Fintailor Investments Limited ν. Promsvyazbank PJSC, Αγωγή αρ.: 200/2018, 20/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 200/2018 Μεταξύ: Fintailor Investments Limited, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και Promsvyazbank PJSC. δια του υποκαταστήματος της στην Κύπρο, από τη Λεμεσό Εναγόμενης -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.1.2018 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Λούκας Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (Για να ακούσει απόφαση o κ. Γιάννης Θεοτή) Για την εναγόμενη - καθ' ης η Aίτηση: κα Ελίνα Σκούλλου για Μ. ECONOMIDES KRANOS & CO. LLC (Για να ακούσει απόφαση η ίδια) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρίστηκε στις 26.1.2018 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο), η ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική δήλωση πως είναι δικαιούχος των χρηματικών ποσών που είναι κατατεθειμένα σε συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς (παρατίθενται οι αριθμοί των λογαριασμών και το νόμισμα ενός εκάστου), στην εναγόμενη Τράπεζα. Αξιώνει επίσης Γενικές Αποζημιώσεις για ζημιά που προκλήθηκε ή θα προκληθεί στο μέλλον, συνεπεία παράβασης συμφωνίας (συνίσταται στην άρνηση της εναγόμενης να εκτελέσει γραπτές εντολές που δόθηκαν στις 12.1.2018, για πληρωμές και/ή μεταφορές χρημάτων από λογαριασμούς της ενάγουσας, σε άλλους λογαριασμούς της ιδίας ή πελατών της), μεταξύ της εναγόμενης και της ιδίας, καθώς επίσης και παράβασης των γενικών όρων και προϋποθέσεων που διέπουν την λειτουργία της εναγόμενης στην Κύπρο, συνακόλουθα δε την παραβίαση της σχέσης της με την ενάγουσα. Στη βάση της υπό κρίση Αίτησης που καταχωρίστηκε αυθημερόν με την καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος, εκδόθηκε στις 30.1.2018, μονομερώς, Διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται η εναγόμενη: (α) να μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας ή διαθέσει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιτρέψει την επιβάρυνση, διαχείριση ή ελάττωση της αξίας ή των ποσών που είναι κατατεθειμένα ή πιστωμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας με την εναγομένη (παρατίθενται οι αριθμοί των Λογαριασμών και το νόμισμα ενός εκάστου), εκτός σε συμμόρφωση με γραπτή συγκατάθεση ή μελλοντικές οδηγίες της ενάγουσας, μέχρι πέρατος της διαδικασίας και/ή νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου και (β) να μεταφέρει και/ή αποσύρει και/ή επιβαρύνει τα ποσά που βρίσκονται πιστωμένα στους δικούς της ανταποκριτές τραπεζικούς λογαριασμούς (corresponding bank accounts) που περιγράφονται σε πίνακα που παρατίθεται, με τρόπο ώστε να διατηρείται στους εν λόγω λογαριασμούς ποσό τουλάχιστον USD$251.000.000 ή το ισάξιο σε άλλο ξένο συνάλλαγμα, μέχρι πέρατος της διαδικασίας και/ή νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρο 32, στο Κοινοδίκαιο, στους κανόνες της επιείκειας και στις σύμφυτες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Blokhin, εργοδοτούμενου στην ενάγουσα, ως ο επικεφαλής χειρισμού του «Τμήματος Λογαριασμών» (τα καθήκοντα του είναι η εκτέλεση συναλλαγών για τον ίδιο λογαριασμό και διευθετήσεις για την διαχείριση των χρηματοοικονομικών εργαλείων της ενάγουσας). Ο ομνύων, ως προς την ταυτότητα των διαδίκων, αναφέρει τα εξής: Η ενάγουσα είναι εταιρεία παρέχουσα επενδυτικές υπηρεσίες (ΚΕΠΕΥ), που λειτουργεί κατόπιν άδειας (Αρ Αδείας 133/11) που εδόθη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, προσφέρουσα ένα ευρύ φάσμα διασυνοριακών επενδυτικών υπηρεσιών στις τραπεζικές αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εναγόμενη είναι η Ρωσική Εταιρεία Promsvyazbank PJSC (στη συνέχεια «η Τράπεζα»), η οποία προσφέρει τραπεζικές υπηρεσίες στην Κύπρο, κατόπιν άδειας που της εδόθη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, μέσω υποκαταστήματος (στη συνέχεια «η PSB») που διατηρεί, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στην Κυπριακή Δημοκρατία (με αρ. ΗΕ 1593). Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 28.3.2013, η ενάγουσα άνοιξε οκτώ
(8)λογαριασμούς (παρατίθενται οι αριθμοί ενός εκάστου) στην PSB, σε διάφορα συναλλάγματα (Ευρώ, Δολάριο Αμερικής, Στερλίνες και Ρωσικό Ρούβλι). Την ίδια ημέρα η ενάγουσα και η Τράπεζα, ενεργώντας μέσω της PSB, υπέγραψαν συμφωνία, η οποία ρυθμίζει τις μεταξύ τους σχέσεις. Σύμφωνα με αυτή, όλες οι διαφωνίες υπόκειντο στην δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων. Στις 2.11.2015 η PSB ενημέρωσε την ενάγουσα για τους «αναθεωρημένους όρους της εφαρμόσιμης επιχείρησης», σύμφωνα με τους οποίους, δικαιοδοσία για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στις 15.12.2015 η Τράπεζα τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης στην Ρωσία, «κάτω από περιστάσεις που η PSB ποτέ δεν ξεκαθάρισε στην ενάγουσα». Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της πως η Τράπεζα ήταν υπό καθεστώς εξυγίανσης, ήταν όμως ξεκάθαρο πως η άδεια της PSB να προβαίνει σε συναλλαγές σε σχέση με την επιχείρηση της, δεν περιορίστηκε. Μετά τις 15.12.2017 εφαρμόστηκαν από την Τράπεζα «περαιτέρω μέτρα». Ειδικότερα η PSB απέστειλε στους πελάτες της (μέσω της PSB on-line) δύο μηνύματα, ημερομηνίας 18.12.2017 και 20.12.2017, όσον αφορά τις συναλλαγές, σύμφωνα με τα οποία: (α) θα πρέπει να δίδονται «υποστηρικτικά έγγραφα που να αποδεικνύουν τον οικονομικό σκοπό όλων των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω των τρεχούμενων λογαριασμών» και (β) «οι διαταγές πληρωμής υπό την μορφή μεταφοράς χρημάτων δεν θα γίνονται δεκτές για εκτέλεση, εκτός εάν παρασχεθεί σωστό υποστηρικτικό έγγραφο/υλικό που να αναφέρει/διευκρινίζει τον προορισμό των χρημάτων, μετά που θα πιστωθούν στους λογαριασμούς τρίτης τράπεζας». Στις 21.12.2017, η ενάγουσα, κατόπιν οδηγιών δικών της πελατών, έδωσε οδηγίες στην PSB μέσω συγκεκριμένων τραπεζικών παραγγελιών (swift) να εκτελέσει πέντε
(5)συναλλαγές. Συγκεκριμένα ζητήθηκε η μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό της ενάγουσας (ειδικότερα από λογαριασμούς πελατών της), σε συγκεκριμένες εταιρείες (οι εν λόγω οδηγίες θα αναφέρονται στη συνέχεια ως «οι συναλλαγές προς όφελος τρίτων»). Χωρίς καμμιά δικαιολογία και κατά παράβαση των γενικών όρων, η PSB δεν εκτέλεσε τις οδηγίες, παρά την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς από τους οποίους θα γίνονταν οι μεταφορές των χρημάτων. Λόγω της άρνησης της PSB να εκτελέσει τις συγκεκριμένες οδηγίες, η ενάγουσα, σε μεταγενέστερο στάδιο, με μήνυμα της ημερομηνίας 27.12.2017, τις απέσυρε. Η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της, ζήτησε με επιστολή των τελευταίων ημερομηνίας 9.1.2018, εξηγήσεις για τον λόγο που οι τραπεζικές εντολές σχετικά με τις συναλλαγές προς όφελος τρίτων, δεν εκτελέστηκαν. Ζητήθηκε επίσης από την PSB να επιβεβαιώσει ότι τα ποσά που κρατούνται από την ίδια, είναι ελεύθερα να μεταφερθούν σ' άλλο τραπεζικό ίδρυμα που η ενάγουσα υπέδειξε. Η PSB απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 10.1.2018, πως αφ' ης στιγμής οι εν λόγω οδηγίες ακυρώθηκαν, δεν ετίθετο θέμα και επίσης πως τα χρήματα για τις συγκεκριμένες συναλλαγές επεστράφησαν την ίδια μέρα (10.1.2018) στον λογαριασμό της ενάγουσας. Η ενάγουσα στις 11.1.2018 και 12.1.2018 επανήλθε με νέες οδηγίες προς την PSB για μεταφορά κεφαλαίων από τους λογαριασμούς της. Συγκεκριμένα ζήτησε την διεξαγωγή εννέα
(9)τραπεζικών συναλλαγών. Η PSB ζήτησε διάφορα έγγραφα και πληροφορίες, τα οποία ήσαν «ασύμβατα» με ό,τι συνήθως ζητούσε για διεκπεραίωση συναλλαγών προς όφελος τρίτων. Στις 17.1.2018, η ενάγουσα με ηλεκτρονικό μήνυμα της (email), προς την PSB, εξέφρασε την διαφωνία της για τις απαιτήσεις της τελευταίας και έδωσε χρονικό περιθώριο μέχρι τις 12.00 η ώρα της 18.1.2018, για να διεκπεραιωθούν οι συναλλαγές, πλην όμως η PSB παρέλειψε να συμμορφωθεί. Είναι η θέση του ομνύοντα πως η PSB προσπαθεί να «βρει τρόπους» ώστε να μην εκτελεστούν οι οδηγίες της ενάγουσας, με στόχο την διαφύλαξη των συμφερόντων της Τράπεζας στη Ρωσία, παρά το ότι η ενάγουσα διατηρούσε τους λογαριασμούς της, όχι με την Ρωσική Τράπεζα αλλά με την PSB. Είναι γι' αυτό τον λόγο που ζητήθηκε το διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων και συγκεκριμένα των ποσών που είναι κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας, που «κρατούνται» στους συγκεκριμένους λογαριασμούς (αναφέρονται στην Αίτηση και στην Ένορκη Δήλωση). Πρόσθεσε επίσης πως η πιθανότητα να χάσει η ενάγουσα τα κεφάλαια της στους λογαριασμούς είναι πολύ μεγάλη, καθότι η PSB σκόπιμα αποφεύγει να εκτελέσει «νόμιμες οδηγίες για πληρωμή», για να δώσει χρόνο στον διαχειριστή της Τράπεζας, η οποία βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης, να αναλάβει τους λογαριασμούς και τα κεφάλαια αυτών. Η εναγόμενη ήγειρε Ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας εικοσιένα
(21)λόγους, προεξάρχοντος του λόγου πως τα κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας. Είναι περαιτέρω η θέση της πως η καταχώριση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού αγωγές βασιζόμενες σε «ανάλογα και/ή όμοια και/ή σχετικά γεγονότα» έχουν κινηθεί στην Ρωσία από την ίδια εναντίον της ενάγουσας. Η εναγόμενη διατείνεται πως στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό Α40-14824/18-158-90 που καταχώρισε η ίδια εναντίον της ενάγουσας, Ρωσικό Δικαστήριο κατόπιν αιτήματος της, έκδωσε στις 31.1.2018 προσωρινό διάταγμα με το οποίο παγοποιήθηκε και δεσμεύτηκε από τους λογαριασμούς της ενάγουσας, χρηματικό ποσό που υπερβαίνει τα 60,8 δις Ρούβλια (865 εκατομμύρια Ευρώ περίπου). Πρόκειται για τους ίδιους λογαριασμούς, οι οποίοι δεσμεύτηκαν με το Διάταγμα της 30.1.
