Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Onopan Estates & Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 320/2018, 26/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A426 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 320/2018 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων v.
- Onopan Estates & Investments Ltd
- PNO Shipmanagement Ltd
- . Ονουφρίου Εναγομένων Αίτηση ημ. 23 Μαρτίου 2018 από Εναγόμενους για Απόρριψη και ή Αναστολή της Αγωγής λόγω Κατάχρησης Διαδικασίας Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Λ. Χ΄΄Ξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Τ. Γρηγορίου με κα Β. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι αιτούνται την απόρριψη και ή τον παραμερισμό και ή την αναστολή της παρούσας Αγωγής λόγω κατάχρησης της διαδικασίας καθότι εκκρεμεί η Αγωγή υπ΄ αρ. 1713/14 Ε.Δ. Λεμεσού «μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια αιτία αγωγής, το ίδιο αντικείμενο, τον ίδιο σκοπό, βασιζόμενη στις ίδιες ενέργειες και γεγονότα». Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 ο οποίος είναι διευθυντής των Εναγομένων 1 και 2 και δικηγόρος. Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει το κλητήριο ένταλμα, την έκθεση απαίτησης και την υπεράσπιση στην Αγωγή 1713/14 η οποία ηγέρθη από τους Εναγόμενους εναντίον των Εναγόντων και ισχυρίζεται πως οι δύο Αγωγές αφορούν τον ίδιο λογαριασμό δυνάμει συμφωνίας δανείου και έχουν το ίδιο αντικείμενο, ήτοι το νόμιμο ή μη του τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας και ενδεχομένως το οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται επίσης πως η εκδίκαση των ίδιων ακριβώς θεμάτων από δύο διαφορετικά Δικαστήρια πιθανόν να οδηγήσει σε αντιφατικές αποφάσεις και αντίκειται στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, καθώς επίσης και πως τα όσα οι Ενάγοντες εγείρουν στην παρούσα Αγωγή θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί ως ανταπαίτηση στα πλαίσια της Αγωγής 1713/
- Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 3 επικαλείται κατάχρηση και πολλαπλότητα διαδικασίας και αιτείται την απόρριψη της παρούσας Αγωγής. Οι λόγοι ένστασης των Εναγόντων είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ή αντίθετη με τη Νομολογία. 2) Η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή καταχρηστική και ή ενοχλητική καθώς επίσης και γενική και αόριστη. 3) Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. 4) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θίγει βασικά συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων. 5) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και ή εκδικητική και σκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και ως τέτοια συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 6) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά αντιθέτως θα συμβάλει στην σπατάλη πολύτιμου χρόνου και θα περιπλέξει τη διαδικασία. 7) Δεν έχουν τεθεί γεγονότα τα οποία να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με βάση τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΜΣ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται αναλυτικά στο αντικείμενο της Αγωγής 1713/14 και ισχυρίζεται πως δεν υφίσταται πλήρης ταύτιση των επίδικων θεμάτων και δεν τίθεται ζήτημα έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων από δύο διαφορετικά Δικαστήρια. Είναι επίσης θέση της κας Σ πως η αξίωση των Εναγόντων δεν εγείρεται ούτε μπορούσε να είχε εγερθεί στα πλαίσια της Αγωγής 1713/14 και ως εκ τούτου δεν υπάρχει πολλαπλότητα διαδικασίας. Αναφέρει πως ακόμα και στην περίπτωση που οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να επικαλεστούν τα όσα προβάλλουν στην παρούσα με ανταπαίτηση στην Αγωγή 1713/14, κάτι το οποίο η ίδια αρνείται, αυτό θα μπορούσε να γίνει στο πλαίσιο είτε εκείνης της Αγωγής είτε με νέα Αγωγή, και επομένως η καταχώριση της παρούσας δεν αποτελεί κατάχρηση. Τέλος, η κα Σ εκφράζει τη θέση πως οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να ζητήσουν συνεκδίκαση των δύο Αγωγών αλλά όχι αναστολή της παρούσας. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Σύμφωνα με το αιτητικό της παρούσας Αίτησης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, προκύπτει πως το αίτημα βασίζεται στην κατάχρηση διαδικασίας ως απόρροια της ύπαρξης δύο Αγωγών με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας, η οποία κατάχρηση μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της ίδιας της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Wayplay Technologies Ltd, Πολ. Αίτηση 43/14, ημ. 11.5.15, Korkut v. Γεωργίου (Αρ. 2)
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 1333, Διευθυντής Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Constantinides v. Vima Ltd κ.ά.
(1983)1 C.L.R. 348. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 100/14, ημ. 13.5.14, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «. το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει.» Στην υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149 τονίστηκε πως αυτή η εξουσία ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η προκειμένη περίπτωση σαφώς αφορά σε δύο Αγωγές μεταξύ των ίδιων διαδίκων οι οποίες ηγέρθησαν εκατέρωθεν (vice versa). Η ύπαρξη των δύο αυτών Αγωγών και το περιεχόμενο των δικογράφων αυτών αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτό ουσιαστικά αποτελεί και το αδιαμφισβήτητο πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο θα ανατρέξει για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου, με βάση τις κοινές θέσεις και των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Αγωγή 1713/14 ηγέρθη από τους Εναγόμενους στην παρούσα, και συγκεκριμένα την Onopan Estates & Investments Ltd, τον . Ονουφρίου και την PNO Shipmanagement Ltd ως Ενάγοντες 1-3 αντίστοιχα (εφεξής καλούμενοι και ως «Onopan, Ονουφρίου και PNO» αντίστοιχα) εναντίον των Εναγόντων στην παρούσα ως Εναγομένων (εφεξής καλούμενοι και ως «η Τράπεζα»). Σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο οι Ενάγοντες αξιώνουν: · Δήλωση πως η επιστολή της Τράπεζας ημ. 22.1.14 συνιστά μονομερή αμετάκλητη παράβαση και ή διάρρηξη (anticipatory breach) της συμφωνίας δανείου ημ. 14.5.10 μεταξύ της Τράπεζας και της Onopan. · Δήλωση πως διά της μονομερούς αποκήρυξης (repudiation) και αποδοχής αυτής από πλευράς της Onopan, η Τράπεζα απώλεσε το δικαίωμα να ζητά εφαρμογή της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της απαίτησης εξόφλησης οποιουδήποτε υπολοίπου, η οποία (συμφωνία) κατέστη άκυρη, μη δεσμευτική και μη εκτελεστέα. · Δήλωση πως η διακοπή των σχέσεων των διαδίκων και ή ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου οφείλεται σε αντισυμβατικές και ή παράνομες και ή καταχρηστικές ενέργειες της Τράπεζας και ή σε πλημμελή εκτέλεση των υποχρεώσεων της κατά παράβαση των νόμων και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. · Παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη μονομερή καταγγελία της σύμβασης δανείου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, στις 14.5.10 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της Onopan για την παραχώρηση δανείου προς την τελευταία, με εξασφαλίσεις ημ. 26.5.10 την προσωπική εγγύηση του Ονουφρίου, την εταιρική εγγύηση της PNO και την υποθήκευση ακινήτου της Onopan. Στις 11.10.13 η Onopan υπέβαλε αίτημα για αναδιάρθρωση του δανείου της δυνάμει της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του
- Κατά παράβαση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επιληφθεί του αιτήματος, στις 22.1.14 απέστειλε επιστολή με την οποία απαιτούσε την εξόφληση του υπόλοιπου του δανείου εντός τριών μηνών και σε αντίθετη περίπτωση η Τράπεζα θα προέβαινε σε τερματισμό της λειτουργίας του σχετικού λογαριασμού, το επιτόκιο θα αυξάνετο και θα θεωρούσε πως τόσο η Onopan όσο και ο Ονουφρίου και η PNO είχαν παραβιάσει την εν λόγω σύμβαση δανείου και τις συμβάσεις εγγύησης αντίστοιχα. Η Onopan με επιστολή της ημ. 10.2.14 απέρριψε την ενέργεια της Τράπεζας και κάλεσε αυτή όπως αποσύρει το αίτημα της και προχωρήσει με το αίτημα για αναδιάρθωση. Επίσης προειδοποίησε πως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Τράπεζας με τις νόμιμες υποχρεώσεις της και μη απόσυρσης της επιστολής, τότε η Onopan θα θεωρούσε τη στάση της ως αμετάκλητη πρόθεση για μονομερή παράνομο τερματισμό της σύμβασης δανείου. Η Τράπεζα παρέλειψε να απαντήσει στην εν λόγω επιστολή και η Onopan απέστειλε άλλη επιστολή ημ. 20.2.14 με την οποία πληροφορούσε την Τράπεζα πως θεωρούσε ότι η τελευταία είχε μονομερώς απορρίψει τη σύμβαση την οποία, αν και παράνομη, η Onopan επέλεξε να αποδεχθεί. Αυτή η στάση της Τράπεζας αντίκειται στην καλή πίστη και είναι παράνομη και ως τέτοια καθιστά τόσο τη συμφωνία δανείου ότι και τις συμβάσεις εγγυήσεων άκυρες και μη εφαρμοστέες. Στην υπεράσπιση της η οποία καταχωρίστηκε στις 23.1.15 η Τράπεζα ισχυρίζεται πως το αίτημα για αναδιάρθρωση, το οποίο υποβλήθηκε στις 20.6.13 και όχι στις 11.10.13, δεν καλύπτετο από την Οδηγία η οποία τέθηκε σε εφαρμογή μεταγενέστερα και πως εν πάση περιπτώσει η Onopan γνώριζε από τα τέλη Ιουλίου 2013 για την απάντηση της Τράπεζας στο αίτημα μέσα από συναντήσεις εκπροσώπων των Εναγόντων με την Τράπεζα και συνομιλίες μεταξύ τους κατ΄ εκείνη την περίοδο. Ισχυρίζεται επίσης πως οι εγγυήσεις δόθηκαν στις 14.5.10 και η υποθήκη υπεγράφη στις 26.5.10 καθώς επίσης και πως η επιστολή ημ. 22.1.14 αποτελεί προτερματική επιστολή με την οποία η Τράπεζα ενημέρωνε την Onopan για το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου, την καλούσε όπως ξοφλήσει αυτό και την ενημέρωνε ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προέβαινε σε τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Αποτελεί ισχυρισμό της Τράπεζας πως κακώς οι Ενάγοντες θεώρησαν αυτή ως επιστολή τερματισμού και πως το δικαίωμα της Τράπεζας να απαιτήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο προνοείται στους όρους της σύμβασης δανείου και των συμβάσεων εγγυήσεων. Η Τράπεζα ισχυρίζεται ακόμα πως τόσο η σύμβαση δανείου όσο και οι συμβάσεις εγγύησης είναι καθόλα νόμιμες και δεσμευτικές και πως η αγωγή είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην αποφυγή των υποχρεώσεων των Εναγόντων. Τέλος στην υπεράσπιση της η Τράπεζα επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για να κινηθεί με δικαστικές διαδικασίες εναντίον όλων των Εναγόντων όταν η σύμβαση θα έχει πλέον τερματιστεί. Στην παρούσα Αγωγή η Τράπεζα επικαλείται τη ως άνω συμφωνία δανείου και τις ως άνω εξασφαλίσεις, ήτοι εγγυήσεις και υποθήκη (η οποία φέρει λανθασμένη ημερομηνία υπογραφής τις 21.5.10 ενώ υπεγράφη στις 26.5.10), καθώς επίσης ισχυρίζεται πως η Onopan υπέγραψε και Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημ. 14.5.04 της επιχείρησης και περιουσίας της προς όφελος της Τράπεζας ως περαιτέρω εξασφάλιση. Ισχυρίζεται πως λόγω παράβασης εκ μέρους της Onopan των όρων σύμβασης δανείου και καθυστέρησης στην καταβολή των οφειλόμενων δόσεων, η Τράπεζα με επιστολή της ημ. 13.6.16 κάλεσε τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Κατόπιν άρνησης και ή παράλειψης των Εναγομένων, η Τράπεζα, ασκώντας το δικαίωμα της βάσει της συμφωνίας δανείου, με επιστολές ημ. 9.2.17 τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία και τη λειτουργία του λογαριασμού καλώντας τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν άμεσα το οφειλόμενο υπόλοιπο. Γι΄ αυτό η Τράπεζα απαιτεί το οφειλόμενο ποσό των €996.769,31 πλέον τόκους και έξοδα καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Σημειώνεται επίσης πως στην παρούσα Αγωγή οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση στις 27.2.18 και ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στις 23.3.
- Η υπόθεση Λύρας v. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1401 ασχολείται ακριβώς με το ζήτημα της αναστολής αγωγής σε διασταυρούμενες αγωγές και έθεσε τα κριτήρια στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Το ποιά από δύο διασταυρούμενες αγωγές πρέπει να ανασταλεί, εξαρτάται από τις περιστάσεις. Γενικός και άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι το ποιος από τους δύο διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκεί όπου αυτό βρίσκεται στη μια πλευρά ή κυρίως στη μια πλευρά. Εκείνος που το φέρει πρέπει να αρχίζει πρώτος και γι' αυτό ορθό είναι να παραμένει η αγωγή στην οποία εκείνος είναι ενάγων. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το κατά πόσο προκύπτει από μια αγωγή συγκεκριμένο ωφέλημα για τον ενάγοντα το οποίο δεν θα ήταν ορθό να του στερηθεί. Αν συντρέχει μόνο ο ένας από αυτούς τους παράγοντες, τότε υπερισχύει έναντι οποιωνδήποτε άλλων. Αν συνυπάρχουν, τότε το δικαστήριο τους σταθμίζει για να επιλέξει μεταξύ τους. Στην απουσία και των δύο αποκτά σημασία η χρονολογική σειρά στην καταχώριση των αγωγών. Αυτοί οι τρεις παράγοντες δεν εξαντλούν τις δυνατότητες. Δεν αποκλείονται και άλλοι - ήσσονος όμως σημασίας συγκριτικά με τους πρώτους δύο - οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να εκτοπίσουν την χρονολογική σειρά.» Στην υπόθεση Merck & Co Inc κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, επαναλήφθηκε η αρχή πως η εγγενής εξουσία αναστολής διαδικασίας ή εκδίκασης αγωγής λόγω κατάχρησης της διαδικασίας πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Υιοθετώντας την υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another
(1981)1 C.L.R. 445, το Εφετείο ανέφερε πως «Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή». Με βάση τη φύση των εκατέρωθεν απαιτήσεων των διαδίκων και το περιεχόμενο των δικογράφων στις δύο προαναφερόμενες υπό εξέταση Αγωγές, προκύπτει πως πρόκειται για διασταυρούμενες Αγωγές με τους ίδιους διάδικους και σχετικά με την ίδια σύμβαση δανείου και τις ίδιες συμβάσεις εγγύησης (εξαιρουμένου του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης), πλην όμως δεν αφορούν σε ταυτόσημα επίδικα θέματα. Αντικείμενο της Αγωγής 1713/14 αποτελεί μόνο η επιστολή της Τράπεζας ημ. 22.1.14, ως αποτελούσα κατ΄ ισχυρισμό μονομερή και πρόωρη διάρρηξη της σύμβασης εκ μέρους της Τράπεζας και η οποία, κατόπιν αποδοχής της Onopan, οδηγεί σε ακύρωση της σύμβασης και των συμβάσεων εγγύησης. Η παρούσα Αγωγή έχει ως αντικείμενο την ισχυριζόμενη παράβαση εκ μέρους της Onopan της σύμβασης δανείου και συνακόλουθα τον νόμιμο τερματισμό αυτής από την Τράπεζα στις 9.2.17, ασκώντας τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση και απαιτώντας το οφειλόμενο ποσό. Αυτό ακριβώς το γεγονός, ήτοι πως οι δύο Αγωγές έχουν διαφορετικό αντικείμενο, δικαιολογεί και τις εντελώς διαφορετικές αξιώσεις στις δύο Αγωγές, εφόσον στην μεν πρώτη αξιώνονται μόνο δηλώσεις περί του παράνομου μονομερούς τερματισμού της σύμβασης δανείου και της μη εφαρμογής των συμβάσεων καθώς επίσης και αποζημιώσεις λόγω αυτού, ενώ στην παρούσα προβάλλεται αξίωση για το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό και εκποίηση της υποθήκης προς αποπληρωμή του εν λόγω ποσού. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ήτοι πως στα πλαίσια της Αγωγής 1713/14 θα αποφασιστεί το τυχόν οφειλόμενο ποσό δεν βρίσκει έρεισμα με βάση το περιεχόμενο της δικογραφίας εκείνης της Αγωγής. Ούτε και ο ισχυρισμός του πως και στις δύο Αγωγές θα αποφασιστεί το ίδιο επίδικο θέμα (ήτοι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου) κρίνεται βάσιμος εφόσον ο τερματισμός στην κάθε Αγωγή βασίζεται σε διαφορετική ενέργεια και συνθήκες και σε διαφορετική ημερομηνία, όπως επεξηγείται ανωτέρω. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, εύκολα διαπιστώνεται πως οι δύο Αγωγές δεν έχουν το ίδιο επίδικο αντικείμενο και τις ίδιες αιτούμενες θεραπείες, με αποτέλεσμα η εκδίκαση και των δύο να μην οδηγεί ενδεχομένως σε δύο διαφορετικές και αντικρούομενες αποφάσεις. Αντιθέτως, προκύπτει σαφώς πως η ολοκλήρωση της Αγωγής 1713/14 δεν προκαθορίζει, δίχως άλλο, το αποτέλεσμα της παρούσας. Και τούτο, καθότι σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής 1713/14, τότε αυτό συνεπάγεται μόνο τη μη αναγνώριση του τερματισμού της σύμβασης δανείου και των συμβάσεων εγγύησης τα οποία αναφέρονται στην εν λόγω Αγωγή, ενόψει της επιστολής της Τράπεζας ημ. 22.1.14. Αυτό σημαίνει πως οι εν λόγω συμβάσεις εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ και συνακόλουθα πως η Τράπεζα δύναται σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο να επικαλεστεί άσκηση των δικαιωμάτων της δυνάμει αυτών και να προβεί σε ανάλογες ενέργειες, όπως ισχυρίζεται πως έπραξε με τον νόμιμο τερματισμό της σύμβασης δανείου στις 9.2.17 και με την αξίωση του οφειλόμενου υπόλοιπου μέσω της έγερσης της παρούσας Αγωγής. Η θέση των Αιτητών πως η Τράπεζα θα μπορούσε να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς στα πλαίσια της Αγωγής 1713/14, αντί να κινήσει την παρούσα ξεχωριστή Αγωγή, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σαφώς κατά το χρονικό στάδιο έγερσης και εκκρεμούσης της Αγωγής 1713/14, η Τράπεζα ουδέποτε επικαλέστηκε πως προέβη σε νόμιμο τερματισμό της σύμβασης δανείου, είτε μέσω της επιστολής ημ. 22.1.14 (αντικείμενο της εν λόγω Αγωγής) είτε με άλλο τρόπο, αλλά αντιθέτως ισχυρίστηκε πως η σύμβαση δανείου εξακολουθούσε να είναι έγκυρη και δεσμευτική διατηρώντας και επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα της που απορρέουν από αυτή σε περίπτωση τερματισμού. Ο τερματισμός, σύμφωνα με την Τράπεζα, επήλθε πολύ αργότερα, ήτοι στις 9.2.17, επομένως ήταν παντελώς αδύνατο η Τράπεζα να προέβαλλε αυτούς τους ισχυρισμούς της και να επικαλείτο δικαιώματα της καθ΄ ον χρόνο η ίδια θεωρούσε πως δεν τα είχε ασκήσει και επομένως δεν υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Από τη στιγμή που κατά τον χρόνο και στα πλαίσια της Αγωγής 1713/14 η Τράπεζα θεωρούσε πως η ίδια δεν απέκτησε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων, τότε σαφώς δεν δύνατο να προβάλλει τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις της προς αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμη η παραπομπή σε ακόμα ένα απόσπασμα από την υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε πως «.. even if the plaintiff had a recourse to separate actions or proceedings in respect of the same subject matter, when all the relief to which he is entitled ought to be obtained in one action, a stay may be in one or more of the actions». Αυτή η αρχή σαφώς δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η Τράπεζα δεν θα μπορούσε να εγείρει τις αξιώσεις της στα πλαίσια της Αγωγής 1713/14, λαμβανομένου υπόψιν ότι στη βάση των γεγονότων τα οποία η ίδια επικαλείται ουσιαστικά δεν είχε ακόμα γεννηθεί το αγώγιμο δικαίωμα της. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καταδεικνύουν πως με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής δεν παρατηρείται πολλαπλότητα διαδικασιών. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα δύο διαδικασιών οι οποίες να καλύπτουν τα ίδια ακριβώς θέματα, σε αντίθεση με την υπόθεση Δημητρίου v. Γαβριήλ
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 16 στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των Αιτητών, και αυτό ακριβώς το στοιχείο διαφοροποιεί την υπό κρίση περίπτωση. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψιν τα κριτήρια τα οποία τέθηκαν στην υπόθεση Λύρας v. Petrolina Ltd (ανωτέρω), διαφαίνεται πως στην κάθε Αγωγή το βάρος απόδειξης φέρει διαφορετικός διάδικος. Στην Αγωγή 1713/14 οι εκεί Ενάγοντες φέρουν το βάρος απόδειξης του ισχυριζόμενου μονομερούς και παράνομου τερματισμού εκ μέρους της Τράπεζας της σύμβασης δανείου (ο οποίος επήλθε στις 22.1.14) ενώ στην παρούσα το βάρος απόδειξης φέρει η Τράπεζα, Ενάγουσα, ως προς την παραβίαση από την Onopan των όρων της σύμβασης δανείου, τον νόμιμο τερματισμό (ο οποίος επήλθε στις 9.2.17) και το ύψος του οφειλόμενου και απαιτητού υπολοίπου. Ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας είναι ακόμα πως τυχόν απόρριψη ή αναστολή της παρούσας Αγωγής βασικά αποστερεί την Τράπεζα του δικαιώματος της να εγείρει και προωθεί τις δικές της θέσεις και αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων. Υπό αυτές τις περιστάσεις θα πρέπει να διαφυλαχθεί το δικαίωμα και της Τράπεζας να ακουστεί και επομένως δεν κρίνεται πρόσφορη η απόρριψη ή αναστολή της παρούσας. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση Shackleton v. Swift
(1913)2 K.B. 304: «To stay an action, to say that an action shall not be tried, is generally to take a step which ought not to be taken unless in a very clear case. It not unfrequently arises under the Judicature Acts and the rules made thereunder that there is an application to stay an action, or an application to declare that an action is frivolous, and in those cases the practice has always been not to stay the action under the general powers of the Judicature Acts because it is a strong thing to say to a plaintiff who is bringing an action that his complaint will not be heard and that the action will be stayed without there having been a trial, without the evidence having been heard. Generally speaking, the consequence is that the judges are very slow to stay actions, but that does not mean that there is no discretion vested in judges. The general practice is that you should not stay actions unless the action, beyond all reasonable doubt, ought not to go on.» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θα μπορούσε ακόμα να λεχθεί πως στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής στην οποία η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης, οι Εναγόμενοι έχουν κάθε δυνατότητα να προβάλουν στα πλαίσια της υπεράσπισης τους όλες τις θέσεις τις οποίες επικαλούνται στην Αγωγή 1713/14, με αποτέλεσμα την επίλυση όλων των θεμάτων σε μια διαδικασία. Επομένως, τυχόν συνένωση των δύο Αγωγών, ως η θέση της Τράπεζας, ενδεχομένως να κρίνεται πρόσφορη προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, αλλά βέβαια κάτι τέτοιο επαφίεται πρωτίστως στους διαδίκους. Η δικηγόρος των Αιτητών αναφέρθηκε στην εφαρμογή του δεδικασμένου. Παρόλο που τέτοια θέση δεν προβάλλεται στην Αίτηση και παρόλο που καμιά από τις Αγωγές δεν έχει εκδικαστεί (ώστε να τίθεται θέμα δεδικασμένου) θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτή η αρχή ούτως η άλλως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση εφόσον οι δύο Αγωγές δεν έχουν ταυτόσημα επίδικα θέματα και ούτε το αποτέλεσμα της Αγωγής 1713/14 δεσμεύει και καθορίζει το αποτέλεσμα της παρούσας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R.296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R.742, Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ.389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ.670 και Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ.1105. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, προκύπτει σαφώς πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο