← Κύπρος

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/16, 10/7/2018

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/16, 10/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A304 Αρ. Αγωγής: 2176/16 Μεταξύ: LANURIA LIMITED , από τη Λεμεσό Ενάγουσας και

  1. UTTERLAN LIMITED, από τη Λεμεσό
  2. XXXXX SHISHKAREV, από τη Ρωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 15.3.18 υπό εναγομένου 2 - αιτητή για παραμερισμό επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2018 Για εναγόμενους 1 αιτητή: κος Πιριλλίδης Για τους ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση : κ. Πίττας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα που είναι Κυπριακή εταιρεία, ήταν νόμιμη ιδιοκτήτρια 7,524 μετοχών με ονομαστική αξία €1,00 εκάστη (οι πωληθείσες μετοχές), οι οποίες αποτελούσαν το 10% του εκδομένου κεφαλαίου της Κυπριακής εταιρείας Deloports Ltd. Ο εναγόμενος 2 είναι Ρώσος πολίτης και μοναδικός ιδιοκτήτης και μέτοχος της εναγομένης 1, η οποία προηγουμένως μέσω της εταιρείας Maxria Ltd έλεγχε το υπόλοιπο 90% της εταιρείας Deloports Ltd. Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της, αιτείται απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των $20.000.000,00 το οποίο κατ' ισχυρισμό αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνηθείσας αντιπαροχής δυνάμει των όρων συμφωνίας αγοραπωλησίας των πιο πάνω μετοχών. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας ημερ. 22.6.2015 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, η ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη 1, τις πιο πάνω μετοχές της στην εταιρεία Deloports Ltd με τίμημα, το ποσόν των $40.000.000,
  3. Συμφωνήθηκε όπως το εν λόγω ποσόν πληρωθεί σε τρεις δόσεις ήτοι αρχικά $20.000.000, $10.000.000 πριν τις 15.6.2016 και $10.000.000 πριν τις 15.6.
  4. Ο εναγόμενος 2 συμφώνησε να υπογράψει σύμβαση εγγύησης προς όφελος της ενάγουσας για τα πιο πάνω ποσά, με αντάλλαγμα η ενάγουσα να συμφωνήσει στην πώληση και μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών στην εναγομένη
  5. Στις 3.7.2015, η εναγομένη 1 πλήρωσε προς την ενάγουσα το ποσό των $20.000.000,00 που αντιπροσώπευε την 1η δόση. Στις 6.7.2015 έλαβε χώρα η ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοραπωλησίας και μεταβίβασης των μετοχών. Όμως κατά παράβαση των όρων της πιο πάνω συμφωνίας, η εναγομένη 1 παρέλειψε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των $10.000,00 που αποτελούσε την δεύτερη δόση. Η ενάγουσα απέστειλε ειδοποίηση απαίτησης στην εναγομένη 1, όμως η εναγομένη 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Η ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής του ποσού, στάλθηκε και προς τον εναγόμενο 2 δυνάμει των όρων της σύμβασης εγγύησης. Στις 17.5.2016 η εναγομένη 1 καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή 1388/16 (η πρώτη αγωγή) με την οποία αμφισβητεί την συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών. 'Όμως, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή, η πρώτη αγωγή καταχωρήθηκε από την εναγομένη 1 σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης των υποχρεώσεων της δυνάμει της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών. Καταχωρήθηκε επίσης η αγωγή 1395/16 (η δεύτερη αγωγή) από την σύζυγο του εναγομένου 2 με την οποία αμφισβητείται η εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης. Ούτε και η 3η δόση έχει πληρωθεί από τους εναγόμενους παρά την παραλαβή από αυτούς γραπτών ειδοποιήσεων δυνάμει της σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά από τους δύο εναγομένους, το ποσόν των $20.000.000,00 ως υπόλοιπο οφειλόμενο για την πώληση των ως άνω μετοχών και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, ακολούθησε η καταχώρηση και εκδίκαση σωρείας ενδιάμεσων αιτήσεων. Αναφέρω ενδεικτικά τις αποφάσεις για οριστικοποίηση του συντηρητικού διατάγματος παγοποίησης περιουσίας τύπου Chabra, μιας αίτησης για διαγραφή της αγωγής λόγω κατάχρησης καθώς και δύο άλλων αιτήσεων για ακύρωση του πιο πάνω συντηρητικού διατάγματος από ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Πρόσφατα, στις 7.6.18, εκδόθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση για οριστικοποίηση των συντηρητικών διαταγμάτων με τα οποία διατάχθηκε η παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου 2 που κατέχονται και ελέγχονται από τον ίδιο και/ή τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό του (βλ. Πολ. Έφεση Ε385/16 ημ. 7.6.18). Για σκοπούς ολοκλήρωσης του σκηνικού, αναφέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις. Αναφέρω ενδεικτικά μια αίτηση της ενάγουσας για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου 2 και μια ακόμη αίτηση του εναγομένου 2 για παραμερισμό της πιο πάνω αίτησης συνοπτικής απόφασης. Προς τον σκοπό επίδοσης του κλητηρίου στον εναγόμενο 2 στο εξωτερικό, η ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα ημ. 4/8/
  6. Συγκεκριμένα διατάχθηκε μετά από μονομερή αίτηση, η επίδοση του κλητηρίου και των άλλων δικαστικών εγγράφων στην διεύθυνση του εναγομένου 2 στην Ρωσία, είτε με την μέθοδο που ορίζει η Διμερής Σύμβαση, είτε με την μέθοδο που ορίζει η Σύμβαση της Χάγης ήτοι μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Κατά την ενάγουσα, η εν λόγω διεύθυνση είναι η μόνιμη και οικογενειακή κατοικία του εναγόμενου 2 και η διεύθυνση που ο ίδιος έχει ορίσει ως τόπο για την λήψη από αυτόν γραπτών ειδοποιήσεων με βάση την επίδικη σύμβαση εγγύησης. Στις 28/12/2017 καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου μαρτυρία μέσω της Ε.Δ Πίττα, στην οποία αναφέρεται ότι στις 12/5/2017 τα δικαστικά έγγραφα είχαν δεόντως επιδοθεί στον εναγόμενο 2 στην κατοικία του, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο που είναι το Ρωσικό. Το νομότυπο της επίδοσης αιτιολογείται στην Ε.Δ Πίττα από την επισυναπτόμενη γνωμοδότηση του Ρώσου δικηγόρου Alexei Panich (τεκμ.3). Είχε προηγηθεί προηγούμενη ένορκη δήλωση από την ίδια ομνύουσα ημ. 8.12.17 με την οποία επίσης επιβεβαιωνόταν η επίδοση των δικαστικών εγγράφων με τον πιο πάνω τρόπο. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ημ. 28.12.17, αναφέρεται ότι τα έγγραφα επεστράφησαν στους συνηγόρους της ενάγουσας γιατί ο εναγόμενος 2 δεν προσήλθε στο αρμόδιο Δικαστήριο για να τα παραλάβει. Στην γνωμάτευση του Ρώσσου συνηγόρου που συνοδεύει την πιο πάνω ένορκη δήλωση, αναφέρεται ότι με βάση το Ρωσικό δίκαιο η διαδικασία επίδοσης δυνάμει είτε της Σύμβασης της Χάγης, είτε της Διμερούς Σύμβασης μεταξύ Κύπρου-Ρωσίας για παροχή δικαστικής συνδρομής γίνεται μέσω του περιφερειακού Δικαστηρίου του τόπου επίδοσης στην Ρωσία. Συγκεκριμένα, τα έγγραφα αφού παραληφθούν από το Ρωσικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, στέλνονται στα περιφερειακά Δικαστήρια της διεύθυνσης επίδοσης του εναγόμενου. Στην συνέχεια, το περιφερειακό Δικαστήριο, ορίζει ημερομηνία κατά την οποία ο εναγόμενος πρέπει να παρουσιαστεί ενώπιον του για και να παραλάβει τα έγγραφα. Αν ο προτεινόμενος παραλήπτης δεν παρουσιασθεί στο Δικαστήριο ενώ ειδοποιήθηκε, τα έγγραφα ναι μεν επιστρέφονται στην αιτούσα χώρα, αλλά θεωρούνται ως δεόντως επιδοθέντα σ' αυτόν σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. Ο Ρώσσος δικηγόρος XXXXX Panich στην γνωμοδότηση του, υποστηρίζει ότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο θα πρέπει να θεωρείται ότι έγινε δεόντως επίδοση των δικαστικών εγγράφων στον εναγόμενο 2 από την 12/5/
  7. Γίνεται επί του προκειμένου αναφορά στην Αγγλική απόφαση Vladimir Sloutsker v. Olga Romanova

(2015)EWHC 545 QB, η οποία χαρακτηρίζεται ως σχετική επί του θέματος. Ο εναγόμενος την 6/2/2018 καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης, και απόρριψη της αγωγής, την οποία όμως απέσυρε στις 19/3/2018. Ακολούθησε λίγες μέρες μετά στις 15.3.18, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο εναγόμενος 2 - αιτητής, επιζητά την ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον ίδιο, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας έγινε στο εξωτερικό με τον πιο πάνω τρόπο Η παρούσα αίτηση Ο εναγόμενος 2 - αιτητής με την παρούσα αίτηση του, αιτείται συγκεκριμένα τα εξής: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.04.08.2016, που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση των Εναγόντων, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, της μονομερούς αίτησης για ενδιάμεσα διατάγματα ημερ. 20.07.2016, του ενδιάμεσου διατάγματος ημερ. 22.07.2016, της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ.25.07.2016 ως και του σχετικού Διατάγματος ημερ. 04.08.2016 (τα «Δικαστικά Έγγραφα») στον Εναγόμενο 2 μέσω της διαδικασίας που καθορίζει ο Νόμος 172/1986 διά του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε τη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου και/ή της διαδικασίας που καθορίζει ο Νόμος 40/1982 στη διεύθυνση του Εναγομένου 2, app.X, House XX, XXXXX, 121069 Mόσχα, Ρωσική Ομοσπονδία. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται ο παραμερισμός των Ενόρκων Δηλώσεων της κας. Μαρίας Πίττα, υπό ημερομηνίες 08.12.2017 (η «Ε/Δ Πίττα ημερ. 08.12.2017») και 28.12.2017 (η «Ε/Δ Πίττα ημερ. 28.12.2017»), οι οποίες καθ' ισχυρισμό των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση (οι «Καθ' ων η Αίτηση») επιβεβαιώνουν και/ή αποδεικνύουν την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή των Διαταγμάτων και/ή των Αιτήσεων και/ή των Εγγράφων (συνολικά τα «Δικαστικά Έγγραφα»), στα οποία γίνεται αναφορά στο Διάταγμα, ημερ. 04.08.2016, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή η υποκατάστατη επίδοση των Δικαστικών Εγγράφων προς τον Αιτητή. Γ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι δυνάμει του Πιστοποιητικού Επίδοσης που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 8 του Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου 172/1986 (η «Συνθήκη»), σαφώς και κατηγορηματικώς επιβεβαιώνεται και πιστοποιείται δεόντως ότι δεν επιδόθηκαν στον Αιτητή τα Δικαστικά Έγγραφα και/ή ότι η ισχυριζόμενη επίδοση των Δικαστικών Εγγράφων είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή ελαττωματική και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή επίδοση δυνάμει της Συνθήκης. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός και/ή η απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος καθ' όσον αφορά τον Αιτητή αφού τούτο έχει εκπνεύσει χωρίς να επιδοθεί στον Αιτητή και χωρίς οι Καθ' ων η Αίτηση να έχουν ανανεώσει την ισχύ του. Ε. Έξοδα της παρούσας πλέον Φ.Π.Α. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Τεύκρου Χαχολιάδη, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων του εναγομένου 2 - αιτητή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στην βάση του περιεχομένου της Ε/Δ Πίττα ημ. 08.12.2017, ο αιτητής προχώρησε την 06.02.2018 στην καταχώρηση αίτησης με την οποία επιδιώκει μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό της Ε/Δ Πίττα ημερ. 08.12.2017 ως επιβεβαιώνουσας την επίδοση των δικαστικών εγγράφων προς τον αιτητή καθώς και διάταγμα παραμερισμού του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθόσον αφορά τον αιτητή, αφού τούτο έχει εκπνεύσει άνευ επίδοσης προς αυτόν και χωρίς η ενάγουσα να έχει ανανεώσει την ισχύ του. Κατόπιν νέας έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου, προέκυψε ότι καταχωρήθηκε νέα ένορκη δήλωση ημ. 28.12.17, η οποία επιβεβαιώνει την επίδοση των δικαστικών εγγράφων προς τον αιτητή, στην βάση των επισυναφθέντων σε αυτή τεκμηρίων μεταξύ των αρμοδίων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως και της γνωμοδότησης του Ρώσου δικηγόρου Alexei Vladimirovich Panich. Ως εκ τούτου, ο αιτητής απέσυρε την αίτηση του ημ. 6.2.18 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά τις ίδιες θεραπείες. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η διαδικασία επίδοσης των δικαστικών εγγράφων, έγινε μέσω και κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου 172/1986 που έχει κυρώσει την Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα και κατόπιν συμβουλής και τους Ρώσους δικηγόρους του αιτητή κ.κ. Forward Legal και ειδικότερα τον ανώτερο συνεταίρο (senior partner) κ. XXXXX Karpenko, το μοναδικό μέσο και τρόπος απόδειξης της επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στον αιτητή, δυνάμει του άρθρου 8 της Συνθήκης, είναι μέσω του Πιστοποιητικού Επίδοσης στο οποίο πρέπει να φαίνονται ο χρόνος και ο τόπος επίδοσης καθώς και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση των δικαστικών εγγράφων. Στην παρούσα περίπτωση, το Πιστοποιητικό Επίδοσης στη Ρωσική και στην Αγγλική του μετάφραση που επισυνάφθηκαν σαν τεκμήρια στη γνωμοδότηση του Ρώσου δικηγόρου κ. Panich (τεκμ. 3 στην Ε/Δ Πίττα ημερ. 28.02.2017) επιβεβαιώνει ότι δεν επιτεύχθηκε η επιχειρηθείσα επίδοση, ενώ η ημερομηνία και ο τόπος επίδοσης παρέμειναν, ως όφειλαν, κενά. Περαιτέρω, ο ομνύων συμβουλεύεται από τους Ρώσους δικηγόρους του αιτητή ότι το πρόσωπο στο οποίο αφορά το αίτημα επίδοσης, πρέπει να ενημερωθεί μέσω ταχυδρομείου για την αναγκαιότητα εμφάνισης ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι η κλήση παρουσίασης ενώπιον του, έχει παραληφθεί από το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται. Μία δικαστική διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί στην απουσία του προσώπου στο οποίο αυτή αφορά, μόνο εάν το Δικαστήριο έχει πληροφορηθεί ότι η κλήση έχει επιδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο στην ορθή διεύθυνση και το εν λόγω πρόσωπο απουσιάζει άνευ εύλογης αιτίας (άρθρο 167 μέρος 4 του ΡΚΠΔ). Εάν οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείψει να παραστεί στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πληροφορία κατά πόσο τα εν λόγω πρόσωπα έχουν δεόντως ειδοποιηθεί, η ακρόαση αναβάλλεται υποχρεωτικά (άρθρο 167 μέρος 2 του ΡΚΠΔ). Οι θέσεις που εκφράζονται στις Ε.Δ Πίττα, αποτελούν κατά τον ομνύοντα ξεκάθαρα προϊόν εκ των υστέρων σκέψης και δη κακόπιστης αφού αντιφάσκει με τη θέση που η ίδια η ενάγουσα προώθησε προγενέστερα, στα πλαίσια της αίτησης τους ημερ. 31.10.2017 με την οποία αιτήθηκε την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην εν λόγω αίτηση, η οποία συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση του κ. Telyatnik, αναφέρεται στην παράγραφο 38 πως ο αιτητής έχει υπαχθεί στην δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ένεκα του διαβήματος που έλαβε με την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της αγωγής την 02.08.2016, το οποίο θεωρείται νέο διάβημα στην αγωγή χωρίς να γίνεται καμία αναφορά για επίδοση της αγωγής προς αυτόν. Ο ομνύοντας ανέφερε επίσης ότι η αγγλική απόφαση Vladimir Sloutsker v. Olga Romanova
(2015)EWHC 545 QB στην οποία αναφέρονται και οι δύο Ε.Δ. Πίττα, δεν τυγχάνει εφαρμογής και δεν μπορεί να υιοθετηθεί στην παρούσα περίπτωση, αφού βασίστηκε σε διαφορετικά δεδομένα. Συγκεκριμένα, η εν λόγω υπόθεση δεν ασχολήθηκε με επίδοση εγγράφων κάτω από τη Συνθήκη αλλά κάτω από τη Σύμβαση της Χάγης. Η διμερής Συνθήκη κατ' αντίθεση προς τη Σύμβαση της Χάγης, αναφέρεται σε σαφή και ξεκάθαρο τρόπο ότι το μόνο μέσο απόδειξης της επίδοσης δικαστικών εγγράφων, είναι το Πιστοποιητικό Επίδοσης. Οποιαδήποτε άλλη αναφορά σε έγγραφα που αποδεικνύουν επίδοση, σίγουρα δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη και συνακόλουθα με δεδομένο ότι η πιο πάνω απόφαση αναφέρεται σε διαφορετική συνθήκη, ο παραλληλισμός της και η εφαρμογή της στις πρόνοιες της διμερούς σύμβασης δεν αποτελεί νομικά ορθή προσέγγιση. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι από την στιγμή που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι ουδέποτε έγινε επίδοση στον αιτητή τότε θα πρέπει και να απορρίψει την παρούσα αγωγή εναντίον του, ένεκα του ότι το κλητήριο ένταλμα έχει εκπνεύσει χωρίς προηγουμένως να έχει επιδοθεί στον αιτητή αφού έχει παρέλθει η περίοδος των 12 μηνών από την καταχώρηση του. Περίοδο εντός της οποίας, η ενάγουσα όφειλε να είχε επιδώσει ή έστω και αναλόγως των περιστάσεων, να ανανεώσει το κλητήριο ένταλμα. Η ειδοποίηση ένστασης Η ενάγουσα με την ειδοποίηση ένστασης, παραθέτει μια σειρά από λόγους για τους οποίους θα πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αίτηση. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι με βάση το περιεχόμενο της Ε.Δ της κας XXXXX Πίττα ημερ. 28/2/2017, η επίδοση των δικαστικών εγγράφων έγινε νομότυπα στον εναγόμενο 2 δυνάμει των προνοιών του Ρωσικού Δικαίου, που είναι το εφαρμοστέο δίκαιο. Αναφέρεται επίσης ότι από το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης, φαίνεται ότι ο εναγόμενος 2 όχι μόνο έλαβε γνώση της αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον του, αλλά ο ίδιος έλαβε ενεργά διαβήματα και καταχώρησε αιτήσεις, με τα οποία έχει εκούσια υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, ο αιτητής κωλύεται να προωθεί την παρούσα από την στιγμή που ο ίδιος έλαβε ενεργά διαβήματα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Αναφέρεται περαιτέρω στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και σκοπό έχει την καθυστέρηση την σύντομη εκδίκαση της απαίτησης της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου
  1. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας XXXXX Babintsev. Ο ενόρκως δηλών αφού υιοθέτησε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα της ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα αλλά και τις δύο ενόρκους δηλώσεις της XXXXX Πίττα, στην συνέχεια αναφέρθηκε εξαντλητικά και με λεπτομέρεια, στο ιστορικό της υπόθεσης και σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών υιοθέτησε όλους τους λόγους ένστασης όπως αυτοί αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην θέση για την δημιουργία κωλύματος του αιτητή να προωθεί την παρούσα λόγω του ότι έχει υπαχθεί εκούσια στην δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου με την καταχώρηση διαφόρων αιτήσεων. Αναφορά έγινε και στην θέση για καταχρηστική αίτηση που αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας αλλά και στον ισχυρισμό ότι τα δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν δεόντως στον αιτητή δυνάμει του Ρωσικού δικαίου. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Η αγόρευση του συνηγόρου για τον εναγόμενο 2 - αιτητή Ο συνήγορος του αιτητή, εισηγήθηκε ότι το μοναδικό μέσο βεβαίωσης της επίδοσης δικαστικών εγγράφων δυνάμει της συνθήκης μεταξύ Κύπρου - Ρωσίας, είναι το «Πιστοποιητικό Επίδοσης». Εντούτοις, η πλευρά της ενάγουσας επεδίωξε να αποδείξει την επίδοση των δικαστικών εγγράφων στον εναγόμενο 2 με την προσκόμιση ενόρκων δηλώσεων, πρακτικού Ρωσικού δικαστηρίου, φακέλου αποστολής μέσω ταχυδρομείου της ειδοποίησης του Ρωσικού Δικαστηρίου περί της ορισθείσας δικασίμου αλλά και μέσω γνωμοδότησης Ρώσων δικηγόρων αναφορικά με τις πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου. Δεν έγινε καμία παραπομπή στο Πιστοποιητικό Επίδοσης, αφού με αυτό αποδεικνύεται κατά τον συνήγορο ακριβώς το αντίθετο, ότι δεν έγινε καμία επίδοση στον αιτητή. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι το υπό κρίση Πιστοποιητικό Επίδοσης εξόφθαλμα επιβεβαιώνει παραπλεύρως του τίτλου "Date and Place of Service" ότι τα δικαστικά έγγραφα δεν επιδόθηκαν, αφού το σχετικό κουτί είναι κενό. Η καταγραφή της ημερομηνίας επίδοσης στο Πιστοποιητικό Επίδοσης είναι ουσιώδους σημασίας κατά τον συνήγορο αφού διαφορετικά δεν θα γνωρίζει ένας εναγόμενος την προθεσμία που έχει για να εμφανιστεί στη διαδικασία ούτως ώστε ν' αποφύγει την έκδοση απόφασης ερήμην του. Περαιτέρω, στο Πιστοποιητικό Επίδοσης και συγκεκριμένα στο κουτί με τον τίτλο "Signature of recipient or statement of the reasons for service failure" αναφέρεται ότι δεν κατέστη δυνατό να γίνει η επίδοση των δικαστικών εγγράφων, ενώ παραπλεύρως του εν λόγω τίτλου αναγράφεται ότι επειδή ο εναγόμενος 2 δεν εμφανίστηκε στην προγραμματισθείσα ακρόαση, ούτε έδωσε οποιοδήποτε λόγο για την απουσία του, δεν ήταν εφικτό να εκτελεστεί το δικαστικό διάταγμα επίδοσης. Τα πιο πάνω καταγράφονται χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο ο εναγόμενος 2 ειδοποιήθηκε δεόντως να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ως εκ τούτου ότι στο ίδιο το Πιστοποιητικό Επίδοσης σαφώς βεβαιώνεται ότι το δικαστικό διάταγμα της Πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ρωσία για την επίδοση των Δικαστικών Εγγράφων δεν εκτελέστηκε. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι ο αιτητής νόμιμα καταχώρησε την παρούσα αίτηση αφού δεν έλαβε οποιοδήποτε «νέο διάβημα στην αγωγή» ή έστω διάβημα το οποίο να δύναται να θεωρηθεί ως διάβημα που να εγείρει ζήτημα ότι εγκατάλειψε το δικαίωμα του να αιτηθεί τον παραμερισμό της δήθεν προς αυτόν επίδοσης των δικαστικών εγγράφων της παρούσας. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφερόμενος στην νομική πτυχή της υπόθεσης, παρέπεμψε σε νομολογία ερμηνευτική της Δ.16 Θ.9 που παρέχει στο Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει την επίδοση κλητηρίου εντάλματος. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής συμμορφούμενος πλήρως με τα πιο πάνω, προτού καταχωρήσει συνήθη εμφάνιση, αιτήθηκε δια κλήσεως τον παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας το συντομότερο μετά την πληροφόρηση του, ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται μέσω των δύο Ε/Δ Πίττα ότι έγινε επίδοση προς τον αιτητή των δικαστικών εγγράφων. Ο συνήγορος αρνήθηκε στην συνέχεια ότι ο αιτητής προέβη σε νέα διαβήματα στην αγωγή με τα οποία έχει υπαχθεί στην δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου με την έννοια ότι παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ζητήσει τον παραμερισμό της επίδοσης. Ο συνήγορος αρνήθηκε την θέση ότι ο αιτητής προέβη σε νέα διαβήματα στην αγωγή με αποτέλεσμα να κωλύεται να προωθεί την παρούσα. Αναφέρθηκε επί του προκειμένου, στην καταχώρηση από τον αιτητή αιτήματος παραμερισμού της αγωγής, η οποία εν τέλει απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αλλά και στην εκπροσώπηση του αιτητή στην ενδιάμεση αίτηση για την οριστικοποίηση προσωρινού παρεμπίπτοντος διατάγματος, πράξεις που η ενάγουσα επικαλείται ως νέα διαβήματα. Ήταν η θέση του συνηγόρου με παραπομπή σε νομολογία ότι τα πιο πάνω δεν συνιστούν νέα διαβήματα στην αγωγή ώστε να μπορεί να εκληφθεί ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να εγείρει άλλα ζητήματα, σχετικά με την επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Ούτε η πιο πάνω δικονομική συμπεριφορά του αιτητή θα μπορούσε κατά τον συνήγορο να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα στην αίτηση της. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί την θέση του αιτητή ότι ουδέποτε του επιδόθηκαν τα υπό κρίση δικαστικά έγγραφα τότε θα πρέπει και να απορρίψει την αγωγή εναντίον του αιτητή. Αυτό γιατί το κλητήριο ένταλμα έχει εκπνεύσει χωρίς προηγουμένως να έχει επιδοθεί στον αιτητή αφού έχει παρέλθει η περίοδος των 12 μηνών από την καταχώρηση του, εντός της οποίας η ενάγουσα όφειλε να είχε επιδώσει ή έστω και αναλόγως των περιστάσεων, να ανανεώσει το κλητήριο ένταλμα. Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αποτελεί μια άγνωστη διαδικασία με την οποία ανορθόδοξα επιδιώκεται ο παραμερισμός της επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στον εναγόμενο 2 - αιτητή δυνάμει της Δ.16 Θ.
  2. Η εν λόγω διαταγή, αφορά περιπτώσεις αιτημάτων για παραμερισμό της επίδοσης όταν η επίδοση έχει λάβει χώρα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής αρνείται ότι έλαβε χώρα επίδοση. Κατά τον συνήγορο, το εάν έχει γίνει ή όχι επίδοση δεν είναι κάτι που μπορεί ή πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δυνάμει της Δ.16 Θ.
  3. Αντιθέτως, είναι κάτι που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο που θα επιληφθεί της αίτησης της ενάγουσας για απόφαση εναντίον του αιτητή λόγω μη εμφάνισης. Εάν όντως δεν έγινε επίδοση, δεν θα μπορεί να εκδοθεί απόφαση. Η παρούσα όμως που στηρίζεται στην Δ.16 Θ.9 δεν είναι η ορθή διαδικασία προκειμένου να αποφασιστεί αν έγινε ή όχι επίδοση. Ο συνήγορος αρνήθηκε στην συνέχεια ότι η επίδοση στην παρούσα διατάχθηκε μόνο δυνάμει της διμερούς σύμβασης. Παρέπεμψε στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 4/8/2016, το οποίο ορίζει καθαρά ότι η επίδοση στον εναγόμενο 2 μπορεί να γίνει είτε με την μέθοδο της διμερούς σύμβασης (Ν.176/86), είτε με την μέθοδο που ορίζει η σύμβαση της Χάγης (Ν. 40/1982). Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι από τα έγγραφα που επέστρεψαν οι Ρωσικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η μη παραλαβή των δικαστικών εγγράφων από τον εναγόμενο 2 έγινε γιατί αυτός παρέλειψε να εμφανιστεί στο Ρωσικό Δικαστήριο για να τα παραλάβει. Επί του προκειμένου, ο Ρώσος Δικηγόρος κ. XXXXX Panich στην γνωμάτευση του που είναι τεκμήριο 3 στην ΕΔ Πίττα ημερ. 28/12/2017, αναφέρει ότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο αν ο προτεινόμενος παραλήπτης, στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος 2, δεν παρουσιασθεί στο Δικαστήριο ενώ ειδοποιήθηκε, τα έγγραφα ναι μεν επιστρέφονται στην αιτούσα χώρα, αλλά θεωρούνται ως δεόντως επιδοθέντα σ' αυτόν. Ο συνήγορος παρέπεμψε επίσης στα τεκμήρια 10 και 10Α της ΕΔ Babintsev που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα. Πρόκειται για τα πρακτικά του του Ρωσικού Δικαστηρίου ημερ. 12/5/2017 για την ακρόαση που έλαβε χώρα προκειμένου να εξεταστεί η επίδοση των Κυπριακών δικαστικών εγγράφων στον εναγόμενο 2 και η αντίστοιχη Αγγλική μετάφραση τους. Στα εν λόγω τεκμήρια ξεκάθαρα αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος 2 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο παρότι ειδοποιήθηκε δεόντως. Ο συνήγορος παρέπεμψε συγκεκριμένα στην 4η γραμμή του τεκμήριου 10Α μετά από την φράση «APPEARANCE IN COURT WAS VERIFIED» όπου τα ακόλουθα: "Mr. S. Shishkarev did not attend the Court hearing; was duly notified..". Η γνωμοδότηση του κ. Panich που περιέχεται στο τεκμήριο 3 της ΕΔ Πίττα ημερ. 28/12/2017, είναι σύμφωνη και υποστηρίζεται από την Αγγλική υπόθεση Vladimir Slousker ν. Olga Romanova
(2015)EWHC 545 (βλ. τεκμ. 5 στην ΕΔ Πίττα ημερ. 28/12/2017). Στην εν λόγω απόφαση, το Αγγλικό Δικαστήριο αποδέχθηκε την γνωμοδότηση του Ρώσου Δικηγόρου κ. Aitkulev αναφορικά με την διαδικασία επίδοσης δικαστικών εγγράφων, η οποία είναι σύμφωνη με την γνωμοδότηση Panich) στην παρούσα, αναφορικά με δικόγραφα που αποστέλλονται για επίδοση στην Ρωσία με βάση την Σύμβαση Χάγης. Επί του προκειμένου, ο κ. Panich υποστήριξε στην γνωμοδότηση του ότι η διαδικασία επίδοσης δικαστικών εγγράφων στην Ρωσία είτε με βάση την διμερή σύμβαση, είτε με βάση την Σύμβαση Χάγης, είναι η ίδια. Στην συνέχεια, ο συνήγορος απέρριψε τους ισχυρισμούς της γνωμοδότησης του Ρώσσου δικηγόρου για τον αιτητή κου Karpenko που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης. Κατά τον συνήγορο η γνωμοδότηση Panich και το περιεχόμενο και ευρήματα της πιο πάνω Αγγλικής απόφασης, καταδεικνύουν ότι η γνωμοδότηση του κ. Karpenko, είναι αβάσιμη και παραπλανητική και δεν παρουσιάζει την ορθή θέση του Ρωσικού Δικαίου για το επίδικο ζήτημα. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στα διαβήματα που έλαβε ο αιτητής στην παρούσα αγωγή, υποστηρίζοντας ότι αυτά καταδεικνύουν ότι έχει αποδεχθεί την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και ως εκ τούτου, εμποδίζεται από του να προωθεί την παρούσα αίτηση. Ο συνήγορος επεσήμανε ότι παρά το γεγονός ότι ο αιτητής δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, εντούτοις καταχώρησε αίτηση για απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής, η οποία απορρίφθηκε και επίσης αίτηση για την απόρριψη της αίτησης της ενάγουσας για συνοπτική απόφαση. Ο συνήγορος διερωτήθηκε πως είναι δυνατόν ένας διάδικος να συμμετέχει ενεργά σε δικαστικές διαδικασίες ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου και να λαμβάνει ενεργά δικαστικά διαβήματα όπως τα πιο πάνω και ταυτόχρονα να ισχυρίζεται ότι δεν του έχει γίνει επίδοση της αγωγής και ότι δεν είναι υπόχρεος να καταθέσει σημείωμα εμφάνισης από τουλάχιστον την 31/10/2017 όταν απορρίφθηκε η αίτηση του για απόρριψη της αγωγής. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η πιο πάνω δικονομική συμπεριφορά του εναγόμενου 2 όχι μόνον συνιστά κώλυμα στην προώθηση της παρούσας αλλά ταυτόχρονα καθιστά την επίδικη αίτηση ως καταχρηστική. Νομική πτυχή Η διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762). Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται από την Δ.16 Θ.9, η οποία έχει ως εξής:
  1. A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Σε ελεύθερη μετάφραση:
  2. Ένας εναγόμενος πριν εμφανιστεί θα είναι ελεύθερος, χωρίς να πετύχει διάταγμα καταχώρησης ή να καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση». Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Μελετώντας προσεχτικά τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσεγγιστεί από τον εναγόμενο με τους εξής τρείς τρόπους:
  3. Χωρίς καν να εμφανισθεί δηλαδή πριν να καταχωρήσει κανονική και χωρίς όρους εμφάνιση (unconditional appearance), δικαιούται να αιτηθεί από το Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως, τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Αυτή είναι και η έννοια της φράσης «without obtaining an order to enter or entering unconditional appearance».
  4. Να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία και είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατό και προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία (fresh step in the action) να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.
  5. Εναλλακτικά, η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του, μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης για εμφάνιση υπό αίρεση με την ταυτόχρονη λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Νοείται ότι οποιαδήποτε ενέργεια επιλεγεί, αυτή θα πρέπει να εκδηλωθεί προτού καταχωρηθεί κανονικό σημείωμα εμφάνισης. Η φράση «before appearing» σημαίνει τον χρόνο πριν την καταχώρηση ανεπιφύλακτης και χωρίς όρους εμφάνισης (unconditional appearance), η οποία στην ουσία αποτελεί αποποίηση του δικαιώματος του εναγομένου να αμφισβητήσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, στην σελίδα 197: «Before appearing. - This means before entering an unconditional appearance. After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a fresh step within O.70 r.
  6. » Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για επίδοση στο εξωτερικό, στην Δ.6 Θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Θ.4, αναφέρεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.6 Θ.4 έχει ως ακολούθως:
  7. Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι διατάξεις της Δ.6 θ.1 δεν αφορούν μόνο την επίδοση αλλά σχετίζονται και με την επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε πρόσωπα που κατοικούν στο εξωτερικό με την έννοια ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί καλή αιτία αγωγής. Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση, του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 Θ.1 τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης. Σχετική είναι και η υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: « Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι η αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου, θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία κατ' ουσίαν, είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Συμπεράσματα Ο συνήγορος για την ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής κωλύεται στην προώθηση της παρούσας λόγω του ότι προέβη σε δικονομικά διαβήματα με τα οποία αποδέχθηκε την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην αίτηση για απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και επίσης σε αίτηση για την απόρριψη του αιτήματος της ενάγουσας για συνοπτική απόφαση, η οποία εκκρεμεί. Με όλο το σέβας, αυτή η θέση δεν ευσταθεί. Οι πιο πάνω αιτήσεις δεν αφορούν δικονομικά διαβήματα ως προς την προώθηση της ουσίας της αγωγής ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός ότι ο αιτητής παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να εγείρει άλλο ζήτημα σχετικά με την καταχώριση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος (βλ. A P Lanitis Investments Ltd, Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence
(1999)1 ΑΑΔ 995). Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση του αιτητή στα προσωρινά διατάγματα. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από το συνήγορο του αιτητή, σε τέτοιες διαδικασίες που είναι συνήθως επείγουσας φύσης και όπου ο διάδικος εμφανίζεται για να προασπίσει τα συμφέροντα του δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ηθελημένα υποβάλλει τον εαυτό του στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ούτε μπορεί να αιτιολογηθεί ισχυρισμός ότι λόγω των πιο πάνω δικονομικών διαβημάτων, η παρούσα συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών από μέρους του αιτητή. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης. Το πρώτο που παρατηρώ, είναι ότι η παρούσα αίτηση παρότι στηρίζεται στην Δ.16 Θ.9 που σχετίζεται με ζητήματα ακύρωσης επίδοσης δικογράφων στο εξωτερικό, εντούτοις δεν επιδιώκει την ακύρωση επίδοσης των υπό κρίση δικαστικών εγγράφων στην Ρωσική Ομοσπονδία. Αντιθέτως, αυτό που ζητά ο αιτητής, είναι παραμερισμό των δύο Ε.Δ. Πίττα που επιβεβαιώνουν την κατ' ισχυρισμό επίδοση. Επιζητείται δηλαδή στην ουσία, αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε επιδόθηκαν στον αιτητή τα εν λόγω δικαστικά έγγραφα. Εξ' άλλου, η όλη επιχειρηματολογία του αιτητή εστιάστηκε κυρίως, στον ισχυρισμό ότι με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έγινε ποτέ επίδοση των δικαστικών εγγράφων στον αιτητή. Όμως αιτήσεις δυνάμει της Δ.16 Θ.9 για παραμερισμό επίδοσης, προϋποθέτουν ότι έγινε επίδοση, την οποία επιδιώκουν να ακυρώσουν ως παράτυπη και αντικανονική για τους λόγους που έχουν καθοριστεί από την προαναφερθείσα νομολογία. Δεν καλύπτει η Δ.16 Θ.9 αιτήματα όπως αυτό της παρούσας, για δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν έγινε ποτέ επίδοση. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε, τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να προβληθούν στο αίτημα για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης αλλά και στην διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του αιτητή. Είναι επί του προκειμένου ορθή η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι δεν επιδιώκεται με το σωστό δικονομικό μέτρο, το υπό κρίση αίτημα του αιτητή για δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν έγινε ποτέ επίδοση. Είναι σαφές ότι την στιγμή που ο αιτητής επέλεξε να στηρίξει την παρούσα αίτηση του στην Δ.16 Θ.9, δεν θα μπορούσε να ζητήσει παρά μόνο ακύρωση της επίδοσης στο εξωτερικό και όχι δήλωση ότι δεν έγινε καθόλου επίδοση. Είναι βέβαια ορθό ότι ο αιτητής ζητά με την παρούσα και επιπλέον διάταγμα που να ακυρώνει την διαταγή του Δικαστηρίου ημ. 4.8.2016 για επίδοση στο εξωτερικό. Όπως όμως προανέφερα δεν υπήρξε καμία επιχειρηματολογία από πλευράς αιτητή προς τον σκοπό αυτό. Ούτε λέχθηκε οτιδήποτε ως προς την απουσία των προϋποθέσεων για να δοθεί άδεια επίδοσης στο εξωτερικό. Αντιθέτως, ο συνήγορος του αιτητή εστιάστηκε κυρίως σε επιχειρήματα για το ότι δεν αποδείχθηκε η επίδοση των επίδικων εγγράφων. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, κρίνω επί της ουσίας ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του αιτητή ότι δεν του επιδόθηκαν δεόντως τα δικαστικά έγγραφα της παρούσας. Προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο αιτητής ειδοποιήθηκε δεόντως από το Ρωσικό Δικαστήριο να εμφανιστεί ενώπιον του και να παραλάβει τα επίδικα δικόγραφα. Παραπέμπω στα πρακτικά του Ρωσικού Δικαστηρίου ημερ. 12/5/2017 (τεκμ. 10 και 10Α της ΕΔ Babintsev) που αφορούν την ακρόαση που έλαβε χώρα προκειμένου να εξεταστεί η επίδοση των δικαστικών εγγράφων στον εναγόμενο 2. Στα εν λόγω τεκμήρια, αναγράφεται ρητά ότι ο εναγόμενος 2 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο παρότι ειδοποιήθηκε δεόντως (Mr. S. Shishkarev did not attend the Court hearing; was duly notified..). Αποδέχομαι επί του προκειμένου την γνωμάτευση του Ρώσου Δικηγόρου Alexei Panich (τεκμ. 3 στην ΕΔ Πίττα ημερ. 28/12/2017) στην οποία αναφέρεται ότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο αν ο προτεινόμενος παραλήπτης, στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος 2, δεν παρουσιασθεί στο Δικαστήριο ενώ ειδοποιήθηκε, τα έγγραφα ναι μεν επιστρέφονται στην αιτούσα χώρα, αλλά θεωρούνται ως δεόντως επιδοθέντα σ' αυτόν. Η εν λόγω γνωμάτευση, επιβεβαιώνεται εξ' άλλου και από την Αγγλική απόφαση Vladimir Slousker ν. Olga Romanova
(2015)EWHC 545 στην παράγραφο 97 της οποίας λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής από τον Warby J: " .it would be a very strange and improbable gap in Russian procedural law if it permitted a defendant to evade effective service of proceedings by the simple expedient of not turning up at a Service Hearing". Δεν αποδέχομαι την γνωμοδότηση του Ρώσσου δικηγόρου για τον αιτητή κου Karpenko που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης. Γίνεται αναφορά στην εν λόγω γνωμοδότηση αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου για τον αιτητή ότι στο σχετικό Πιστοποιητικό Επίδοσης δεν αναγράφεται αν έγινε επίδοση και πότε. Ο συνήγορος του αιτητή επεσήμανε ειδικά ότι δεν υπάρχει καμία καταγραφή στο σχετικό Πιστοποιητικό για την ημερομηνία και τον τόπο επίδοσης αφού το σχετικό κουτί είναι κενό. Ως αποτέλεσμα, είναι εμφανές ότι τα δικαστικά έγγραφα επεστράφησαν χωρίς να γίνει κατορθωτή η επίδοση τους στον αιτητή. Η πιο πάνω θέση όμως, παραβλέπει το γεγονός ότι η επίδοση δεν έγινε προσωπικά στον αιτητή αλλά τεκμαίρεται δυνάμει του Ρωσικού δικαίου ότι έγινε νομότυπα από την στιγμή που ο αιτητής παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο παρότι ειδοποιήθηκε δεόντως. Δεν θα ήταν λογικό να αναφέρεται στο εν λόγω Πιστοποιητικό, η ημερομηνία και ο τόπος επίδοσης από την στιγμή που η επίδοση δεν ήταν προσωπική αλλά επιτεύχθηκε με τον πιο πάνω τρόπο. Δεν έχει σημασία αν η επίδοση επιτεύχθηκε δυνάμει της Διμερούς Σύμβασης ή της Σύμβασης της Χάγης. Σημασία έχει ότι στην Ρωσική Ομοσπονδία, η διαδικασία επίδοσης και στις δύο περιπτώσεις είναι η ίδια και γίνεται μέσω του Περιφερειακού Ρωσικού Δικαστηρίου. Σχετική είναι η γνωμάτευση του Ρώσσου συνηγόρου Panich, στην οποία πειστικά αναφέρεται ότι με βάση το Ρωσικό δίκαιο, η διαδικασία επίδοσης δυνάμει είτε της Σύμβασης της Χάγης, είτε της Διμερούς Σύμβασης μεταξύ Κύπρου-Ρωσίας για παροχή δικαστικής συνδρομής, γίνεται μέσω του περιφερειακού Δικαστηρίου του τόπου επίδοσης στην Ρωσία με ειδοποίηση στον ενδιαφερόμενο να παρουσιαστεί για να του γίνει η επίδοση. Ως εκ τούτου δεν ευσταθεί η θέση του αιτητή ότι δεν του έγινε νομότυπη επίδοση των υπό κρίση Δικαστικών εγγράφων. Αντιθέτως κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι τα δικαστικά έγγραφα που αναφέρονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 4.8.2016, που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση της ενάγουσας και με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση τους εκτός δικαιοδοσίας, έχουν επιδοθεί νομότυπα στον αιτητή στην Ρωσική Ομοσπονδία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 2 - αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.