- Προβάλλει επίσης πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις ώστε να οριστικοποιηθούν τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Τέλος υποστηρίζει πως η ενάγουσα απέκρυψε «ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα». Η προρηθείσα Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Dubrovin, ημερομηνίας 20.2.
- Ο XXXXX Dubrovin, μέλος της «προσωρινούς διοικήσεως» της Τράπεζας (είναι το μοναδικό εκτελεστικό όργανο διορισθέν με διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας) επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Είναι η θέση του πως η καταχώριση της αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθότι η Τράπεζα προχώρησε σε καταχώριση αγωγών εναντίον της ενάγουσας σε δικαστήριο στη Ρωσία, βασιζόμενη σε «ανάλογα, όμοια και σχετικά γεγονότα». Παραδέχεται πως η τράπεζα υπέγραψε συμφωνίες παροχής τραπεζικών υπηρεσιών προς την ενάγουσα, διατείνεται όμως πως η τελευταία δεν απεκάλυψε πως στο προοίμιο των «Γενικών Όρων και Προϋποθέσεων», καταγράφεται πως οι εν λόγω όροι θα τροποποιούνται κατά διαστήματα και πως το περιεχόμενο τους δεν θα εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ειδικών τύπων λογαριασμών (όπως οι επίδικοι) οι οποίοι θα ρυθμίζονται από «ξέχωρους» κανονισμούς της Τράπεζας. Προβάλλει πως αντίθετα με ό,τι η ενάγουσα διατείνεται, η Τράπεζα ενημέρωσε την πρώτη για την «νέα τάξη πραγμάτων», που επήλθε συνεπεία του «νέου καθεστώτος Προσωρινούς Διοίκησης». Κατά τον ομνύοντα, ο XXXXX Blokhin «προσπάθησε να σκιαγραφήσει» την παρούσα τάξη πραγμάτων ως αρνητική και να δημιουργήσει για την Τράπεζα την «εικόνα ενός αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος στα όρια πτώχευσης και διάλυσης», εικόνα που δεν ισχύει στην πραγματικότητα, αφού σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση της νομοθεσίας περί πτώχευσης που ισχύει στη Ρωσία, "η χρηματοοικονομική αποκατάσταση της τράπεζας μπορεί να λάβει χώρα με κεφάλαια του Ταμείου Ενοποίησης Τραπεζών (Fond Konsolidatsii Bankovskogo Sektora)". Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης ο Dubrovin αναφέρει πως η ενάγουσα προώθησε οδηγίες για πληρωμές μέσω "SWIFT" στις 21.12.2017 και ώρα Κύπρου 19:04, μετά «τον εγκεκριμένο, από την Προσωρινή Διοίκηση, χρόνο διακοπής». Το υποκατάστημα (PSB) στις 22.12.2017, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζήτησε, λόγω του «καθεστώτος της Προσωρινής Διοίκησης», περαιτέρω αποδεικτικά έγγραφα τα οποία θα αποδείκνυαν «τον οικονομικό σκοπό όλων των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω των τρεχόντων λογαριασμών». Η ενάγουσα αντί να δώσει τις ζητηθείσες πληροφορίες, προώθησε αιτήματα ακύρωσης των πληρωμών, «εγείροντας υποψίες στην καθ' ης η αίτηση πως τα αναφερόμενα ποσά ήταν εσφαλμένα». Είναι θέση του ομνύοντα πως δεν υπάρχει κίνδυνος να «απωλέσει η ενάγουσα τα κεφάλαια της» καθότι «η νέα τάξη πραγμάτων δεν συσχετίζεται με οποιαδήποτε μορφή αφερεγγυότητας ή πτώχευσης». Αντίθετα η Τράπεζα είναι «τώρα πιο φερέγγυα και αξιόχρεη από ποτέ, ενόψει των εξωγενών μηχανισμών ενίσχυσης που επιστρατεύθηκαν προς ενδυνάμωση της». Πέραν των κεφαλαίων από το Ταμείο Ενοποίησης Τραπεζών με τα οποία θα ενισχυθεί η Τράπεζα, η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας θα ενεργεί ως μέτοχος της, με μερίδιο όχι μικρότερο του 75%. Δεν προωθείται επίσης οποιοδήποτε μορατόριουμ (moratorium) για τις πληρωμές σε σχέση με τις απαιτήσεις των πιστωτών και δεν εφαρμόζονται διαδικασίες διάσωσης (bail in). Η Τράπεζα θα εξακολουθεί να ασκεί τις δραστηριότητες της με τον συνήθη τρόπο, θα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της και θα διεξάγει νέες συναλλαγές βάσει των συμφωνιών της. Τα μέτρα αποσκοπούν «στην βελτίωση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της Τράπεζας και υλοποιούνται με σκοπό την εξασφάλιση της συνέχειας των εργασιών της στον τομέα των τραπεζικών υπηρεσιών, καθώς και την πρόοδο της Τράπεζας με στόχο την μελλοντική επιχειρησιακή ανάπτυξη της». Η Τράπεζα υπόκειται σε ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, το οποίο την εμποδίζει να «μεταφέρει και/ή αποσύρει και/ή επιβαρύνει» τα ποσά που βρίσκονται πιστωμένα στους δικούς της ανταποκριτές τραπεζικούς λογαριασμούς (ώστε να διατηρείται στους εν λόγω λογαριασμούς ποσό τουλάχιστον USD$251.000.000 ή το ισάξιο σε άλλο ξένο συνάλλαγμα) καθότι «δεσμεύονται, παγοποιούνται και μπλοκάρονται» περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας τα οποία είναι «περισσότερα και πολλαπλάσια» από οποιαδήποτε ισχυριζόμενη απαίτηση της ενάγουσας. Ειδικότερα η εναγόμενη αναγκάστηκε να «αποσπάσει» από τις κύριες επιχειρηματικές της δραστηριότητες και να τοποθετήσει στον ανταποκριτή λογαριασμό της στην Deutsche Bank AG (με αριθμό 30114978500000000001) ποσό που αντιστοιχεί σε 251.000.000,00 δολάρια ΗΠΑ (251 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής) για ένα «ακαθόριστο χρονικό διάστημα», με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό «να έχει απωλέσει την οικονομική ωφελιμότητα και χρησιμότητα του». Συγκεκριμένα η εναγόμενη έχει τοποθετήσει περίπου €220.000.000,00 (διακόσια είκοσι εκατομμύρια Ευρώ), ποσό μεγαλύτερο του «ισοδύναμου» σε δολάρια Αμερικής, ώστε να καλυφθούν οι πιθανές διακυμάνσεις της ισοτιμίας Δολαρίου ΗΠΑ και Ευρώ. Πέραν τούτου οι ανταποκριτές τραπεζικοί λογαριασμοί (καθορίζονται στο Διάταγμα), είναι «οι καίριοι» ανταποκριτές λογαριασμοί, μέσω των οποίων πραγματοποιείται η συντριπτική πλειοψηφία των πληρωμών της Τράπεζας καθώς και των πελατών της, οπότε «οποιοσδήποτε περιορισμός των πράξεων μέσω αυτών των λογαριασμών είναι εξαιρετικά επαχθής για την καθ' ης η αίτηση». Με άδεια του Δικαστηρίου, η ενάγουσα καταχώρισε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ορκίστηκε και πάλι ο XXXXX Blokhin. Σ' αυτήν γίνεται αναφορά στις μεταξύ των διαδίκων, διαδικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία. Και η εναγόμενη τράπεζα καταχώρισε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, κατόπιν συναίνεσης της ενάγουσας. Ορκίστηκε η XXXXX Γεωργίου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη. Η ομνύουσα απαντά στους ισχυρισμούς του Blokhin και παραθέτει την εκδοχή της εναγόμενης σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση της παραγράφου (β) του Διατάγματος της 30.1.2018 και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη παράγραφο: «Το διάταγμα ημερομηνίας 30/1/2018 το οποίο εξεδόθη εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, τροποποιείται ούτως ώστε να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση να μεταφέρει το ποσό των Δολ. ΗΠΑ 251.000.000 (Δολάρια ΗΠΑ Διακόσια Πενήντα Ένα Εκατομμύρια), το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στον ανταποκριτή λογαριασμό της εναγομένης με την Deutsch Bank με αριθμό XXXXX0001, σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα που λειτουργεί εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας στο όνομα του πρωτοκολλητή του ΕΔ Λεμεσού για να το διαφυλάξει μέχρι το τέλος της διαδικασίας και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου.» Το Διάταγμα της 30.1.018 ως προς το μέρος αυτό, κατέστη απόλυτο. Προτού εξεταστεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος, θα εξετάσω την εισήγηση της εναγόμενης πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Πέραν του ότι η ενάγουσα είναι εταιρεία που ιδρύθηκε στην Κύπρο (σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας) και η εναγόμενη είναι Τράπεζα που διατηρεί υποκατάστημα στην Κύπρο, η λειτουργία του οποίου διέπεται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, η παράγραφος 18 των Γενικών Όρων και Προϋποθέσεων (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση Blokhim ημερομηνίας 26.1.2018) που διέπουν τις συμβατικές σχέσεις ενάγουσας και εναγόμενης, ορίζουν πως αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών είναι τα Κυπριακά Δικαστήρια. Συνεπώς τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά, πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος (ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. Ε 255). Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προυποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης, ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Στην υπόθεση Χ΄΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «....... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας, όσο με την αναγκαιότητα, αυτή να χορηγείται χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην αγωγή με αριθμό 3568/2010 του Ε.Δ. Λεμεσού, Vianova Holdings Ltd v.
- Brassolis Holdings Ltd κ.α. ημερ. 5.11.2010, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Χ. Μαλαχτός έθεσε το θέμα ως εξής: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το στοιχείο του κατεπείγοντος, κρίνω πως με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο από πλευράς της ενάγουσας, έχει ικανοποιηθεί το εν λόγω κριτήριο. Από την μαρτυρία του XXXXX Blokhim, έχει διαφανεί πως η εναγόμενη τράπεζα δεν θα έπρεπε να ελάμβανε γνώση, προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με το εκδοθέν διάταγμα. Έχει καταδειχθεί πως ήταν ορατός ο κίνδυνος, το υποκατάστημα (PSB) της εναγόμενης τράπεζας στην Κύπρο, να σταματήσει τις δραστηριότητες του και οι καταθέσεις της ενάγουσας να χρησιμοποιηθούν προς όφελος της εναγόμενης για σκοπούς εξυγίανσης της. Ως προς τον χρόνο, θεωρώ πως η ενάγουσα έδρασε χωρίς χρονοτριβή στην καταχώριση τόσο της αγωγής όσο και της Αίτησης. Από τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε καταδειχθεί το κατεπείγον του πράγματος. Από πλευράς εναγόμενης δεν ετέθη οτιδήποτε ώστε το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση του επί του σημείου τούτου. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ώστε το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί καθώς και στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι πως ως προς την ουσία της διεκδίκησης της ενάγουσας, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται πως ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του προρηθέντος άρθρου. Βάση της αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμόν μη εκπλήρωση, εκ μέρους της εναγόμενης, των οδηγιών που της δόθηκαν από την ενάγουσα στις 21.12.
- Σύμφωνα με ό,τι η τελευταία διατείνεται, οι εν λόγω οδηγίες δόθηκαν στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας, για παροχή από την εναγόμενη, τραπεζικών υπηρεσιών προς την ενάγουσα. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση (μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτήν Τεκμήρια) που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Η εναγόμενη απάντησε λεπτομερώς στους ισχυρισμούς και στις θέσεις της ενάγουσας. Οι εκατέρωθεν όμως προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο (κατά την ακρόαση της υπόθεσης) και όχι τώρα. Τα όσα, η πλευρά της ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας), είναι αρκετά ώστε να καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ., 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως ικανοποιείται το εν λόγω κριτήριο. Με τα όσα η ενάγουσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί πως εάν αποξενωθούν ή επιβαρυνθούν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία (οι καταθέσεις των χρημάτων στους συγκεκριμένους λογαριασμούς), υπάρχει κίνδυνος μη εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί σε βάρος της εναγόμενης. Έχει καταδειχθεί πως θα πρέπει να διατηρηθεί το εκδοθέν διάταγμα μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής, ώστε ο εν λόγω κίνδυνος να εξανεμιστεί. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας (η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει και/ή να συνεχίσει την ισχύ του Προσωρινού Διατάγματος, αφού λάβει υπόψη και το ισοζύγιο της ευχέρειας), θεωρώ πως αυτό κλίνει σαφώς υπέρ της πλευράς της ενάγουσας. Η κατάσταση πραγμάτων, όπως έχει διαμορφωθεί, θα πρέπει να διατηρηθεί. Θα πρέπει να διασφαλιστεί πως τίποτα δεν θα συμβεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας, που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα της ενάγουσας. Θα εξετάσω στη συνέχεια την εισήγηση των συνηγόρων της εναγόμενης ότι η ενάγουσα παραβίασε το καθήκον «της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης» και πως σκόπιμα παραπλάνησε το Δικαστήριο καθότι απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Όπως έχει προαναφερθεί, η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1463). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (Ubberima Fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Το καθήκον του αιτητή να ενεργήσει απόλυτα καλόπιστα και να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα πηγάζει και πάλι από τους κανόνες της επιείκειας που επιβάλλουν ότι οποιοσδήποτε έρχεται στο Δικαστήριο και ζητά επιείκεια είναι απαραίτητο να έρθει με καθαρά χέρια. [Γενικός Εισαγγελέας και άλλος (αρ. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 349, Resola (ανωτέρω)]. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι, το καθήκον του αιτητή είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν θα αποφάσιζε κατά πόσον θα ενέκρινε την αίτηση. Δεν εναπόκειται σ΄ αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι, αλλά οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 595 διευκρινίστηκε ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών, καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Δέστε επίσης Hani Mousa El - Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836, στη σελίδα 847. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Η εισήγηση της εναγόμενης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από την Ένορκη Δήλωση του Dubrovin, καταδεικνύεται η εκ διαμέτρου αντίθετη θέση της εναγόμενης στα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται. Η εναγόμενη διατείνεται πως είναι η ενάγουσα που δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Το ποιος από τους διαδίκους έχει παραβεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις και με ποιο τρόπο, είναι θέμα που θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι στο παρόν στάδιο. Το γεγονός πως η εναγόμενη προβάλλει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτή της ενάγουσας, δεν μπορεί να εκληφθεί πως η τελευταία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν απεκάλυψε όλες τις αντικειμενικά ουσιώδεις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, αποφαίνομαι πως το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα της 30.1.2018, θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Διά ταύτα η παράγραφος (α) του μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος της 30.1.2018, οριστικοποιείται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στο τέλος της αγωγής και εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και σε βάρος της εναγόμενης. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο