ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 3337/16, 30/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A430 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3337/16 Μεταξύ: XXXXXX ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας Και
- XXXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, εκ Λεμεσού
- XXXXXX ΛΟΥΤΣΙΟΣ, εκ Λεμεσού
- TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LIMITED, εκ Λεμεσού
- CNP ASFALISTIKI LIMITED, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι ΚΑΙ ΔΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ 1.CNP ASFALISTIKI LIMITED, από τη Λεμεσό
- XXXXXX ΛΟΥΤΣΙΟΣ, από τη Λεμεσό Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων Και
- XXXXXX ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ, εκ Λεμεσού
- XXXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, από τη Λεμεσό
- TRUST INTERNATION INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LIMITED, από τη Λεμεσό Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 28.03.2018 για διαγραφή και ή απόρριψη της ανταπαίτησης Ημερομηνία: 30.10.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή και Εξ ΄Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 1: κ. Ν. Χατζηλοϊζου για Χατζηλοϊζου, Χατζηνικολάου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κα Γιαννακού για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους 2 και 4-Καθ' ων η Αίτηση και Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες 1 και 2: κ. Μ. Χριστοφόρου για Πελαγία, Χριστοδούλου, Βράχας Δ.Ε.Π.Ε. (κα Κτίστη για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Συνοπτικά καταγράφεται ότι με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη σε τροχαίο δυστύχημα που έγινε στις 26.8.2014 ενώ οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής XXXX
- Η αγωγή στρέφεται εναντίον των οδηγών δύο άλλων οχημάτων που ενεπλάκησαν στο δυστύχημα ήτοι των εναγόμενων 1 και 2 καθώς και εναντίον των ασφαλιστικών εταιρειών που παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη για έκαστο των δύο αναφερόμενων οχημάτων ήτοι των εναγόμενων 3 και 4 (δυνάμει των προνοιών του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000). Οι εναγόμενοι 2 και 4 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 και 2 στις 22.7.2017 καταχώρησαν τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση η οποία στρέφεται εναντίον του ενάγοντα και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1, του εναγόμενου 1 και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 και της εναγόμενης 3 και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενης
- Με την ανταπαίτηση αξιώνουν εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων διάταγμα για συνεισφορά και/ή πλήρη κάλυψη οποιουδήποτε ποσού τυχόν καταβάλουν και ή διαταχθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα καθώς και απόφαση για το ποσό των €6.900 που αναλογεί στο ποσό της αξίας του οχήματος του εναγόμενου 2, που ισχυρίζονται ότι καταστράφηκε ολοσχερώς, καθώς και άλλων συναφών ειδικών ζημιών που ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί κατά το επίδικο δυστύχημα. Ο ενάγοντας και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 1 (στο εξής ο αιτητής) αντί απάντησης και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά τη διαγραφή και ή την απόρριψη της εναντίον του ανταπαίτησης των εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 και
- Με την αίτηση προβάλλεται ότι η ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιανδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και ή απαίτησης και ως εκ τούτου οι εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντες κωλύονται από του να προωθήσουν την ανταπαίτηση τους και/ ή σύμφωνα με την αρχή της υποκατάστασης (subrogation) δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ενάγοντα και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενου
- Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.19 θ.3, 4 και 26, Δ.21, Δ.27 θ.1-3, Δ.29 θ.1 και 2, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 16 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), στις Συμφυείς Εξουσίες και στη Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις Γενικές Αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Προς υποστήριξη της αίτησης ορκίζεται η δικηγόρος Ε. Γιαννακού η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Εξηγεί ότι προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση καθότι ο ενάγοντας λόγω προβλημάτων υγείας υποβλήθηκε σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση και δεν μπορεί να μετακινηθεί. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα κ. Γιαννακού κάνοντας αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και στο περιεχόμενο της ανταπαίτησης υποστηρίζει ότι η απαίτηση των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και ή οποιανδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και ή απαίτησης εναντίον του αιτητή και ως εκ τούτου αυτοί δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν εναντίον του οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων (στο εξής οι καθ΄ων η αίτηση). Μεταξύ άλλων προβάλλεται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ότι, η αίτηση είναι αβάσιμη καθώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19 θ.3, 4 και 26, Δ.21, Δ.27 θ. 1-3, Δ.29 Θ.1 και 2, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.64, στο άρθρο 16 των περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (96(Ι)/2000), τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στο Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. 30, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση της XXXXXX Πετρίδου που βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόμενων 4 και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 με την οποία και ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Είναι η θέση της ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου αλλά υπάρχει ειδικότερος νόμος ο οποίος προσδιορίζει τα δικαιώματα των διάδικων σε περίπτωση τροχαίου δυστυχήματος και αυτός είναι ο Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος. Υποστηρίζει επίσης ότι αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα των εναγόμενων 4 και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων
- Παραπέμπει συγκεκριμένα στις παρ. 22 και 23 της ανταπαίτησης όπου αναφέρεται ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχαν με τον εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα 2 κάλυψαν τη ζημιά του οχήματος του καταβάλλοντας σε αυτόν το ποσό των €6.158 καθώς και ότι και προς τούτο ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας 2 υπέγραψε σχετική δήλωση απαλλαγής. Το γεγονός αυτό όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα αφορά τις σχέσεις των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων που προκύπτουν από την μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης. Οι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις της πλευράς που έκαστος εκπροσωπεί. Η πλευρά του αιτητή με την αγόρευση της παραπέμποντας σε σχετική επί του ζητήματος νομολογία εισηγήθηκε ότι οι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 που πρόκειται για την ασφαλιστική εταιρεία του εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντα 2 δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν επί ονόματι τους τις αποζημιώσεις που αναφέρονται στην ανταπαίτηση. Αντίθετη ήταν η θέση των καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι και υποστήριξαν ότι το αγώγιμο δικαίωμα τους για αποζημιώσεις προκύπτει από την αμελή συμπεριφορά των εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενων. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι στις παραγ. 22 και 23 της ανταπαίτησης δικογραφείται ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχαν με τον εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα 2 κατέβαλαν σε αυτόν το ποσό των €6.158 για την αξία του οχήματος του. Εισηγούνται επίσης ότι ο Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2009 προσδιορίζει τα δικαιώματα των διαδίκων σε περίπτωση τροχαίου δυστυχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.27 Θ.3 προβλέπει τα εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): "Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε μια τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαιη". Η πιο πάνω διαταγή είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 (Ο.25 r.4) των Αγγλικών Θεσμών. Η εν λόγω διαταγή τυγχάνει ανάλυσης στις σελ. 420 μέχρι 425 του Annual Practice του
- Συγκεκριμένα στη σελ. 422 αναφέρεται ότι αίτηση σύμφωνα με τη διαταγή αυτή πρέπει να γίνεται σύντομα. Με αναφορά δε στην απόφαση A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N.W.Ry.,
(1892)3 Ch. 274, σημειώνεται ότι τέτοια αίτηση μπορεί να γίνει και πριν την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης. Οι προεκτάσεις της πιο πάνω Διαταγής εξετάσθηκαν σε αριθμό υποθέσεων στις οποίες τονίστηκε ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να επεμβαίνουν και να προβαίνουν σε μια διαγραφή της απαίτησης μόνο όταν η απαίτηση κρίνεται ως ανυπόστατη. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Τέτοια άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Η απόφαση στην In re Pelmako Development Ltd (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στις αποφάσεις που ακολούθησαν, Ν. Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338, Cyber Group Ltd
(2004), και Χατζήκυριακος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ 1119 όπου στις σελίδες 1121-1122 λέχθηκαν τα εξής: "H δικανική κρίση στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης. Το έργο της διαπίστωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής δεν έχει να κάμει με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας ... Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, η έκθεση απαίτησης, στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In re Pelmako Development πιο πάνω). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R 305). " Στην υπόθεση Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Β ΑΑΔ 1316 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία που ερμήνευσε την αντίστοιχη προς τη Δ.27 Θ.3 αγγλική δικονομική πρόνοια (Δ.25 Θ.4), καταλήγοντας ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται και εδώ με το ίδιο αυστηρό πνεύμα. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην υπόθεση in Re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 255, στην οποία το ζήτημα συσχετίζεται με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια: "Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος." Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση λέχθηκε ακόμα ότι: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». (βλ. επίσης Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ 21). Όπως αναφέρθηκε στην πιο πρόσφατη υπόθεση Κώστας Δημητρίου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου τέως εκ Μαλούντας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A380, Πολ. Έφ. 350/10, ημερ. 6.6.2014 στη σελ. 4 «η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οιονδήποτε δικόγραφο. Παρέχεται δηλαδή εξουσία στο δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή, χωρίς να προβεί στην εκδίκαση της, όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο (Δέστε: Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1 A.A.Δ. 1338, 1344).» Είναι προφανές από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω ότι το Δικαστήριο με πολύ μεγάλη φειδώ πρέπει να αποστερεί διάδικο του δικαιώματος του να προσφύγει στο Δικαστήριο και πράττει τούτο μόνο όταν το δικόγραφο κρίνεται ανακτίλεκτα ανυπόστατο. Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω αρχές και το περιεχόμενο των δικογράφων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η διαγραφή και ή απόρριψη της ανταπαίτησης των αιτητών- εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 και 2 εναντίον του αιτητή-εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου
- Το βασικό επιχείρημα του αιτητή-εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 συνίσταται στο ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 (που πρόκειται για την ασφαλιστική εταιρεία του εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντα 2) δεν αποκαλύπτουν οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Οι εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1, ως καταγράφεται στην ανταπαίτηση, δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχαν με τον εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα 2 κάλυψαν αυτόν για τη ζημιά που υπέστη το όχημα του κατά το επίδικο δυστύχημα καταβάλλοντας του το ποσό των €6.
- Αναφέρουν επίσης ότι ένεκα τούτου ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας 2 υπέγραψε σχετική δήλωση απαλλαγής. Το δικαίωμα του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ασφαλισμένου (subrogation) πηγάζει από την πληρωμή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο και ανάγεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Με βάση συνεπώς την αρχή της υποκατάστασης οι εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματα του ασφαλισμένου τους, για την ως άνω αναφερόμενη συγκεκριμένη ζημιά. Χρήσιμο πιστεύω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην αγωγή ναυτοδικείουChellaram and Sons (London) Ltd and another v. Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699 όπου με αναφορά στην αγγλική νομολογία σε σχέση με την αρχή της υποκατάστασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «So, irrespective of the express term in the letter of subrogation whereby the plaintiffs were bound to institute the present proceedings in their own names, once the claim has been paid by the insurers, it is well settled as a matter of equity notwithstanding the fact that the rights to recover against third persons passed from the assured to the insurer, that actions at law should be brought in the name of the plaintiffs and not the insurer, and in case of refusal by the plaintiffs to use their names in the proceedings, they can be compelled to give the use of their names by proceedings in equity, subject to a proper indemnity to them as to costs.» Στο σύγγραμμα McGillivray on Insurance Law, 13η έκδοση, στην παρ. 24-043 κάτω από το τίτλο «Insurer has no right to sue in own name» αναφέρεται ότι «The cause of action for damages remains in the insured, and the insurer subrogated to the insured's rights requires the insured to bring the action It remains the insured's action.» Το δικαίωμα συνεπώς που αποκτά ο ασφαλιστής αποζημιώνοντας τον ασφαλισμένο, εξομοιώνεται προς το δικαίωμα του ασφαλισμένου έναντι τρίτων, όμως το νομικό δικαίωμα σε αποζημίωση παραμένει στον ασφαλισμένο και ο ασφαλισμένος παραμένει εκείνος που μπορεί να εγείρει την αγωγή (στην προκειμένη περίπτωση την ανταπαίτηση) στο όνομα του (βλ. King v. VictoriaInsurance Co Ltd [1896] A.C. 250, 256), έστω και αν μπορεί να υποχρεωθεί από τον ασφαλιστή να εγείρει την αγωγή. Στο βαθμό συνεπώς που η ανταπαίτηση των εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 εναντίον του ενάγοντα- αιτητή και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 βασίζεται στην αρχή της υποκατάστασης, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω καθιερωμένες αρχές, κρίνω πως η εισήγηση τους ότι νομιμοποιούνται οι ίδιοι να απαιτήσουν την ως άνω αναφερόμενη ζημιά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τούτο δεδομένου ότι βάσει των εν λόγω καθιερωμένων αρχών το νομικό δικαίωμα για αποζημίωση και απαίτηση πληρωμής της ζημιάς του οχήματος παραμένει στον ασφαλισμένο και θύμα του αστικού αδικήματος που παρά την κάλυψη της συγκεκριμένης ζημιάς από τον ασφαλιστή, παραμένει εκείνος που μπορεί να εγείρει την αγωγή στο όνομα του. Η υπό συζήτηση ανταπαίτηση διαπιστώνεται όμως ότι δεν περιορίζεται μόνο στο ποσό το οποίο κάλυψαν οι εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες ειδικές ζημιές που με βάση τους ισχυρισμούς της ανταπαίτησης υπέστη ο εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντας 2 και αυτές αφορούν την καταβολή εκτιμητικών εξόδων, την απώλεια χρήσης του οχήματος, την έκδοση αστυνομικής έκθεσης και την απαλλαγή συμβολαίου (excess). Περαιτέρω με την ανταπαίτηση τους οι καθ΄ ων η αίτηση-εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν διάταγμα για συνεισφορά και/ή πλήρη κάλυψη οποιουδήποτε ποσού τυχόν καταβάλουν και ή διαταχθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται να παραθέτουν οι καθ΄ ων οι αίτηση οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν την οποιασδήποτε μεταξύ τους εκχώρηση δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση η εκχώρηση δικαιώματος διέπεται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας οι οποίες ως είναι γνωστό εφαρμόζονται από τα Κυπριακά Δικαστήρια (άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60), νοουμένου, όμως, ότι δεν γίνεται αντίθετη πρόβλεψη από νόμο. Το δικαίωμα σε θεραπεία από αστικό αδίκημα (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αποτελεί αντικείμενο αγωγής αναγνωρισμένο από το νόμο και όχι από το δίκαιο της επιείκειας. Το δε άρθρο 16 του Κεφ. 148 προνοεί ότι: «Το δικαίωμα οποιασδήποτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό δεν εκχωρούνται διαφορετικά παρά μόνο από νόμο.» Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω στην υπό εξέταση υπόθεση οι εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 δεν θα είχαν οι ίδιοι αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αιτητή ακόμα και στη περίπτωση που ισχυρίζονταν την προς όφελος τους εκχώρηση των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου τους. Τούτο δεδομένου ότι η εκχώρηση του δικαιώματος θεραπείας για αστικό αδίκημα δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από νόμο. Δεν θα συμφωνήσω επίσης με την εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση-εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16 του Κεφ. 148 αλλά εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου που διαλαμβάνουν ότι ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου. Κατ΄ αρχή θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανταπαίτηση δεν συνιστά υπεράσπιση αλλά υπέχει τη θέση απαίτησης/αξίωσης που μπορεί να αποτελέσει και το αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής. Το άρθρο 16Α του Ν.96(Ι)/2000διαλαμβάνει τα εξής: «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου. . . . .» Το πιο πάνω άρθρο δίδει στο θύμα αστικού αδικήματος απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την ευθύνη του προσώπου που τον ζήμιωσε, δικαίωμα που ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας στράφηκε και εναντίον των ασφαλιτών των εναγόμενων 1 και
- Κατά την κρίση μου όμως είναι σαφές ότι το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου δεν παρέχει, αγώγιμο δικαίωμα στον ασφαλιστή του θύματος, όπως είναι στην παρούσα υπόθεση οι εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1, εναντίον του προσώπου που προκάλεσε τη ζημιά και ή του ασφαλιστή του. Υπό το φως συνεπώς όλων όλων των πιο πάνω και παρά το γεγονός ότι όπως και η νομολογία υποδεικνύει η διαγραφή δικογράφου από το αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη φειδώ, θεωρώ ότι οι εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντες 1 δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν εναντίον του ενάγοντα-αιτητή και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 τις θεραπείες που περιλαμβάνονται στην ανταπαίτηση. Αντίθετα εφαρμόζοντας τις αρχές που αναλύονται πιο πάνω κρίνω ότι πρόκειται για περίπτωση που δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 εναντίον του αιτητή έτσι ώστε να είναι δυνατό η ανταπαίτηση τους εναντίον του να μπορεί να διασωθεί. Ακόμα ένα ζήτημα που εγείρεται με την ένσταση για το οποίο γίνεται μάλιστα και εκτενής αναφορά στη αγόρευση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι από την αίτηση του αιτητή απουσιάζει το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο των προϋποθέσεων που απαιτεί η Δ.21 Θ
- Δεν θα συμφωνήσω ούτε με την εισήγηση αυτή των καθ' ων η αίτηση. Η Δ.21 θ10 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις αποκλεισμού της ανταπαίτησης από την εκδίκαση της απαίτησης στην αγωγή οποτεδήποτε θεωρείται υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης ότι η συνεκδίκαση της αγωγής και της ανταπαίτησης δεν θα είναι πρόσφορη ή θα προκαλέσει δυσχέρεια στον ενάγοντα και στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Σε μία τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δύναται να διατάξει τον διαχωρισμό της ανταπαίτησης από την αγωγή. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν τίθεται ένα τέτοιο θέμα αποκλεισμού της ανταπαίτησης αλλά πρόκειται θεωρώ για περίπτωση εφαρμογής της Δ.27 Θ.3 η οποία παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τη διαγραφή δικογράφου για το λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα Υπό το φως των όσων εξηγούνται πιο πάνω η ανταπαίτηση των εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 εναντίον του ενάγοντα- αιτητή και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 θα πρέπει να διαγραφεί ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Το ίδιο βέβαια δεν συμβαίνει σε σχέση με την ανταπαίτηση του εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα 2 (εναγόμενο 2 στην αγωγή) η διαγραφή της οποίας με το αιτητικό της αίτησης προκύπτει να ζητείται επίσης από τον ενάγοντα-αιτητή. Ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας 2, οδηγός ενός εκ των οχημάτων που ενεπλάκησαν στο επίδικο δυστύχημα, βάσει των αρχών που αναλύονται πιο πάνω κρίνω ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ενάγοντα- αιτητή και νομιμοποιείται να διεκδικεί από αυτόν τις αξιούμενες με την ανταπαίτηση θεραπείες. Υπενθυμίζεται ότι η ανταπαίτηση ως δικονομικό μέσο σκοπεί στην αποφυγή πολλαπλασιασμού των αγωγών και αποτελεί πρόσφορο μέσο για τη διεξοδική επίλυση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Συνακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της ανταπαίτησης των εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 εναντίον του ενάγοντα- αιτητή και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου
- Νοείται ότι η ανταπαίτηση των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων 1 σε ότι αφορά τους υπόλοιπους εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενους δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό εξέταση αίτησης και συνεπώς δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Λόγω της μερικής επιτυχίας της αίτησης και δεδομένου ότι οι καθ΄ ων η αίτηση (εναγόμενοι 2 και 4) εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο συνήγορο καταχωρώντας κοινή ένσταση και αγόρευση θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της αίτησης επιδικασθούν και επιδικάζονται μόνο κατά το ήμισυ υπέρ του ενάγοντα -αιτητή και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 και εναντίον των καθ' ων η αίτηση - εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή ανταπαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο