Αδελφοί Μ. & Γ. Παντελίδης Λτδ ν. Bank of Cyprus Public Company Limited κ.α., Αγωγή Αρ. 1213/2018, 5/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A394 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1213/2018 Μεταξύ: Αδελφοί Μ. & Γ. Παντελίδης Λτδ Ενάγουσας -και-
- Bank of Cyprus Public Company Limited
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δια του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και δια του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη
- ΧΧΧ Ζαχκαίος Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση ημερ. 12.6.2018 Ημερ.: 5.10.2018 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Κ. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Για την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Μίτλεττον για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2 - Γενικό Εισαγγελέα: κ. Ι. Τσιντίδου Για τον Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η Αίτηση 3: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 22.5.2018 η Εναγόμενη 1 Τράπεζα επέδωσε επιστολή στους διευθυντές της Ενάγουσας Εταιρείας με την οποία τους πληροφορούσε ότι, λόγω της μη καταβολής οφειλών της που είχαν απαιτηθεί, δύο Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 11.12.1996 και 19.6.2007, που η Εταιρεία είχε εκδώσει προς όφελος της Τράπεζας, παγοποιήθηκαν και η Τράπεζα είχε την ίδια ημέρα διορίσει τον Εναγόμενο 3 ως παραλήπτη και διαχειριστή του ενεργητικού της Εταιρείας. Σύντομα μετά την 7.6.2018 η Εταιρεία με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο καταχώρισε την παρούσα αγωγή που στρέφεται εναντίον της Τράπεζας και του Παραλήπτη - Διαχειριστή και του Γενικού Εισαγγελέα «δια του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και διά του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη». Από τις αξιώσεις της Οπισθογράφησης προκύπτει ότι προσβάλλεται η εξ υπαρχής εγκυρότητα των Ομολόγων και διαζευκτικά ότι έχουν καταστεί άκυρα, εκτελεστεί, εξοφληθεί ή λήξει. Ότι αυτά δεν εξασφαλίζουν συγκεκριμένους λογαριασμούς που παρατίθενται, ότι στερούνται υποκειμένου για το λόγο ότι δεν καλύπτουν την ακίνητη περιουσία της Εταιρείας και δεν υπάρχει άλλη επί της οποίας μπορεί να κυμανθεί η επιβάρυνση των Ομολόγων. Περαιτέρω, αξιώνεται απόφαση ότι η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να διορίσει παραλήπτη και διαχειριστή και ότι ο διορισμός του Εναγομένου 3 ήταν παράνομος, κακόπιστος, καταχρηστικός, δόλιος και εκβιαστικός. Αξιώνονται ακόμα θεραπείες που αφορούν το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αναφορά στη δική τους εμπλοκή ή επικείμενη. Την 12.6.2018 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Εταιρεία εξαιτείται: Α. Διάταγμα αναστολής του διορισμού του Παραλήπτη - Διαχειριστή. Β. Διάταγμα που να απαγορεύει στην Τράπεζα και τον Παραλήπτη - Διαχειριστή από του να διενεργούν οποιαδήποτε πράξη σε σχέση με πέντε ενυπόθηκα ακίνητα της Εταιρείας (αρ. εγγραφής 2/59707, 2/59716, 0/28980, 0/28979 και 0/28981 όλα στη Λεμεσό). Γ. Διάταγμα που να απαγορεύει στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να αποδεχτεί οιαδήποτε πράξη σε σχέση με τα πιο πάνω ακίνητα, και Δ. Διάταγμα που να ακυρώνει την εγγραφή του διορισμού του Παραλήπτη - Διαχειριστή από το μητρώο του Τμήματος του Εφόρου Εταιρειών και την προσθήκη της επισήμανσης «υπό αμφισβήτηση» στην εγγραφή και σε όλα τα πιστοποιητικά που εκδίδει ή εξέδωσε το Τμήμα που πιστοποιούν ότι η Εταιρεία είναι υπό διαχείριση. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 12.6.2018 του XXXXX Παντελίδη εκ των διευθυντών της Εταιρείας, γραμματέα της και κάτοχο του 96% των μετοχών της. Είχε προηγηθεί, αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής, η καταχώριση μονομερούς αίτησης για τις ίδιες θεραπείες που απορρίφθηκε την 11.6.2018 καθότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ώστε να εκδοθούν τέτοια διατάγματα στην απουσία των Εναγομένων. Η ορθότητα της απόφασης να απορριφθεί η μονομερής αίτηση επιβεβαιώνεται αφού 3 ½ μήνες μετά τα δεδομένα δεν έχουν αλλάξει και τα ζητήματα συζητούνται σε διαδικασία με τη συμμετοχή και των Εναγομένων. Η Τράπεζα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 10 λόγους ένστασης κάποιοι από τους οποίους αναπτύσσονται σε επιμέρους υποπαραγράφους, που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 6.7.2018 του ΧΧΧΧ Χωραίτη, Λειτουργού στη Μονάδα Αναδιαρθρώσεων και Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας. Ο Παραλήπτης - Διαχειριστής καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 14 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με δική του Ένορκη Δήλωση ημερ. 4.7.
- Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ούτε αγόρευση κατά την ακρόαση της Αίτησης. Η εκπρόσωπος του δήλωσε το αυτονόητο, ότι θα ακολουθηθεί η όποια απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως εμφαίνεται στον τίτλο της αγωγής Ενάγουσα είναι η ίδια η Εταιρεία. Ο Τύπος Διορισμού Δικηγόρου υπό του Ενάγοντος που συνοδεύει το Κλητήριο Ένταλμα φέρει τη σφραγίδα της Εταιρείας και μια υπογραφή που φαίνεται να είναι του Μιχάλη Παντελίδη, όπως αυτή παρουσιάζεται και επί της Ενόρκου Δηλώσεως του. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί και καλύπτεται από το λόγο ένστασης 2(α) στην Ένσταση της Τράπεζας, είναι κατά πόσο η προσβολή του διορισμού παραλήπτη και διαχειριστή που διορίστηκε δυνάμει Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και που γίνεται με αγωγή, προωθείται εξ ονόματος της ίδιας της εταιρείας, όπως έγινε με την παρούσα αγωγή, και με διοριστήριο από το διοικητικό της συμβούλιο. Εάν όχι, τότε δεν απαιτείται να συζητηθεί οτιδήποτε άλλο και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω με τον λόγο ένστασης (δ) στην Ένσταση του Παραλήπτη - Διαχειριστή εγείρεται ζήτημα ότι τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκαν χωρίς την άδεια, έγκριση η συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας. Το ίδιο ζήτημα εγείρεται με τον λόγο ένστασης 2(β) στην Ένσταση της Τράπεζας. Όταν ένας διάδικος αμφισβητεί τη νομιμότητα άλλου διαδίκου το μόνο ορθό νομικό μέτρο αποτελεί η αίτηση για διαγραφή του και όχι η αμφισβήτηση μέσω του δικογράφου της έκθεσης υπεράσπισης (βλ. Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά
(1996)1 Α.Α.Δ. 773). Στην Δικονομική Πρακτική του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958 αναφέρεται (σελ.574-5) ότι αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο και δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη. Ωστόσο, στο στάδιο αίτησης για ενδιάμεσα διατάγματα, προτού ο εναγόμενος καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης (στην προκειμένη περίπτωση ούτε έκθεση απαίτησης δεν έχει ακόμα καταχωριστεί) η δυνατότητα προώθησης της αγωγής εγείρεται ως ζήτημα που αφορά στις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 και επομένως εξετάζεται. Φαίνεται να μην αμφισβητείται από τους Εναγόμενους ότι ο κατάλληλος ενάγοντας για να αμφισβητήσει το διορισμό παραλήπτη - διαχειριστή που διορίστηκε δυνάμει ομολόγου είναι η ίδια η εταιρεία της οποίας η περιουσία έχει τεθεί υπό διαχείριση. Το επόμενο ζήτημα είναι ποιος μπορεί να δώσει οδηγίες σε δικηγόρο για να καταχωριστεί τέτοια αγωγή και να υπογράψει το σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου υπό του ενάγοντος. Ο Παραλήπτης - Διαχειριστής με αναφορά στα κατάλοιπα εξουσίας που παραμένουν στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας μετά το δικό του διορισμό, δεν αμφισβητεί ότι το διοικητικό συμβούλιο θα μπορούσε να προωθήσει αγωγή στο όνομα της Εταιρείας για να προσβάλει το διορισμό του, υποστηρίζει ωστόσο πως η δική του άρνηση ήταν προϋπόθεση πριν το διοικητικό συμβούλιο να νομιμοποιείτο στην προώθηση της αγωγής. Ότι δηλαδή θα έπρεπε να ζητηθεί από τον ίδιο να προωθήσει την αγωγή και μόνο εάν αρνείτο θα είχε το δικαίωμα το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας να εξουσιοδοτήσει την καταχώριση της. Η επιχειρηματολογία εδράζεται όπως αναφέρουν οι δικηγόροι του, στην αγγλική απόφαση Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All E.R. 896. Η πιο πάνω αυθεντία αναφέρεται στο σύγγραμμα του H. Picarda, "Τhe Law Relating to Receivers, Managers and Administrators", 4η Εκδ., 2006, Tottel Publishing, στις σελ. 116, 120 κάτω από την ενότητα Residual status of the directors. Η απόφαση στην Newhart για παραμερισμό της αγωγής που είχε καταχωριστεί χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση του παραλήπτη - διαχειριστή είχε ανατραπεί από το αγγλικό εφετείο. Προκύπτει πως το διοικητικό συμβούλιο της υπό διαχείριση εταιρείας μπορεί, χωρίς τη συγκατάθεση του παραλήπτη και διαχειριστή να προωθεί αξιώσεις νοουμένου ότι δεν απειλούνται και δεν τίθενται σε κίνδυνο τα περιουσιακά στοιχεία που είναι το αντικείμενο του ομολόγου. Ωστόσο, το ενδεχόμενο η εταιρεία να κληθεί να πληρώσει έξοδα σε μια ανεπιτυχή τέτοια αγωγή είναι παράμετρος που επηρεάζει τα περιουσιακά στοιχεία που είναι το αντικείμενο του ομολόγου και της διαχείρισης, εκτός και οι διευθυντές της έχουν αναλάβει να την αποζημιώσουν σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εξόδων εναντίον της (βλ. Tudor Grange Holdings Ltd v. Citibank NA [1992] Ch. 53). Στην προκειμένη περίπτωση δεν αναφέρεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας έχει αναλάβει να αποκαταστήσει την Εταιρεία σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εξόδων εναντίον της στην παρούσα αγωγή. Το ζήτημα έχει ακόμα μεγαλύτερη διάσταση αφού, όπως επισημαίνεται από την Τράπεζα και τον Παραλήπτη - Διαχειριστή, ο Παντελίδης δεν αναφέρει να έχει εξουσιοδοτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας αναφορικά με την καταχώριση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης. Όταν η εταιρεία δεν τελεί υπό διαχείριση, σπάνια αμφισβητείται η εξουσιοδότηση έγερσης αγωγής εξ ονόματος της. Συμβαίνει όταν υπάρχουν αντιδικίες μεταξύ των διευθυντών της. Σε τέτοιες περιπτώσεις όπως και στην περίπτωση που η εταιρεία τελεί υπό διαχείριση η εξουσιοδότηση έγερσης αγωγής είναι κρίσιμο ζήτημα και η δέουσα εξουσιοδότηση πρέπει να αποδεικνύεται. Η επισήμανση της απουσίας μαρτυρίας ότι το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας εξουσιοδότησε την καταχώριση της αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης, που επιβεβαιώνεται από την ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης Παντελίδη, είναι καταλυτική και οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της Αίτησης. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει και στην εξέταση του ζητήματος που εγείρεται επί της ουσίας του, σε περίπτωση που η πιο πάνω ετυμηγορία του ήθελε ανατραπεί, δεδομένου ότι δεν υφίσταται και εφετειακή κυπριακή απόφαση επί του προκειμένου. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων που παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον διαφανεί πως η μη έκδοση των διαταγμάτων θα προξενήσει βλάβη στον ενάγοντα που θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποκατασταθεί στο μέλλον. Αναφορικά με το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας, στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στην National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, 1409 αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Αναγνωρίζεται πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνήθως δικαιολογούν την περιγραφή ενός διατάγματος ως προστακτικού είναι συνήθως πιο πιθανό να προκαλέσουν αθεράπευτη δυσχέρεια παρά τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος απλά εμποδίζεται να διενεργήσει ή να συνεχίσει τη διενέργεια κάποιας δραστηριότητας. Όμως αυτό, αναφέρεται, δεν είναι παρά μια γενικοποίηση. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Επομένως, όπου η εγγενής φύση και χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός προσωρινού προστακτικού διατάγματος μπορεί να επιδράσουν ώστε το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να το εκδώσει είναι το στάδιο που εξετάζεται, μετά τη διαπίστωση πως ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Όπως αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία (βλ. Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225, 227). Το πρώτο χρονικά Ομόλογο, ημερ. 11.12.1996 εξασφαλίζει ποσό που δεν θα υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.10.000 κεφαλαίου, πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες επί του κεφαλαίου. Εγγράφηκε ως επιβάρυνση στον Έφορο Εταιρειών την 27.1.
- Το δεύτερο Ομόλογο, ημερ. 19.6.2007 εξασφαλίζει ποσό που δεν θα υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.50.000 κεφαλαίου, πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες επί του κεφαλαίου. Εγγράφηκε ως επιβάρυνση στον Έφορο Εταιρειών την 6.7.
- Εγείρει ο Παντελίδης ζήτημα ότι τα Ομόλογα εξασφαλίστηκαν από την Τράπεζα με κόλπα και πως τον κοροϊδέψαν παρουσιάζοντας τα ως έγγραφα δέσμευσης μηχανημάτων. Ουδέποτε του αναφέρθηκε ότι επρόκειτο για ομόλογα και διατείνεται πως εάν του εξηγείτο ότι ήταν ομόλογα, δεν θα αποδεχόταν να τα υπογράψει. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, τα δύο επίδικα Ομόλογα εγγράφηκαν στον Έφορο Εταιρειών την 2.1.1997 και 6.7.2007 αντίστοιχα. Δεν αναφέρεται ότι στα χρόνια που παρήλθαν επεδίωξε οποτεδήποτε η Εταιρεία να προσβάλει τη νομιμότητα των Ομολόγων, κάτι που θα ήταν αναμενόμενο εάν η θέση του Παντελίδη ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Εάν υφίσταται κάποια εξήγηση, αυτή δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στη διαδικασία αυτή. Η επισήμανση των δικηγόρων της Εταιρείας ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του Παντελίδη για την επιμέρους τοποθέτηση του, δεν οδηγεί στο ότι η θέση παρέμεινε αναντίλεκτη και πρέπει να γίνει αποδεκτή. Ο ισχυρισμός είχε, έστω με γενική αναφορά, απορριφθεί με την Ένορκη Δήλωση Χωραίτη. Εξάλλου, σε τέτοιες αιτήσεις δεν αξιολογούνται οι ομνύοντες και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε διαπιστώσεις στη βάση της αξιοπιστίας τους. Με το αδιάσειστο αντικειμενικό στοιχείο της εγγραφής των Ομολόγων στον Έφορο Εταιρειών που καταδεικνύει, εκ πρώτης, ότι ο Παντελίδης ως διευθυντής της Εταιρείας γνώριζε την ύπαρξη τους, όπως και το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και η ίδια η Εταιρεία και στην απουσία στο στάδιο τούτο της διαδικασίας άλλης εξήγησης, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει επί του επιμέρους ζητήματος ορατή πιθανότητα επιτυχίας, να διαφανεί δηλαδή ότι τα Ομόλογα εξασφαλίστηκαν με δόλιο τρόπο και ψευδείς παραστάσεις, χωρίς να γίνει κατανοητό εκ μέρους της Εταιρείας ότι επρόκειτο για Ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί της περιουσίας της. Άλλωστε όπως διαπιστώνεται πιο κάτω υπάρχουν αρκετά έγγραφα που αφορούν στη χορήγηση διαφόρων διευκολύνσεων από την Τράπεζα προς την Εταιρεία, σε διάφορες ημερομηνίες, που καταδεικνύουν ότι η Εταιρεία γνώριζε για την ύπαρξη των επιδίκων Ομολόγων. Στην επιστολή ημερ. 22.5.2018 της Τράπεζας προς τους διευθυντές της Εταιρείας (ΜΠ10) με την οποία τους πληροφορεί ότι διόρισε τον Εναγόμενο 3 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή του ενεργητικού της Εταιρείας αναφέρεται η παράλειψη καταβολής προς την Τράπεζα των ποσών που αναφέρονταν σε προηγηθείσα επιστολή της Τράπεζας ιδίας ημερομηνίας. Με την τελευταία (ΜΠ9) είχε απαιτηθεί η καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου έξι λογαριασμών ως ακολούθως: -ΧΧΧΧ2390 €125.033 -ΧΧΧΧ5939 €2.299.868 -ΧΧΧΧ7114 €371.387 -ΧΧΧΧ6879 €25.028 -ΧΧΧΧ4447 €12.242 -ΧΧΧΧ4463 €8.657 Είναι κοινό έδαφος πως οι διευκολύνσεις για τις οποίες δόθηκαν τα Ομόλογα ή καλύτερα οι διευκολύνσεις εξ αφορμής των οποίων δόθηκαν τα Ομόλογα δεν υφίστανται. Έχουν εξοφληθεί με τη χορήγηση μεταγενέστερων διευκολύνσεων. Σε αυτή τη βάση εδράζεται η θέση της Εταιρείας ότι τα Ομόλογα «έχουν καταστεί άκυρα και/ή έχουν εκτελεστεί / εξοφληθεί / λήξει». Περαιτέρω, ότι τα Ομόλογα ήταν εξασφαλίσεις συγκεκριμένης υποχρέωσης και δεν εξασφάλιζαν οποιονδήποτε από τους πιο πάνω έξι λογαριασμούς. Εάν το ομόλογο δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη διευκόλυνση ζητήματα τροποποίησης ή αντικατάστασης των διευκολύνσεων δεν επηρεάζουν την ισχύ του. Με την επιφύλαξη του ανώτατου ποσού που εξασφαλίζει, ένα τέτοιο ομόλογο εξασφαλίζει όλα τα ποσά που οφείλονται από την εταιρεία προς τον ομολογιούχο από καιρού εις καιρόν όποια και αν είναι η φύση της διευκόλυνσης που δόθηκε προς την εταιρεία. Σύμφωνα με την παρ.17 τα Ομόλογα, που έχουν ουσιαστικά ταυτόσημους όρους, θα ήταν μια συνεχής και διαρκής εξασφάλιση, ανεξαρτήτως διευθετήσεως ή τακτοποιήσεως οιουδήποτε λογαριασμού. Περαιτέρω η Τράπεζα έχει παρουσιάσει τα έγγραφα που αφορούν τα δάνεια της Εταιρείας, τα ισχύοντα για τα οποία έγινε και η απαίτηση πληρωμής και προγενέστερα που έχουν εξοφληθεί. Το Δικαστήριο θα περιορίσει τις αναφορές του στο δάνειο των €1.700.000, ημερ. 16.12.2009 (αρ. λογ. ΧΧΧΧ9939) με το οποίο, μεταξύ άλλων, εξοφλήθηκαν προγενέστερες υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα. Η απόφαση της Τράπεζας ημερ. 1.12.2009 αναφέρει ότι οι εξασφαλίσεις θα περιλάμβαναν τα δύο επίδικα Ομόλογα (εξασφαλίσεις με αύξων αριθμό 10 και 11). Η απόφαση υπογράφεται από την Εταιρεία με δήλωση ότι γίνεται αποδεκτή. Υπάρχουν και πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας ημερ. 16.12.2009 υπογραμμένα από τους τρεις διευθυντές της όπου καταγράφονται οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν για το πιο πάνω δάνειο μεταξύ των οποίων και τα δύο επίδικα Ομόλογα. Ανάλογα έγγραφα όπου επαναλαμβάνονται ανάλογες αναφορές σε σχέση με τα δύο επίδικα Ομόλογα έχουν παρουσιαστεί και για τα άλλα δάνεια. Κατά συνέπεια και κατ' ακολουθία της εγγραφής των Ομολόγων που εμπεριέχουν τον πιο πάνω όρο στον Έφορο Εταιρειών και τα παρουσιασθέντα τραπεζικά έγγραφα και στην απουσία στο στάδιο τούτο της διαδικασίας μαρτυρίας για διαφορετική διευθέτηση μεταξύ της Εταιρείας και της Τράπεζας ή άλλη εξήγηση, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με το επιμέρους ζήτημα, να διαφανεί δηλαδή ότι τα Ομόλογα εξασφάλιζαν μόνο υποχρεώσεις που έχουν εξοφληθεί και όχι τις εκκρεμούσες υποχρεώσεις της Εταιρείας. Εγείρεται ακόμα ζήτημα από την Εταιρεία σε σχέση με την απαίτηση εξόφλησης των πιο πάνω ποσών, ενώ τα Ομόλογα εξασφάλιζαν πολύ μικρότερα ποσά, στο σύνολο £60.000 δηλ. €102.
- Γι' αυτό και με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 5.6.2018 προς τον Έφορο Εταιρειών (ΜΠ13) ζήτησε την ακύρωση του εντύπου γνωστοποίησης του διορισμού του Εναγομένου
- Ένα ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης είναι δυνατό να επιβαρύνει περιουσιακά στοιχεία πολλαπλάσιας αξίας του ποσού το οποίο εξασφαλίζεται με αυτό. Έτσι, συναντούμε ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης που επιβαρύνουν όλο το ενεργητικό ή και όλα τα περιουσιακά στοιχεία μιας εταιρείας, ακόμα και μελλοντικά, για ποσά που καμιά αντιστοιχία δεν έχουν με την αξία των στοιχείων αυτών. Σύμφωνα με την παρ.6 των επιδίκων Ομολόγων η κυμαινόμενη επιβάρυνση ήταν σε ολόκληρη την επιχείρηση και περιουσία πάσης μορφής της Εταιρείας παρούσας και μελλοντικής. Το ποσό που το ομόλογο εξασφαλίζει ασφαλώς και έχει σημασία. Στην προκειμένη περίπτωση και τα δύο Ομόλογα επιβαρύνουν την ίδια ακριβώς περιουσία, όμως, μπορούσε η Εταιρεία να αποδεσμευτεί από το πρώτο πληρώνοντας €17.086 (£10.000) πλέον τόκους κ.λ.π., ενώ για να αποδεσμευόταν από το δεύτερο χρειαζόταν να πληρώσει πενταπλάσιο ποσό. Δεν είναι ορθή η προσέγγιση της Εταιρείας ότι τα δύο Ομόλογα επιβαρύνουν περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας αξίας £60.000 πλέον τόκους κ.λ.π., όμως αν πληρωθούν €102.516 (£60.000) πλέον τόκους κ.λ.π. προς την ομολογιούχο Τράπεζα τα Ομόλογα παύουν να ισχύουν και ταυτόχρονα τερματίζονται τα καθήκοντα και οι εξουσίες του Παραλήπτη - Διαχειριστή και η διεύθυνση της Εταιρείας επανέρχεται πίσω στο διοικητικό της συμβούλιο. Το ίδιο θα συμβεί μόλις ο Παραλήπτης - Διαχειριστής ρευστοποιήσει περιουσία της Εταιρείας και εισπράξει το ποσό των €102.516 πλέον τόκους κ.λ.π. προς ικανοποίηση των ποσών που τα δύο Ομόλογα εξασφαλίζουν. Όπως αναφέρεται στον H. Picarda, σελ. 59, συνήθως τα ομόλογα προνοούν ότι ο ομολογιούχος μπορεί να διορίσει παραλήπτη και διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας που δεσμεύεται με το ομόλογο σε οιονδήποτε χρόνο μετά που τα ποσά που εξασφαλίζονται με το ομόλογο έχουν καταστεί άμεσα πληρωτέα. Σύμφωνα με τον όρο 2 των επιδίκων Ομολόγων η Εταιρεία είχε αναλάβει ότι όταν της ζητείτο εγγράφως από την Τράπεζα θα πλήρωνε και εξοφλούσε «άπασας τας υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζαν, παρούσας και ή μελλούσας». Η Τράπεζα με την πρώτη χρονικά επιστολή της ημερ. 22.5.2018 ζήτησε από την Εταιρεία την εξόφληση όλων των χρεωστικών της υπολοίπων, οπόταν, η Εταιρεία υποχρεούτο να τα εξοφλήσει. Με τον τρόπο αυτό ενεργοποιήθηκε το δικαίωμα της Τράπεζας να διορίσει παραλήπτη και διαχειριστή, συνεπώς μπορούσε η Τράπεζα να διορίσει τον Εναγόμενο 3 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εταιρείας. Από την Εταιρεία προβάλλεται η θέση ότι δεν οφείλει προς την Τράπεζα σε σχέση με το λογαριασμό του δανείου των €1.700.000 γιατί έχει, κατά τη θέση της, μέχρι τον Αύγουστο του 2013 καταβάλει έναντι του χρέους αυτού το ποσό των €1.961.427 που «σύμφωνα με απλά μαθηματικά» εξοφλά το κεφάλαιο και τους τόκους με επιτόκιο 3,608%. Στην αγωγή 393/2018 που η Εταιρεία καταχώρισε αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι το δάνειο αυτό έχει εξοφληθεί. Η αξίωση της σε σχέση με άλλους 19 λογαριασμούς που αναφέρονται, στους οποίους περιλαμβάνονται τρεις από τους πιο πάνω λογαριασμούς (ΧΧΧΧ2390, ΧΧΧΧ6879 και ΧΧΧΧ7114) είναι πως επιβλήθηκαν από την Τράπεζα παράνομοι τόκοι, επιβαρύνσεις και χρεώσεις. Σύμφωνα με τον Χωραίτη από το 2014 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για εξεύρεση τρόπου διευθέτησης των οφειλών της Εταιρείας προς την Τράπεζα. Οι προσπάθειες για να παραχωρηθεί ακίνητη περιουσία προς διευθέτηση δεν τελεσφόρησαν. Οι συζητήσεις τερματίστηκαν όταν η Εταιρεία με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 15.2.2018 πρόβαλε ανυπόστατες και αβάσιμες, κατά την Τράπεζα, θέσεις, τερμάτισε τις συμφωνίες και καταχώρισε την αγωγή αρ. 393/2018 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της Τράπεζας. Η Τράπεζα που είχε από την 14 ή και 16.8.2017 τερματίσει τα δάνεια και απαιτήσει την άμεση καταβολή των οφειλομένων, καταχώρισε εναντίον της Εταιρείας και των εγγυητών της την αγωγή αρ. 661/2018 Ε.Δ. Λεμεσού αξιώνοντας τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών. Το χρέος της Εταιρείας ανέρχεται, σύμφωνα με την Τράπεζα, και χωρίς τις εξ εγγυήσεως υποχρεώσεις της, σε €2.842.215 πλέον τόκους. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν είναι επιτρεπτό ούτε μπορεί να γίνει αξιολόγηση των προβαλλόμενων εκδοχών. Μπορούν όμως να ληφθούν υπόψη αντικειμενικά στοιχεία. Διαφορετικά θα ήταν ότι πιο εύκολο για μια εταιρεία στη θέση της Ενάγουσας να διατείνεται ότι έχει εξοφλήσει την ομολογιούχο τράπεζα και επομένως θα πρέπει με ενδιάμεσο διάταγμα να ανασταλεί ο διορισμός του παραλήπτη και διαχειριστή της περιουσίας της. Είναι κοινό έδαφος ότι η Τράπεζα και η Εταιρεία είχαν διαβουλεύσεις προς το σκοπό εξεύρεσης τρόπου διευθέτησης των οφειλών της Εταιρείας προς την Τράπεζα. Επιχειρηματολογούν οι δικηγόροι της Εταιρείας πως επιστολή τους ημερ. 11.7.2016 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραδοχή για την ύπαρξη οφειλής της Εταιρείας προς την Τράπεζα, γιατί στάληκε στα πλαίσια διαπραγματεύσεων. Η επιστολή υπογράφεται από τον Παντελίδη εκ μέρους της Εταιρείας. Η Εταιρεία προτείνει προς την Τράπεζα να πάρει προς πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της ακίνητα που κατά την ίδια αξίζουν €1.850.
- Στην ίδια την επιστολή αναφέρεται ότι οι υπερχρεώσεις στους λογαριασμούς της Εταιρείας, σύμφωνα με την ίδια, ανέρχονταν σε €200.
- Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο η επιστολή μπορεί να αναχθεί σε παραδοχή χρέους, όπως αναφέρουν οι δικηγόροι της Εταιρείας και δεν βασίζεται σε αυτή το Δικαστήριο για να εκδώσει κάποια απόφαση εναντίον της Εταιρείας. Όμως, δεν μπορεί η Εταιρεία, που παραδεχτά απέστειλε τέτοια επιστολή, να προσέρχεται στο Δικαστήριο και να ζητά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της στη βάση της θέσης ότι δεν οφείλει προς την Τράπεζα. Κάτι πάρα πολύ ισχυρό θα χρειαζόταν για να τεκμηριωθεί τέτοια θέση δεδομένου του περιεχομένου της επιστολής. Από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη διαδικασία αυτή, δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα να διαφανεί πως η Εταιρεία ουδέν οφείλει προς την Τράπεζα και συνεπώς ότι η απαίτηση οφειλής που οδήγησε στο διορισμό του Παραλήπτη - Διαχειριστή ήταν αδικαιολόγητη και αντινομική. Περαιτέρω, και στην περίπτωση που ικανοποιούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, δεν έχει διαφανεί ότι θα ήταν αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση των εξαιτουμένων διαταγμάτων ή οιουδήποτε από αυτών. Ο διορισμός του Παραλήπτη - Διαχειριστή δεν επεμβαίνει σε οιανδήποτε εμπορική δραστηριότητα της Εταιρείας ή στον τρόπο λειτουργίας της, εφόσον η Εταιρεία δεν έχει εμπορικές δραστηριότητες και ουσιαστικά δεν λειτουργεί. Ο διορισμός του Παραλήπτη - Διαχειριστή δεν μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση στους πελάτες ή συνεργάτες της Εταιρείας αφού τέτοιοι δεν υπάρχουν. Το ενδιαφέρον και η προβαλλόμενη ανησυχία της Εταιρείας αφορά στην ακίνητη της περιουσία. Και τούτο αφού πέραν της ακίνητης της περιουσίας διαθέτει μικρό αποθεματικό και πεπαλαιωμένα μηχανήματα τα οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από τον Παντελίδη, τα χαρίζει στην Τράπεζα. Η ακίνητη περιουσία της Εταιρείας συνίσταται σε πέντε ιδιοκτησίες με αρ. εγγραφής 2/59707, 2/59716, 0/28980, 0/28979 και 0/
- Στην πρώτη βρίσκεται το ανενεργό εργοστάσιο της, η δεύτερη είναι κατοικία και στις τρεις τελευταίες ανεγέρθηκε πολυκατοικία με 18 διαμερίσματα. Όλες είναι υποθηκευμένες προς όφελος της Τράπεζας. Το εργοστάσιο με τις υποθήκες ΑΥΧΧΧΧ/1996, ΒΥΧΧΧΧ/2000 και ΓΥΧΧΧΧ/
- Η κατοικία με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2003 και η πολυκατοικία με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/
- Οι υποθήκες είναι καθορισμένες επιβαρύνσεις (fixed charges) που έχουν προτεραιότητα έναντι των κυμαινόμενων επιβαρύνσεων. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει πρώτα να ικανοποιηθεί ο ενυπόθηκος δανειστής και στη συνέχεια αν υπάρχει περίσσευμα από την εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων ή κάποιο δεν απαιτηθεί να εκποιηθεί να αναλάβει ο Παραλήπτης - Διαχειριστής προς όφελος του Ομολογιούχου. Ότι στην προκειμένη περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής και ο Ομολογιούχος είναι το ίδιο πρόσωπο, η Εναγόμενη 1 Τράπεζα, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Υπενθυμίζεται ότι κάθε παραλήπτης και διαχειριστής δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα, αλλά δεσμεύεται από το νόμο και έχει θέσμιο καθήκον επιμέλειας προς όλους και ιδιαίτερα τους εξασφαλισμένους προνομιούχους πιστωτές της εταιρείας την περιουσία της οποίας διαχειρίζεται και υπόκεινται σε κυρώσεις στην περίπτωση που δεν διεκπεραιώνει τα καθήκοντα του με τον δέοντα τρόπο. (βλ. άρθρα 89, 300 και 334 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και Capital Cameras Ltd. v. Harold Lines Ltd and others (National Westminster Bank plc intervening) [1991] 3 All E.R. 389). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν τις Ενστάσεις η Τράπεζα είναι οικονομικά εύρωστη και ο Παραλήπτης - Διαχειριστής έχει ασφαλιστική κάλυψη μέχρι ποσού €500.000, οπόταν, τυχόν χρηματική απαίτηση της Εταιρείας μπορεί μελλοντικά να ικανοποιηθεί. Υπάρχει και ένα τελευταίο ζήτημα μεγάλης σημασίας. Προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση Παντελίδη πως μετά το διορισμό του Παραλήπτη - Διαχειριστή ο ίδιος ως διευθυντής της Εταιρείας δεν συμμορφώνεται με τις νομικές του υποχρεώσεις. Εισπράττει €3.080 μηνιαία από την ενοικίαση έξι διαμερισμάτων στην πολυκατοικία της Εταιρείας και αρνείται να τα καταβάλει όπως αναφέρει προς την Τράπεζα γιατί το χρέος είναι εξογκωμένο και πλασματικό και δημιουργήθηκε με δόλια τεχνάσματα και υπερχρεώσεις της Τράπεζας. Τα εισπράττει, όπως αναφέρει, ως εμπιστευματοδόχος της Εταιρείας. Δεδομένου του διορισμού του Εναγόμενου 3 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εταιρείας και μέχρι αυτός να ακυρωθεί ή ανακληθεί, η νομιμότητα πρέπει να επικρατεί και ο Παραλήπτης - Διαχειριστής να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα του και να ασκεί τις εξουσίες που ο Νόμος του παρέχει. Στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 (αφορούσε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος) αναφέρθηκε ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Η είσπραξη και διαχείριση των ενοικίων ήταν, από του διορισμού του, καθήκον και υποχρέωση του Παραλήπτη - Διαχειριστή. Περαιτέρω, αποκαλύπτει ο Παντελίδης ότι δεν έχει συμμορφωθεί με τη νομοθεσία και δεν έχει παραδώσει κατάσταση των υποθέσεων της εταιρείας (Statement as to the affairs of the company) της Εταιρείας στον Παραλήπτη - Διαχειριστή. Προκύπτει δηλαδή ότι ο Παντελίδης και το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας στην περίπτωση που ο Παντελίδης έχει την εξουσιοδότηση του συμβουλίου για να ενεργεί, δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά ετσιθελικά στη βάση της θέσης τους, ειλικρινούς ή κακόπιστης, ότι ο διορισμός του Παραλήπτη - Διαχειριστή ήταν αδικαιολόγητος και αντινομικός συνεχίζουν να ενεργούν ως εάν η Εταιρεία να μην είχε τεθεί υπό παραλαβή και διαχείριση. Με αυτά τα δεδομένα δεν θα μπορούσε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της, έστω και αν ικανοποιούνταν οι άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ο Εναγόμενος 2 δεν θα δικαιούται σε έξοδα για τις δικασίμους που δεν είχε συμμετοχή. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον Διάταγμα / Ακύρωση διορισμού Διαχειριστή - Παραλήπτη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο