← Κύπρος

Downs κ.α. ν. New Star Investment & Development Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3026/2015, 23/10/2018

Downs κ.α. ν. New Star Investment & Development Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3026/2015, 23/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A421 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3026/2015 Μεταξύ: 1. . Downs 2. . Green 3. . Dickens 4. Cruz City 1 Mauritius Holdings Εναγόντων v. 1. New Star Investment & Development Ltd 2. Nectrus Ltd Εναγομένων Αίτηση ημ. 8 Δεκεμβρίου 2017 από Εναγομένη 2 για Προδικαστική Εκδίκαση Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 2 - Αιτήτρια: κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες 1-3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Τ. Παντελή με κα Μ. Βιολάρη για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα 4 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη 2 - Αιτήτρια ζητά διάταγμα και ή άδεια για προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων τις οποίες εγείρει στις παρ. 1-3 της Υπεράσπισης της. Οι προδικαστικές ενστάσεις αφορούν βασικά ισχυρισμούς για μη ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και ή μη νομιμοποίηση και ή μη ύπαρξη locus standi και ή μη ύπαρξη ζημιάς εκ μέρους των Εναγόντων για να προωθούν την παρούσα Αγωγή, και ειδικότερα συνοψίζονται στο ότι: 1) Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και ή οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται και ή δεν έχουν locus standi να προωθούν την παρούσα αγωγή υπό την προσωπική τους ιδιότητα και ή η αγωγή είναι καταχρηστική (παρ. 1 της Υπεράσπισης). 2) Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται και ή δεν έχουν locus standi να προωθούν την παρούσα αγωγή καθώς το Διάταγμα ημ. 5.9.14 το οποίο συμπληρώθηκε στις 14.1.15 και 5.3.15 (εφεξής «το Διάταγμα»), με το οποίο αυτοί διορίστηκαν ως Παραλήπτες συγκεκριμένης περιουσίας των εταιρείων Unitech Ltd και Burley Holdings Ltd, δεν έχει αναγνωριστεί και ή εγγραφεί από αρμόδιο Δικαστήριο στην Κυπριακή Δημοκρατία και ή το δικαίωμα τους να εγείρουν την παρούσα αγωγή δεν αναγνωρίζεται από την Εναγομένη 2 και ή η αγωγή είναι πρόωρη και ή καταχρηστική (παρ. 2 της Υπεράσπισης). 3) ΟΙ Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και ή δεν υπέστησαν ζημιά και ή τα νόμιμα συμφέροντα τους δεν πλήγησαν από την έκδοση της απόφασης στα πλαίσια της Αγωγής υπ΄ αρ. 630/15 Ε.Δ. Λεμεσού και επομένως στερούνται του δικαιώματος να αξιώνουν τις αιτούμενες θεραπείες (παρ. 3 της Υπεράσπισης). Οι Ενάγοντες 1-3 καταχώρισαν κοινή ένσταση και η Ενάγουσα 4 τη δική της. Και οι δύο ενστάσεις περιέχουν τους ίδιους λόγους ένστασης. Προβάλλεται ότι: (
  2. i)Οι προδικαστικές ενστάσεις δεν εγείρουν αμιγώς νομικά θέματα και ή δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς τον καθορισμό επίδικων και αμφισβητούμενων πραγματικών γεγονότων για τα οποία χρειάζεται μαρτυρία. (
  3. ii)Δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητο και ή παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο αναγκαίο για την επίλυση των προδικαστικών ενστάσεων. (iii) Οι προδικαστικές ενστάσεις εγείρουν ζητήματα που δεν μπορούν να εξεταστούν σφαιρικά και διαζευγμένα από το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο προκύπτουν. (
  4. iv)Η εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων δεν είναι πρόσφορη και ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (
  5. v)Η επίλυση των προδικαστικών ενστάσεων δεν θα έχει καθοριστικό ρόλο για την έκβαση της Αγωγής. (
  6. vi)Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τόσο η Αίτηση όσο και οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις δικηγόρων των δικηγορικών γραφείων τα οποία εκπροσωπούν τον κάθε διάδικο αντίστοιχα ενώ οι ενστάσεις βασίζονται και στον φάκελο της Αγωγής. Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης οι δικηγόροι όλων των πλευρών παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβαλαν κάποιες επιπρόσθετες θέσεις κατά τις προφορικές τους αγορεύσεις. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι η δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου εγειρόμενου στα δικόγραφα, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949 προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση, όσον αφορά την εφαρμογή της Δ.27, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Επίσης στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ 225 τονίστηκε πως «. η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης . αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά». Όπως προκύπτει μέσα από το λεκτικό της Δ.27 και τις προαναφερόμενες αποφάσεις, βασικό κριτήριο για την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου και για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι η ύπαρξη του αναγκαίου υπόβαθρου γεγονότων. Αυτό αφορά στους δύο πρώτους λόγους των ενστάσεων. Για σκοπούς εξέτασης αυτού του ζητήματος, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ κατ΄ αρχάς στη φύση της απαίτησης των Εναγόντων. Σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την έκθεση απαίτησης, οι Ενάγοντες αξιώνουν την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της απόφασης ημ. 30.3.15 η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου στην Αγωγή 630/15, υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον της Εναγομένης 2 για το ποσό των AED72.000.000 πλέον έξοδα και φόρους, ως προϊόν δόλου και ή συμπαιγνίας των εκεί διαδίκων εις βάρος των Εναγόντων με σκοπό την καταστρατήγηση του ενδιάμεσου διατάγματος στη Γενική Αίτηση υπ΄ αρ. 998/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας, το οποίο είχε εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας 4 και εναντίον, μεταξύ άλλων, της Εναγομένης
  1. Αξιώνουν επίσης γενικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για συνωμοσία προς διάπραξη απάτης και ή πρόκλησης ζημιάς με παράνομα μέσα. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
  2. Oι Ενάγοντες 1-3 διορίστηκαν από Αγγλικό Δικαστήριο ως Παραλήπτες, με βάση το Διάταγμα, επί ορισμένων περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών Unitech και Burley.
  3. Οι Ενάγοντες 1-3 διορίστηκαν ως Παραλήπτες προς υποστήριξη της δίκαιης εκτέλεσης δύο Διαιτητικών Αποφάσεων (εφεξής «οι Διαιτητικές Αποφάσεις») του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου οι οποίες εκδόθηκαν υπέρ της Ενάγουσας 4 και εναντίον των Unitech, Burley και Arsanovia Ltd για ποσό πέραν των US$406.9εκ.
  4. Η Εναγομένη 2 είναι εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό και αποτελεί άμεσα ή έμμεσα θυγατρική εταιρεία της Unitech, και συναφώς η περιουσία της Εναγομένης 2 δύναται να διατεθεί προς ικανοποίηση των Διαιτητικών Αποφάσεων.
  5. Στις 16.2.15 καταχωρίστηκε η Αγωγή 630/15 και στις 30.3.15, στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση ως ανωτέρω, παρότι η Εναγομένη 2 είχε ουσιαστική υπεράσπιση.
  6. Πριν την καταχώριση της Αγωγής, στις 12.11.14 η Ενάγουσα 4 καταχώρισε τη Γενική Αίτηση υπ΄ αρ. 998/14 Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον μεταξύ άλλων και της Εναγομένης
  7. Στα πλαίσια της εν λόγω Αίτησης, στις 17.11.14 η Ενάγουσα εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα, τύπου Chabra, παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων και τραπεζικών λογαριασμών της Εναγομένης 2 με σκοπό την ικανοποίηση των Διαιτητικών Αποφάσεων.
  8. Ενόσω το εν λόγω προσωρινό διάταγμα βρισκόταν εν ισχύι η Ενάγουσα 4 πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της Αγωγής 630/
  9. Στις 29.4.15 επιδόθηκε στην Τράπεζα της Εναγομένης 2 ένταλμα κατάσχεσης του ποσού των US$5.430.000 που διατηρούσε η Εναγομένη 2 στην Τράπεζα και αφορούσε λογαριασμό δεσμευμένο βάσει του προαναφερόμενου απαγορευτικού διατάγματος. Κατόπιν εμφάνισης της Ενάγουσας 4 στα πλαίσια αίτησης για παρέμβαση της στη διαδικασία του εντάλματος κατάσχεσης, η Εναγομένη 2 καταχώρισε αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος ούτως ώστε να επιτραπεί η ικανοποίηση της εκ συμφώνου απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής.
  10. Στις 22.7.15 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την Αίτηση υπ΄ αρ. 7/15 Ε.Δ. Λεμεσού και εναντίον της Εναγομένης 2 για εγγραφή του Διατάγματος και εξασφάλισαν μονομερώς προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα.
  11. Στις 24.7.15 στα πλαίσια της Αίτησης 998/14 το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε και αμέσως μετά την ακύρωση του και χωρίς οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 να γνωρίζουν για την έκδοση του δεύτερου απαγορευτικού διατάγματος, ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου να επιληφθεί της Αγωγής και απέσυραν την αίτηση για έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης.
  12. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων πως η εκ συμφώνου απόφαση αποτελεί προσπάθεια παράκαμψης του πρώτου προσωρινού διατάγματος και αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 2 στα πλαίσια συμπαιγνίας και ή συνωμοσίας μεταξύ τους με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα
  13. Η Εναγομένη 2 στην Υπεράσπιση της, πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, βασικά παραδέχεται το ιστορικό των γεγονότων, όπως αυτό περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης, πλην όμως αρνείται όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς και προβάλλει τις δικές της θέσεις αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Η Εναγομένη 2 εγείρει και Ανταπαίτηση για το ποσό των €112,107.87 το οποίο αντιπροσωπεύει τα δικηγορικά έξοδα που κατέβαλε στους δικηγόρους της για την υπεράσπιση της στην Αίτηση 998/14, ως ειδική ζημιά λόγω της αδικαιολόγητης έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και για το ποσό των AED16,157,125 ως ζημιά που απορρέει λόγω της έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης για χαμηλότερο ποσό. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης
  14. Αρνούνται τις παρ. 1-3 της Υπεράσπισης και ισχυρίζονται πως: · Οι Ενάγοντες είναι Παραλήπτες νομίμως διορισμένοι από το Δικαστήριο επί της περιουσίας της Unitech, η οποία είναι η τελική μητρική της Εναγομένης
  15. · Η Ενάγουσα 4 είναι πιστωτής της Unitech. · Τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2 αποτελούν, εμμέσως, περιουσιακά στοιχεία της Unitech και ή περιουσία που ενδεχομένως να είναι διαθέσιμη για τελική ικανοποίηση του χρέους της Unitech προς την Ενάγουσα
  16. · Η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Unitech επηρεάζεται από την περιουσιακή κατάσταση της Εναγομένης 2 και ή η εκ συμφώνου απόφαση αποτελούσε προσπάθεια εξαπάτησης της Ενάγουσας
  17. Στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες συνοδεύουν την Αίτηση και τις ενστάσεις γίνεται εκτενής αναφορά στο ιστορικό των γεγονότων σχετικά με τις διάφορες δικαστικές διαδικασίες, όπως αυτές περιγράφονται στα δικόγραφα, και τα οποία γεγονότα αυτά φαίνεται να είναι κοινώς παραδεκτά από όλες τις πλευρές. Επιπρόσθετα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση επεξηγείται και αναλύεται η κάθε προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση η οποία τυγχάνει σχολιασμού στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις των ενστάσεων. Εδώ σημειώνεται πως βασικά οι δύο πρώτες προδικαστικές ενστάσεις αφορούν στους Ενάγοντες 1-3 και στο Διάταγμα, ενώ η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά βασικά στην Ενάγουσα
  18. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση της παρ. 1 της Υπεράσπισης, στην ένορκη δήλωση του κ. ΧΗ που συνοδεύει την Αίτηση προβάλλεται ισχυρισμός πως οι Ενάγοντες 1-3 διορίστηκαν δυνάμει του Διατάγματος ως Παραλήπτες της περιουσίας της Unitech και της Burley προς υποστήριξη της εκτέλεσης των Διαιτητικών Αποφάσεων και πως ως διορισμένοι Παραλήπτες ενεργούν απλώς ως αντιπρόσωποι των εν λόγω εταιρειών. Συνεπώς η όποια Αγωγή θα έπρεπε να είχε προωθηθεί και ή εγερθεί στο όνομα των εταιρειών και όχι από τους Ενάγοντες προσωπικά. Ο κ. Η ισχυρίζεται επίσης πως στη βάση του Διατάγματος, οι Ενάγοντες 1-3 θα μπορούσαν να ενεργήσουν εκ μέρους της Unitech και της Burley με σκοπό να ρευστοποιήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή να εξασκήσουν τα δικαιώματα τους ως απευθείας μέτοχοι άλλων εταιρειών, προς ικανοποίηση των Διαιτητικών Αποφάσεων. Σύμφωνα με τον κ. H, οι Ενάγοντες 1-3 δεν μπορούν να ενεργούν εκτός του καθορισμένου στο Διάταγμα τρόπου και δεν δικαιούνται να επιδιώκουν εκτέλεση απ΄ ευθείας στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2 που είναι θυγατρική δεύτερου βαθμού της Unitech. Αναφέρει επίσης πως οι Ενάγοντες οφείλουν να ακολουθήσουν τις ενδεδειγμένες και νόμιμες διαδικασίες οι οποίες προνοούνται στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο της χώρας μας. Το Διάταγμα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  19. Στην ένορκη δήλωση της κας ΜΠ που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόντων 1-3, αναφέρεται πως το Διάταγμα δίδει εξουσία σε αυτούς να εγείρουν Αγωγή για να εκπληρώσουν τους στόχους του Διατάγματος και έχουν δικαίωμα να εγείρουν οποιαδήποτε αγωγή επ΄ ονόματι τους υπό την ιδιότητα τους ως Παραλήπτες. Ισχυρίζεται επίσης πως οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα εκτέλεσης επί των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 2, στα πλαίσια της διάσωσης των άμεσων και έμμεσων περιουσιακών στοιχείων της Unitech τα οποία περιλαμβάνουν και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατέχει η Εναγομένη 2 ως «τσέπη» της Unitech και δύνανται να ρευστοποιηθούν προς όφελος της τελευταίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Διατάγματος. Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση στην παρ. 2 της Υπεράσπισης, ο κ. Η ισχυρίζεται πως για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση μιας Διαιτητικής Απόφασης αυτή θα πρέπει να αναγνωριστεί και εγγραφεί από το αρμόδιο Κυπριακό Δικαστήριο. Εκφράζει τη θέση πως το Διάταγμα ως μέτρο εκτέλεσης Διαιτητικών Αποφάσεων δεν μπορεί να εγγραφεί στην Κύπρο βάσει οποιασδήποτε νομοθεσίας και επομένως δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Ακολούθως ο κ. Η αναφέρεται στην έκδοση δύο αποφάσεων, στα πλαίσια των Αιτήσεων 998/14 και 7/15, τις οποίες και επισυνάπτει ως Τεκμήρια 2 αι 3 αντίστοιχα. Στην μεν πρώτη το Δικαστήριο ακύρωσε το απαγορευτικό διάταγμα καθότι έκρινε πως το Διάταγμα αφορούσε μέτρο εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης και ως εκ τούτου ο τότε εν ισχύι ΕΚ44/01, στον οποίο στηρίζετο η εν λόγω Αίτηση, δεν τύγχανε εφαρμογής. Στη δεύτερη απόφαση ημ. 18.7.18 το Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση εγγραφής του Διατάγματος και ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας εγγραφής αυτού. Σημειώνεται επίσης πως και οι δύο αυτές αποφάσεις έχουν εφεσιβληθεί όμως μέχρι στιγμής δεν έχουν ανατραπεί. Η κα Π με τη σειρά της στην ένορκη της δήλωση αρχικά επικαλείται το γεγονός της καταχώρισης έφεσης και έτσι αρνείται πως το Διάταγμα δεν δύναται να εγγραφεί στην Κύπρο. Ισχυρίζεται ακόμα πως η μη εγγραφή του δεν εμποδίζει τους Ενάγοντες 1-3 να εγείρουν την Αγωγή αφού το Διάταγμα έχει αναγνωρίσιμες από το Κυπριακό Δίκαιο νομικές συνέπειες οι οποίες μπορούν να αποκρυσταλλωθούν μόνο με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων επί Αγγλικού και ή Ινδικού δικαίου. Παρόλο που η έκδοση και οι όροι του Διατάγματος αποτελούν κοινό έδαφος, εντούτοις με γνώμονα την προβολή των θέσεων των δύο πλευρών ως προς την ερμηνεία, εφαρμογή και εμβέλεια αυτού, θεωρώ πως οι δύο προδικαστικές ενστάσεις δεν αποτελούν καθαρά νομικό ζήτημα επί ενός κοινού υπόβαθρου γεγονότων. Αντιθέτως διαφαίνεται η διάσταση και διαφωνία των δύο πλευρών ως προς το δίκαιο που διέπει την ερμηνεία και εφαρμογή του, θέμα το οποίο, τουλάχιστον από πλευράς τους οι Εναγόμενοι 1-3 θεωρούν ότι χρήζει προσκόμισης μαρτυρίας από εμπειρογνώμονες ενώ η πλευρά των Εναγόντων θεωρεί πως διέπεται αποκλειστικά από το Κυπριακό Δίκαιο. Παρέλκει βέβαια να υπενθυμίσω τη βασική νομολογιακή αρχή πως το αλλοδαπό δίκαιο αποδεικνύεται όπως άλλα γεγονότα στο Δικαστήριο, με μαρτυρία. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Πιερίδης V. Keshishian κ.ά.
(1996)1(Α) A.A.Δ. 224: «Τίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρκτικά μόνο πάνω στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωση του.» Η ίδια αρχή διατυπώθηκε και στην υπόθεση Karik Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης Σια Λτδ
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 530, ως εξής: «Συμφωνούμε με την πρωτόδικη άποψη ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο.» Υπό το φως όσων αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω πως οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά ελλείψει του αναγκαίου κοινού πραγματικού υπόβαθρου που θα καθιστούσε δυνατή την εξέταση αυτών. Ερχόμενη τώρα στην τρίτη προδικαστική ένσταση, ο κ. Η ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες 1-3 δεν έχουν δικαίωμα εκτέλεσης στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2 και επομένως δεν έχουν πληγεί τα συμφέροντα τους ενώ η Ενάγουσα 4, ως πιστωτής των εταιρειών Unitech και Burley, δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 2, η οποία είναι θυγατρική δεύτερου βαθμού της Unitech, ούτε και έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά εφόσον η ίδια δεν έχει απευθείας δικαίωμα στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης
  1. Οι θέσεις της κας Π έχουν ήδη καταγραφεί ανωτέρω. Στην ένορκη δήλωση της κας ΣΣ, η οποία συνοδεύει την ένσταση της Ενάγουσας 4, αρχικώς απορρίπτει αυτόν τον ισχυρισμό και αναφέρει πως: § Τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2 δύνανται να διατεθούν, άμεσα ή έμμεσα, προς ικανοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης και § Η εκ συμφώνου απόφαση αποτελεί το θεμέλιο απαίτησης για αποζημιώσεις την οποία προβάλλει η Εναγομένη 2 μέσω Ανταπαίτησης. Ακολούθως η κα Σ προβαίνει σε εκτενή αναφορά σε γεγονότα για να καταδείξει πως η εκ συμφώνου απόφαση επηρεάζει και ή παραβλάπτει τα συμφέροντα της. Αυτά συνοψίζονται θεματικά στα εξής: o Το εξ αποφάσεως χρέοςΤις διαδικασίες εκτέλεσης σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος o Τις αθέμιτες τακτικές παρεμπόδισης της Unitech o Τη σχέση της Εναγομένης 2 με την Unitech και το εξ αποφάσεως χρέος o Τη θέση ότι η Εναγομένη 2 είναι στην πραγματικότητα τσέπη της Unitech o Τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2 εμμέσως διαθέσιμα o Τη μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Unitech Είναι σαφές από τα πιο πάνω πως και το ζήτημα που εγείρεται στην τρίτη προδικαστική ένσταση δεν περιορίζεται σε ένα καθαρά νομικό θέμα αλλά απαιτεί τη διακρίβωση γεγονότων μετά την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας από πλευράς Εναγόντων 1-3 ως προς την ισχυριζόμενη ζημιά και από πλευράς της Ενάγουσας 4 σχετικά με την σχέση μεταξύ της Unitech και της Εναγομένης 2, τη στάση της Unitech όσον αφορά τη διατήρηση της περιουσίας της και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε η περιουσία της Εναγομένης 2 να διατεθεί προς ικανοποίηση των Διαιτητικών Αποφάσεων. Διαφαίνεται επίσης πως τέτοια μαρτυρία θα είναι εκτενής και αφορά ένα μεγάλο φάσμα γεγονότων το οποίο βρίσκει εκ διαμέτρου αντίθετη την πλευρά της Εναγομένης
  2. Σαφώς τέτοια κοινώς αποδεκτή μαρτυρία επί της συγκεκριμένης προδικαστικής ένστασης ελλείπει παντελώς στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος ούτε για αμιγώς νομικά ζητήματα ούτε και για παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων υπό αυτές τις περιστάσεις. Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται πως ούτε και το θέμα που εγείρεται στην παρ. 3 της Υπεράσπισης δεν μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά εφόσον τα γεγονότα δεν είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι καθοριστικές ως προς την πορεία της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει, καθιστώντας την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης αχρείαστη. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 1-4 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.