Amnon ν. Georande Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 9/2018, 15/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A408 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9/2018 Μεταξύ: ... Amnon Ενάγοντος v. 1. Georande Limited 2. ... Κουδουνάρη 3. Avery Nominees Limited 4. ... Koonmen 5. ... Μιχαήλ 6. ... Burde 7. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της νέας Δ.25 Κ.1
(2)στις 19.9.18 Μεταξύ: ... Amnon Ενάγοντος v.
- Georande Limited
- ... Κουδουνάρη
- Avery Management Limited
- ... Koonmen
- ... Μιχαήλ
- ... Burde
- Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Εναγομένων Αίτηση του Ενάγοντος ημ. 3.4.18 για Συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Μ. Αθάνατου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Γ. Χ΄΄Δημητρίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης ημ. 4.1.18 για προσωρινό διάταγμα. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚΤ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, στην οποία επισυνάπτεται το προσχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως Τεκμήριο Α. Η θέση του κ. Τ είναι πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αναγκαία για τους εξής λόγους: · να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου νέα έγγραφα και στοιχεία τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αίτησης ημ. 4.1.18 · να διευκρινιστούν συγκεκριμένα θέματα τα οποία εγείρονται στην ένορκη δήλωση της κας Κ που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων 1-3 στην αίτηση ημ. 4.1.18 τα οποία δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν εκ προοιμίου ή ότι θα προβάλλονταν παραπλανητικά ή αποσπασματικά · να απαντήσει στις αβάσιμες, αναληθείς και παραπλανητικές θέσεις της κας Κ, ώστε το Δικαστήριο να σχηματίσει ορθή και ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι 1-3 - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένταση, οι λόγοι της οποίας είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική. 2) Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 3) Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και ή αχρείαστη εφόσον η προτεινόμενη ένορκη δήλωση δεν διευκρινίζει οτιδήποτε αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. 4) Τα γεγονότα τα οποία επιχειρείται να παρουσιαστούν με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση ήταν ήδη εις γνώσιν του Ενάγοντος και έπρεπε να είχαν τεθεί εξαρχής ενώπιον του Δικαστηρίου. 5) Η Αίτηση προωθείται αδικαιολόγητα και καταχρηστικά και ή έχει σκοπό να διατηρεί το προσωρινό διάταγμα σε ισχύ για αθέμιτα μακρύ χρονικό διάστημα προς δυσφορία των Εναγομένων. 6) Η Αίτηση αποσκοπεί στην προσαγωγή αναληθούς και παραπλανητικής μαρτυρίας. 7) Δεν είναι ορθό και δίκαιο να εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΦΚ, Εναγομένης 2, η οποία είναι η Διευθύντρια της Γραμματέως της Εναγομένης 1, ήτοι της Εναγομένης
- Η ενόρκως δηλούσα σχολιάζει κάθε μια παράγραφο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης και ουσιαστικά υποστηρίζει τους λόγους ένστασης. Είναι βασικοί ισχυρισμοί της πως η προτεινόμενη ένορκη δήλωση § δεν περιέχει μαρτυρία αλλά επιχειρηματολογία § περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημ. 4.1.18 § παρουσιάζει με παραπλανητικό τρόπο έγγραφα στην προσπάθεια του Ενάγοντος να εξαπατήσει το Δικαστήριο § προβάλλει ισχυρισμούς αντιφατικούς με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 4.1.18 § περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έχει καταδειχθεί ότι είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα της αίτησης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας και της αίτησης ημ. 4.1.18, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938). Ειδικότερα, στις 4.1.18 ο Ενάγων καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου πως η αλλαγή στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 με τον διορισμό στις 3.10.17 των Εναγομένων 5 και 6 ως νέων συμβούλων είναι άκυρη και ή παράτυπη και ή αντικανονική, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οποιαδήποτε απόφαση και ή ψήφισμα του εν λόγω συμβουλίου να κηρύσσεται άκυρη και ή χωρίς νομικό αποτέλεσμα καθώς επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου επαναφοράς της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου όπως αυτή ήταν πριν την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ημ. 3.10.
- Ταυτόχρονα ο Ενάγων καταχώρισε τη μονομερή αίτηση ημ. 4.1.18 με την οποία ζητούσε και εξασφάλισε μονομερώς ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύετο στην Εναγομένη 1 να κοινοποιήσει στον Έφορο Εταιρειών οποιαδήποτε αλλαγή στο μητρώο των διοικητικών συμβούλων της από τις 3.10.17 και μετέπειτα, απαγορεύετο στους Εναγόμενους 5 και 6 να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε διαδικασία λήψης απόφασης ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1, απαγορεύετο στην Εναγομένη 1 να λαμβάνει αποφάσεις μέσω του διοικητικού συμβουλίου όπως αυτό διαμορφώθηκε στις 3.10.17 και αναστέλλετο η ισχύς της απόφασης διορισμού των Εναγομένων 5 και 6 ως διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης
- Στην ένορκη δήλωση του κ. Τ που συνοδεύει την αίτηση ημ. 4.1.18 αναφέρεται πως ο Ενάγων είναι βασικός μέτοχος, ήτοι κατέχει το 49,99% των μετοχών του εκδομένου κεφαλαίου και το 70,89% των προνομιούχων μετοχών κατηγορίας Α του εκδομένου κεφαλαίου της Εναγομένης 1, καθώς επίσης και πως είναι διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης
- Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος πως ο διορισμός των Εναγομένων 5 και 6 έγινε κατά παράβαση του Καταστατικού της εταιρείας, στα πλαίσια συνωμοσίας, απάτης και προσπάθειας λήψης του ελέγχου της Εναγομένης 1 από τους Εναγόμενους 2-4 και απομάκρυνσης του ιδίου από την εταιρεία. Ο κ. Τ αποδίδει κατ΄ αρχάς στην πρώην σύζυγο του Ενάγοντος, η οποία ήταν επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1, συνωμοσία, απάτη και δόλιες ενέργειες εκ μέρους της οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αποξένωση και ή απώλεια περιουσίας της Εναγομένης
- Για τούτο ο Ενάγων προχώρησε με την αντικατάσταση της ως συμβούλου και την καταγγελία εναντίον της στις Ουκρανικές αρχές οι οποίες ξεκίνησαν ποινικές έρευνες ενώ η ίδια συνελήφθη και παραμένει υπό κράτηση. Ο κ. Τ ισχυρίζεται επίσης πως η Εναγομένη 2 αρνείται να συνεργαστεί με τον ίδιο ενώ ο Εναγόμενος 4 αρνείται να συνεργαστεί και λάβει μέρος στις ποινικές έρευνες, γεγονός το οποίο δημιουργεί την υποψία στον Ενάγοντα πως πιθανόν οι Εναγόμενοι 2-4 να είναι μέρος της πιο πάνω συνωμοσίας και απάτης εναντίον της Εναγομένης
- Σύμφωνα με τον κ. Τ, αφού οι μέτοχοι της Εναγομένης 1 ενημερώθηκαν για τις προσπάθειες του Ενάγοντος στην ανάκτηση της περιουσίας της, τότε στα πλαίσια συνωμοσίας μεταξύ των Εναγομένων 2-4, ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε μια διαδικασία εις βάρος του με αποτέλεσμα την πώληση των μετοχών της εταιρείας σε άλλη εταιρεία η οποία βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Εναγομένης 4, την απομάκρυνση του Ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και τον διορισμό άλλων συμβούλων, ήτοι των Εναγομένων 5 και 6, κατά παράβαση των προνοιών του Καταστατικού της εταιρείας τόσο αναφορικά με τη διαδικασία μεταβίβασης μετοχών, παρακάμπτοντας τα δικαιώματα του Ενάγοντος, όσο και αναφορικά με το νομότυπο της σύγκλησης των συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης και της επίμαχης ημ. 3.10.
- Σημειώνεται πως ο κ. Τ κάνει αναφορά και σε ακόμα μια εταιρεία, ήτοι την Asealpha Properties II Ltd, για την οποία ισχυρίζεται πως ξεκίνησαν δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο και πως τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ουκρανία συνδέονται στενά με τις διαφορές που υπάρχουν σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία και την Εναγομένη
- Οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση ημ. 4.1.18, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης
- Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται πως ο Ενάγων είχε αναλάβει την εκτελεστική ηγεσία και διαχείριση της Εναγομένης 1 και πως ο ίδιος είχε επιλέξει να εμπλέξει τη σύζυγο του στην εταιρεία. Ισχυρίζεται επίσης πως οι επενδύσεις της Εναγομένης 1 απέτυχαν να αποδώσουν έσοδα ή κέρδη ενόσω ο Ενάγων προέβαλλε διάφορες δικαιολογίες και διαβεβαιώσεις ότι όλα πήγαιναν καλά. Τελικώς οι ενέργειες του Ενάγοντος οδήγησαν το διοικητικό συμβούλιο να υποψιαστεί το καλόπιστο των ενεργειών του και να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια των πληροφοριών, και συγκεκριμένα οδήγησαν στην υποψία για πιθανή κατάχρηση των επενδυτικών κεφαλαίων. Κατά τη λήψη διαβημάτων προς διερεύνηση των οικονομικών υποθέσεων της Εναγομένης 1, ο Ενάγων σαφώς αντιτάχθηκε στην αιτούμενη διαφάνεια και συνέχισε τις ενέργειες του, χωρίς τελικώς αποτέλεσμα. Τότε ο Ενάγων έφερε στην επιφάνεια και την ισχυριζόμενη απάτη της συζύγου του. Σύμφωνα πάντα με την κα Κ, το χρονικό στάδιο αποκάλυψης της απάτης της συζύγου του, οι προαναφερόμενες ενέργειες του Ενάγοντος και το γεγονός πως οι επενδύσεις πήγαν όλες στο κενό, οδήγησαν το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας στην απόφαση περί απομάκρυνσης του από το διοικητικό συμβούλιο και στον διορισμό ανεξάρτητου επαγγελματία να προβεί σε έρευνα και ενδεχομένως στην ανάκτηση της κλαπείσας περιουσίας της εταιρείας. Η κα Κ αποδίδει στον Ενάγοντα συνεχείς προσπάθειες να παρεμποδίσει τις έρευνες ως προς τη διαχείριση της εταιρείας και να καθυστερήσει τη σύγκληση των διάφορων συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου, ισχυριζόμενη πως οι ενέργειες του Ενάγοντος, ακόμα και η ετοιμότητα του να αγοράσει ο ίδιος τις μετοχές της εταιρείας, δημιουργήσαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη φύση της όποιας απάτης και ως προς την ενδεχόμενη συμμετοχή του σε αυτή εις βάρος της Εναγομένης
- Τέλος, ισχυρίζεται πως όλες οι διαδικασίες έγιναν νομότυπα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού της εταιρείας και πως ο Ενάγων δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.
- Αναφορικά με την εταιρεία Asealpha, η κα Κ προβαίνει σε εκτενέστερη αναφορά σε αυτή, στο ιστορικό της δικαστικής διαδικασίας στην Κύπρο που αφορά στην εν λόγω εταιρεία και σε γεγονότα αναφορικά με τη διαχείριση και των δύο εταιρειών από τον Ενάγοντα. Η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σημαντικό να λεχθεί πως επιδιώκεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια μονομερούς αίτησης στην οποία μάλιστα το Δικαστήριο ήδη χορήγησε θεραπείες μονομερώς. Μέσα από τις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν στη νομολογία, είναι σαφές πως η μαρτυρία η οποία λαμβάνεται υπόψιν στα πλαίσια εξέτασης αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα περιορίζεται σε αυτήν που συνόδευε την αίτηση. Και τούτο καθότι τέτοιας φύσης αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως, δηλαδή ο αιτητής έχει καθήκον πλήρους αποκάλυψης, καθώς και το βάρος να καταδείξει το επείγον για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι ενήργησε χωρίς καθυστέρηση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, 2015, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, και Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. Είναι εντός αυτού του πλαισίου που δεν είναι επιτρεπτό στον αιτητή να προσκομίσει επιπρόσθετη μαρτυρία υπό μορφή είτε συμπληρωματικής είτε απαντητικής ένορκης δήλωσης για να υποστηρίξει εκ των υστέρων την αίτηση. Ο αιτητής είχε την υποχρέωση να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε κατά τον χρόνο εξέτασης της μονομερούς αίτησης και έκδοσης μονομερώς προσωρινού διατάγματος από το Δικαστήριο, με βάση την τότε υπάρχουσα μαρτυρία, και δεν μπορεί μεταγενέστερα να συμπληρώνει τα όποια κενά. Κατά το στάδιο εξέτασης της οριστικοποίησης ή όχι του εν λόγω διατάγματος, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει πλέον τις θέσεις και των δύο πλευρών, όμως και πάλι δεν δύναται να επιτρέψει στον αιτητή να προσκομίσει εκ των υστέρων επιπρόσθετη μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πράγματι συνέτρεχαν οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος και την οποία όφειλε να παρουσιάσει στο στάδιο εξέτασης της μονομερούς αίτησης. Αυτό ακριβώς έχει λεχθεί στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, η οποία αφορούσε μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα σύλληψης του πλοίου και στην οποία αναφέρθηκε ότι σε αιτήσεις όπου η προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς «δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο». Από την άλλη πλευρά βέβαια, μέσα από τις υποθέσεις Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14 και Κόκκινου ν. Κόκκινου, Πολ. Έφ. 29/14, ημ. 3.11.16, καθίσταται σαφές πως σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, παρέχεται μεν η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία όμως θα πρέπει να αντικρύζεται από το Δικαστήριο με φειδώ, λόγω της φύσης τέτοιας αίτησης και με γνώμονα το κατά πόσο υπάρχει κάποια ανάγκη για επίλυση των θεμάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι διαφωτιστικό: «Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με το, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω πως καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με το περιεχόμενο της προτεινομένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να καταδειχθεί κατά πόσον αυτό είναι επιτρεπτό ή όχι. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αυτούσια στην ένορκη δήλωση του κ. Τ ως Τεκμήριο Α και προέρχεται από τον ίδιο. Τέτοια πρακτική είναι επιθυμητή όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643. Με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση επιχειρείται η προβολή των ακόλουθων ισχυρισμών οι οποίοι περιλαμβάνονται στην παρ. 7 αυτής. Κρίνεται σκόπιμο να ασχοληθώ με την κάθε υποπαράγραφο ξεχωριστά: 1. Στην παρ. 7(
- i)ο ενόρκως δηλών απλώς επαναλαμβάνει και παραπέμπει στην αρχική του ένορκη δήλωση τόσο σε σχέση με τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής και αίτησης, όσο και σε σχέση με τη συμπεριφορά του ιδίου, ήτοι πως κύριο μέλημα του ήταν το συμφέρον της Εναγομένης 1 και πως ακόμα και μετά τη διαπίστωση του παράνομου διορισμού των Εναγομένων 5 και 6 προσπάθησε να συνεργαστεί με την Εναγομένη 2. Επιπλέον, σε αυτή περιέχεται και μια διαπίστωση, ήτοι πως η κα Κ προσπαθεί να παρουσιάσει τον Αιτητή ως πρόσωπο που έχει εξαπατήσει το Δικαστήριο προς εξυπηρέτηση των προσωπικών του συμφερόντων, εις αντίκρουση της οποίας παραπέμπει στην αρχική του ένορκη δήλωση. Σαφώς η εν λόγω παράγραφος αποτελεί απλή επανάληψη της αρχικής ένορκης δήλωσης και ως τέτοια κρίνεται αχρείαστη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω), η επανάληψη δεν αποτελεί καλό λόγο και δεν δικαιολογεί το ζητούμενο για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η τελευταία δε διαπίστωση αποτελεί επιχείρημα, και όχι ισχυρισμό επί γεγονότων, το οποίο δύναται να προβληθεί κατά τις αγορεύσεις στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης ημ. 4.1.18. 2. Στην παρ. 7 (
- ii)ο ενόρκως δηλών απλώς ισχυρίζεται πως οι αναφορές της κας Κ στις δύο εταιρείες, ήτοι την Asealpha και την Εναγομένη 1, αποσκοπούν στη δημιουργία σύγχυσης των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης και στην απόσπαση της προσοχής του Δικαστηρίου από το βασικό ζήτημα της υπόθεσης, ήτοι τον παράνομο διορισμό των Εναγομένων 5 και 6. Προσθέτει πως κάποια γεγονότα στις δύο διαδικασίες είναι κοινά, όμως, όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση της κας Κουδουνάρη, οι αξιώσεις στις δύο διαδικασίες είναι διαφορετικές και πως πρόκειται για δύο διαφορετικές οντότητες. Θεωρώ πως η εν λόγω υποπαραγράφος δεν προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό καθότι αφορά και πάλι απλή επιχειρηματολογία βάσει της ένορκης δήλωσης της κας Κ, η οποία δύναται να προβληθεί από τον δικηγόρο του Ενάγοντος στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18. Με άλλα λόγια, η εν λόγω υποπαράγραφος δεν προσθέτει οτιδήποτε επί των γεγονότων. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι ότι υπάρχει καλός λόγος για την περίληψη αυτής σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως εξηγείται ανωτέρω. 3. Στην παρ. 7(iii) ο κ. Τ αναφέρεται στις παρ. 56-62 της κας Κουδουνάρη, όπου γίνεται αναφορά στην παρεμπόδιση από τον Ενάγοντα των ερευνών στις Ουκρανικές εταιρείες, Asealpha και Εναγομένη 1, στην παύση του ως διευθύνοντος συμβούλου και στον διορισμό του . Georgiev ως διευθυντή των εταιρειών. Σε αυτή περιέχονται τέσσερις παράγραφοι. o Πρώτη παράγραφος Σε αυτή ο κ. Τ βασικά επαναλαμβάνει όσα αναφέρει στην αρχική του ένορκη δήλωση, ήτοι πως οι ποινικές διαδικασίες στην Ουκρανία ξεκίνησαν μετά από καταγγελία του ιδίου ενόσω ήταν διευθυντής της Εναγομένης 1 και πως είναι ο μόνος που βοηθά ενεργά στη διεξαγωγή των ερευνών. Προς τούτο επισυνάπτει Έκθεση των Ουκρανικών Αρχών ημ. 15.3.18, ως Τεκμήριο 1. Σημειώνεται πως το Τεκμήριο 1 αποτελείται από την Έκθεση στα Ουκρανικά και μετάφραση της στα Αγγλικά. Θεωρώ πως τα όσα περιέχονται στην εν λόγω παράγραφο περιλαμβάνονται ήδη στην αρχική ένορκη δήλωση και αποτελούν απλή επανάληψη. Από τη στιγμή που οι εν λόγω ισχυρισμοί περιλαμβάνονται ήδη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 4.1.18, η παρουσίαση της Έκθεσης, η οποία μάλιστα συντάχθηκε μεταγενέστερα της καταχώρισης της αίτησης, δεν προσθέτει οτιδήποτε περαιτέρω στους ισχυρισμούς του κ. Τ. Ως εκ τούτου και πάλι θεωρώ πως δεν συντρέχει καλός λόγος για την περίληψη αυτής της παραγράφου σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. o Δεύτερη παράγραφος Με αυτή ο κ. Τ αναφέρεται στην παρ. 60 της ένορκης δήλωσης της κας Κ και ειδικότερα στο ότι ο διορισμός του κ. Georgiev ως διευθυντή κρίθηκε πως εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Εναγομένης 1. Ειδικότερα, ο κ. Τ παραπέμπει σε Νομική Γνωμάτευση Groza ημ. 13.3.18, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2, στην οποία καταγράφεται πως από την παύση του Ενάγοντος και τον διορισμό του κ. Georgiev, δεν έχουν ετοιμαστεί και καταχωριστεί φορολογικές δηλώσεις της εταιρείας, κάτι το οποίο δυνατό να προκαλέσει ζημιά στην εταιρεία και στη μητρική της, εφόσον τυχόν κυρώσεις περιλαμβάνουν τη διαγραφή της εταιρείας από το Μητρώο Εταιρειών και την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. Η Γνωμάτευση επισυνάπτεται στα Ουκρανικά με μετάφραση στα Αγγλικά. Παρόλο που η Γνωμάτευση έχει περιέλθει σε γνώση της πλευράς του Ενάγοντος μετά την καταχώριση της Αγωγής και της αίτησης ημ. 4.1.18, εντούτοις αυτή αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πριν την εν λόγω ημερομηνία. Οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί του κ. Τ αποσκοπούν σαφώς στην απάντηση και ή αντίκρουση και ή σχολιασμό των θέσεων που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της κας Κ, αναφορικά με τον λόγο απομάκρυνσης του Ενάγοντος και τον διορισμό του κ. Georgiev ως επωφελή για την Εναγομένη 1. Θεωρώ πως τα στοιχεία τα οποία ο Ενάγων επιθυμεί να προβάλει σε αυτή την παράγραφο σχετίζονται άμεσα με τις θέσεις που προέβαλαν οι Καθ΄ ων στην ένσταση τους στην αίτηση ημ. 4.1.18 και γι΄ αυτό θα πρέπει να του επιτραπεί να τα παραθέσει, ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνω πως στο παρόν στάδιο δεν προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση αυτών των ισχυρισμών, κάτι το οποίο αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια ακρόασης, και στον βαθμό που αυτό είναι επιτρεπτό, της αίτησης ημ. 4.1.18. o Τρίτη παράγραφος Στην εν λόγω παράγραφο επιχειρείται η αναφορά στο πρόσωπο του κ. Georgiev όπως διαφαίνεται μέσα από τη Γνωμάτευση Groza, και συγκεκριμένα επιχειρείται η προβολή της θέσης πως πρόκειται για πρόσωπο που ασχολήθηκε με πολιτικές δραστηριότητες, είναι καταζητούμενος από τις Ουκρανικές αρχές και αντιμετωπίζει κατηγορίες για εσχάτη προδοσία. Επίσης επιχειρείται η αναφορά στο ότι αυτός παρουσιάστηκε από τους υπόλοιπους συμβούλους στη συνεδρία ημ. 3.10.17 ως δικηγόρος με εξειδίκευση στην ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, ενώ κανένα τέτοιο πρόσωπο δεν είναι εγγεγραμμένο ως δικηγόρος στο Μητρώο Δικηγόρων στην Ουκρανία, με παραπομπή επίσης σε επιστολή του Δικηγορικού Συλλόγου της Ουκρανίας η οποία επισυνάπτεται στη Γνωμάτευση Groza. Κατ' αρχάς επισημαίνω πως στην αρχική ένορκη δήλωση ο κ. Τ αναφέρει πως στη συνεδρία ημ. 3.10.17 διορίστηκε ως νέος σύμβουλος ο κ. Georgiev, πως άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου πρότεινε πως ο διορισμός του ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας χωρίς αναφορά στα προσόντα του, ενώ εκπροσωπείτο από δικηγόρο ο οποίος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο, σύμφωνα με έρευνα του Ενάγοντος στο Μητρώο. Παρόλο που υπάρχουν κάποιες αναφορές στον κ. Georgiev στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Τ, εντούτοις θεωρώ πως ο τελευταίος επιθυμεί να προβάλει τον ισχυρισμό για τον χαρακτήρα του νέου συμβούλου στα πλαίσια απάντησης και αντίκρουσης των θέσεων της κας Κ για το επωφελές του διορισμού του. Είναι γεγονός πως ο αρχικός ισχυρισμός του κ. Τ για τον δικηγόρο που εμφανίστηκε στη συνεδρία με ειδικότητα στην ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων αφορούσε τον δικηγόρο του νέου συμβούλου, ενώ ο προτεινόμενος ισχυρισμός αφορά τον κ. Georgiev, δηλαδή τον ίδιο τον νέο σύμβουλο, όμως θεωρώ πως ο προτεινόμενος ισχυρισμός εντάσσεται και πάλι στα πλαίσια απάντησης και αντίκρουσης των θέσεων της κας Κ για το επωφελές του διορισμού του. Η όποια ενδεχόμενη αντίφαση μεταξύ των δύο ισχυρισμών θα αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18 πάντοτε εντός των παραμέτρων εξέτασης μονομερούς αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκαν μονομερώς ενδιάμεσα διατάγματα. Το γεγονός πως η συνημμένη επιστολή, η οποία επισυνάπτεται στη Γνωμάτευση Groza, παρουσιάστηκε μόνο στα Ουκρανικά δεν δημιουργεί στο παρόν οποιοδήποτε ζήτημα. Και τούτο καθότι αφενός η σχετική θέση περί μη εγγραφής του κ. Georgiev ως δικηγόρου αναφέρεται ρητώς στη Γνωμάτευση με παραπομπή στην επιστολή και αφετέρου υπάρχει κάθε δυνατότητα όπως το Δικαστήριο δώσει οδηγίες για τη μετάφραση αυτού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του περί των Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Ν.67/88, όπως έχει τροποποιηθεί. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν κάλο λόγο για να επιτραπεί και αυτό το μέρος της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεδομένου ότι σχετίζεται με ισχυρισμούς που προέβαλε η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση στη δική της ένορκη δήλωση κατά την ένσταση στην αίτηση ημ. 4.1.18. o Τέταρτη παράγραφος Η εν λόγω παράγραφος αναφέρεται στην παρ. 62 της ένορκης δήλωσης της κας Κ, στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός πως ο Καθ΄ ου η Αίτηση 4 ανέλαβε να ηγηθεί των ερευνών στις Ουκρανικές εταιρείες Asealpha και Εναγομένη 1 προς διασφάλιση των περιουσιακών τους στοιχείων. Ο κ. Τ επιθυμεί να αναφέρει πως στις ποινικές διαδικασίες, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση των Ουκρανικών Αρχών και στην παρ. 25 της αρχικής του ένορκης δήλωσης, οι Καθ΄ ων 4 και 5 και ο κ. Saado, διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγομένης 1, αρνούνται να παρουσιαστούν και προσφέρουν μαρτυρία παρά τις εκκλήσεις των Ουκρανικών αρχών προς τούτο. Εδώ σημειώνω πως η κα Κ αναφέρεται σε έρευνες τις οποίες η ίδια η εταιρεία ανέλαβε να διενεργήσει μέσω της πρόσληψης ειδικών, ενώ ο κ. Τ αναφέρεται στις ποινικές έρευνες των Ουκρανικών αρχών κατόπιν καταγγελίας του Ενάγοντος. Ανεξαρτήτως από την πιο πάνω διαπίστωση, θεωρώ πως εν πάση περιπτώσει οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί αποτελούν απλή επανάληψη των όσων περιέχονται στην αρχική ένορκη δήλωση. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει καλός λόγος για την περίληψη αυτής της παραγράφου σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. 4. Στην παρ. 7(
- iv)ο κ. Τ αναφέρεται στις παρ. 29-33 και 35-37 της ένορκης δήλωσης της κας Κ, στις οποίες προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς την άγνοια των Εναγομένων 2-4 για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Εναγομένης 1. Σε αυτή την υποπαράγραφο ο κ. Τ αναφέρει πως οι εν λόγω ισχυρισμοί της κας Κ είναι παραπλανητικοί και αναληθείς σε μια προσπάθεια των Εναγομένων 2-4 να παρουσιάσουν τον Ενάγοντα ως μέρος της απάτης της πρώην συζύγου του. Επίσης αναφέρει πως οι μέτοχοι και διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας ήταν πλήρως ενήμεροι για τις επενδυτικές κινήσεις της εταιρείας και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 Αναφορά την οποία ο Ενάγων είχε ετοιμάσει το 2012 προς τους μετόχους της εταιρείας και στην οποία παραθέτει όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε σχέση με την εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων και στοιχείων αναφορικά με τις επενδυτικές της κινήσεις. Θεωρώ πως τα πιο πάνω αποτελούν ισχυρισμούς εις απάντηση και αντίκρουση των θέσεων οι οποίες προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της κας Κ. Αξίζει να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση ο Ενάγων αναφέρεται σε γεγονότα από το 2015 και μετέπειτα ενώ η κα Κ προβάλλει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς αναφερόμενη σε γεγονότα από το έτος ίδρυσης της εταιρείας, ήτοι το 2005, μέχρι και το 2015. Σαφώς ο κ. Τ επιθυμεί να απαντήσει σε αυτούς μέσω της προβολής των δικών του θέσεων και της παρουσίασης του συγκεκριμένου εγγράφου προς υποστήριξη αυτών, ανεξαρτήτως του ότι το έγγραφο καταρτίστηκε το 2012 και βρισκόταν στην κατοχή του κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής και της αίτησης ημ. 4.1.18. Επομένως, θεωρώ πως έχει καταδειχθεί καλός λόγος συμπερίληψης αυτών των θέσεων εφόσον αφορούν ισχυρισμούς της άλλη πλευράς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν επηρεάζουν το όποιο καθήκον του Ενάγοντος σε πλήρη αποκάλυψη, κάτι το οποίο θα εξεταστεί στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18. 5. Η παρ. 7(
- v)αναφέρεται στις παρ. 51-53 της ένορκης δήλωσης της κας Κ. Σε αυτές η ενόρκως δηλούσα αναφέρει πως τον Απρίλιο του 2016 ο Ενάγων πληροφόρησε το διοικητικό συμβούλιο για την απάτη της πρώην συζύγου του, πως τα περισσότερα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 είχαν αποξενωθεί και πως το διοικητικό συμβούλιο ανησύχησε με τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι η πρώην σύζυγος του κατάφερε να αποξενώσει όλη την περιουσία της εταιρείας. Με την εν λόγω υποπαράγραφο επιχειρείται να παρουσιαστεί ένα πληρεξούσιο ημ. 4.4.16, Τεκμήριο 4, με το οποίο το διοικητικό συμβούλιο εξουσιοδοτούσε τον Ενάγοντα να αντιπροσωπεύει την εταιρεία ενώπιον των Ουκρανικών Αρχών στις ποινικές διαδικασίες. Επίσης επιχειρείται η προβολή ισχυρισμών πως αυτό το γεγονός είναι ασυμβίβαστο αφενός με τις παρ. 52-53 στις οποίες εκφράζεται η ανησυχία περί συνωμοσίας του Ενάγοντος για την αποξένωση και αφετέρου με την απόφαση για παύση του Ενάγοντος από σύμβουλος ένα χρόνο αργότερα. Θεωρώ πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί και η παρουσίαση του πληρεξουσίου δεν σχετίζονται με τις θέσεις οι οποίες αναφέρονται στις παρ. 51-53. Στις εν λόγω παραγράφους γίνεται αναφορά σε απλή ανησυχία ενόψει της αποκάλυψης από τον Ενάγοντα της απάτης της πρώην συζύγου του, και τίποτε περισσότερο. Επίσης η όποια αντίφαση μεταξύ των θέσεων της κας Κ μπορεί να υποδειχθεί ως επιχείρημα και εισήγηση από τον δικηγόρο του Ενάγοντος στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.1.18. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η προτεινόμενη υποπαράγραφος δεν επιδιώκει να ασχοληθεί με τις θέσεις της κας Κ αλλά αποτελεί, από τη μια, προσπάθεια εισαγωγής νέας μαρτυρίας, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο, ειδικότερα λόγω και της φύσης της αίτησης ημ. 4.1.18, και, από την άλλη, προβολή επιχειρήματος. Επομένως θεωρώ πως δεν συντρέχει καλός λόγος για την περίληψη αυτής της υποπαραγράφου σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. 6. Στην παρ. 7(
- vi)της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης ο κ. Τ αναφέρεται στις παρ. 87-101 της ένορκης δήλωσης της κας Κ και ισχυρίζεται πως αυτή άδικα κατηγορεί τον Ενάγοντα ότι παρουσίασε την αλληλογραφία μεταξύ των μερών με παραπλανητικό τρόπο. Επίσης ισχυρίζεται πως ο Ενάγων είχε κάθε καλή διάθεση να συνεργαστεί με την Εναγομένη 2 και γι΄ αυτό όταν αυτή ζήτησε από τους δικηγόρους του Ενάγοντος να την παραπέμψουν σε πρόνοιες του Καταστατικού, αυτοί απάντησαν προφορικά στις 19.12.17 και γραπτώς στις 27.12.17. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί περιλαμβάνονται ήδη στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Τ που συνοδεύει την αίτηση ημ. 4.1.18, στην οποία μάλιστα επισυνάπτεται και αυτούσιο το ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 27.12.17. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει καλός λόγος για την επανάληψη τέτοιων ισχυρισμών. Επιπλέον ο κ. Τ επιχειρεί να αναφερθεί στη στάση συνεργασίας του Ενάγοντος με αναφορά σε γεγονότα που ακολούθησαν την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και της αίτησης ημ. 4.1.18. Σαφώς αυτή η μαρτυρία ξεφεύγει των πλαισίων της αίτησης ημ. 4.1.18 και δεν κρίνεται σχετική με τα επίδικα θέματα αυτής. Είναι αξιοσημείωτο πως και ο κ. Τ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση αναγνωρίζει πως η επιστολή ημ. 22.1.18 των δικηγόρων του προς την Εναγομένη 2, την οποία επιθυμεί να επισυνάψει ως Τεκμήριο 5, αφορά ζήτημα το οποίο δεν αποτελεί επίδικο στην παρούσα διαδικασία της αίτησης ημ. 4.1.18. Ως εκ τούτου ούτε και γι΄ αυτό το μέρος συντρέχει καλός λόγος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. 7. Στην παρ. 7(vii) της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά στις παρ. 102-107 της ένορκης δήλωσης της κας Κ, στις οποίες παραπέμπει στις δικαστικές διαδικασίες εναντίον των δύο εταιρειών στην Κύπρο, και προβάλλεται ισχυρισμός πως η κα Κ παραλείπει να αναφερθεί στα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της Αγωγής της Asealpha και την αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα. Και πάλι θεωρώ πως η αναφορά σε γεγονότα που αφορούν άλλη δικαστική διαδικασία και ειδικότερα δεδομένα που ακολούθησαν την καταχώριση εκείνης της Αγωγής δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η παρούσα διαδικασία ηγέρθη τρεις μήνες μετά την πρώτη εναντίον της Asealpha και πως η κα Κ (σε άλλο σκέλος της ένορκης της δήλωσης) επισυνάπτει την ένορκη δήλωση ΔΜ) που συνοδεύει την αίτηση για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα στην Αγωγή του Ενάγοντος εναντίον της Asealpha. Οι ισχυρισμοί της κας Κ στις παρ. 102-107 τίθενται με κάποια γενικότητα ως προς τη χρονική ακολουθία των γεγονότων και τις τελικές προθέσεις του Ενάγοντος, ενώ με την προτεινόμενη υποπαράγραφο ο κ. Τ επιχειρεί να εισαγάγει νέα και άσχετα με τα επίδικα της παρούσας διαδικασίας θέματα. Ενδεικτικό τούτου είναι ο ισχυρισμός του για καταγγελία πλαστογραφίας εγγράφων που έλαβε από τα γραφεία της Asealpha και της Εναγομένης 1 και τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 27 στην ένορκη δήλωση Μ, ενώ αυτά δεν παρουσιάζονται καν στα πλαίσια της παρούσας. Στην ένορκη δήλωση της κας Κ επισυνάπτεται μόνο η ένορκη δήλωση Μέσσιου χωρίς συνημμένα τεκμήρια. Θεωρώ πως η εν λόγω υποπαράγραφος περιέχει ισχυρισμούς που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα της παρούσας διαδικασίας αλλά περιέχει νέους και επιπρόσθετους ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι ότι συντρέχει καλός λόγος για την περίληψη αυτής σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, κρίνεται σκόπιμο να αναφέρω πως οι παρ. 1 - 6 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφορούν στην ιδιότητα και πηγή γνώσης του ενόρκως δηλούντος, τον λόγο για τον οποίο προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση και τον λόγο για τον οποίο καταχωρείται η παρούσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αρνούμενη γενικά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Κ. Επομένως, είναι επιτρεπτό όπως αυτές περιληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα συνιστούν ουδέτερα εισαγωγικά θέματα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Δίδεται άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία να περιέχει μόνο τις παρ. 1 - 6 και 7 (iii) δεύτερη και τρίτη παραγράφους και (iv), εντός 10 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα, με δεδομένη τη μερική επιτυχία της Αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων 1-3 - Καθ΄ ων η Αίτηση το 1/3 των εξόδων της Αίτησης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο