← Κύπρος

International Shipping Bureau (USΑ) Inc ν. Φούρναρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2072/2014, 31/7/2018

International Shipping Bureau (USΑ) Inc ν. Φούρναρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2072/2014, 31/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A325 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2072/2014 Μεταξύ: International Shipping Bureau (USΑ) Inc, από Νέα Ορλεάνη Ενάγουσας και 1. XXXXX Φούρναρη από τη Λεμεσό 2. XXXXX Διονυσίου, από τη Λεμεσό 3. Sierra Leone International Ship and Corporate Registry, από τη Λεμεσό 4. XEREZ LTD, από τη Λεμεσό 5. XXXXX Φιλίππου, από τη Λεμεσό 6. XXXXX Νικολάου, από τη Λευκωσία 7. XXXXX Geagea , από το Λίβανο 8. XXXXX Haidar, από τα Λίβανο 9. Register of Ships, Sierra Leone Maritime Administration, από Sierra Leone Εναγόμενοι και EUROBANK CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Μεσεγγυούχοι Ημερομηνία: 31 Ιουλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: Ο κ. Δημοσθένους για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 4, 5 και 6: Ο κ. Π. Κωνσταντινίδης για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ A Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για έκδοση διατάγματος αναστολής της απόφασης του Δικαστηρίου με ημερομηνία 14.05.2018) Το Δικαστήριο στις 30.04.2018 είχε εκδώσει απόφαση με την οποία επιτρεπόταν η έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου που εν προκειμένω είναι η EUROBANK CYPRUS LTD η οποία αναφέρεται ως η μεσεγγυούχος η οποία είχε εμφανιστεί στην διαδικασία που προηγήθηκε. Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, η ενάγουσα - αιτήτρια στην παρούσα - εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με μονομερή αίτηση της με το οποίο αναστελλόταν η εκτέλεση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην έφεση που καταχώρησε στις 10.05.2018 με την οποία εκκαλούσε την ως άνω απόφαση και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται επί τωv Θεσμώv Πoλιτικής Δικovoμίας Δ.35 Θ.18-19, Δ.40 Θ.11, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.57 Θ. 1-2, Δ.64 στο άρθρο 47 στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και επί των γενικών αρχών, των κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το έθεσε με ένορκη δήλωση της η κα XXXXX Σωκράτους, δικηγορικός υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Η κα Μ. Σωκράτους, μετά την εξήγηση που δίδει για τον λόγο που προβαίνει αυτή κατ' εξουσιοδότηση της αιτήτριας σε ένορκη δήλωση και όχι κάποιος άλλος, δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι όπου δεν τα γνωρίζει αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της όπως και τη συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της αιτήτριας επί των νομικών ζητημάτων στα οποία αναφέρεται, δηλώνει δε επί της ουσίας της αίτησης τα ακόλουθα: « 1. H Eνάγουσα στις 9.05.2014 στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εξασφάλισε μονομερές διάταγμα υπό την προϋπόθεση κατάθεσης τραπεζικής εγγύησης ύψους €30.000,00. 2. Η εταιρεία ISB Management Ltd (η οποία δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου) αιτήθηκε από την Eurobank Cyprus Ltd την έκδοση τραπεζικής εγγύησης αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 με δικαιούχο τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία κατατέθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και που το κείμενο της ρητά αναφέρει την διαδικασία πληρωμής του ποσού των €30.000,00 ή μέρους αυτού καθώς και τον σκοπό για τον οποίον τέτοια πληρωμή θα πρέπει να αφορά. Τονίζω ότι η οποιαδήποτε απαίτηση δυνάμει της τραπεζικής εγγύησης θα πρέπει να γίνει γραπτώς και εγκαίρως από τον Πρωτοκολλητή και να συνοδεύεται από γραπτή δήλωση του ότι το ποσό της Τραπεζικής Εγγύησης ή μέρους αυτού κατέστη πληρωτέο στον Καθ' ου η Αίτηση λόγω έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 9.05.2014 χωρίς εύλογο αιτία και τούτο θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από σχετική Απόφαση ή διαταγή του Δικαστηρίου, πιστό αντίγραφο της οποίας θα πρέπει να συνοδεύει την γραπτή δήλωση του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου. 3. Το ποσό των χρημάτων των €30.000,00 που η Eurobank Cyprus Ltd κρατά δεσμευμένο για την έκδοση της τραπεζικής εγγύησης ανήκει στην I.S.B Management Ltd με εντολή της οποίας η τραπεζική εγγύηση εκδόθηκε και όχι στην Ενάγουσα η οποία δεν διατηρεί λογαριασμό με την συγκεκριμένη τράπεζα. 4. Στις 23.06.2014 μετά από ακροαματική διαδικασία τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 9.05.2014 ακυρώθηκαν και η αγωγή απορρίφθηκε στις 13.01.2016 λόγω μη κατάθεσης από τους Ενάγοντες του ποσού της ασφάλειας εξόδων που διατάχθηκε να κατατεθεί χωρίς μέχρι σήμερα, δηλαδή μετά παρέλευση πέραν των 46 μηνών από την απόρριψη των εκδοθέντων διαταγμάτων και πέραν των 29 μηνών από την απόρριψη της αγωγής, δεν υπήρξε δικαστική διαδικασία από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση που να επιβεβαιώνει ότι το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 9.05.2014 εκδόθηκε χωρίς εύλογο αιτία. 5. Με αίτηση ημερομηνίας 18.12.2016 η Ενάγουσα αιτήθηκε την επιστροφή της εγγυητικής η οποία κατατέθηκε από την Ι.S.B Management Ltd η οποία και απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.04.2018 η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 2 και η οποία Απόφαση θα αποτελέσει το αντικείμενο ξεχωριστής έφεσης. 6. Μετά την καταχώρηση ένστασης από τους Εναγομένους στην αίτηση για επιστροφή της εγγυητικής, στις 21.07.2017 οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου από την Eurobank Cyprus Ltd του ποσού των δικηγορικών εξόδων των δικηγόρων των Εναγομένων τα οποία υπολογίστηκαν από το Πρωτοκολλητείο και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και το μονομερώς αιτηθέν ένταλμα εκδόθηκε από το Δικαστήριο. 7. Τόσο η Ενάγουσα όσο και οι μεσεγγυούχοι χωρίς αποδοχή οποιουδήποτε ισχυρισμού των Εναγομένων συμφώνησαν όπως το Δικαστήριο προχωρήσει στην εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης για έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου για σκοπούς εξοικονόμησης πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου. 8. Μετά από την καταχώρηση ένστασης από την Ενάγουσα και την Eurobank Cyprus Ltd και μετά από πολλές αναβολές πάντα εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων, το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία εξέδωσε «ενδιάμεση απόφαση» στην αίτηση για έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου στις 30.04.2018. Αντίγραφο της «ενδιάμεσης απόφασης» που δόθηκε στους διαδίκους στις 2.05.2018 επισυνάπτεται και σημειώνεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 3. 9. Εναντίον της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε έφεση στις 10.05.2018 με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 4. 10. Εξ' όσων πληροφορούμαι από τον Αντρέα Γιωρκάτζη, και για τους λόγους που αναφέρονται στους λόγους έφεσης και την αιτιολογία εκάστου λόγου έφεσης, οι Εφεσείοντες έχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας αφού, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο παρερμήνευσε το τι συνιστά συμφέρον και δικαιούχος (beneficially interested) του υπό κατάσχεση αντικειμένου, ήτοι δηλαδή της τραπεζικής εγγύησης αφού η Ενάγουσα, δηλαδή ο εξ' αποφάσεως χρεώστης δεν έχει συμφέρον ούτε είναι δικαιούχος της τραπεζικής εγγύησης ούτε των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα από την I.S.B. Management Ltd (η οποία δεν είναι διάδικος) στην τράπεζα ως εξασφάλιση για την εκτέλεση της εντολής της I.S.B. Management Ltd για έκδοση της τραπεζικής εγγύησης προς όφελος του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστήριού για τον συγκεκριμένο σκοπό που αναφέρεται στο κείμενο της τραπεζικής εγγύησης. 11. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η Ενάγουσα δεν τηρεί λογαριασμό με την Eurobank Cyprus Ltd, ενώ εσφαλμένα θεώρησε ότι η Εurobank Cyprus Ltd δεν έχει δικαίωμα και δεν νομιμοποιείτο να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση σε σχέση με την εν λόγω διαδικασία. 12. Σε περίπτωση μη έκδοσης του εξαιτούμενου διατάγματος είναι βέβαιο ότι η καταχωρηθείσα έφεση και η εκδίκαση αυτής θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού είναι αναμενόμενο ότι εντός των προσεχών ημερών αν όχι εντός της ημέρας θα καταβληθεί από την Eurobank Cyprus Ltd το ποσό των δικηγορικών εξόδων των Εναγομένων σε εκτέλεση της εκδοθείσας στις 30.04.2018 «ενδιάμεσης απόφασης» αφού η τράπεζα ως με συμβουλεύει ο Αντρέας Γιωρκάτζης θα τεθεί ενώπιον του διλήμματος να υπακούσει σε ένα αμφιβόλου ορθότητας διάταγμα που προφανώς παραβιάζει τις νομολογιακές αρχές που υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στις οποίες καθορίζεται ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα που επεμβαίνει στην τραπεζική εκτέλεση εγγράφων εκτός αν το τραπεζικό έγγραφο προσβάλλετε για ακυρότητα ή η πληρωμή είναι αποτέλεσμα δόλου ή να ενεργήσει στην βάση του κειμένου της τραπεζικής εγγύησης με κίνδυνο να θεωρηθεί ότι παρακούει διάταγμα του δικαστηρίου. 13. Ως με συμβουλεύει ο Αντρέας Γιωρκάτζης, σε περίπτωση μη έκδοσης του εξαιτούμενου διατάγματος αναστολής θα δημιουργηθούν μη ανατρέψιμες καταστάσεις και δεν θα έχει σημασία να κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο αν καλώς ή κακώς εκδόθηκε το διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αφού η πρωτόδικη απόφαση θα έχει ήδη εκτελεστεί και θα είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη η ανάκτηση του καταβληθέντος ποσού. 14. Με την αναστολή του διατάγματος η βλάβη των Εναγομένων είναι μηδενική αφού σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης θα λάβουν τα δικηγορικά τους έξοδα με τόκο μέχρι την ημερομηνία καταβολής του εν λόγω ποσού που είναι κατά πολύ μικρότερο από το ποσό των 30.000 Ευρώ της τραπεζικής εγγύησης. 15. Το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον διότι οι Εναγόμενη από ώρα σε ώρα θα λάβουν το συνταχθέν διάταγμα (drawn up order) το οποίο και θα επιδώσουν στην Eurobank Cyprus Ltd για την καταβολή του ποσού στους Εναγομένους κάτι που μπορεί να αποτραπεί αν εκδοθεί μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα . 16. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς όπως το αίτημα της Ενάγουσας και διαταχθεί η επίδοση της αίτησης, τότε η όλη διαδικασία ενδεχόμενα να καταστεί άνευ αντικειμένου αφού οι Εναγόμενοι στο μεσοδιάστημα θα επισπεύσουν την διαδικασία επίδοσης του διατάγματος (drawn up order) στην Eurobank Cyrpus Ltd, γεγονός που θα καταστήσει από μόνο του την παρούσα αίτηση άνευ αντικειμένου όπως και την έφεση που κατατέθηκε κατά της «ενδιάμεσης απόφασης» του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έτσι δεν θα υπάρχει ουσιαστικό αντίκρισμα στην έφεση. 17. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πιστεύω ειλικρινά πιστεύω ότι στην παρούσα περίπτωση είναι δίκαιο όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης προκειμένου οι Ενάγοντες να ασκήσουν το συνταγματικό δικαίωμα τους της έφεσης με αποτελεσματικότητα. 18. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω, πιστεύω και συμβουλεύομαι είναι δίκαιο και εύλογο όπως το Δικαστήριο εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αναστολής.» Οι εναγόμενοι/ καθ' ων η αίτηση 1,2,4,5 και 6 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και στη συνέχιση της ισχύος του υπό κρίση προσωρινού διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Η ένσταση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ. 1 - 4, Δ.35, θ. 18, Δ.14, θ. 2 - 5, στα άρθρα 32, 41, 47, του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), και στις συμφυείς εξουσίες, στη νομολογία και την πρακτική του δικαστηρίου. Προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: « (
  2. i)Η παρούσα αίτηση είναι γενική και αόριστη χωρίς να προσδιορίζει ποια απόφαση του Δικαστηρίου επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης αφού στις 30.04.2018 εκδόθηκαν δυο ενδιάμεσες αποφάσεις (μετά την έκδοση τελικής απόφασης). (
  3. ii)Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και/ή την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή το αιτούμενο Διάταγμα δεν ευρίσκει έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την επί του θέματος ισχύουσα νομολογία. (iii) Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή οι προβαλλόμενοι ως λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια αιτείται την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, είναι γενικοί, ασαφείς και αόριστοι και δεν ικανοποιούν τα κριτήρια και αρχές που έχουν καθιερωθεί για την έγκριση του αιτήματος της. (
  4. iv)Δεν αποδεικνύονται, ούτε συντρέχουν ικανοποιητικοί και/ή επαρκείς λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος και/ή της έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, το οποίο εκ της φύσεως του αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό της διαδικασίας, ασκούμενο με φειδώ. (
  5. v)Το ισοζύγιο της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, κλίνει υπέρ της μη συνέχισης της ισχύος του διατάγματος αναστολής και/ή της μη έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, αφού η έκδοση του πλήττει ευθέως και/ή αμέσα τα δικαιώματα των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση, ώστε να στερούνται άνευ βάσιμου λόγου τους καρπούς της επιτυχίας τους ως εκ της έκδοσης διατάγματος εκτέλεσης εις χείρας τρίτου προς είσπραξη των δικηγορικών τους εξόδων. Τουναντίον η ενάγουσα αιτήτρια ουδεμία βλάβη ή ουσιαστικό επηρεασμό των δικαιωμάτων της θα υποστεί από την μη ευόδωση της υπό κρίση Αίτησης. (
  6. vi)Η Αίτηση βασίζεται σε ανεπαρκείς και/ή λανθασμένους λόγους και/ή δεν ερείδεται επί του αναγκαίου πραγματικού και/ή νομικού υποβάθρου προκειμένου για την έκδοση των αιτούμενου Διατάγματος ούτε συντρέχουν οι λόγοι και/ή οι αναγκαίες προϋποθέσεις και/ή τα κριτήρια και/ή παράγοντες οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και/ή την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση. (vii) Η Αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική βάση και/ή η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει δεν περιέχει αποδεκτή και/ή επαρκή μαρτυρία και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία και/ή δεν δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος αναστολής και/ή η έκδοση Διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης. (viii) Η Αίτηση συνοδεύεται από αντικανονική ένορκη δήλωση και/ή γίνεται από αναρμόδιο πρόσωπο και/ή από πρόσωπο που δεν είναι σε θέση να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. (
  7. ix)Με την Αίτηση ζητείται η έκδοση Διατάγματος που συνεπάγεται την προσβολή Συνταγματικών και/ή θεμελιωδών δικαιωμάτων των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση χωρίς να συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις βάσει της οικείας νομοθεσίας και/ή νομολογίας σε σχέση με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Τουναντίον η ενάγουσα - αιτήτρια ποσώς θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ούτε καν οιαδήποτε ζημιά ή βλάβη και/ή η αιτήτρια δεν παρέθεσε οποιαδήποτε μαρτυρία για κατ' ισχυρισμό ζημία. (
  8. x)Δεν συντρέχουν υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας στην υπό κρίση περίπτωση εξαιρετικές και/ή ιδιάζουσες και/ή πολύ ειδικές περιστάσεις (special grounds) που να δικαιολογούν τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αρχή της εκτελεστότητας δικαστικής απόφασης και/ή την κατ' εξαίρεση χορήγηση αναστολής εκτέλεσης. (
