← Κύπρος

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ Γ. ΚΟΚΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5190/11, 22/10/2018

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ Γ. ΚΟΚΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5190/11, 22/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A420 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5190/11 Μεταξύ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ Γ. ΚΟΚΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες Και

  1. XXXXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
  2. S K STYLIANOU TRANSPORT LIMITED
  3. ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Εναγόμενοι ------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.10.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Σπ. Μιχαηλίδης για Σπύρος Ξ. Μιχαηλίδης & Σία (για ν' ακούσει απόφαση κα Κ. Μιχαηλίδου) Για Εναγόμενους: κα Μ. Κυριάκου για Ιωάννης Κληρίδης & Υιοί (για ν' ακούσει απόφαση κα Μ. Κάρμιου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 22.12.2010 και κατά το οποίο προκλήθηκαν μόνο ειδικές ζημιές, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσης υπόθεσης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ το όχημα των Εναγόντων με αριθμό εγγραφής XXXX66 οδηγείτο νομίμως και επιμελώς, στην αριστερή πλευρά, στην νέα παρακαμπτήριο Λεωφόρο, πλησίον του νέου Λιμανιού Λεμεσού με ανατολική κατεύθυνση, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 οδηγώντας αμελώς και/ ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXX09 , ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 2, εξήλθε από παρακείμενο χωράφι και/ ή χώρο στάθμευσης που βρίσκεται στα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος των Εναγόντων και εισήλθε στο δρόμο χωρίς προηγουμένως να σταματήσει με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος των Εναγόντων και να επέλθει σύγκρουση μεταξύ των δύο αναφερόμενων οχημάτων. Συνέπεια της εν λόγω σύγκρουσης, οι Ενάγοντες υπέστησαν σοβαρές ζημιές, απώλειες και έξοδα. Οι ενάγοντες στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης τους εκθέτουν τις λεπτομέρειες αμέλειας και/η παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου 1 και οδηγού του οχήματος με αρ. XXXX
  4. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι Εναγόμενοι 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XXXX09 και ενάγονται ως ευθυνόμενοι εκ προστήσεως ενώ η Εναγόμενη 3 εταιρεία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το αναφερόμενο όχημα των εναγόμενων
  5. Με την έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ευθύνονται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και ισχυρίζονται ότι αυτό οφείλεται στην αποκλειστική και ή συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού του οχήματος των εναγόντων. Προς τούτο στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης τους εκθέτουν τις λεπτομέρειες αμέλειας και/η συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του οχήματος των εναγόντων. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά ζητούν όπως στη περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η Ενάγουσα δικαιούται οποιονδήποτε ποσό για αποζημιώσεις, το ύψος αυτών να καθοριστεί αναλόγως με το βαθμό αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας των Εναγόντων. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το ύψος των ειδικών ζημιών ανέρχεται στο ποσό των €6.000 επί πλήρους ευθύνης. Δηλώθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα η ιδιοκτησία των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων καθώς και ότι η Εναγόμενη 3 εταιρεία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα XXXX09.Παρέμεινε συνεπώς προς εκδίκαση το ζήτημα της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο ενάγων (στην περίπτωση ανταπαίτησης ο εναγόμενος) έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή

(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν για τους ενάγοντες ο XXXXX Θωμά (ΜΕ1), ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ2) και ο διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας XXXXX Κόκου (ΜΕ3). Για τους εναγόμενους κατέθεσε ο εναγόμενος 1 (ΜΥ1), ο XXXXX Ηλία (ΜΥ2) και ο διευθυντής της Εναγόμενης 2 εταιρείας XXXXX Στυλιανού. Κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο υποστήριξαν τις θέσεις της πλευράς που ο καθένας εκπροσωπεί και ανέπτυξαν τις εισηγήσεις τους οι οποίες και έχουν μελετηθεί με τη δέουσα προσοχή. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που έλαβα υπόψη μου, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και η συνάφεια μεταξύ αυτών που ισχυρίστηκαν και των δικογραφημένων ισχυρισμών των δύο πλευρών. Τα όσα οι μάρτυρες της κάθε πλευράς έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά που τηρήθηκαν και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην ολότητα τους. Σχετική αναφορά στην μαρτυρία γίνεται, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Στην υπό κρίση υπόθεση όπως αναφέρεται και πιο πάνω η ιδιοκτησία των δύο ενεχόμενων οχημάτων δεν απετέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει επίσης να είναι αποδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 ήταν εργοδοτούμενος των εναγόμενων 2 ενώ κατά τον ίδιο χρόνο ο ΜΕ1 ήταν εργοδοτούμενος των εναγόντων. Είναι επίσης αποδεκτό ότι τα δύο ενεχόμενα οχήματα ήταν φορτηγά. Ο ΜΕ1 XXXXX Θωμά κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του οχήματος των Εναγόντων. Καταθέτοντας για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ανέφερε ότι οδηγούσε με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά στο δρόμο έξω από το λιμάνι χρησιμοποιώντας την αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Από απόσταση 20 μέτρων αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 να βγαίνει από το χωράφι -χώρο στάθμευσης προς τον δρόμο, νομίζοντας όμως ότι αυτό θα σταματούσε ο ίδιος συνέχισε την πορεία του. Όταν το όχημα του εναγόμενου εισήλθε τελικά μέσα στον δρόμο ο ίδιος χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς όμως να κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση με αποτέλεσμα το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος του να συγκρουστεί με το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1. Σύμφωνα με την εκδοχή του το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο ίδιος το όχημα των εναγόντων και η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε σχεδόν στη μέση του δρόμου. Από το δυστύχημα δεν υπήρξε οποιοσδήποτε τραυματισμός γι΄ αυτό και δεν εξετάσθηκε από την αστυνομία. Στην σκηνή του δυστυχήματος μετέβησαν μόνο εκπρόσωποι των εκατέρωθεν ασφαλιστικών εταιρειών οι οποίοι έλαβαν καταθέσεις και ετοίμασαν σχεδιάγραμμα. Κλήθηκαν επίσης και παρευρέθηκαν οι εργοδότες των δύο ενεχόμενων οδηγών. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο το έντυπο απαίτησης που υπέβαλαν οι ενάγοντες προς την ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα των εναγόντων (τεκμ1). Κατέθεσε επίσης σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμ2), προς απόδειξη μόνο του γεγονότος ότι πρόκειται για το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας. Ερωτηθείς σχετικά εξήγησε πως ο λόγος που στη κατάθεση του στο τεκμ. 1 αναφέρει ότι το άλλο ενεχόμενο φορτηγό όχημα βρισκόταν «σταματημένο» μέσα στη λωρίδα του δρόμου που κινείτο ο ίδιος ήταν επειδή αυτό όταν εισήλθε μέσα στο δρόμο ακολούθως σταμάτησε για να στρίψει. Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε τη δική του εκδοχή ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο δυστύχημα με απλότητα και ειλικρίνεια απαντώντας τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν φυσικά και αβίαστα. Δεν δίστασε να αναφέρει γεγονότα που θα ήταν ίσως επιβαρυντικά για την υπόθεση των εναγόντων, όπως ότι ενώ αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του εναγόμενου 1 να κινείται από το χώρο στάθμευσης προς το δρόμο ο ίδιος νομίζοντας πως θα σταματούσε συνέχισε την πορεία του. Ανέφερε επίσης ότι γνώριζε πως το συγκεκριμένο χωράφι χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης φορτηγών οχημάτων. Καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Από το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε είμαι πεπεισμένη ότι ήλθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει την αλήθεια, χωρίς να αλλοιώσει προς όφελος του τα γεγονότα. Eπιχειρήθηκε να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος και του υποβλήθηκε η θέση ότι ο ίδιος καθώς οδηγούσε το όχημα του εξήλθε από το δρόμο κινήθηκε προς το κράσπεδο και συγκρούσθηκε με το όχημα του εναγόμενου 1 που βρισκόταν σε στάση αναμονής εντός του χώρου στάθμευσης. Ο ίδιος αρνήθηκε την εκδοχή αυτή παραμένοντας σταθερός στη θέση του, λέγοντας μάλιστα χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι, δεν ήταν δυνατόν να εξέλθει από τον δρόμο διότι στα αριστερά του συγκεκριμένου δρόμου σύμφωνα με τη πορεία του υπήρχε χαντάκι και για αυτό ο χώρος στάθμευσης είχε μία είσοδο-έξοδο από την οποία χωρούσε να περάσει μόνο ένα όχημα. Αρνήθηκε επίσης τη θέση της υπεράσπισης ότι πριν να μεταβούν στη σκηνή του δυστυχήματος οι εκπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών, ο ίδιος μετακίνησε το όχημα του από τη τελική θέση που βρισκόταν μετά το δυστύχημα. Το γεγονός ότι στη κατάθεση του που περιλαμβάνεται στο τεκμ. 1 δεν περιέγραψε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν κρίθηκε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Όπως άλλωστε εξήγησε η κατάθεση αυτή δόθηκε στον εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας στο χώρο της σκηνής του δυστυχήματος στον οποίον και ανέφερε συνοπτικά πως προκλήθηκε το δυστύχημα. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνεται πειστική και αξιόπιστη και γι΄ αυτό αποδέχομαι την εκδοχή του σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Γίνεται συνεπώς αποδεκτό ότι το όχημα του εναγόμενου 1 εξερχόμενο από τον παρακείμενο χώρο στάθμευσης, εισήλθε εντός του δρόμου στον οποίο κινείτο το όχημα του ΜΕ1 με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Αποδέχομαι επίσης ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου εντός της οποίας ο ΜΕ1 οδηγούσε το όχημα των εναγόντων. Διευκρινίζεται όμως πως η γενικά διατυπωμένη θέση του ΜΕ1 ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε σχεδόν στη μέση του δρόμου δεν κρίνεται ικανή να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα και ως προς το ακριβές σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Διευκρινίζεται επίσης ότι η αποδοχή της εκδοχής του ΜΕ1, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, βασίζεται στο ότι το Δικαστήριο έχει πεισθεί για την αλήθεια της μαρτυρίας του και όχι στο σχεδιάγραμμα τεκ. 2 στο περιεχόμενο του οποίου καμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί. Το τεκμήριο 2 κατατέθηκε μόνο ως προς το γεγονός ότι έχει ετοιμαστεί από πρόσωπο που ενεργούσε για την ασφαλιστική εταιρεία και παρέμεινε εξ ακοής μαρτυρία χωρίς η πλευρά των εναγόντων να καταδείξει λόγο για τον οποίο το εν λόγω πρόσωπο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς επιβεβαίωση του περιεχομένου του. Σχετικά είναι τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.α.
(2012)1 A.A.Δ. 1711, σ.1719: «Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης. Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν. .» Ανεξαρτήτως των πιο πάνω θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα δεν αποτυπώνονται οποιεσδήποτε μετρήσεις ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία και λεπτομέρειες της σκηνής του δυστυχήματος. Ο ΜΕ2 XXXXX Γεωργιάδης κατάθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι είναι διευθυντής του τμήματος απαιτήσεων της ασφαλιστικής εταιρείας που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου για το όχημα των εναγόντων. Ο ίδιος έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί η εταιρεία του στο οποίο ανέτρεξε και εκεί εντόπισε μόνο το έντυπο απαίτησης, τεκμ. 1 και το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοιμάσθηκε για λογαριασμό της ασφαλιστική εταιρείας, (τεκμ 2). Όπως ισχυρίσθηκε στο αρχείο της εταιρείας του δεν τηρείται οποιονδήποτε άλλο στοιχείο σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, καθότι, η ασφαλιστική εταιρεία δεν πλήρωσε καμία απαίτηση σε οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο και εφόσον από την ημερομηνία του δυστυχήματος έχουν παρέλθει πέραν των τριών ετών το τροχαίο αυτό δυστύχημα θεωρείται λήξαν. Παρά το ότι ο μάρτυρας αυτός μου άφησε την εντύπωση του μάρτυρα που έλεγε την αλήθεια, εντούτοις, η μαρτυρία του δεν έχει προσθέσει οτιδήποτε στα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε ότι τα τεκμ. 1 και 2 συμπληρώθηκαν και ετοιμάσθηκαν από το πρόσωπο το οποίο έλαβε οδηγίες από την ασφαλιστική εταιρεία να παραβρεθεί στη σκηνή και να καταγράψει το δυστύχημα. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει το όνομα του προσώπου που ετοίμασε το σχεδιάγραμμα τεκμ. 2 και δήλωσε ότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Το μόνο συνεπώς το οποίο μπορεί να γίνει αποδεκτό από την μαρτυρία του, το οποίο άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί, είναι ότι δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής για το επίδικο δυστύχημα στη ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου για το όχημα των εναγόντων. Ως ΜΕ 3 κατέθεσε ο διευθυντής των εναγόντων ο οποίος επίσης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με σαφή και απέριττο τρόπο και συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του. Αποδέχομαι τη θέση του ότι όταν έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος το όχημα των εναγόντων βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με τη πορεία του και το όχημα των εναγόμενων βρισκόταν έξω από το χωράφι μέσα στο δρόμο. Πρόκειται για θέση που συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΕ1 που έγινε αποδεκτή. Αντεξεταζόμενος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και αρνήθηκε ότι το όχημα των εναγόντων μετακινήθηκε πριν να εξεταστεί η σκηνή του δυστυχήματος από τους εκπροσώπους των δύο ασφαλιστικών εταιρειών. Ως ΜΥ1 κατέθεσε ο εναγόμενος 1 που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του οχήματος XXXX09 το οποίο ανήκει στους εναγόμενους
  1. Κατάθεσε στο δικαστήριο γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή ενώ το όχημα που οδηγούσε βρισκόταν σε στάση αναμονής εντός του χώρου στάθμευσης το όχημα που οδηγείτο από τον ΜΕ1 ξέφυγε από τον δρόμο, εισήλθε στο χώρο στάθμευσης και συγκρούσθηκε με το δικό του όχημα. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε αντίγραφο του ασφαλιστικού συμβολαίου σε σχέση με το όχημα των εναγόμενων 2 (τεκμ 3) καθώς και το έντυπο απαίτησης που υποβλήθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία εναγόμενη 3 (τεκμ.4). Παρακολουθώντας τον ΜΥ1 να καταθέτει ενόρκως, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του, δεν έχω πειστεί για την αλήθεια της εκδοχής του. Ο ισχυρισμός του ότι ο ΜΕ1 μετακίνησε το όχημα του από τη τελική του θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός δεδομένου ότι καταρρίπτεται από την μαρτυρία του ΜΕ
  2. Ανεξαρτήτως τούτου πρόκειται για μία θέση που τέθηκε αόριστα και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία και ή άλλες επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με το που ακριβώς μετακινήθηκε το εν λόγω όχημα και συνεπώς δεν κρίνεται ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΕ1 σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος. Αντίθετα η εντύπωση που σχημάτισα για τον ΜΥ1 είναι ότι αυτός προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια άλλη εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος και στη προσπάθεια του αυτή δεν παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του αλλά περιέπεσε και σε αντιφάσεις. Αρχικά ισχυρίσθηκε ότι είδε το όχημα του ΜΕ1 από απόσταση 10 με 12 μέτρα. Ακολούθως όμως και σε αντίφαση με την προηγούμενη δήλωση του ανέφερε ότι η ορατότητα που είχε προς την κατεύθυνση που ερχόταν το όχημα του ΜΕ1 ήταν 40 με 50 μέτρα. Σε αντίφαση για ακόμα μία φορά με τις προηγούμενες του δηλώσεις, απαντώντας σε σχετική υποβολή συμφώνησε ότι η ορατότητα του ήταν 500 μέτρα λέγοντας όμως πως εκείνος που δεν είχε ορατότητα ήταν ο ΜΕ1, επειδή, όπως ισχυρίσθηκε αντιμετώπιζε πρόβλημα με την όραση του. Ο ισχυρισμός του αυτός, ότι δηλαδή ο ΜΕ1 είχε πρόβλημα με την όραση του, πέραν του ότι εμπεριέχει το στοιχείο της αοριστίας και της υπερβολής, ουδέποτε έχει τεθεί στον ΜΕ1 έτσι ώστε αυτός να δώσει τη δική του θέση. Η έντονη προσπάθεια του ΜΥ1 να πείσει για την αλήθεια της δικής του εκδοχής διαφαίνεται και από το ότι κατά την αντεξέταση του ισχυρίσθηκε επιτηδευμένα ότι το όχημα του βρισκόταν στη «γραμμή του χώρου στάθμευσης» χωρίς όμως να διευκρινίσει ποια γραμμή εννοούσε και ενώ παράλληλα σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του αποκάλεσε τον χώρο στάθμευσης «χωράφι» αποδεχόμενος μάλιστα ότι ο συγκεκριμένος χώρος ήταν χωμάτινος. Ακολούθως δε και σε αντίφαση με τα πιο πάνω ισχυρίσθηκε ότι βρισκόταν στη άκρια του δρόμου ο οποίος όμως όπως ανέφερε δεν είναι εντελώς ευθύς και γι΄ αυτό έπρεπε να βγει λίγο προς τα έξω. Αμέσως αντιλαμβανόμενος την αντίφαση αυτή στα λεγόμενα του και προσπαθώντας να την επανορθώσει, ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να ελέγξει τον δρόμο τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά. Στη συνέχεια προσπάθησε να αποδώσει την αιτία, που κατά τον ίδιον το όχημα του ΜΕ1 ξέφυγε από το δρόμο, στην αντανάκλαση των φώτων παραθέτοντας σε θεωρητικό επίπεδο διάφορες εκδοχές και εικασίας. Ακόμα ένα στοιχείο το οποίο δεν συνηγορεί με την εκδοχή του ΜΥ1, ότι δηλαδή, το όχημα που οδηγούσε ο ΜΕ1 βγήκε εκτός του δρόμου είναι και το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι στα αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του υπήρχε χαντάκι. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι υπέγραψε οποιοσδήποτε σχέδιο που ετοιμάστηκε σε σχέση με το δυστύχημα ενώ σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμ. 4 φαίνεται ότι το σχεδιάγραμμα που καταγράφεται εκεί φέρει την υπογραφή του. Σε κάθε περίπτωση για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω όπου γίνεται αναφορά στο σχεδιάγραμμα τεκμ. 2 ούτε και στο σχεδιάγραμμα του τεκμ 4 θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Στη βάση συνεπώς όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του εναγόμενου 1 και η εκδοχή του σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Επιπρόσθετα διαπιστώνεται πως η εκδοχή που προώθησε ο εναγόμενος 1 σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος δεν δικογραφείται με συγκεκριμένο τρόπο και σαφήνεια στην έκθεση υπεράσπισης των εναγόμενων. Κάποιες μάλιστα από τις λεπτομέρειες αμέλειας και ή συντρέχουσας αμέλειας του ΜΕ1, που οι εναγόμενοι παραθέτουν στην έκθεση υπεράσπισης τους, διαπιστώνεται να βρίσκονται σε αντίφαση με την εκδοχή του εναγόμενου 1, σύμφωνα με την οποία το όχημα του βρισκόταν σε στάση αναμονής μέσα στον χώρο στάθμευσης. Συγκεκριμένα μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι το όχημα των εναγόντων εισήλθε στο παρακείμενο χώρο στάθμευσης όπου «οδηγείτο» το όχημα των Εναγόμενων 2 , όπως επίσης και ότι ο ΜΕ1 οδηγούσε χωρίς να έχει οποιαδήποτε και/ή επαρκή προσοχή και/ή παρατηρητικότητα για τα άλλα αυτοκίνητα που «χρησιμοποιούσαν τον δρόμο». Ο ΜΥ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ). Σε αυτήν αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ενώ βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης άκουσε κρότο από σύγκρουση δύο αρθρωτών φορτηγών. Έτρεξε για βοήθεια και είδε τα δύο οχήματα στην τελική τους θέση. Το όχημα των εναγόμενων βρισκόταν με το εμπρόσθιο του μέρος στο κράσπεδο του χώρου στάθμευσης ενώ το όχημα των εναγόντων το οποίο ερχόταν από τα δεξιά του οχήματος των εναγόμενων βρισκόταν με το εμπρόσθιο του μέρος επί του κράσπεδου του χώρου στάθμευσης και το υπόλοιπο στον κύριο δρόμο (δηλαδή έστριψε αριστερά ). Αναφέρει επίσης ότι ο εναγόμενος 1 ζήτησε από τον ΜΕ1 να αφήσει το όχημα του στη τελική του θέση αλλά αυτός το μετακίνησε. Τέλος αποδίδει την ευθύνη για το δυστύχημα στον ΜΕ
  3. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν επιτηδευμένη με σκοπό προφανώς να ενισχύσει την εκδοχή των εναγόμενων και να βοηθήσει τους εναγόμενους 2 που όπως ανέφερε ήταν συνεργάτες του . Ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη σύγκρουση των οχημάτων, εντούτοις, ισχυρίσθηκε πως από τον κρότο που άκουσε και μόνο αντιλήφθηκε πως επρόκειτο για «αρθρωτά φορτηγά». Επίσης δεν εξήγησε που ακριβώς στήριξε τη θέση του ότι όταν μετάβηκε στη σκηνή τα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση και αυτό ενώ κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι μετάβηκε εκεί μετά την παρέλευση 8 με 9 λεπτών. Η περιγραφή που έδωσε για τη θέση των οχημάτων δεν φαίνεται να συνάδει απόλυτα ούτε και με τη μαρτυρία του εναγόμενου ΜΥ1 όπως αυτή καταγράφεται πιο πάνω ο οποίος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι ο ΜΕ1 έστριψε αριστερά. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο τα οχήματα είχαν μετακινηθεί μέχρι να φτάσει ο ίδιος στη σκηνή. Αποδέχθηκε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. Εντούτοις στη γραπτή του δήλωση χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδίδει την ευθύνη για το δυστύχημα στον ΜΕ
  4. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι μιλώντας για κράσπεδο εννοούσε το παγκέτο του δρόμου. Παράλληλα όμως αποδέχθηκε ότι μεταξύ του δρόμου και του χώρου στάθμευσης υπήρχε χαντάκι βάθους 3 μέτρων και ότι για την είσοδο και έξοδο από τον χώρο στάθμευσης υπήρχε γεφύρι. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίσθηκε πως όση ώρα ο ίδιος βρισκόταν εκεί τα ενεχόμενα οχήματα δεν μετακινήθηκαν και ήταν παρών μέχρι που έφθασαν στη σκηνή οι εκπρόσωποι των ασφαλειών. Συνεπώς η περιγραφή που έδωσε για τη θέση των οχημάτων όταν ο ίδιος έφθασε στη σκηνή, προφανώς με σκοπό να ενισχύσει την εκδοχή των εναγόμενων, βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του εναγόμενου 1 ο οποίος ισχυρίσθηκε πως ο ΜΕ1 μετακίνησε το όχημα του πριν μεταβούν οι αντιπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών στη σκηνή του δυστυχήματος. Όλα όσα ενδεικτικά περιγράφονται πιο πάνω καταδεικνύουν πως η μαρτυρία του ΜΥ1 όχι μόνο δεν βοήθησε την εκδοχή των εναγόμενων αλλά αντίθετα μέσα από αυτή αναδεικνύονται οι αντιφάσεις που υπάρχουν στην μαρτυρία που αυτοί παρουσίασαν στο δικαστήριο. Συνεπώς καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού η οποία και απορρίπτεται. Ως ΜΥ 3, διευθυντής των εναγόμενων 2, κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση (Έγγραφο Δ) που απετέλεσε την κυρίως εξέταση του. Σε αυτή αναφέρει ότι αφού ειδοποιήθηκε από τον εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν εργοδοτούμενος της εναγόμενης 2 , μετάβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος και εκεί είδε τα ενεχόμενα οχήματα στη τελική τους θέση. Αναφέρει ότι το όχημα των εναγόντων βρισκόταν με το εμπρόσθιο του μέρος επί του κράσπεδου του χώρου στάθμευσης και το υπόλοιπο στον κύριο δρόμο θέση που όπως και πιο πάνω αναφέρεται δεν συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία του εναγόμενου
  5. Αναφέρει επίσης ότι ο ΜΕ1 μετακίνησε το όχημα του πριν να μεταβούν στη σκηνή οι εκπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών. Θέση που βρίσκεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος αφενός περιέγραψε τη θέση των οχημάτων όπως την περιέγραψε και ο ΜΥ3 αλλά αφετέρου ισχυρίσθηκε ότι παρέμεινε στη σκηνή μέχρι την άφιξη των εκπροσώπων των ασφαλιστικών εταιρειών και όση ώρα βρισκόταν εκεί τα οχήματα δεν είχαν μετακινηθεί. Ενώ δε στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι για την πρόκληση του δυστυχήματος ευθύνεται ο ΜΕ1, εντούτοις, ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι η εταιρεία του, εναγόμενη 2, δεν υπέβαλε οποιανδήποτε απαίτηση για την ζημιά που υπέστη το όχημα της. Σε αντίφαση επίσης με τη πιο πάνω θέση του αναφορικά με την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος σε κάποιο στάδιο της αντεξέταση του απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος ευθύνεται για το δυστύχημα. Ερωτηθείς σχετικά απάντησε ότι δεν θυμάται κατά πόσο έδωσε κατάθεση για το δυστύχημα ούτε εάν του υποδείχθηκε οποιοδήποτε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του ΜΥ3 η οποία και απορρίπτεται. Δεδομένης συνεπώς της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρία, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που δεν έχουν αμφισβητηθεί καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα των Εναγόντων με αριθμό εγγραφής XXXX66 οδηγείτο από τον ΜΕ1 στην αριστερή λωρίδα του δρόμου πλησίον του νέου Λιμανιού Λεμεσού με ανατολική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 ενώ οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXX09 , ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 2, εξήλθε από παρακείμενο χωράφι - χώρο στάθμευσης που βρίσκεται στα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος των Εναγόντων και εισήλθε στον κύριο δρόμο με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος των εναγόντων και να επέλθει η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε εντός της λωρίδας του δρόμου στην οποία οδηγείτο το όχημα των Εναγόντων. Η ζημιά που υπέστη το όχημα των Εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των €6.
  6. Η Εναγόμενη 3 εταιρεία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα των εναγόμενων
  7. Τα δύο ενεχόμενα οχήματα ήταν φορτηγά και κατά τον ουσιώδη χρόνο οι οδηγοί τους ήτοι ο ΜΕ1 και ο εναγόμενος 1 ήταν εργοδοτούμενοι των Εναγόντων και των Εναγόμενων 2 αντίστοιχα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας τέθηκαν σε σωρεία Κυπριακών αποφάσεων. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ.
(1989)1 C.L.R. 453, αμέλεια είναι παράβαση καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, ήτοι την αντίληψη του συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης v. Δημάκη
(1989)1 CLR 387). To καθήκον επιμέλειας δεν επεκτείνεται στην λήψη προφυλακτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. v. Παναγιώτας Καραολή,
(2004)1Α Α.Α.Δ. 72 Θρασυβούλου v. Κουλέρμου κ.α.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 253 και Χριστοδούλου v. Μπίλλη
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 164). Το καθήκον του οδηγού να συμμορφώνεται με τα σήματα τροχαίας κίνησης όπως και το ότι ο οδηγός κύριου δρόμου έχει προτεραιότητα έναντι άλλου οδηγού που χρησιμοποιεί πάροδο είναι πάγια νομολογημένα. (βλ. Κοντού v. Ιωάννου
(1999)1 Α.Α.Δ., 936, Ουλούπη v. Χρίστου
(1999)1 Α.Α.Δ. 108). Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα το Δικαστήριο πρέπει να διακριβώσει αρχικά κατά πόσο υπήρξε αμέλεια εκ μέρους του Εναγόμενου 1, και οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους του άλλου οδηγού, καταλήγοντας έτσι στον σχετικό καταμερισμό ευθύνης μεταξύ των διαδίκων (βλ. Μαυρίδης v. Dharaghji κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 1013, Fitzgerald v. Lane
(1988)1 Αll. E.R. 961, Πάφος Στοούν Εστ. Λτδ v. Βαλαωρίτη κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 220. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου όπως παρατίθενται πιο πάνω, καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα αφού εξήλθε του χώρου στάθμευσης και εισήλθε στον κύριο δρόμο χωρίς προηγουμένως να ελέγξει επαρκώς την τροχαία κίνηση, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος των εναγόντων το οποίο οδηγείτο από τον ΜΕ1 στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και να συγκρουστεί με αυτό. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα εξετάσει αν υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους του οδηγού του οχήματος των εναγόντων (ΜΕ1). Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία. (βλ. Charalambous v. Καλζαρίας
(1998)1 CLR 25). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Σταύρος Συκοπετρίτης v. Aνδρέα Χριστοδούλου,
(2004)1Α Α.Α.Δ. 218: «Το κριτήριο για τον καταλογισμό της αμέλειας όσο και συντρέχουσας αμέλειας είναι αντικειμενικό. Προσμετρά η αντικειμενική υπόσταση των πράξεων και οι εξ' αντικειμένου, συνέπειες των παραλείψεων του έχοντος καθήκον επιμέλειας και όχι οι υποκειμενικοί λόγοι, στους οποίους οφείλονται οι ενέργειες ή οι παραλείψεις. Είναι επομένως, αδιάφοροι οι υποκειμενικοί λόγοι, για τους οποίους ο εφεσίβλητος άφησε το πεζοδρόμιο και κατέβηκε στο δρόμο. Σημαντικό είναι αν εισερχόμενος στο δρόμο, υπήρχαν κίνδυνοι για την ασφάλεια του, τους οποίους παρείδε ή αγνόησε». Το κριτήριο αν ένας οδηγός είναι αμελής ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Το ερώτημα απαντάται πάντα μέσα στα πλαίσια της συμπεριφοράς και των αντιδράσεων ενός λογικού οδηγού. Συντρέχουσα αμέλεια είναι η παράλειψη λήψης επαρκών προφυλάξεων από κάποιον οδηγό για τη δική του ασφάλεια. Τι προφυλάξεις είναι αναγκαίες για την ασφάλεια κάποιου, είναι ζήτημα πραγματικό και η πρόβλεψη το στοιχείο που καθορίζει κατά πόσο αυτός έλαβε τις κατάλληλες προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια. Στην υπό κρίση υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία και τις δηλώσεις του ο ΜΕ1 από απόσταση 20 μέτρων αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος του εναγόμενου 1 και ότι αυτό εξερχόταν από τον χώρο στάθμευση. Εντούτοις, όπως ανέφερε, νομίζοντας ότι αυτό θα σταματούσε ο ίδιος συνέχισε την πορεία του χωρίς να λάβει άμεσα οποιαδήποτε μέτρα με αποτέλεσμα όταν πλέον αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του και να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά να μην αποφευχθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Υπό αυτές τις περιστάσεις η ύπαρξη κινδύνου κατέστη για τον ΜΕ1 λογικά προβλεπτή. Δεν πρόκειται για περίπτωση όπου ο εναγόμενος 1 ξεπρόβαλε εντελώς απροσδόκητα στο δρόμο. Αντίθετα η πιθανότητα κινδύνου ήταν εμφανής και τέτοια που έπρεπε να εγείρει στη σκέψη ενός λογικού οδηγού την ανάγκη λήψης κάποιων προφυλάξεων. Ο ΜΕ1 ο οποίος γνώριζε τον επίδικο δρόμο και την ύπαρξη αλλά και τη χρήση του συγκεκριμένου χώρου στάθμευσης δεν βρέθηκε μπροστά σε τέτοιο απρόσμενο κίνδυνο, που δεν θα μπορούσε αλλά και δεν όφειλε να λάβει οποιαδήποτε προληπτικά μέτρα. Υπό τις περιστάσεις όπου από απόσταση 20 μέτρων είδε το όχημα του εναγόμενου 1 να εξέρχεται από τον χώρο στάθμευσης ενώ είχε τόσο το χρονικό περιθώριο όσο και το χώρο μέσα στο κύριο δρόμο, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει άμεσα και έγκαιρα τα φρένα του οχήματος του ή να κάνει οποιονδήποτε ελιγμό ούτως ώστε να αποφύγει την σύγκρουση ή έστω να ηχήσει την σειρήνα του οχήματος του για να προειδοποιήσει τον εναγόμενο 1. Οι πράξεις ενός οδηγού κρίνονται με βάση τα γεγονότα που επικρατούσαν στη σκηνή του δυστυχήματος σε συνάρτηση με την πίεση της στιγμής, κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο οδηγός αντιμετωπίζοντας ένα δίλημμα (βλ. Κωνσταντίνου v. Φιλή
(1991)1 ΑΑΔ 11010, Νικολαΐδης v. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422). Υπό το φως όλων των πιο πάνω και με δεδομένες τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα, θεωρώ ότι είναι ορθό να αποδοθεί ευθύνη στον οδηγό των εναγόντων ΜΕ1 σε ποσοστό 20% και 80% στον εναγόμενο 1. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της εκ προστήσεως ευθύνης των ιδιοκτητών των ενεχόμενων οχημάτων. Η εκ προστήσεως ευθύνη διέπεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 και περιορίζεται σε πράξεις αντιπροσώπου ή υπηρέτη, κάτω από τους όρους που θέτει το άρθρο 13 και που είναι η απόδειξη σχέσης αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου. Για την ανάγκη σχέσης αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου, δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη νόμιμα έγκυρης και δεσμευτικής σύμβασης αντιπροσωπείας, αλλά η απόδειξη οδηγιών ή παράκλησης από τον ιδιοκτήτη του οχήματος και η αποδοχή τέτοιου καθήκοντος ή έργου από τον αντιπρόσωπο. (βλ. Morgans v. Launchbury and others
(1972)2 All E.R.606 στις σελ. 613-614). Στην Theophanous v. Cosmos Insurance
(1988)1 CLR 265 γίνεται δεκτή η αρχή ότι για τη θεμελίωση εκ προστήσεως ευθύνης είναι αναγκαία η ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή κυρίου και υπαλλήλου, καθώς και μαρτυρία ότι η οδήγηση στο πλαίσιο της οποίας εκδηλώθηκε η αμέλεια, εντάσσεται στα πλαίσια της σχέσης αυτής. Στην Ποταμίτης κ.α. v. Ιωάννου
(1992)1 ΑΑΔ 479 στην σελ.483 ο Πικής, Δ. όπως ήταν τότε, εκδίδοντας την ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, κατέληξε ότι: «Η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. Συνεπώς, συγκατάθεση για την χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφ΄εαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως άλλωστε αποφασίσθηκε στην Hellenic Minign (βλ. Ian Michael Brodie κ.α. v. Zήνων Θεοδώρου,
(1998)1 Α.Α.Δ.1632.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί αλλά αντίθετα προκύπτει μέσα από την μαρτυρία να είναι αποδεκτό ότι ο ΜΕ1 και ο εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγώντας τα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα εκτελούσαν τα καθήκοντα τους αφενός ο ΜΕ1 ως εργοδοτούμενος της ενάγουσας εταιρείας και αφετέρου ο εναγόμενος 1 ως εργοδοτούμενος της εναγόμενης 2 εταιρείας. Στη σκηνή μάλιστα του δυστυχήματος έσπευσαν τόσο οι διευθυντές των εν λόγω εταιρειών, τους οποίους οι δύο οδηγοί αποκάλεσαν κατά την μαρτυρία τους ως τους εργοδότες τους, όσο και οι εκπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών που παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στα οχήματα που ανήκαν στις αναφερόμενες εταιρείας. Προκύπτει συνεπώς ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι δύο οδηγοί ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των εναγόντων και των εναγόμενων 2 αντίστοιχα και οδηγούσαν τα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα κατόπιν παράκλησης ή οδηγιών τους και ή ότι η οδήγηση αυτή ήταν η εκπλήρωση του έργου ή του καθήκοντος που τους ανετέθη. Στην υπόθεση Α. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΛΤΔ. v. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗ
(1988)1 C.L.R. 665, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικο Δικαστήριο με την οποία κατένειμε ποσοστό ευθύνης και στην εφεσείουσα εταιρεία για την αμέλεια του προσώπου που κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα της, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είπαμε πιο πριν στην υπό εξέταση έφεση, o δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η παραδοχή εκ μέρους της πως ο Ανδρέας Δημοσθένους ήταν o διευθυντής της εταιρείας και οδηγούσε με την άδεια ή τη συγκατάθεσή της δεν είναι αρκετό για να δημιουργήσει την εκ προστήσεως ευθύνη της. Κατά τη γνώμη μας η εισήγηση αυτή είναι εντελώς αβάσιμη. Ο διευθυντής μιας εταιρείας είναι μεν αξιωματούχος αλλά ταυτόχρονα και αντιπρόσωπός της. Η ιδιότητα δε αυτή εμπίπτει στις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην υπόθεση Morgans ν. Launchbury και που δημιουργούν την εκ προστήσεως ευθύνη του κυρίου, στην παρούσα υπόθεση της ιδιοκτήτριας εταιρείας, για την αμέλεια του υπηρέτη της - οδηγού.» «Η ύπαρξη ή μη της εκ προστήσεως ευθύνης καταδείχνεται μετά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Το θέμα αυτό έχει συζητηθεί, και ειδικώτερα πάλι σε ότι αφορά την εκ προστήσεως ευθύνη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου, που οδηγείται από άλλο πρόσωπο, στην υπόθεση Rambarran v. Gurrunharran [1971] 1 All E.R.
  1. Στην απόφαση - γνωμοδότηση του Ανακτοσυμβουλίου της Αγγλίας έγινε αναφορά στη νομολογία που ισχύει πάνω στο ζήτημα και κατέληξε στο συμπέρασμα πως απόδειξη της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου, αποτελεί, ελλείψει άλλου, κάποιο υλικό μαρτυρίας, βάσει του οποίου το Δικαστήριο ανάλογα με τα γεγονότα στην κάθε υπόθεση, μπορεί να συναγάγει την εκ προστήσεως ευθύνη του ιδιοκτήτη.» Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω κρίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δημιουργείται εκ προστήσεως ευθύνη τόσο για τους ενάγοντες όσο και για τους εναγόμενους
  2. Η Εναγόμενη 3 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως η Ασφαλιστική Εταιρεία με την οποία η Εναγόμενη 2 συνήψε ασφαλιστικό συμβόλαιο για την κάλυψη του οχήματος XXXX09 και βάσει του Νόμου υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω και με βάση το ύψος των ζημιών που δηλώθηκαν εκ συμφώνου και το ποσοστό ευθύνης που βαραίνει τους δύο οδηγούς, εκδίδεται απόφαση στην αγωγή υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €4.800= με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής δεδομένου του ότι η αγωγή καταχωρήθηκε σχεδόν ένα χρόνο μετά την ημερομηνία του δυστυχήματος. Τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων στην κλίμακα που εφαρμόζεται για το ποσό των €4.
  3. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Ευθύνη για τροχαίο δυστύχημα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.