτικά:
  10. To Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
  11. Να υπάρχει πιθανότητα ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία.
  12. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το πιο πάνω άρθρο έχει ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and another

(1982)1 C.L.R. 557, Aνδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννας Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Aλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Eκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Στην Τ.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, αυτή ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) ως απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί η ζημιά σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων σταθμίζοντας διάφορους παράγοντες αναλόγως των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60στην υπό κρίση υπόθεση. Με τους λόγους ένστασης υπ' αριθμό 1,9 και 13, οι οποίοι αναπτύχθηκαν με την γραπτή αγόρευση η οποία κατατέθηκε από πλευράς καθ ου η αίτηση κατά το στάδιο της Ακρόασης, υποστηρίζεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται. Όπως διαφαίνεται από την έκθεση απαίτησης, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε μια συμφωνία μετόχων η οποία ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ως προς την εταιρική δομή της 2ης ενάγουσας αλλά και τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων των μετόχων καθώς επίσης στη συμφωνία αυτή προβλέπονταν με τον όρο 11 οι υποχρεώσεις αμφοτέρων συμβαλλομένων σε περίπτωση λήξης ή τερματισμού της συμφωνίας. Η κατ' ισχυρισμό διάρρηξη της συμφωνίας αυτής και οι αιτούμενες θεραπείες οι οποίες προωθούνται με την Αγωγή των εναγουσών ως αποτέλεσμα των όσων καταλογίζονται στον εναγόμενο, για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας φανερώνουν εις τον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγόμενου και την ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης εναντίον του. Αναφορικά τώρα με τη δεύτερη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου θα πρέπει να τονίσω ότι στο παρόν στάδιο δεν κρίνεται η αξιοπιστία των θέσεων και ισχυρισμών των δυο πλευρών. Ούτως η άλλως απαιτείται από πλευράς αιτητών να καταδείξουν μια ορατή και μόνο πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς να καθίσταται απαραίτητο τέτοια πιθανότητα επιτυχίας να καταδεικνύεται για την κάθε αξίωση τους ξεχωριστά. Όπως διαφαίνεται από την ένορκο δήλωση της XXXXX Ανδρέου και όπως φαίνεται να μην αμφισβητεί ο καθ ου η αίτηση με την ένορκο δήλωση του, η μεταξύ τους συμβατική σχέση δεν υφίσταται πλέον εφόσον αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο καθ ου η αίτηση διατηρεί δική του επιχείρηση κομμωτηρίου στη Λεμεσό, όπως επίσης φαίνεται να αποδέχεται ο ίδιος ότι κάποιες από τις πελάτισσες του ήταν πελάτισσες και της κοινής επιχείρησης την οποία ασκούσε με την ενάγουσα 1 και
  3. Πέραν των πιο πάνω αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι ο καθ ου η αίτηση με την ενάγουσα 1 είναι μέτοχοι στην ενάγουσα 2 καθώς επίσης δεν αμφισβητείται ότι οι μετοχές του καθ ου η αίτηση κρατούνται δυνάμει εγγράφου καταπιστεύματος από την εμπιστευματοδόχο προς όφελος του καθ ου η αίτηση. Διαφαίνεται από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης αλλά και των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της XXXXX Ανδρέου, ότι ο καθ ου η αίτηση παραμένει δικαιούχος των 490 μετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο της 2ης ενάγουσας, χωρίς πλέον να εργάζεται σε αυτήν, ισχυρισμοί οι οποίοι συνδέονται με τις αξιώσεις υπό στοιχεία Γ, Δ και Ε της έκθεσης απαίτησης. Ο καθ ου η αίτηση με την ένορκη δήλωση του αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία κατά την άποψη του συνέβαλαν στην διάρρηξη της μεταξύ τους συμφωνίας και συνεργασίας προβάλλοντας επίσης ότι εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει από την κοινή τους επιχείρηση. Προβάλλει επίσης, αμφισβητώντας τις αξιώσεις των εναγουσών, ότι η φήμη και πελατεία του κομμωτηρίου ανήκε εξ αρχής στον ίδιο, εφόσον είχε την τεχνογνωσία και ήταν ο μόνος που γνώριζε από κομμωτική και διατηρούσε κομμωτήριο πριν καν να συνεργαστεί με την ενάγουσα 1 και την ίδρυση της ενάγουσας
  4. Εξού ως ισχυρίζεται όλες οι πελάτισσες ήταν δικές του και καμία ζημιά δεν προκλήθηκε στις ενάγουσες από την αποχώρηση του. Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του, καθώς επίσης και η θέση του ότι οι σχετικές πρόνοιες περί περιορισμού του δικαιώματος του για άσκηση του επαγγέλματος του, σύμφωνα με τον όρο 11 της συμφωνίας μετόχων, είναι παράνομοι και αντισυνταγματικοί, αφορούν την ουσία της διαφοράς των διαδίκων και το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για να ασκήσει το Δικαστήριο τελική κρίση επί των ζητημάτων αυτών. Όπως επίσης το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για να εξεταστούν οι θέσεις του καθ ου η αίτηση περί άγνοιας του περιεχομένου της επίμαχης συμφωνίας ή εξαναγκασμού του για να υπογράψει αυτό. Εις ότι αφορά τον λόγο ένστασης υπ' αριθμό 12, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς των δυο πλευρών. Το κατά πόσο οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες είναι παράνομες ή περιέχουν πρόνοιες άκυρες ή αντισυνταγματικές, δεν εξετάζεται στο στάδιο αυτό, κατά το οποίο εξετάζονται κατά κανόνα οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60 και τα όσα έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Συνεπώς ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται. Η κρίση της αξιοπιστίας εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών επί των όσων αμφισβητούνται μεταξύ τους, εκφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας αίτησης και αυτό θα γίνει κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ανδρέου, κρίνω ότι οι ενάγουσες εις τον βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, έχουν αποκαλύψει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους και πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, χωρίς επαναλαμβάνω να εξετάζεται μικροσκοπικά η κάθε αξίωση τους ξεχωριστά. Εξετάζοντας τώρα την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, οι ενάγουσας/αιτήτριες φέρουν το βάρος απόδειξης και θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Επί τούτου, η ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση ισχυρίζεται ότι ήδη ο εναγόμενος εκδήλωσε την πρόθεση του να λάβει στην κατοχή του και να εγγράψει εις το όνομα του τις 490 μετοχές στις οποίες είναι ο δικαιούχος δυνάμει του εγγράφου καταπιστεύματος σύμφωνα με την επιστολή την οποία απέστειλε στην εμπιστευματοδόχο στις 19.1.18 (Τεκμήριο 19). Η ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση διατείνεται επίσης ότι σε περίπτωση όπου δεν εκδοθούν τα Διατάγματα με τα οποία να εμποδίζεται ο εναγόμενος να λειτουργεί το κομμωτήριο το οποίο ίδρυσε μετά την αποχώρηση του από την κοινή τους επιχείρηση αλλά και να διαταχθεί να μην προσεγγίζει πελάτισσες της ενάγουσας 2, τότε θα προκληθεί τέτοια ζημιά στις ενάγουσες από την απώλεια της πελατείας τους που δεν θα ήταν δυνατό να αποζημιωθεί στο τέλος. Προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήρια 13 και 14 την εκτίμηση η οποία ετοιμάστηκε από το λογιστή για την μέχρι στιγμής πρόκληση ζημιάς και απώλεια εισοδημάτων που υπέστησαν λόγω της λειτουργίας κομμωτηρίου από τον εναγόμενο. Από την άλλη ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι καμία ζημιά προκλήθηκε στις ενάγουσες εφόσον οι πελάτισσες αυτές ήταν δικές του εξ υπαρχής καθώς επίσης αμφισβητεί ότι η όποια μείωση στις εισπράξεις των εναγουσών οφείλεται στην δική του αποχώρηση έχοντας υπόψη το μικρό διάστημα κατά το οποίο διήρκησε η συνεργασία τους. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω η έννοια της πλήρους απονομής δικαιοσύνης στο μέλλον δεν συναρτάται μόνο με την επάρκεια και την οικονομική δυνατότητα του καθ' ου η αίτηση στην εξόφληση μιας πιθανής Απόφασης εναντίον του στην Αγωγή. (βλ.
  5. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD (ανωτέρω). Λαμβάνονται υπόψη και άλλοι μεταβλητοί παράγοντες εκτός από τον χρηματικό παράγοντα και αυτοί περιλαμβάνουν και την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 και Κυρρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Για σκοπούς εξέτασης της εν λόγω προϋπόθεσης, κρίνεται αναγκαία η χωριστή εξέταση αυτής αναλόγως των αιτούμενων Διαταγμάτων. Ξεκινώντας από τα αιτούμενα Διατάγματα υπό στοιχεία Γ,Δ και Ε τα οποία αφορούν τις μετοχές, φαίνεται από το Τεκμήριο 19 ότι ο καθ ου η αίτηση ζήτησε από την εμπιστευματοδόχο να μεταφέρει στο όνομα του τις 490 μετοχές των οποίων είναι δικαιούχος, όπως άλλωστε είχε δικαίωμα. Η μεταβίβαση των μετοχών εις το όνομα του τελικού δικαιούχου όπου δύναται να γίνει και σε κάποιο τρίτο πρόσωπο από την εμπιστευματοδόχο τελεί μόνο υπό την έγκριση του καθ ου η αίτηση. Συνεπώς ο πλήρης έλεγχος διαχείρισης των εν λόγω μετοχών βρίσκεται στον καθ ου η αίτηση, ανεξαρτήτως βεβαίως ότι οι πράξεις που χρειάζονται για την ολοκλήρωση της όποιας προτιθέμενης μεταβίβασης εις το όνομα του απαιτούν την υπογραφή της μοναδικής διευθύντριας της εταιρείας που είναι η ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση. Αφ' ης στιγμής η εμπιστευματοδόχος διαχειρίζεται τις μετοχές αυτές μόνο κατόπιν σχετικών οδηγιών του καθ ου η αίτηση και αυτό σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μετά την ρήξη των σχέσεων των δυο πλευρών ζήτησε όπως αυτές εγγραφούν στο όνομα του, χωρίς να υπάρχει ξεκάθαρη πρόθεση για το πώς θα διαχειριστεί αυτές, τότε υπάρχει ο κίνδυνος οι μετοχές αυτές να αποξενωθούν από τον ίδιο ή να τις διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο που θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στην περίπτωση όπου οι ενάγουσες επιτύχουν στην Αγωγή τους και για τις εν προκειμένω αξιώσεις που αφορούν τις μετοχές, να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Και αυτό γιατί εφόσον η ζημιά και συνέπειες που θα προκληθούν να είναι τέτοιες που η χρηματική και μόνο αποζημίωση δεν θα ήταν δίκαιη θεραπεία εφόσον μια πιθανή αποξένωση των μετοχών πιθανό να επιφέρει τέτοια αλλαγή στην εταιρική δομή κατά τρόπο που θα δυσχεραίνει τη λειτουργία της 2ης ενάγουσας ή να εμποδιστεί η ενάγουσα 1 να λάβει τις μετοχές αυτές σε περίπτωση όπου επιτύχει στην αξίωση της για μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι της. Σύμφωνα επίσης με το νομολογία δεν απαιτείται να αποδειχτεί ότι όντως ο εναγόμενος προσπάθησε να αποξενώσει τις εν λόγω μετοχές, η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου ακόμα και ως ενδεχόμενο είναι αρκετή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνω ότι τα αιτούμενα Διατάγματα Γ και Ε είναι κάπως αλληλένδετα μεταξύ τους. Ουσιαστικά αυτό που επιδιώκεται είναι να εμποδιστεί ο εναγόμενος, από του να αποξενώσει τις εν λόγω μετοχές, ενέργεια η οποία μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και στην περίπτωση όπου εξακολουθούν να ευρίσκονται εις το όνομα της εμπιστευματοδόχου η οποία επαναλαμβάνω με βάση το έγγραφο καταπιστεύματος δύναται ακόμα και να εγγράψει τις μετοχές αυτές ή να διαθέσει αυτές αναλόγως των οδηγιών του εναγομένου. Συνεπώς το αιτητικό Γ περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες οι οποίες παρέχουν την προστασία αυτή στις αιτήτριες. Πέραν τούτου, με το αιτητικό Ε ζητείται η αναστολή οποιασδήποτε πώλησης ή μεταβίβασης των μετοχών, χωρίς να έχει διαφανεί ότι ο εναγόμενος πέραν του αιτήματος του να εγγραφούν επ' ονόματι του οι μετοχές, βρίσκεται σε εξέλιξη οποιαδήποτε άλλη διαδικασία η οποία επιβάλλεται να ανασταλεί. Συνεπώς το αιτητικό Ε δεν κρίνεται αναγκαίο και είναι έκθετο σε απόρριψη. Εις ότι αφορά το αιτητικό Δ για την έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος αυτό το ζήτημα διέπεται από το άρθρο 9 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 1992, Ν.31(Ι)/92, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «9.-
(1)Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή για αποζημιώσεις δύναται κατόπιν αίτησης του ενάγοντος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης με όλες ή μερικές από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης, όπως αυτό θα καθορίσει.
(2)Το Δικαστήριο εκδίδει το πιο πάνω διάταγμα, μόνο αφού ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει βάσιμη αξίωση και ότι με τη μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 δυνατό να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται βάσει των πιο πάνω προνοιών πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων που επηρεάζονται από αυτό, καθώς επίσης και το πρόσωπο (ή πρόσωπα) προς το οποίο το εν λόγω διάταγμα πρέπει να επιδοθεί.
(4)Οι πρόνοιες των άρθρων 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου εφαρμόζονται στην περίπτωση διατάγματος επιβάρυνσης που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του παρόντος άρθρου.». Εις ότι αφορά το αιτητικό Δ με το οποίο επιζητείται η έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων, το αίτημα αυτό εξετάζεται σύμφωνα με τη νομολογία, κατά τον ίδιο τρόπο και προϋποθέσεις όπως προβλέπεται για σκοπούς του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Ως ανέφερα πιο πάνω για τα αιτητικά που αφορούν την παρεμπόδιση αποξένωσης των 490 μετοχών, οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πληρούνται και συνεπώς έχουν καταδειχθεί και για σκοπούς του άρθρου 9 του Νόμου περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων. Εις ότι αφορά το αιτητικό Δ να σημειώσω ότι στην ένσταση αλλά και στην γραπτή αγόρευση του καθ ου η αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στο Νόμο αυτό, ούτε προβάλλεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη εισήγηση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό επιβαρυντικό Διάταγμα. Εις ότι αφορά τώρα τα αιτούμενα διατάγματα υπό στοιχεία Α και Β παρατηρώ τα εξής. Με τα αιτητικά αυτά ζητείται ουσιαστικά από τον εναγόμενο να τερματίσει τις εργασίες του εις το κομμωτήριο το οποίο λειτουργεί και να σταματήσει να προσελκύει πελάτισσες των εναγουσών. Η ιδιαιτερότητα που παρουσιάζεται στην προκειμένη περίπτωση έγκειται στο γεγονός ότι πέραν των όσων πράξεων και ενεργειών καταλογίζονται στον εναγόμενο περί παράβασης συμβατικών όρων, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της άσκησης του επαγγέλματος του, η ύπαρξη τρίτων προσώπων, τα οποία σε καμία περίπτωση η προσέλευση τους στο κομμωτήριο του εναγόμενου δεν μπορεί να απαγορευθεί ή ακόμα να ελεγχθεί. Η όποια ισχυριζόμενη ζημιά υπέστησαν οι ενάγουσες σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα από τη λειτουργία του κομμωτηρίου του εναγομένου δεν δύναται πλέον να περιοριστεί με τα αιτούμενα διατάγματα, κατά τρόπο που θα διασφάλιζε την απονομή δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο, και αυτό γιατί, κατά πρώτο με τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι ενάγουσες θα σταματήσουν να υφίστανται τις ισχυριζόμενες ζημιές εφόσον με τον τερματισμό της λειτουργίας του κομμωτηρίου του εναγόμενου δεν σημαίνει ότι οι πελάτισσες του εναγόμενου θα καταστούν πελάτισσες της ενάγουσας 2 και κατά δεύτερο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος θα επιστρέψει στην επιχείρηση της ενάγουσας
  2. Ενόψει των πιο πάνω προκύπτει ότι, η κατάσταση η οποία έχει δημιουργηθεί με την αποχώρηση του εναγόμενου, είναι πλέον μη αναστρέψιμη εις ότι αφορά την άσκηση του επαγγέλματος του στην ενάγουσα 2, εκτός εάν οι δυο πλευρές εξεύρουν κάποια λύση μεταξύ τους. Συνεπώς, η όποια ζημιά ήθελε αποδειχθεί από μέρους των εναγουσών, μπορεί να αποτιμηθεί μόνο σε χρήμα. Προς τούτο, δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο περί αφερεγγυότητας του εναγόμενου κατά τρόπο που θα απέκλειε τη δυνατότητα του για την καταβολή αποζημιώσεων στις ενάγουσες. Αντιθέτως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ανδρέου, ότι με την άσκηση της επιχείρησης του ο εναγόμενος λαμβάνει ικανοποιητικά εισοδήματα. Για να εκδοθεί ένα αιτούμενο διάταγμα θα πρέπει αδιαμφησβήτητα να καταδειχθεί και η αναγκαιότητα για την έκδοση του. Ενόψει των όσων ανέφερα πιο πάνω, προκύπτει ότι η κατάσταση των πραγμάτων ως έχει στο παρών στάδιο, για τα αιτητικά Α και Β δεν υφίσταται οποιαδήποτε ανάγκη εφόσον επαναλαμβάνω ακόμα και με την έκδοση τους δεν διαφυλάσσεται η προτέρα κατάσταση, ήτοι κατά το χρόνο πριν την ισχυριζόμενη διάρρηξη της συμφωνίας ούτε διασφαλίζεται με τα διατάγματα αυτά η απονομή δικαιοσύνης στο τέλος εάν και εφόσον κερδίσουν οι ενάγουσες. Σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» Πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω, θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι σύμφωνα με το σύγγραμμα «Injunctions», D. Bean, I. Parry, A. Burns, 12th Edition, Κεφ. 4, σελ. 43, παρα. 4-02, με αναφορά στην υπόθεση Ehrman v. Bartholomew [1898] 1 Ch.671, τα Δικαστήρια αρνούνται να εκδώσουν διατάγματα σε περιπτώσεις όπου αφορά παραβίαση υπόσχεσης για μη απασχόληση σε άλλη επιχείρηση για κάποιο διάστημα, «a promise not to engage in any other business for ten years, was likewise held to be unenforceable». Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αναφορικά με τα αιτητικά Γ και Δ, ενώ δεν πληρείται για τα αιτητικά Α και Β. Εις ότι αφορά το αιτητικό Ε όπως προανέφερα δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα έκδοσης του. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι σε περιπτώσεις ενδιάμεσων διαταγμάτων, η απλή διαπίστωση της ύπαρξης των τριών προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν, δεν αρκεί. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει τα δεδομένα και να κρίνει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Highate Primary School Ltd κ.ά. ανωτέρω). Υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση εις ότι αφορά τα αιτούμενα διατάγματα που αφορούν τις μετοχές υπό στοιχεία Γ και Δ δεν φαίνεται να προκαλεί οποιαδήποτε δυσχέρεια στον εναγόμενο, αντιθέτως με τον κίνδυνο αποξένωσης των μετοχών η ενάγουσα 2 βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιθανότητα να μην μπορεί στο τέλος ένα αποδείξει ότι δικαιούται τις μετοχές αυτές και η αξίωση της προς τούτο να παραμείνει ανικανοποίητη. Προσθέτω επίσης ότι, εις ότι αφορά τα αιτητικά Α και Β, ακόμα και αν αυτά πληρούσαν την τρίτη προϋπόθεση, δεν θα μπορούσε η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας να κλίνει υπέρ των εναγουσών/αιτητριών, εφόσον οι συνέπειες από το κλείσιμο της επιχείρησης του εναγόμενου θα τον εμπόδιζε ουσιαστικά να ασκεί το δικαίωμα του προς εργασία και να λαμβάνει τα απαραίτητα εισοδήματα για την διαβίωση του και πληρωμή των υποχρεώσεων του. Ούτε μπορεί το ισοζύγιο της ευχέρειας να κριθεί προς όφελος των εναγουσών εις ότι αφορά το αιτούμενο διάταγμα για να απαγορευθεί στον εναγόμενο να προσελκύει πελάτες της ενάγουσας 2, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνεται ευρύ και ασαφές, χωρίς να μπορεί να καθοριστεί ποια άτομα συνιστούν πελάτες της ενάγουσας
  1. Τα υπό στοιχεία Α και Β αιτούμενα διατάγματα, συνιστούν δραστικότατα διατάγματα που θα επέφεραν πλήρη αδρανοποίηση των δραστηριοτήτων του καθ ου η αίτηση. Δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να χορηγηθεί τέτοια προσωρινή θεραπεία, εφόσον βεβαίως θα ικανοποιείτο και η τρίτη προϋπόθεση. Με την ένσταση του ο καθ ου η αίτηση προβάλλει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση. Η διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων φαίνεται να επήλθε περί τον Νοέμβριο
  2. Η Αγωγή καταχωρήθηκε 6 μήνες αργότερα, ταυτόχρονα με την υπό κρίση αίτηση. Δόθηκε ως εξήγηση από την ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στο ότι αναμένονταν να ληφθούν τα στοιχεία από τον λογιστή της ενάγουσας
  3. Η εξήγηση η οποία δόθηκε κρίνεται επαρκής και πέραν τούτου, υπό τις συνθήκες αυτές, η παρέλευση 6 μηνών δεν κρίνεται υπερβολική έχοντας υπόψη παράλληλα ότι δεν εκδόθηκε το διάταγμα μονομερώς αλλά δόθηκε στην πλευρά του εναγομένου η ευκαιρία να ακουστεί. Σχετικά είναι τα όσα αναφερθήκαν στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consulatants Ltd ανωτέρω: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ η καθυστέρηση των περίπου δέκα μηνών φανερώνει σφάλμα και προκαλεί ανησυχία, κατά τη γνώμη μας δεν σημαίνει αυτόματα και κατάχρηση διαδικασίας.» Συνεπώς ο λόγος ένστασης υπ αριθμό 15 απορρίπτεται. Εις ότι αφορά το λόγο ένστασης υπ αριθμό 7, προβάλλεται ότι με τα αιτούμενα διατάγματα επιζητούνται ουσιαστικά οι ίδιες θεραπείες με αυτές της Αγωγής. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν απαγορεύεται σε όλες τις περιπτώσεις ούτε και αποτελεί άκαμπτο κανόνα. Φαίνεται ότι μέρος της αξίωσης υπό στοιχείο Γ στην έκθεση απαίτησης αποτελεί αντίστοιχη αιτούμενη θεραπεία υπό στοιχείο Γ στην Αίτηση. Το ίδιο ισχύει και για άλλα αιτούμενα διατάγματα τα οποία όμως ήδη απορριφθήκαν. Όπως τονίστηκε και στην Κούνουνας ν. C & A Simons Ltd,
(2002)1(B) 1361 η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αντίστοιχου προς την τελική θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται. Μπορεί να γίνει σε ξεκάθαρες υποθέσεις, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578, όπως κρίνω ότι συμβαίνει εδώ, εφόσον για τα αιτούμενα διατάγματα που αφορούν τις μετοχές φαίνεται να υφίσταται μεταξύ των διαδίκων συμφωνία μετόχων η οποία κατ' ισχυρισμό έχει παραβιαστεί. Συνεπώς η ξεκάθαρη εικόνα των ουσιαστικών επίδικων θεμάτων, δεν απαγορεύει την έκδοση των διαταγμάτων τα οποία είναι ίδια με μέρος των αξιούμενων θεραπειών με την Αγωγή. Συνεπώς ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται. Ενόψει των πιο πάνω, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα ως το παρακλητικό Γ της αίτησης. Εκδίδεται επίσης προσωρινό επιβαρυντικό Διάταγμα ως το παρακλητικό Δ της αίτησης και για τους σκοπούς που αναφέρονται στο παρακλητικό Δ. Τα παρακλητικά υπό στοιχεία Α,Β και Ε απορρίπτονται για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Ως προνοείται από το άρθρο 9
(3)του Νόμου περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων του 1992 (Ν. 31(I)/1992), το Διάταγμα να επιδοθεί στον Έφορο Εταιρειών και στην XXXXX Παρτελίδου Ιωαννίδου. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον του Καθ' ου η Aίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το ½ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Από τη στιγμή όπου η Αίτηση κατέστη δια κλήσεως και σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΕΣΠΩ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολιτική Έφεση Αρ. 354/13, 4/12/2015, δεν θα απαιτηθεί η ανάληψη εγγύησης από μέρους των Εναγουσών. (Υπ.) Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.