  9. xi)Η αιτήτρια προωθεί την παρούσα Αίτηση καταχρηστικά και/ή κακόπιστα στοχεύοντας την παρακώλυση της διαδικασίας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και μόνο και/ή σκοπεί στο να καθυστερήσει και/ή να καταστήσει ατελέσφορη την περαιτέρω προώθηση και/ή εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης. (xii) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν αποκαλύπτει όλα τα πραγματικά περιστατικά και/ή το μονομερές διάταγμα εκδόθηκε μετά από παραπλάνηση του Δικαστηρίου και/ή της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. (xiii) Τυχόν έγκριση της Αίτησης και/ή η έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος και/ή τυχόν συνέχιση της ισχύος του διατάγματος θα αποστερήσει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, από τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση από του να δρέψουν άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας τους ως εκ της προς όφελος του έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 30.04.2018 και/ή θα απολήγει στην υποβάθμιση του κύρους των Δικαστικών αποφάσεων και/ή θα επιφέρει βλάβη στα έννομα συμφέροντα αυτών, ενώ καμία πραγματική βλάβη ούτε και υπόβαθρο τέτοιο αποκαλύπτει η ενάγουσα - αιτήτρια. (xiv) Δεν έχει καταδειχθεί επαρκής και/ή καλός λόγος ότι με την μη αναστολή της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης η καταχωρηθήσα έφεση θα χάσει το αντικείμενο της και/ή με την εκτέλεση της απόφασης η κατάσταση δεν θα είναι μη αναστρέψιμη και/ή ακόμη με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης η όποια τυχόν ζημιά ήθελε προκύψει αυτή μπορεί να υπολογιστεί και να αποτιμηθεί σε χρήμα. (
  10. xv)Η Έφεση που καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια δεν έχει οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας. (xvi) Η ενάγουσα αιτήτρια δεν έχει καταδείξει στο Δικαστήριο ότι μπορεί να παρέχει επαρκείς και αποτελεσματικές εγγυήσεις σε περίπτωση συνέχισης της ισχύος του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης και/ή της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. (xvii) Η Αιτήτρια, η οποία μάλιστα είναι αλλοδαπό νομικό πρόσωπο δεν προσφέρει οποιαδήποτε εγγύηση και/ή ασφάλεια σε περίπτωση αποτυχίας της Έφεσης της.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τίθεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο εναγόμενος 5 κ. XXXXX Φιλίππου, γνώστης όπως δηλώνει των γεγονότων της υπόθεσης και δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Για τα νομικά ζητήματα που εγείρει δηλώνει ότι έχει λάβει σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγομένων. Δηλώνει ότι διάβασε την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και διαφωνεί με αυτή η οποία περιέχει μεταξύ των άλλων ανακρίβειες και απόκρυψη της αλήθειας. Αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από τις οποίες προέκυψε η επίδικη διαφορά. Αναφέρει ότι στα πλαίσια έκδοσης μονομερώς προσωρινού διατάγματος, η ενάγουσα διατάχθηκε όπως καταθέσει στον Πρωτοκολλητή τραπεζική εγγύηση ύψους €30.000,00. Πράγματι είχε συμμορφωθεί και κατατέθηκε τραπεζική εγγύηση η οποία φέρει αριθμό LG/TS/14/xxxx της EUROΒANK CYPRUS LTD. Η αίτηση εκδικάστηκε και απορρίφθηκε με την έκδοση διαταγής για τα έξοδα σε βάρος της ενάγουσας και υπέρ των εναγομένων. Επίσης στις 11.11.2015 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 11.11.2015, διέταξε την ενάγουσα στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, να προχωρήσει με ασφάλεια εξόδων των εναγομένων ύψους €10.000,00. Καθόρισε ως χρόνο συμμόρφωσης τους περίοδο 60 ημερών από τις 11.11.2015. Επειδή δε η ενάγουσα δεν κατέθεσε το ποσό των €10.000,00 η αγωγή απορρίφθηκε στις 9.01.2016. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου της 27.01.2016, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της αγωγής. Μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος αλλά και μετά την απόρριψη της αγωγής η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία διαδικασία για ακύρωση ή επιστροφή της εγγυητικής επιστολής. Αυτό το έπραξε σχεδόν μετά από ένα χρόνο από την απόρριψη της αγωγής και αδικαιολόγητα καθυστερημένα. Η ενάγουσα καταδικάστηκε στα έξοδα της αγωγής, τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσόν των €5.212,00 με τόκο 5.5% από 15.07.2014 μέχρι 31.12.2014, πλέον τόκο 4% από 01.01.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €5.172,00. Η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει τα ως άνω έξοδα και αρνείται να τα καταβάλει. Η δικονομική της στάση, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, είναι καταχρηστική και κακόπιστη, σκοπός της είναι να αποφύγει τις υποχρεώσεις της, οι οποίες μάλιστα αναγνωρίστηκαν και με δικαστική απόφαση, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι είναι αλλοδαπή εταιρεία που δεν δραστηριοποιείται στην Κύπρο και δεν έχει οποιανδήποτε περιουσία στην Κύπρο, πλην της πιο πάνω εγγυητικής, η οποία είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου μπορούν να εκτελέσουν τη δικαστική απόφαση που εξασφάλισαν οι εναγόμενοι. Οι καθ' ων η αίτηση στις 21.07.2017 καταχώρησαν αίτηση για έκδοση διατάγματος εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα επί της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής. Η ενάγουσα πρόβαλε ένσταση και μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο με απόφαση του, ημερομηνίας 30.04.2018, έκανε δεχτή την αίτηση των εδώ καθ' ων η αίτηση και εξέδωσε διάταγμα εκτέλεσης εις χείρας τρίτου. Περαιτέρω η αιτήτρια σκόπιμα δεν έκανε αναφορά στο γεγονός ότι στις 28.12.2016 καταχώρησε αίτηση για επιστροφή της πιο πάνω εγγυητικής αλλά το Δικαστήριο, με απόφαση του επίσης με ημερομηνία 30.04.2018, απόρριψε την αίτηση της για τον λόγο ότι η εγγυητική ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της ενάγουσας επί του οποίου θα μπορούσαν οι καθ' ων η αίτηση να εκτελέσουν την δικαστική απόφαση ως προς τα επιδικασθέντα έξοδα τους. Το Δικαστήριο ανέφερε στην απόφαση του ότι σε περίπτωση που θα εγκρινόταν το αίτημα για αποδέσμευση της εν λόγω εγγυητικής, τότε θα δημιουργείτο ανεπανόρθωτη βλάβη στους εναγόμενους. Το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου, αναφέρει ο ενόρκως δηλών, καταδεικνύει τη δικονομική συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία προσπαθεί να αποφύγει να εκπληρώσει τις δικαστικές της υποχρεώσεις, όντας μια αλλοδαπή εταιρεία η οποία, πέραν της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής, δεν έχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή όφελος στην Κύπρο για να μπορέσουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση να εκτελέσουν τη δικαστική απόφαση που εξασφάλισαν ως προς τα έξοδα τους. Παρενθετικά δηλώνει ότι αξίζει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα, επιμελώς αποφεύγει να αναφέρει ότι είναι αλλοδαπή εταιρεία με έδρα της τις ΗΠΑ, και ότι δεν έχει οποιοδήποτε περιουσιακό όφελος ή στοιχείο στην Κύπρο πέραν της εν λόγω εγγυητικής επιστολής. Επιπρόσθετα η κα Μ. Σωκράτους δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι είναι σε θέση η αιτήτρια να παράσχει οποιεσδήποτε εγγυήσεις για την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης ή γενικότερα για το αν θα πληρωθούν τα δικηγορικά έξοδα των καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με δικαστική απόφαση. Περαιτέρω και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υποστηρίζει και δεν παρέχει επαρκή μαρτυρία που να καταδεικνύει την ύπαρξη εξαιρετικών λόγων, όπως επιτάσσει και η νομολογία, για την αναγκαιότητα της συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος για αναστολή της εκτέλεσης ή εν πάση περιπτώσει για έκδοση διατάγματος ως η αίτηση της. Ως εκ τούτου εκφράζει την πλήρη διαφωνία του με τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 17 και 18 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Σωκράτους που συνοδεύει την αίτηση, ως γενικά αόριστα και ανεδαφικά. Συγκεκριμένα δεν έχει παρατεθεί ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι με τη μη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος ή με την μη έκδοση διατάγματος ως η αίτηση, θα χάσει το αντικείμενο της η έφεση που ασκήθηκε από την ενάγουσα. Με άλλα λόγια και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, αν οι εναγόμενοι προβούν σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, η έφεση που ασκήθηκε από την ενάγουσα δεν θα χάσει το αντικείμενο της. Οι εναγόμενοι είναι φυσικά και νομικά πρόσωπά που ζουν, έχουν έδρα και εργάζονται στην Κύπρο. Επίσης έχουν κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης - η οποία όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του δεν έχει καθόλου ορατές πιθανότητες επιτυχίας - θα μπορεί η ενάγουσα να απαιτήσει πίσω τα όποια ποσά θα εισπράξουν οι εναγόμενοι από την πιο πάνω εγγυητική. Προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας 8 οικοπέδων τα οποία παρουσιάζουν ως συνιδιοκτήτη στο ½ μερίδιο τους τον εναγόμενο 6, περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο. Αντιθέτως είναι η ενάγουσα που θα πρέπει να παράσχει περαιτέρω εγγυήσεις για την συνέχιση της έφεσης της αφού, από τη δικονομική της συμπεριφορά αλλά ένεκα και του γεγονότος ότι είναι αλλοδαπή εταιρεία, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργήσει νέα δικαστικά έξοδα τα οποία να μην μπορούν οι εναγόμενοι να εισπράξουν, αφού η ενάγουσα αποφεύγει συστηματικά να εκπληρώσει τις δικαστικές της υποχρεώσεις. Επίσης, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, υπάρχει ακόμη ένα άλλο στοιχείο το οποίο δε δικαιολογεί τη συνέχιση του διατάγματος για αναστολή ή την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση. Συγκεκριμένα, τυχόν ποσά που θα έχουν εισπραχθεί από τους εναγομένους, δυνάμει του διατάγματος εκτέλεσης εις χείρας τρίτου, είναι ποσά τα οποία ούτως η άλλως θα πρέπει να καταβληθούν στους εναγόμενους εφόσον πρόκειται για επιδικασθέντα έξοδα τα οποία δικαιούνται και τα οποία αναγνωρίστηκαν δυνάμει δικαστικής απόφασης. Έτσι, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης της ενάγουσας, πράγμα που, επαναλαμβάνει ο ενόρκως δηλών, δεν έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας καθώς δεν θα ανατρέψει το Εφετείο την απόφαση που αφορά την επιδίκαση των δικηγορικών εξόδων υπέρ των εναγομένων αλλά αν κακώς εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα εκτέλεσης εις χείρας τρίτου. Επομένως, η εμμονή της ενάγουσας για καταχώρηση έφεσης αλλά και αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, καταδεικνύει την άρνηση και την απροθυμία αλλά και την κακοπιστία της ενάγουσας να πληρώσει τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί εις βάρος της και υπέρ των εναγομένων. Περαιτέρω και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρός λόγος επιτυχίας της έφεσης. Οι λόγοι που αναφέρονται στη παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Σωκράτους είναι γενικοί και αόριστοι και κατ' έμμεσο τρόπο καλεί το παρόν Δικαστήριο να λειτουργήσει ως αναθεωρητικό Δικαστήριο της ίδιας του της απόφασης ή ως Εφετείο. Από την άλλη, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, τυχόν συνέχιση του διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης ή έκδοσης διατάγματος ως η αίτηση θα έχει ως συνέπεια οι καθ' ων η αίτηση, ως επιτυχόντες διάδικοι, να στερηθούν των καρπών της επιτυχίας τους, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η είσπραξη των δικηγορικών τους εξόδων που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση, χωρίς να υπάρχει μια τέτοια ανάγκη στέρησης αυτού του συνταγματικού τους δικαιώματος αφού με την εκτέλεση του διατάγματος εις χείρας τρίτου δεν θα χάσει η έφεση το αντικείμενο της. Ως εκ τούτου και όπως αναφέρθηκε πιο πάνω με την συνέχιση του επίδικου διατάγματος ή την έκδοση σχετικού διατάγματος θα πληγούν τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων αφού δεν θα υπάρχει γενικά τρόπος είσπραξης των δικηγορικών τους εξόδων, με δεδομένο ότι η ενάγουσα είναι αλλοδαπή εταιρεία. Περαιτέρω ουδεμία ουσιώδη και άμεση βλάβη δεν θα υποστεί η ενάγουσα με την εκτέλεση του διατάγματος εις χείρας τρίτου, αφού όπως αναφέρθηκε πιο πάνω είναι ποσό δικηγορικών εξόδων που το οφείλει ούτως ή άλλως η ενάγουσα, δυνάμει δικαστικής απόφασης, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κα Μ. Σωκράτους που προβαίνει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση δεν παρέχει οποιανδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί για πιο λόγο προβαίνει αυτή, ως δικηγορικός υπάλληλος στη παρούσα ένορκη δήλωση και όχι κάποιος αξιωματούχος ή εκπρόσωπος της ενάγουσας. Επομένως, και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η ένορκη δήλωση της έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο και η μαρτυρία που παραθέτει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επίσης και άνευ βλάβης των πιο πάνω, εκφράζει τη διαφωνία του κατά πόσο συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος που εσκεμμένα προωθηθεί η ενάγουσα για την έκδοση μονομερούς διατάγματος αναστολής ή και την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση και συγκεκριμένα στις παραγράφους 20 και 21 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Κι αυτό για το λόγο ότι για να εκτελεστεί το διάταγμα εις χείρας τρίτου θα πρέπει πρώτα να υπολογιστούν τα δικηγορικά έξοδα που επιδίκασε το Δικαστήριο στην απόφαση του ημερομηνίας 30.04.2018 που αφορά την έκδοση διατάγματος εκτέλεσης εις χείρας τρίτου και μετά να ακολουθήσει η καταχώρηση σχετικού διατάγματος (writ). Στην παρούσα φάση, όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του, εκκρεμεί ο υπολογισμός των πιο πάνω δικηγορικών εξόδων από τον Πρωτοκολλητή. Έτσι δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η διαδικασία εκτέλεσης του διατάγματος εις χείρας τρίτου. Ακόμη, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η απόφαση του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος εις χείρας τρίτου δεν έχει δραστικό - διαπλαστικό χαρακτήρα όπου επιτάσσει άμεσα μια πράξη ή παράλειψη, η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο θα ήταν δύσκολο να επανέλθουν τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση τους, δηλαδή δεν είναι μη αναστρέψιμη κατάσταση. Περαιτέρω και μετά από σχετική νομική συμβουλή δηλώνει ότι η αίτηση είναι αόριστη και γενική με αποτέλεσμα να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Συγκεκριμένα η αίτηση δεν διευκρινίζει ποια απόφαση θέλει να τύχει αναστολής εκτέλεσης αφού για την ημερομηνία που αναφέρεται στο αιτητικό Α της αίτησης, ήτοι στις 30.04.2018, είχαν εκδοθεί δυο αποφάσεις από το Δικαστήριο που αφορούσαν την πιο πάνω αγωγή. Στην παρούσα αίτηση δεν διευκρινίζεται και δεν αναγράφεται κατά τρόπο ρητό ποιας συγκεκριμένης απόφασης επιδιώκει την αναστολή. Ως εκ τούτου αυτό συνιστά λόγο για απόρριψη της αίτησης. Τέλος, θεωρεί ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει εκείνες τις εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος ή την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση με αποτέλεσμα να καθιστά την αίτηση απορριπτέα. Με βάση τα πιο πάνω θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εις βάρος της αιτήτριας. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των πιο πάνω εκατέρωθεν ισχυρισμών όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτά κείμενα των αγορεύσεων τους όπου εκθέτουν τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και τη νομική της διάσταση με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες. Η θέση της αιτήτριας, όπως αναλύουν και εισηγούνται στην αγόρευση τους είναι ότι πληρούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντίθετη ήταν η εισήγηση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις τους και στην ανάλυση που θα ακολουθήσει, όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει παραπομπή σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στη Δ.35 θ.18 και θ.19 οι οποίοι προνοούν τα ακόλουθα: «18. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Σε μετάφραση: «18: Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. [..] «19. Wherever under these Rules an application may be made either to the Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below.» Σε μετάφραση: 19. Οποτεδήποτε μια αίτηση βασιζόμενη σ' αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρω Δικαστηρίου.» Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω υπό εξέταση θεσμού 18, μεταξύ άλλων, ότι η έφεση δεν θα ενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου. Αντίστοιχη της Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η O. 58 r.16. (η οποία στην συνέχεια αναριθμήθηκε σε O.58 r.12). Στο σχόλιο του O.58 r.12 του Annual Practice 1966, Part I, σελ. 1693 (Παράρτημα 1) αναφέρεται: "The Court does not "make a practice of depriving a successful litigant of the fruits of his litigation and locking up funds to which prima facie he is entitled" pending and appeal ...... But it has also been said that "when a party is appealing exercising his undoubted right of appeal, this Court ought to see that the appeal, if successful is not nugatory." Επίσης στο σχόλιο του O.58 r.12 του Annual Practice 1966, Part I, σελ. 1695 αναφέρεται: «Stay pending appeal to the House of Lords.- A stay will not be granted save in very exceptional circumstances, such as where execution would destroy the subject-matter of the action or deprive the appellant of the means of prosecuting the appeal.» Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων,

(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, αναφέρονται τα εξής: «H έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ' εξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης.» Στην BP Holdings Ltd και άλλος ν. Κιταλίδη και άλλων (αρ. 1),
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 υπογραμμίστηκε πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται στη βάση των πιο κάτω αρχών: (α) Ο διάδικος που επιτυγχάνει δεν πρέπει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, να στερείται των καρπών της επιτυχίας του, και (β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A Panayides Contracting Ltd,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη. Όπως λέχθηκε στις σελ. 1982 και 1983 της εν λόγω απόφασης: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες∙ ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας." Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης». Περαιτέρω, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ 1147). Ο Θ. 18 της Δ.35 έχει αναλυθεί εκτενώς από την πλούσια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην υπόθεση P & MA Restaurant Limited κ.α. ν. Eric John Wakeham
(2011)1 A.A.Δ. 1239 αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά: «Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης». Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(1991)(πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε και τα εξής: «Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης από την άλλη.» Στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas,
(2001)1 AAΔ 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας. Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ. ά. (Αρ. 1),
(1994)1 Α.Α.Δ. 287: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας θετικός αλλά οριακής σημασίας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης» (βλ. Χ" Ευαγγέλου ν. Dozami Marine Ltd κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία αποφάσεων του καθορίζει ως βασική αρχή ότι μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση μετά βεβαιότητας ως προς την επιτυχία ή την αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, δηλαδή να είναι προφανές, ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd,
(2003)1 (B) ΑΑΔ 808 και Christofi v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης,
(2010)1(Α) ΑΑΔ 655). Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αντικείμενο της αναστολής δυνάμει του θ.18 είναι η υποχρέωση ή το καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται (βλ. Λύρας Nτίνος M. κ.ά. ν. Λαϊκή Kυπριακή Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ (Aρ. 1),
(1997)1 ΑΑΔ 1384). Σχετικό προς τούτο είναι ότι το Δικαστήριο δεν έχει συμφυή (inherent) δικαιοδοσία να αναστείλει όλες τις αποφάσεις ή διατάγματα που εκδίδει (βλ. σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, παράγρ. 451 επ.). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Πατσαλοσαββής ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 45, η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή. Συνοψίζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προκύπτει ότι με την καταχώρηση έφεσης η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης δεν αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης ή ενός διατάγματος, λόγω καταχώρησης έφεσης, ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο επιτυχών διάδικος θα πρέπει να μην αποστερείται τους καρπούς της δικαστικής του επιτυχίας λόγω του γεγονότος και μόνον ότι εκκρεμεί η έφεση. Η επιτυχία ή όχι της έφεσης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την έκδοση σχετικού διατάγματος αναστολής. Η αναστολή της εκτέλεσης μιας απόφασης δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπό το πρίσμα των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, τα οποία βαρύνεται ο αιτητής για να αποδείξει. Έτσι το Δικαστήριο, στα πλαίσια αναστολής εκτέλεσης, θα πρέπει να εξισορροπήσει δυο παράγοντες: (α) τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης, ήτοι αυτή να μην καθίσταται άνευ αντικειμένου και (β) τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης. Τέλος, όταν κριθεί ότι είναι κατάλληλη η περίπτωση για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Επομένως τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης παίζουν ουσιαστικό ρόλο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Θα ξεκινήσω την ανάλυση μου και την κατάληξη μου στα ανάλογα συμπεράσματα από το ζήτημα που θέτει η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι δηλαδή δεν διευκρινίζεται ποιάς απόφασης επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης (πρώτος λόγος ένστασης). Είναι η θέση των εναγομένων/ καθ' ων η αίτηση στην παρούσα, ότι η αίτηση είναι γενική και αόριστη ως εκ του ως άνω λόγου και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφτεί ως απαράδεκτη και/ή αβάσιμη καθώς δεν συνάδει με τη Δ.48 Θ.Θ. 1 και 2 σύμφωνα με την οποία κάθε αίτηση θα πρέπει να γίνεται γραπτά και να αναφέρει τη φύση της παράκλησης που γίνεται. Κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα προς συζήτηση εφόσον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αίτηση αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Αυτό προκύπτει από τις παρ. 14 & 15 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Σωκράτους, από το γεγονός ότι αντίγραφο της ως άνω απόφασης η οποία εφεσιβλήθηκε επισυνάφθηκε στην αίτηση και ο ίδιος ο τίτλος της αίτησης περιλαμβάνει την Eurobank Cyprus Ltd ως Μεσεγγυούχου, όπως ήταν ο τίτλος της αίτησης για κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Ο μη επακριβής καθορισμός της απόφασης της οποίας επιζητείται η αναστολή στο σώμα της αίτησης, ενόψει του τυχαίου γεγονότος της έκδοσης κατά την ίδια ημερομηνία και της απόφασης για απόρριψη της αίτησης για επιστροφή της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω δεν έχει έρεισμα καθώς επιπρόσθετα η τελευταία αυτή απόφαση πρόκειται για απόφαση που δεν επιβάλλει οποιανδήποτε θετική ενέργεια για την οποία να χρειάζεται η λήψη διατάγματος αναστολής και επομένως η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να την αφορά. Κρίνω επομένως ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι γενική και αόριστη και έτσι θα προχωρήσω να την εξετάσω επί της ουσίας της. Συνοψίζοντας τώρα τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η ενάγουσα/ αιτήτρια στην παρούσα καταχώρησε την αγωγή της μαζί με αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο είχε εκδώσει αρχικά μονομερώς το προσωρινό διάταγμα το οποίο θα συντασσόταν αφού προηγουμένως η ενάγουσα και/ή εκ μέρους αυτής και/ή για λογαριασμό της κατάθετε τραπεζική εγγύηση ύψους €30.000,00 (βλ. το σχετικό διάταγμα στο φάκελο της υπόθεσης). Αυτό και έγινε με την επίδικη τραπεζική εγγύηση. Η αίτηση για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων στη συνέχεια απορρίφθηκε με έξοδα. Η ενάγουσα στη συνέχεια είχε διαταχθεί να καταχωρήσει ασφάλεια εξόδων, ως το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.11.2015 κάτι το οποίο δεν έπραξε, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με την οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή με έξοδα υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο όπως και έγινε με επιδικασθέν ποσόν εξόδων αυτό των €5.212,00 με τόκο 5.5% από 15.07.2014 μέχρι 31.12.2014, πλέον τόκο 4% από 01.01.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €5.172,00. Παραμένει αναμφισβήτητο γεγονός ότι τα πιο πάνω έξοδα η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν τα έχει καταβάλει. Δεν αμφισβητείται επίσης το γεγονός ότι μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος αλλά και μετά την απόρριψη της αγωγής η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία διαδικασία για ακύρωση ή επιστροφή της εγγυητικής επιστολής. Αυτό το έπραξε με μεγάλη καθυστέρηση και μετά την πάροδο ενός χρόνου από την απόρριψη της αγωγής με αίτηση της η οποία και πάλι απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Από την άλλη, οι εναγόμενοι, όπως φαίνεται και από την ένορκη δήλωση του κ. Α. Φιλίππου οι εναγόμενοι είναι νομικά και φυσικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται, διαμένουν και έχουν την έδρα τους στην Κύπρο με κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία (Τεκμ. 1) της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Φιλίππου, το οποίο αφορά δέσμη τίτλων ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του εναγόμενου 6, των οποίων η εκτιμημένη αξία ως εμφαίνεται επί των πιστοποιητικών εγγραφής των δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι υπερκαλύπτει τα οποιαδήποτε έξοδα ήθελαν επιδικαστεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Το ζήτημα που θέτει η πλευρά της αιτήτριας μέσω των δικηγόρων της στην αγόρευση τους αν αυτά είναι ελεύθερα εμπράγματων βαρών δεν εξετάζεται καθώς αν είχαν τέτοιον ενδοιασμό όφειλαν να είχαν αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα πάνω σε αυτό το ζήτημα κάτι που δεν έπραξαν. Επομένως, από την όλη μαρτυρία που έχει το Δικαστήριο ενώπιον του, οι εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και με ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημία θα προκληθεί στην ενάγουσα αλλά και το βασικό που απαιτεί και η νομολογία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι ούτε η έφεση, με την εκτέλεση του διατάγματος εις χείρας τρίτου, εφόσον δεν θα οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη κατάσταση δεν θα χάσει το αντικείμενο της. Επίσης ο χρόνος διάρκειας και εκδίκασης της έφεσης δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια, αυτό δε που είναι σίγουρο είναι το μεγάλο χρονικό διάστημα που θα λάβει χώρα μέχρι την εκδίκαση της, πράγμα που δεν δικαιολογεί την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος και τη στέρηση έτσι των εναγόμενων από το δικαίωμα τους να απολαύσουν τους καρπούς της δικαστικής τους επιτυχίας με την επιδίκαση γι' αυτούς των δικαστικών εξόδων που είχαν προκληθεί εξ αιτίας της στάσης της αιτήτριας. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση καταλογίζει στην αιτήτρια καταχρηστική και κακόπιστη στάση αφού αποβλέπει με τα δικονομικά μέτρα που λαμβάνει να αποφύγει τις υποχρεώσεις της και την καταβολή των εξόδων στους καθ' ων η αίτηση όπως αυτά τους επιδικάστηκαν. Και αυτά καθώς η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει αν διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο πλην της πιο πάνω εγγυητικής, η οποία είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου μπορούν να εκτελέσουν τη δικαστική απόφαση οι εναγόμενοι. Δεν θα συμφωνήσω με την πλευρά των ευπαιδεύτων συνηγόρων της αιτήτριας ότι το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας ή της κακόπιστης στάσης της έγκειται στο κατά πόσο η αίτηση είναι το ορθό δικονομικό διάβημα ή όχι, υποστηρίζοντας ότι ενήργησαν δικονομικά ορθά. Το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί επί της ουσίας του, για το τι δηλαδή επιδιώκει ουσιαστικά η πλευρά της αιτήτριας και ως προς αυτό κρίνω ότι πράγματι αυτό, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κακόπιστη εφόσον αποσκοπεί στο να μην μπορέσουν οι καθ' ων η αίτηση, ελλείψει άλλου περιουσιακού στοιχείου της ενάγουσας στην Κύπρο, να εισπράξουν τα επιδικασθέντα σε αυτούς έξοδα στα οποία αποσκοπούσε μεταξύ άλλων και η εγγυητική επιστολή την οποία παρέσχαν προς αυτόν τον σκοπό. Το αίτημα όμως χαρακτηρίζεται και ως καταχρηστικό ενόψει των προηγούμενων αποφάσεων του Δικαστηρίου, όπου με τη μία απέρριψε το αίτημα της να της επιστραφεί η εγγυητική επιστολή και με την άλλη να επιτρέψει την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Η πιο πάνω εγγυητική επιστολή που κατατέθηκε στα πλαίσια του προσωρινού διατάγματος, τέθηκε για λογαριασμό και προς όφελος της ενάγουσας με αποτέλεσμα αυτή να έχει και άμεσο συμφέρον επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Αυτό φαίνεται στην αίτηση που καταχώρησε η ενάγουσα ημερομηνίας 28.12.2016 για έκδοση διατάγματος και αποδέσμευσης της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής. Αυτό άλλωστε έκρινε και το Δικαστήριο στην απόφαση του ημερομηνίας 30.04.2018 στην οποία αποφάσισε ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εις χείρας τρίτου. Η ενάγουσα δεν άσκησε έφεση επί της δικαστικής απόφασης που αφορούσε τα έξοδα των εναγομένων με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί τελεσίδικη. Ούτε βέβαια η ενάγουσα έδειξε οποιαδήποτε διάθεση να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα, τουναντίον προσπαθεί να αποφύγει αυτή της την υποχρέωση και προβάλλει εμπόδια, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι είναι αλλοδαπή εταιρεία που δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο, πλην της συγκεκριμένης εγγυητικής. Σχετικά προς τα πιο πάνω αντλώ καθοδήγηση από την πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση Μιχάλη Παπαπέτρου ν. Λάζαρου Μαύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 477/07, ημερομηνίας 17 Απριλίου 2012 της Λ. Καουτζάνη Α.Ε.Δ., της οποίας τα γεγονότα προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι ζητούσαν την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης εντάλματος εκποίησης κινητών εκκρεμούσης έφεσης επί πρωτόδικης απόφασης, η οποία επιδίκαζε στο ενάγοντα το ποσό των €20.000,00 ως αποζημίωση. Οι εναγόμενοι δεν είχαν καταδείξει εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης, ούτε παρέθεσαν μαρτυρία ότι είναι φερέγγυα πρόσωπα. Αντιθέτως ο ενάγων κατέδειξε ότι είναι φερέγγυο άτομο και ότι η εκτέλεση του διατάγματος εκποίησης κινητών δεν θα αποστερούσε από τους εναγόμενους το δικαίωμα της έφεσης ούτε αυτή θα έχανε το σκοπό της και την αξία της. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Ως προς τη θέση του συνηγόρου των αιτητών - εναγόμενων ότι αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αν δεν διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα, πρέπει να λεχθεί ότι οι αιτητές δεν επικαλούνται αφενός ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι αφερέγγυος (βλ. Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ (πιο πάνω) και αφετέρου ότι οι αιτητές είναι σε αδυναμία να πληρώσουν τα επιδικασθέντα εναντίον τους, τόσο το ποσό της απόφασης πλέον τόκους όσο και τα έξοδα, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Βογιαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Β) ΑΑΔ 591, οι οικονομικές δυσχέρειες του αιτητή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για την χορήγηση αναστολής. Επιπρόσθετα υπέρ της απόρριψης της αίτησης συνηγορεί και το γεγονός ότι οι αιτητές-εναγόμενοι δεν φαίνεται να προσφέρουν οποιανδήποτε μορφή εγγύησης προς εξασφάλιση του λαβείν του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης υπό όρους (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (πιο πάνω)). Αντισταθμίζοντας το δικαίωμα του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του με αυτό του αποτυχόντος, που έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση προσδοκώντας την επιτυχία αυτής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται ότι υπερτερεί αυτό του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τους αιτητές-εναγόμενους μέσω του συνηγόρου τους όπως ήδη αναλύθηκε πιο πάνω δεν δικαιολογούν το αίτημα τους. Όπως ορθά προεβλήθη εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα, η παρούσα αίτηση μόνο καθυστέρηση στα μέτρα εκτέλεσης που έχει λάβει ο ενάγων επιφέρει με στόχο να τον αποστερήσει από τα εκ της αποφάσεως απορρέοντα οφέλη. Ενόψει των προαναφερθέντων θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκαν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή ούτε και συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση εκείνοι οι παράγοντες που δικαιολογούν εν τέλει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών - εναγόμενων». Διαφορετικά ασφαλώς θα αντιμετωπιζόταν το ζήτημα αν η φύση του διατάγματος ήταν διαπλαστικού χαρακτήρα και υποχρέωνε την ενάγουσα σε μια πράξη ή παράλειψη, η οποία θα έφερνε άμεσα έννομα αποτελέσματα. Τέτοια περίπτωση θα ήταν π.χ. η επιστροφή κινητού πράγματος, η εκκένωση υποστατικού με σκοπό την κατεδάφιση του ή την αναστολή λειτουργιών μιας εμπορικής επιχείρησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις ίσως να δικαιολογείτο υπό ορισμένες προϋποθέσεις η αναστολή εκτέλεσης για τον λόγο ότι αν εκτελείτο η απόφαση (π.χ. αποβολή από υποστατικό και κατεδάφιση του) τότε η έφεση θα έχανε την σημασία και την αξία της (βλ. σχετικά υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου πιο πάνω). Ένα τέτοιο ενδεχόμενο όμως δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις που απαιτεί η νομολογία για την έκδοση σχετικού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαίο και/ή να μην δικαιολογείται η αποστέρηση από τους εναγομένους των καρπών της δικαστικής τους επιτυχίας. Άλλωστε, όπως αναφέρεται και σε σχετικά συγγράμματα το Δικαστήριο δεν έχει συμφυή (inherent) δικαιοδοσία να αναστείλει όλες τις αποφάσεις ή διατάγματα που εκδίδει (βλ. σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, παρ. 451 επ.) Το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα αναστολής δεν εμποδίζεται, σύμφωνα με τη νομολογία μας, να αναθεωρήσει την αρχική του απόφαση και να το ακυρώσει. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με την εκτέλεση του διατάγματος εις χείρας τρίτου θα καταστεί άνευ αντικειμένου η έφεση της. Οι καθ' ων η αίτηση αντιτείνουν ότι αδυνατούν να αντιληφθούν πως με την εκτέλεση του διατάγματος εις χείρας τρίτου η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Το οφειλόμενο ποσό που πρέπει να καταβάλει η ενάγουσα είναι δικηγορικά έξοδα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί με έφεση και τα οποία θα πρέπει να πληρωθούν ούτως ή άλλως. Επομένως, αν εκτελεστεί το ένταλμα και εισπραχθούν τα δικαστικά έξοδα η έφεση δεν θα χάσει το αντικείμενο και το σκοπό της. Αν η έφεση επιτύχει θα μπορεί η αιτήτρια να αξιώσει επιστροφή του καταβληθέντος ποσού από τους εναγόμενους οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας που μπορεί να καλύψει την όποια δικαστική δαπάνη στην οποία ήθελε καταδικασθεί όπως καταβάλουν στην αιτήτρια. Ως εκ τούτου δεν έχουν καταδειχθεί οι εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτεί η νομολογία για την έκδοση διατάγματος αναστολής (βλ. "Ευαγγέλου ν. Dozami Marine Ltd κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία, το ζήτημα της επιτυχίας ή της αποτυχίας της έφεσης δεν είναι παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο και/ή εξετάζεται εντελώς οριακά (βλ. ABP Holdings Ltd) ( πιο πάνω). Περαιτέρω παρατηρείται και μια ακόμη αντίφαση σε σχέση με τα επιχειρήματα που προβάλλει η αιτήτρια. Συγκεκριμένα στους λόγους έφεσης της ενάγουσας στην απόφαση του Δικαστηρίου για διάταγμα εκτέλεσης εις χείρας τρίτου, επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα δεν είναι ο δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής και/ή ότι δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον επ' αυτού και ως εκ τούτου, κατά την ενάγουσα, έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. 1ος λόγος έφεσης). Από την άλλη όμως στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της για αναστολή εκτέλεσης και συγκεκριμένα στη παράγραφο 19 αναφέρεται ότι σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης οι εναγόμενοι θα λάβουν τα δικηγορικά τους έξοδα από την εν λόγω εγγυητική. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία των εκατέρωθεν δικαιωμάτων μεταξύ αυτών και η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και ειδικά στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο της εναγομένης είναι η εγγυητική επιστολή. Όπως φάνηκε από τη μαρτυρία μόνο δια μέσου αυτής μπορούν να καταβληθούν τα δικηγορικά έξοδα στους εναγομένους. Η κα Μ. Σωκράτους στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για αναστολή, αναφέρει στην παράγραφο 10 ότι η απόφαση του Δικαστηρίου για μη επιστροφή της εγγυητικής θα καταστεί αντικείμενο ξεχωριστής έφεσης. Έτσι σε περίπτωση αναστολής της εκτέλεσης του διατάγματος εις χείρας τρίτου υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων καθώς σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης που προτίθεται να ασκήσει η ενάγουσα επί της απορριπτικής απόφασης για την επιστροφή της εγγυητικής αλλά και με την έκδοση του διατάγματος αναστολής, η ενάγουσα θα αποσύρει την εγγυητική από την Τράπεζα με αποτέλεσμα το διάταγμα για εκτέλεση εις χείρας τρίτου να παραμένει άνευ αντικειμένου και να μην μπορεί να εκτελεστεί, ασχέτως αν η έφεση της ενάγουσας επί της απόφασης για εκτέλεση εις χείρας τρίτου αποτύχει. Ας μη διαφεύγει της προσοχής, όπως τόνισα και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 30.04.18, ότι η αιτήτρια είχε δεσμευτεί με την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων στις 9.05.2014 με τραπεζική εγγυητική επιστολή ύψους €30.000,00 για κάλυψη οποιωνδήποτε ζημιών ή εξόδων που ήθελαν προκληθεί στους καθ' ων η αίτηση σε εκείνη την αίτηση των εναγομένων 1,2 και
  1. Η ως άνω τραπεζική εγγυητική επιστολή, όπως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω διάταγμα, θα μπορούσε να είχε κατατεθεί και εκ μέρους της όπως και έγινε. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι καμία προϋπόθεση δεν δικαιολογείται για την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος εις χείρας τρίτου που αποσκοπεί την εκπλήρωση της πιο πάνω υποχρέωσης που είχε αναλάβει η αιτήτρια κατόπιν σχετικών οδηγιών από το Δικαστήριο, ούτε βέβαια δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του ήδη εκδοθέντος διατάγματος. Τα ως άνω απαντούν και στην επιχειρηματολογία της κας Μ. Σωκράτους, υποστηρίζοντας την αίτηση, ότι δήθεν το ποσό που είναι δεσμευμένο στην τράπεζα ανήκει στην I.S.B. Management Ltd (βλ. πιο πάνω σελ. 3 την παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Σωκράτους). Αυτή είχε δώσει εντολή για τραπεζική εγγύηση με σκοπό να συνταχθούν τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα που είχε αιτηθεί και πέτυχε η εδώ αιτήτρια προς όφελος της οποίας και ενεργούσε και επομένως δεν υπάρχει καμιά παρερμηνεία για τον ρόλο καθενός στην απόφαση του Δικαστηρίου της 30.04.
  2. Το ζήτημα δε δεν έγκειται στο κατά πόσο οι εναγόμενοι υπέστησαν οποιανδήποτε ζημιά συνεπεία της έκδοσης των εν λόγω προσωρινών διαταγμάτων - κάτι που δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας (βλ. πιο πάνω σελ. 4 παρ. 4 της ένορκης δήλωσης της κας Μ.Σωκράτους) αλλά ότι αυτοί συνεπεία της στάσης της αιτήτριας υπέστησαν έξοδα και δαπάνες τις οποίες και τους επεδίκασε το Δικαστήριο και τα οποία δικαιούνται να αξιώνουν ως τέτοια από την τραπεζική εγγύηση η οποία ασφαλώς και δόθηκε γι΄αυτόν τον σκοπό ανεξάρτητα από ποιόν δόθηκε και προς όφελος ποιού είχε δοθεί. Επομένως δεν με βρίσκει σύμφωνο και η επιχειρηματολογία της παρ. 4 της ίδιας ως άνω δήλωσης. Ούτε επίσης η επιχειρηματολογία της των παρ. 12 & 13 καθώς κατά την αντίληψη μου ανεπανόρθωτη ζημιά είναι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση που θα υποστούν αν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα αναστολής και υπενθυμίζω ότι μιλάμε για επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα. Αξίζει να σημειωθεί και κάτι άλλο σχετικό. Με την εκτέλεση του διατάγματος εις χείρας τρίτου οι εναγόμενοι θα εισπράξουν τα δικηγορικά τους έξοδα, τα οποία ούτως ή άλλως τα οφείλει η αιτήτρια προς αυτούς αφού έχουν αναγνωριστεί δυνάμει δικαστικής απόφασης. Έτσι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης της ενάγουσας δεν θα ανατρέψει το Εφετείο την απόφαση που αφορά την επιδίκαση των δικηγορικών εξόδων υπέρ των εναγομένων αλλά αν κακώς εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα εκτέλεσης εις χείρας τρίτου. Επομένως η εμμονή της ενάγουσας/ αιτήτριας για καταχώρηση έφεσης αλλά και αναστολής εκτέλεσης της απόφασης καταδεικνύει την άρνηση και την απροθυμία αλλά και την κακοπιστία της ως προς την υποχρέωση της να πληρώσει τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί εις βάρος της και υπέρ των εναγομένων. Η ενάγουσα αρνήθηκε - και μέχρι σήμερα αρνείται να το πράξει - να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι είναι αλλοδαπή εταιρεία, χωρίς περιουσία πλην της συγκεκριμένης εγγυητικής. Με άλλα λόγια η ενάγουσα χρησιμοποίησε τα Κυπριακά Δικαστήρια, ξόδεψε χρόνο και προκάλεσε επιπρόσθετα έξοδα για να αποφύγει ουσιαστικά την υποχρέωση της που προήλθε μετά από δικαστική απόφαση. Οι εναγόμενοι/ καθ' ων η αίτηση στην παρούσα, πράττοντας το αυτονόητο, επιδίωξαν να εισπράξουν τα δικηγορικά τους έξοδα επί της συγκεκριμένης εγγυητικής δια του μέτρου εκτέλεσης εις χείρας τρίτου, πράγμα που πέτυχαν μετά από ακροαματική διαδικασία. Τώρα η ενάγουσα, κατά παράβαση της φυσικής δικαιοσύνης, προβάλλει νέα δικονομικά εμπόδια για την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου αφού πεισματικά αρνείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, οι οποίες αναγνωρίστηκαν με δικαστική απόφαση. Η όλη της συμπεριφορά, εκτός από καταχρηστική και κακόπιστη, θα έλεγα δε ότι ακόμα μπορεί να αναχθεί και σε περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών και αυτής τούτης της Δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα των ως άνω η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση μονομερώς διατάγματος αναστολής προσερχόμενη στο Δικαστήριο όπως κρίνω κακόπιστα και/ή χωρίς καθαρά χέρια αφού απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο όπως ότι έχει διακόψει τις εργασίες της, έχει αποδεσμεύσει τους υπαλλήλους και τους συνεργάτες της και ότι δεν έχει οποιαδήποτε έσοδα (βλ. Τεκμ. 2 παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Φιλίππου). Αυτό δεν θα ήταν δυνατόν να είχε εντοπισθεί από το Δικαστήριο ανατρέχοντας στις προηγούμενες διαδικασίες εντός του ίδιου φακέλου του Δικαστηρίου αν δεν είχαν επισημανθεί στο Δικαστήριο, όταν τέθηκε η αίτηση ενώπιον του μονομερώς, ως είχε υποχρέωση η αιτήτρια να κάνει. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι αυτό συνιστά έναν επιπλέον αλλά και αυτοτελή λόγο ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος αναστολής αλλά και της απόρριψης της αίτησης. Τέλος, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις τις οποίες απαιτεί η νομολογία και οι οποίες να δικαιολογούν τη στέρηση από τους εναγόμενους της απόλαυσης των καρπών της δικαστικής τους επιτυχίας και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η συνέχιση του διατάγματος και/ή η έκδοση διατάγματος ως η αίτηση. Στη στάθμιση μεταξύ των δυο αρχών, ήτοι της απόλαυσης των καρπών της δικαστικής επιτυχίας από την μια και της όποιας τύχης θα έχει η έφεση από την άλλη, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένη υπόθεσης, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του δικαιώματος των εναγόμενων/ καθ' ων η αίτηση στην παρούσα για την απόλαυση των καρπών της δικαστικής τους επιτυχίας. Επομένως, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και/ή ως αβάσιμη και/ ή ως καταχρηστική και εν πάση περιπτώσει ως μη πληρούσα τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Το προσωρινά εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν βλέπω τον λόγο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος. Επομένως επιδικάζονται έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και σε βάρος της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.