← Κύπρος

IKOS CIF LIMITED ν. Phister, Αρ. Αγωγής: 3200/2010, 19/10/2018

IKOS CIF LIMITED ν. Phister, Αρ. Αγωγής: 3200/2010, 19/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A418 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3200/2010 Μεταξύ: IKOS CIF LIMITED Ενάγουσας v. ... Phister Εναγομένου Αίτηση της Ενάγουσας ημ. 22 Νοεμβρίου 2017 για Περαιτέρω Αποκάλυψη Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χ. Χριστοφή για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Λ. Στυλιανού για Κ. Κυριακόπουλος και LC Law Στυλιανού & Δράκου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρισης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων για περίοδο 10 ημερών από την έκδοση του διατάγματος. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.28 θ.1-14, Δ.39, Δ.48 θ.1-3 και 9, Δ.57 θ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΠ, υπαλλήλου και εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της Ενάγουσας. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης και στους λόγους για τους οποίους διαπιστώθηκε η ανάγκη για αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων. Συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών επικαλείται αφενός παράλειψη εκ λάθους των προηγούμενων δικηγόρων της Ενάγουσας να της παραδώσει τα έγγραφα και αφετέρου παράλειψη εκ λάθους και ή παραδρομής των νυν δικηγόρων της Ενάγουσας. Περαιτέρω δηλώνει πως αυτά τα έγγραφα είναι βαρύνουσας σημασίας για την ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσης της Ενάγουσας και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α την προτεινόμενη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία προβαίνει ο ίδιος. Ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή προκαλεί πολλαπλότητα της διαδικασίας. 2) Η Αίτηση είναι αβάσιμη ως ασαφής και ή γενικόλογη. 3) Η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι παραβιάζει τον σκοπό της διαδικασίας αποκάλυψης, ήτοι την αποφυγή αιφνιδιασμού του αντιδίκου. 4) Η Αίτηση είναι καταχρηστική λόγω του ότι τα προτεινόμενα προς αποκάλυψη έγγραφα περιλαμβάνονται σε προγενέστερη ειδοποίηση αποκάλυψης την οποία η Ενάγουσα καταχώρισε και απέσυρε. 5) Η Αίτηση είναι καταχρηστική λόγω του ότι τα προτεινόμενα έγγραφα βρίσκονταν από καιρού στην κατοχή της Ενάγουσας και ή λόγω του ότι πρόκειται για έγγραφα άσχετα με την παρούσα Αγωγή και ή λόγω του ότι καλύπτονται από προνόμιο και ή από τις πρόνοιες για προστασία προσωπικών δεδομένων. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη της Δ.48 θ.4, 7, 8 και 11-12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, των άρθρων 31 και 47 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, των άρθρων 17 και 30 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, των κανόνων του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιεικείας και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΛΣ, εκ των δικηγόρων στο γραφείο LC Law Στυλιανού & Δράκου ΔΕΠΕ που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο. Και η κα Σ αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα η κα Σ κάνει αναφορά σε καθένα των εγγράφων τα οποία περιέχονται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση αποκάλυψης και επεξηγεί γιατί δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αποκάλυψη τους. Επίσης ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα απέτυχε να προβάλει ουσιαστικό και ή ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη αποκάλυψης αυτών ενωρίτερα και πως μοναδικός σκοπός της είναι η παρουσίαση μακροσκελών και άσχετων εγγράφων ενώ γνωρίζει πως οι δικηγόροι του Εναγομένου αδυνατούν να λάβουν πληροφόρηση επί τούτων από τον Εναγόμενο λόγω της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης καθίσταται αναγκαία η παράθεση του ιστορικού της διαδικασίας, το οποίο είναι κοινώς παραδεκτό και από τις δύο πλευρές και επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)

(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938). Ως εκ τούτου στα πλαίσια της Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να λεχθούν τα ακόλουθα:
  1. Στις 23.6.10 η Ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο αξιώνει διατάγματα του Δικαστηρίου για επιστροφή από τον Εναγόμενο των περιουσιακών στοιχείων και εγγράφων τα οποία ανήκουν στην Ενάγουσα και έλαβε ο ίδιος παράνομα και αντισυμβατικά κατά παράβαση των προνοιών εμπιστευτικότητας και των όρων λήξης της εργοδότησης καθώς επίσης και αποζημιώσεις για παράβαση τέτοιας συμφωνίας.
  2. Αφού μεσολάβησαν διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες, μετά το κλείσιμο των δικογράφων και κατόπιν Αίτησης Ορισμού για Οδηγίες, στις 19.12.12 το Δικαστήριο εξέδωσε εκατέρωθεν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων εντός 40 ημερών από την έκδοση τους. Και οι δύο πλευρές καταχώρισαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων εντός της καθορισμένης προθεσμίας, η μεν Ενάγουσα στις 24.1.13, ο δε Εναγόμενος στις 28.1.
  3. Ακολούθησαν και πάλι διάφορα διαβήματα, συμπεριλαμβανομένων και τροποποιήσεων των δικογράφων, ενώ υπήρξε αλλαγή δικηγόρων και των δύο πλευρών. Ειδικότερα, η Ενάγουσα άλλαξε τρεις φορές δικηγόρο με τελευταίους τους κ. Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ οι οποίοι καταχώρισαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 12.11.
  4. Μετά από άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και αίτησης για διαγραφή δικογράφου, τελικώς η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 27.4.17, ακολούθως δύο φορές για οδηγίες και εκ νέου για ακρόαση στις 18.10.
  5. Στις 27.9.17 καταχωρίστηκε αίτηση εκ μέρους του Εναγομένου με την οποία ζητείτο αναβολή της επικείμενης τότε ακρόασης, λόγω αδυναμίας του να παραστεί στη δίκη ενόψει προβλημάτων υγείας του. Στις 11.10.17 η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρισε ένσταση στην εν λόγω αίτηση η οποία ορίστηκε για ακρόαση στις 18.10.
  6. Εν τω μεταξύ, στις 5.10.17 η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδοποίηση περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων τα οποία παρέθετε σε εκείνη, επισυνάπτοντας αντίγραφα αυτών σε συνημμένο Παράρτημα.
  7. Στις 17.10.17 ο Εναγόμενος καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό και ή διαγραφή της εν λόγω Ειδοποίησης η οποία ορίστηκε στις 6.12.
  8. Στις 18.10.17 και κατόπιν ακρόασης της αίτησης για αναβολή, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την Αγωγή για ακρόαση στις 25.5.
  9. Στις 22.11.17 η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα Αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου καταχώρισης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης.
  10. Και οι δύο αιτήσεις είχαν οριστεί για οδηγίες. Στις 20.3.18 ο Εναγόμενος απέσυρε την αίτηση ημ. 17.10.
  11. Η παρούσα Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 25.5.
  12. Εν τω μεταξύ στις 22.2.18 η Ενάγουσα καταχώρισε επιστολή στην οποία αναφέρει πως επιθυμεί όπως η Ειδοποίηση ημ. 5.10.17 «θεωρηθεί ως μη καταχωρηθείσα καθότι έχει καταχωρηθεί εκ λάθους και ή παραδρομής εκ μέρους της Ενάγουσας».
  13. Έτσι η παρούσα Αίτηση οδηγήθηκε τελικά για ακρόαση. Η Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τη διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων. Ενόψει του ότι η παρούσα αφορά περαιτέρω αποκάλυψη εκ μέρους του αιτούντος διαδίκου, θεωρώ άκρως διαφωτιστική την απόφαση στην Αγωγή Ναυτοδικείου 31/13, Marcegaglia SpA κ.ά. v. Του Πλοίου «VYSOKOGORSK», ημ. 31.5.16, η οποία αφορούσε ακριβώς το ίδιο ζήτημα. Στην εν λόγω υπόθεση ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Οικονόμου ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not το exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από την πιο πάνω υπόθεση προκύπτει σαφώς πως η Δ.28 θ.1 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος της μιας πλευράς, να διατάξει την άλλη πλευρά όπως προβεί σε αποκάλυψη καθορίζοντας τον χρόνο συμμόρφωσης με την εν λόγω διαταγή. Από τη στιγμή όμως που εκδίδεται τέτοια διαταγή τότε η πλευρά στην οποία αφορά η διαταγή έχει συνεχή υποχρέωση αποκάλυψης είτε αναφορικά με έγγραφα τα οποία περιήλθαν μετέπειτα στην κατοχή της είτε ακόμα και αναφορικά με έγγραφα τα οποία, ενώ βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατοχή της, παρέλειψε να αποκαλύψει λόγω αβλεψίας. Αυτή η υποχρέωση εκπληρώνεται χωρίς άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου, παρά μόνο με καταχώριση είτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης είτε ειδοποίησης περαιτέρω αποκάλυψης. Βεβαίως η άλλη πλευρά διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω ένορκης δήλωσης ή ειδοποίησης εάν θεωρεί πως συντρέχουν λόγοι προς τούτο. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, προκαλεί έκπληξη στο Δικαστήριο το ότι ενώ η Ενάγουσα είχε προβεί σε τέτοιο διάβημα, ήτοι την καταχώριση Ειδοποίησης αποκάλυψης, ως είχε δικαίωμα, εντούτοις τελικώς επέλεξε να την αποσύρει και να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση. Και τούτο καθότι και η δικηγόρος της κατά την αγόρευση της επικαλέστηκε τόσο την Αγωγή Ναυτοδικείου 31/13 όσο και την Αγγλική υπόθεση Mitchell οι οποίες στηρίζουν δίχως άλλο τη διαδικασία την οποία είχε προηγουμένως ακολουθήσει. Υπό το φως όλων όσων αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση είναι αχρείαστη και ως εκ τούτου καθίσταται άνευ αντικειμένου. Επομένως, αυτή απορρίπτεται. Από τη στιγμή που η Ενάγουσα επέλεξε να καταχωρίσει και προωθήσει την παρούσα Αίτηση και να προκαλέσει την ένσταση και ακρόαση αυτής, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της. Ως εκ τούτου τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ΄ ου η η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.