← Κύπρος

Σιηπηλλή ν. Σιηπηλλή, Αρ. Αγωγής: 696/2018, 4/7/2018

Σιηπηλλή ν. Σιηπηλλή, Αρ. Αγωγής: 696/2018, 4/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A292 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 696/2018 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Σιηπηλλή Ενάγουσα και XXXXX Σιηπηλλή Εναγομένη Ημερομηνία: 4 Ιουλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Ο κ. Π. Κλεοβούλου Για την Εναγομένη-Καθ΄ης η αίτηση: Ο Δρ. Α. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση έκδοσης προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων) Δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως θλιβερό το γεγονός όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, σε ενδιάμεση προς το παρόν διαδικασία - η 3η κατά σειρά ενδιάμεση απόφαση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής - για διαφορά οικονομικής φύσης μεταξύ μιας μητέρας και της θυγατέρας της, ιδιότητες που έχουν αντίστοιχα η Αιτήτρια και η Καθ' ης η αίτηση. Το Δικαστήριο οφείλει όμως, όπως πάντοτε, παρά την προσπάθεια που το ίδιο κατέβαλε να επιλυθεί φιλικά η διαφορά, στη βάση των καλά καθιερωμένων νομικών και νομολογιακών αρχών που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης, να αποφασίσει για την τύχη των διαταγμάτων τα οποία αξιώνονται από τη μητέρα εναντίον της θυγατέρας και αφορούν ουσιαστικά την κατοχή μιας επιπλωμένης κατοικίας. Η Αιτήτρια με την αίτηση της αξίωσε μονομερώς την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου Διατάγματος του Δικαστηρίου: «Α. Παρεμπίπτον προστακτικό Διάταγμα, με το οποίο να διατάζεται η Καθ' ης η Αίτηση 1 να επιτρέψει στην Αιτήτρια εντός 48 ωρών από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος να εγκατασταθεί στην Κατοικία της (εφ' εξής «Κατοικία») που βρίσκεται στην οδό XXXXX αρ.7, μέρος του κτιριακού συγκροτήματος "XXXXX XXXXX", επί του Ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8XX9, τεμάχιο 6X, Φ/Σχ 54/4XX2, στην περιοχή Μουτταγίακα, στη Λεμεσό. Β. Παρεμπίπτον προστακτικό Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση 1 να παραδώσει εντός 48 ωρών από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος το κλειδί της Κατοικίας στην Αιτήτρια και/ή να της αποκαλύψει τον κωδικό συναγερμού, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στην αναφερόμενη Κατοικία και να εγκαταστήσει στην Κατοικία όλα τα έπιπλα της Αιτήτριας τα οποία η Καθ' ης η Αίτηση 1 μετακίνησε από την εν λόγω Κατοικία και εφ' εξής να μην διαταράξει την ειρηνική απόλαυση και/ή ελεύθερη χρήση της Κατοικίας. Γ. Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, το οποίο να απαγορεύει στην Καθ'ης η Αίτηση 1 να εισέρχεται και/ με οιονδήποτε τρόπο να παραμένει και/ή να χρησιμοποιεί την Κατοικία μέχρι την πλήρη εκδίκαση και/ή την αποπεράτωση της αγωγής, υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, το οποίο μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου Διατάγματος του Δικαστηρίου, να εμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή άλλως από του να εγγράψoυν στο όνομα οιουδήποτε άλλου προσώπου ή να πωλήσουν, ενοικιάσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, εκχωρήσουν ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή άλλως πως συναλλαγούν και/ή προκαλέσουν και/ή επιτρέψουν την εγγραφή και/ή πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή αποξένωση και/ή διάθεση και/ή εκχώρηση και/ή την οιανδήποτε συναλλαγή εις ότι αφορά την εν λόγω Κατοικία.» Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπέγραψε η ίδια η Αιτήτρια κα XXXXX Σιηπηλλή. Σε αυτή αναφέρεται στο ιστορικό των διαφορών της με την Καθ' ης η αίτηση θυγατέρα της, οι οποίες σύμφωνα με τα γεγονότα που περιγράφονται χρονίζουν, στην οποία καταλογίζει συνωμοσία, απάτη και δόλο και παραβίαση της μεταξύ τους συμφωνίας οίκησης κατοικίας που της είχε παραχωρηθεί μετά από επέμβαση της τελευταίας στην κατοικία και παραβίασης του δικαιώματος της για ειρηνική απόλαυση της. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των όσων πιο πάνω της καταλογίζει, αναφέρει ότι απουσίαζε στην Αθήνα στις αρχές Μαρτίου 2018 και η Καθ' ης η αίτηση διέρρηξε την κατοικία της και εισήλθε σε αυτή και απέσπασε την επίπλωση της ώστε να κενωθεί η κατοικία για να την πωλήσει. Σε άλλα σημεία της ένορκης δήλωσης της αναφέρεται για πρόθεση της Καθ' ης η αίτηση να ενοικιάσει την κατοικία και μάλιστα επιπλωμένη για να λαμβάνει ψηλότερο ενοίκιο. Σε αυτά βέβαια θα κάνω εκτενέστερη αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου στο κατάλληλο μέρος. Στη βάση των πιο πάνω αιτιάσεων της η Αιτήτρια εξασφάλισε από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα, ως το αιτητικό Δ της αίτησης, με το οποίο απαγορευόταν στην Καθ' ης η αίτηση να πωλήσει, αποξενώσει ή ενοικιάσει την οικία. Η αίτηση παρέμεινε για επίδοση στην Καθ' ης η αίτηση ως προς τα αιτητικά Α, Β και Γ. Μετά την επίδοση της αγωγής, της αίτησης και του ως άνω προσωρινού διατάγματος η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση όπου προβάλλει διάφορους λόγους στους οποίους θα γίνει αναφορά αμέσως στη συνέχεια και τους οποίους υποστήριξε με ένορκη δήλωση της. Σε αυτή προβάλλει τη δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα, διαμετρικά αντίθετη από αυτή της Αιτήτριας. Η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως λόγους ένστασης ότι δεν έγινε πλήρης και αληθής αποκάλυψη των γεγονότων, έγινε παράθεση ψευδών ισχυρισμών και στοιχείων, προσπάθεια παραπλάνησης αλλά και εμπαιγμού του δικαστηρίου που καθιστούν την αίτηση κακόπιστη και καταχρηστική, κατά τρόπο που αντίκειται στις αρχές της επιείκειας, δεν δικαιολογείται το κατεπείγον του θέματος αλλά ούτε και θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η ενάγουσα, η έκδοση και συνέχιση της ισχύος του διατάγματος δημιουργεί ζημιά στην εναγόμενη που είναι αδικαιολόγητη, άδικη, αχρείαστη, που της δημιουργεί περισσότερη ζημιά γιατί αδυνατεί να πληρώνει τις δόσεις του δανείου που αφορούν την επίδικη κατοικία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία κινδύνου εκποίησης και απώλειας της και ανεπανόρθωτης βλάβης σε αυτή. Ούτως ή άλλως, ισχυρίζεται, δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί για την απώλεια χρήσης και της στέρησης της δυνατότητας της για ενοικίαση της κατοικίας την οποία δεν καλύπτει η εγγύηση των €25.000,00 που ανέλαβε η Αιτήτρια όταν εκδόθηκε το διάταγμα. Στις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις τους επιρρίπτουν ευθύνη για τη διάσταση στις σχέσεις τους η μια στην άλλη κάνοντας αναφορά με περισσή λεπτομέρεια σε γεγονότα με την Καθ' ης η αίτηση να διαψεύδει πλείστα από όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Η απόφαση τους να αγοράσουν από κοινού την επίδικη κατοικία και να συγκατοικήσουν μετά που απεβίωσε ο σύζυγος της Αιτήτριας και πατέρας της Καθ' ης η αίτηση στις 15.09.2000 ήταν αυτή που εν τέλει τις οδήγησε σε αυτή την αντιδικία. Οι ένορκες δηλώσεις τους, στις οποίες πραγματεύονται ακριβώς αυτές τις σχέσεις, χαρακτηρίζονται από αλληλοκατηγορίες και επίρριψη ευθυνών η μια στην άλλη. Θα περιοριστώ στη συνέχεια της απόφασης μου σε αυτά που ενδιαφέρουν για την κατάληξη μου στα αναγκαία συμπεράσματα. Η Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση της αναφέρεται και αυτή σε γεγονότα από την εποχή που είχαν αποφασίσει με τη μητέρα της να αγοράσουν από κοινού την επίδικη κατοικία στην οποία συμφώνησαν να διαμένουν μαζί όπως και έγινε για κάποιο χρονικό διάστημα. Ενώ η ως άνω οικία αρχικά μεταβιβάστηκε επ' ονόματι και των δύο από ½ μερίδιο, στη συνέχεια η Αιτήτρια μεταβίβασε το δικό της μερίδιο στην Καθ' ης η αίτηση. Η Αιτήτρια αναφέρεται σε έκταση στις μεταξύ τους διευθετήσεις αναφορικά με την αποπληρωμή του δανείου που είχε συναφθεί προς εξόφληση της κατοικίας και των εξόδων της κατοικίας και της κοινής τους συμβίωσης. Σε μεταγενέστερο χρόνο, καταλογίζοντας η μια στην άλλη την ευθύνη προς τούτο, η Καθ' ης η αίτηση εγκατέλειψε την οικία και διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Όπως είναι παραδεκτό η κατοικία αγοράστηκε το 2004 και αυτή χρησιμοποιήθηκε και από τις δύο μέχρι και το 2008 οπότε η Καθ' ης η αίτηση αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει λόγω των έντονων προστριβών τους. Παρόλα αυτά το 2010 η Αιτήτρια μεταβίβασε το μερίδιο της επί της επίδικης κατοικίας στην Καθ' ης η αίτηση. Ως προς τις συνθήκες και τον τρόπο που η Καθ' ης η αίτηση εισήλθε στην επίδικη κατοικία, την οποία όπως είναι παραδεκτό μέχρι τότε την χρησιμοποιούσε η Αιτήτρια, υπάρχει επίσης διάσταση στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση εκμεταλλεύτηκε το γεγονός της απουσίας της στο εξωτερικό και αλλάζοντας τις κλειδαριές και τον κωδικό του συναγερμού της απαγόρευσε την είσοδο σε αυτή όταν αυτή επέστρεψε πίσω και έτσι αναγκαστικά φιλοξενείται έκτοτε στο σπίτι της άλλης θυγατέρας της. Η Καθ' ης η αίτηση αναφέρει ως προς τούτο ότι διέθετε τα κλειδιά της κατοικίας της και έκανε διευθετήσεις για την επαναλειτουργία του συστήματος συναγερμού όταν ανέλαβε την κατοχή της. Δεν θεωρεί την είσοδο της στην κατοικία ως παράνομη εφόσον είναι η ιδιοκτήτρια της και η Αιτήτρια δεν της καταβάλλει ενοίκιο. Η ίδια που δεν εργάζεται και λαμβάνει μια μικρή σύνταξη δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στα έξοδα διαβίωσης της, του ενοικίου που καταβάλλει και έχοντας επιπρόσθετα την υποχρέωση καταβολής μηνιαίως των δόσεων για την εξόφληση του δανείου που είχαν συνάψει για την αγορά της κατοικίας. Και όλα αυτά χωρίς να έχει οποιονδήποτε εισόδημα από αυτή την κατοικία της οποίας είναι η απόλυτη ιδιοκτήτρια. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε όσα προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις καθώς σχετική προσπάθεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ακολούθως αντεξέτασης της Καθ' ης η αίτηση σε πτυχές της ένορκης δήλωσης της, από πλευρά της Αιτήτριας, μετά από ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, απέτυχε για τους λόγους που εξηγήθηκαν στις ενδιάμεσες αποφάσεις μου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους τις οποίες είχαν την καλοσύνη να μου παραδώσουν γραπτώς και σε αυτές εκθέτουν τις απόψεις τους τόσο επί των γεγονότων της υπόθεσης όσο και επί της νομικής πτυχής της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ: Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60 έχουν επεξηγηθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis 1975

(1)CLR 321, Constandinides v. Makriyiorgou 1978
(1)CLR 585, Odysseos v. Pieris Estates 1982
(1)CLR 55). Οι τρείς βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν είναι:
(1)H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)η ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, 2041, υιοθετείται η περί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα., 621 (σε μετάφραση): «621. Συζητήσιμη υπόθεση. [...] Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση [...]» Στην υπόθεση Πουργουρίδης κα ν Μέζου κα
(1994)1 ΑΑΔ 201, 207 αναφέρθηκε πως: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) αναφέρονται στη σελίδα 569 τα εξής: «There is no reason in principle or on authority to interpret "a serious question to be tried a the hearing" in the context of the proviso to s.32
(1)- Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra. On the other hand, it is fair to assume that the second requirement laid down by the legislature as a pre-condition for the grant of an interlocutory injunction - "a probability that the plaintiff is entitled to relief" - relates to something other than the complexion of the pleaded case of the applicant, and that could not be, in the context of this statutory provision, anything other than the evidential strength of the case of the plaintiff. [.] The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action.» Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι πολύ χρήσιμα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Ο Δικαστής Νικολάου που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Εφετείου αναφέρει τα εξής: «Με αυτή τη διευκρίνιση προχωρούμε να εξετάσουμε το κατά πόσο οι εφεσείοντες, με ό,τι είχαν παρουσιάσει, θα έπρεπε να επιτύχουν. Αρχίζουμε με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου
  2. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides ν. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid ν. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law.» Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αυτή ικανοποιείται όπου, σε περίπτωση αποξένωσης από την καθ' ης η Αίτηση των περιουσιακών στοιχείων που το επιζητούμενο διάταγμα αποσκοπεί να διαφυλάξει, υπάρχει ορατός κίνδυνος η Αιτήτρια να παραμείνει χωρίς ουσιαστική ή αποτελεσματική θεραπεία. Η Αιτήτρια δεν χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη πρόθεσης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων από πλευράς της καθ' ης η Αίτηση. Αρκεί να αποδείξει ότι, σε περίπτωση τέτοιας αποξένωσης, η ίδια θα παραμείνει χωρίς αποτελεσματική θεραπεία. (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 και Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782). Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 152). Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης της Αιτήτριας και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει κρίση επί της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν Beograska Banka D.D.
(1999)1(A) ΑΑΔ 225, 236). (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού,
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 όπου στη σελίδα 215 παρατίθεται με επιδοκιμασία το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Odysseos ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια». Το βάρος απόδειξης σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι στους ώμους του αιτητή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μονομερή έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ 1992
(1)ΑΑΔ 1453). Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Καθ' ης η αίτηση με κάλεσε να εξετάσω εν πρώτοις το κατά πόσο συντρέχει ή όχι ο παράγοντας του κατεπείγοντος, δικαιοδοτικός όρος όπως εξηγείται στην υπόθεση Resola v. Χρήστου
(1998)1 Γ ΑΑΔ 1179. Όπως δε λέχθηκε στην Χριστοδούλου v. Vraets,
(1999)1 ΑΑΔ 1475) μόνον εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, η Αιτήτρια προς δικαιολόγηση του επείγοντος του διαβήματος της ισχυρίστηκε ότι επίκειται η πώληση της επίδικης κατοικίας. Στην παρ. 5.30 της ένορκης δήλωσης της και αντιφατικά προς τον πιο πάνω ισχυρισμό, ανέφερε ότι η εναγομένη ανέθεσε την ενοικίαση της σε κτηματομεσίτη, κάτι που γνώριζε ήδη από τον Ιανουάριο του 2018 και όμως δεν κινήθηκε από τότε αφήνοντας το χρόνο να παρέλθει. Αυτές οι αναφορές της καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια γνώριζε την πρόθεση της Καθ' ης η αίτηση να ενοικιάσει και όχι να πωλήσει την κατοικία, ισχυρισμούς που προέβαλε παραπλανητικά, κάτι που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο σε σχέση με τη σπουδή που επέδειξε στην προσπάθεια της να ενεργήσει μονομερώς επιζητώντας τη μονομερή έκδοση των διαταγμάτων που αιτήθηκε και επομένως την επίδειξη επιείκειας από το Δικαστήριο. Παρόμοια και η παράλειψη εκ μέρους της Αιτήτριας να προωθήσει την αγωγή της με την καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης παρά την πάροδο από τις 18.04.2018 αρκετού χρόνου εξαλείφει τον παράγοντα του κατεπείγοντος. Ερχόμενος όμως στα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αιτήτρια φιλοξενείται από την άλλη θυγατέρα της. Δεν υπάρχει ισχυρισμός για προβληματική διαμονή εκεί και επομένως ο χρόνος δεν είναι καταλυτικός παράγοντας. Η κατοικία σημειώνω βρίσκεται, σύμφωνα με τη μαρτυρία, σε απομακρυσμένη περιοχή από το κέντρο της πόλης και το σπίτι της άλλης θυγατέρας της και επομένως μη βολικό ως προς την εξυπηρέτηση των αναγκών της αλλά και της επαφής της με την άλλη θυγατέρα της και τα εγγόνια της. Επομένως ούτε και ως προς αυτή τη πτυχή συντρέχει ο παράγοντος του επείγοντος. Ως προς την αξίωση της για την επικαρπία της επίδικης κατοικίας, εάν αυτή ήθελε πετύχει, υπεισέρχεται πλέον ο παράγοντας της διεκδίκησης αποζημιώσεων, τις οποίες η Καθ' ης η αίτηση δηλώνει ότι θα είναι σε θέση να καταβάλει αν καταδικαστεί σε τέτοιες προς πλήρη ικανοποίηση της Αιτήτριας. Εξάλλου αποδέχεται να δεσμευτεί με δικαστικό διάταγμα για να μην αποξενώσει την κατοικία. Επομένως και ως προς αυτή την πτυχή της υπόθεσης κρίνω ότι δεν συντρέχει ο παράγοντας του κατεπείγοντος. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται πλέον ως ζήτημα επείγοντος ούτε η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος ως έχει ούτε και η έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων. Θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα της υποχρέωσης εκ μέρους της Αιτήτριας για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως θα επηρέαζαν την κρίση του δικαστηρίου (βλ. Σύγγραμμα Αρτέμη - Ερωτοκρίτου, σελ. 163 -164 Supreme Court Practice 1988, σελ. 479 - 480, Δήμος Πάφου - Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ
  1. Σύμφωνα με τη νομολογία μας αν δεν έχει τηρήσει αυτή την υποχρέωση η Αιτήτρια, το διάταγμα που δόθηκε θα πρέπει να ακυρωθεί και να απορριφθούν τα υπόλοιπα που αξιώνει. Προχωρώ επομένως στα γεγονότα που παρέθεσε η Αιτήτρια προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης της με την οποία πέτυχε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος έχοντας πάντα κατά νουν ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκληθεί καμιά ζημιά στην εναγομένη (παρ. 43 της ένορκης δήλωσης της). Όμως η Καθ' ης η αίτηση είναι αυτή που ουσιαστικά υπόκειται σε ζημιά εφόσον ως η ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας δεν απολαμβάνει κανένα όφελος από αυτή. Αναγκάστηκε (χωρίς να εξετάζω εδώ τον λόγο) να εγκαταλείψει την κατοικία από το 2008 και να καταβάλλει η ίδια ενοίκιο εκεί όπου διαμένει μέχρι και σήμερα. Ενώ θα είχε τη δυνατότητα να ενοικιάζει την επίδικη κατοικία μέχρι και του ποσού των €2.000 μηνιαίως λόγω της πλεονεκτικής της θέσης, όπως ισχυρίζεται η Καθ' ης η αίτηση και δεν θα μπορεί να έχει αυτό το εισόδημα όσο παραμένει εκεί η Αιτήτρια. Είναι αναγκασμένη να καταβάλλει δόσεις για το δάνειο που συνήψε για την κατοικία στην τράπεζα το οποίο αδυνατεί να καταβάλλει λόγω των χαμηλών πλέον εισοδημάτων της. Από την άλλη τα εισοδήματα της Αιτήτριας έστω και αν αυτά ήταν μόνο €1.100,00 από τη σύνταξη της, κατά την αντίληψη μου είναι αρκετά για να εξεύρει, αν επιθυμεί, κατοικία με τέτοιο ενοίκιο που να της δίνει τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται και στα υπόλοιπα έξοδα που απαιτούνται για την επιβίωση της. Η Αιτήτρια πρόβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς σε σχέση με τον κίνδυνο πώλησης και αποξένωσης της κατοικίας (παρ. 14, 38 και 41 της ένορκης δήλωσης της) όπου ισχυρίζεται για κίνδυνο αποξένωσης και πώλησης ενώ στις παρ. 5.29 και 5.30, 5.31 ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση αποφάσισε να ενοικιάσει την κατοικία. Επομένως παραπλανητικά στην ένορκη δήλωση της μιλούσε για άμεση αποξένωση της κατοικίας με την πώληση της. Σημειώνω δε ότι ήταν μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και με άδεια του Δικαστηρίου που προσετέθη στο αιτητικό Δ η απαγόρευση της ενοικίασης. Ένα ακόμα σημείο αντίφασης που επισημαίνεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση και έχει ως προς τούτο δίκαιο, είναι η αναφορά της από τη μια ότι η συμφωνία που επικαλέστηκε που είχε κάνει με την Καθ' ης η αίτηση ήταν να της παρέχει το δικαίωμα να διαμένει σε αυτή μέχρι το γήρας της (παρ. 5.3 της ένορκης δήλωσης της ) και στην παρ. 5.14 ότι θα είχε αυτό το δικαίωμα μέχρι να αποβιώσει. Οι αντιφατικές όμως δηλώσεις της Αιτήτριας δεν τελειώνουν εδώ. Σε σχέση με το πότε εγκατέλειψε την κατοικία η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2012 (παρ. 5.18 της ένορκης δήλωσης της) όπου γίνεται αναφορά και σε διάφορα γεγονότα που έλαβαν χώραν σε σχέση με εκείνη τη χρονική στιγμή. Γίνεται όμως δεκτό μεταγενέστερα ότι αυτό είχε ήδη γίνει από το
  2. Και αυτό κατά την αντίληψη μου δεν είχε αναγραφεί τυχαία καθώς θα φαινόταν αντιφατικό από τη μια να είχε επέλθει διάσταση στις σχέσεις τους αν ισχυριζόταν ότι αυτό συνέβη το 2008 και ότι αργότερα το 2010 της μεταβίβασε το δικό της μερίδιο. Είναι δε περίεργο να ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι όταν είχε μεταβιβάσει το μερίδιο της το 2010 είχαν συμφωνήσει το δικαίωμα της για ισόβια κατοίκηση στην κατοικία όταν η Καθ' ης η αίτηση την είχε εγκαταλείψει ήδη από το 2008 με τη συνέχιση της υποχρέωσης της στην αποπληρωμή του δανείου και χωρίς να έχει οποιοδήποτε εισόδημα από αυτή. Ούτε και όσα αναφέρει η Αιτήτρια περί εξόδων ανακαίνισης της κατοικίας το 2011 (παρ. 5.17) αντέχουν στην λογική όταν η Καθ' ης η αίτηση ήδη είχε εγκαταλείψει την κατοικία και ήδη είχε, κατά την Αιτήτρια, το 2010 παραχωρήσει σε αυτή δικαίωμα να κατοικεί στην κατοικία εφόρου ζωής. Ούτε όμως όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται στις παρ. 21 - 25 της ένορκης δήλωσης της, ισχυρισμοί που αφορούν τα γεγονότα της μεταβίβασης του μεριδίου της στην Καθ' ης η αίτηση είναι σύμφωνα με έγγραφα που επισύναψε η Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση της προς αντίκρουση των ισχυρισμών της και τα οποία δεν μπορούν με ευκολία να αμφισβητηθούν. Τα ως άνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τη διαφορά της με την Καθ' ης η αίτηση ή τουλάχιστον δεν επεσήμανε ως όφειλε από το σύνολο αυτών και των τεκμηρίων σημαντικά στοιχεία τα οποία θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς του Διατάγματος (Αιτητικό Δ της αίτησης). Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω, η Αιτήτρια δεν διαφαίνεται ότι θα υποστεί ζημιά που δεν μπορεί να αντισταθμιστεί με χρήμα σε αντίθεση με τη ζημιά που ενδεχομένως να υποστεί η Καθ' ης η αίτηση με την απώλεια της κατοικίας αν δεν πληρώνονται οι δόσεις στην τράπεζα. Το δίκαιο της υπόθεσης, εξετάζοντας τα αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα της υπόθεσης και τις προοπτικές που αφορούν την επίδικη κατοικία όπως τέθηκαν ενώπιον μου με στοιχεία από την Καθ' ης η αίτηση, με οδηγούν στο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση η οποία επιφέρει ταυτόχρονα και την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και της ύπαρξης ορατής πιθανότητα επιτυχίας αυτές εξετάζονται σε συνάρτηση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Στην προκείμενη περίπτωση το μόνο δικόγραφο που υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης είναι το Γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2, r.1) και παρόλο ότι καταχωρίστηκε την 30.03.2018 και καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης στις 10.04.2018 εντούτοις μέχρι σήμερα το πρωί δεν είχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαιτήσεως (πληροφορήθηκα από τον Πρωτοκολλητή ότι καταχωρήθηκε μόλις σήμερα). Παρόλα αυτά εξετάζοντας τις αξιώσεις της Ενάγουσας/Αιτήτριας στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της, διαπιστώνω ότι για τη μόνη αξίωση που συντρέχει η 1η προϋπόθεση είναι αυτή του δικαιώματος επικαρπίας της επίδικης κατοικίας. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις της, ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση της από όπου μπορώ να αντλήσω πληροφόρηση σε σχέση με αυτές, δεν διαπιστώνω ορατή πιθανότητα επιτυχίας και εξηγούμαι: (α) Σε σχέση με την αξίωση της υπό στοιχείο Α: Ακύρωση της μεταβίβασης του ½ μεριδίου επ' ονόματι της Εναγομένης επί της κατοικίας., στην ένορκη της δήλωση παραδέχεται ότι μεταβίβασε το ως άνω μερίδιο της αντιλαμβανόμενη τους φόβους που εξέφραζε η Καθ' ης η αίτηση για την τύχη αυτού του μεριδίου όταν θα πέθαινε οπότε ως η μοναδική της περιουσία θα υπεισερχόταν στην κληρονομιά της και η άλλη θυγατέρα της. Για το μόνο που ανησυχούσε τότε ήταν το δικαίωμα της να κατοικεί σε αυτή την κατοικία «μέχρι το γήρας της» ή « μέχρι να αποβιώσει» ισχυριζόμενη ότι ως προς τούτο την καθησύχαζε η Καθ' ης η αίτηση. Επομένως ως προς αυτήν την αξίωση της δεν διαβλέπω πιθανότητα επιτυχίας. (β) Ως προς την αξίωση της του ποσού των €200.000,00 πουθενά δεν εξηγείται από που προήλθε αυτό το ποσό πέραν του κοινού δανείου το οποίο φαίνεται, όσο αυτό αποπληρωνόταν, να γινόταν από λογαριασμό της Καθ' ης η αίτηση και είναι αυτό που επιδιώκει η τελευταία με την ανάληψη της κατοικίας της να έχει εισόδημα από αυτή για να μπορέσει να το εξοφλήσει και έτσι να μη το χάσει. (γ) Σε σχέση με την αξίωση για ειδικές ζημιές €1.000,00 και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση επί της κατοικίας δεν έχει καταδειχθεί στην ένορκη δήλωση σε τι συνίστανται. Καταλήγοντας στην πιο πάνω διαπίστωση ως προς μια τουλάχιστον από τις αξιώσεις της Ενάγουσας/Αιτήτριας, προχωρώ στην εξέταση και της 3ης προϋπόθεσης, να είναι δηλαδή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τον κίνδυνο αποξένωσης της επίδικης κατοικίας. Δεν μου διαφεύγει ότι η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση εξέφρασε εξ αρχής την θέση ότι θα μπορούσε να αποδεχθεί την διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος ως αυτό έχει εκδοθεί μονομερώς με την απάλειψη της λέξης «ενοικιάσουν» καθώς δεν έχει καμιά πρόθεση στο μέλλον να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, επιβαρύνει, εκχωρήσει ή αποξενώσει την επίδικη κατοικία μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή την έκδοση νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου. Με την πιο πάνω δεδομένη θέση της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση, η οποία επαναλήφθηκε και στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κρίνω ότι θα μπορούσε να οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα (υπό στοιχείο Δ της αίτησης) με την πιο πάνω διαφοροποίηση με την απάλειψη δηλαδή της λέξης «ενοικιάσουν». Με αυτόν τον τρόπο διασκεδάζονται και οι όποιες ανησυχίες της Αιτήτριας για μελλοντική ικανοποίηση της για οποιεσδήποτε χρηματικές αποζημιώσεις ενδεχομένως πετύχει με την αγωγή της. Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα διά του παρόντος οριστικοποιείται και θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου Διατάγματος του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω όπως οριστικοποιήσω το προσωρινά εκδοθέν διάταγμα ως η πιο πάνω διαφοροποίηση με την διαγραφή δηλαδή της λέξης «ενοικιάσουν» και απορρίψω τα υπόλοιπα αιτητικά Α, Β και Γ. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Η ως άνω κατάληξη μου σε καμιά περίπτωση δεν εκλαμβάνεται ως επιτυχία της Αιτήτριας και αυτό ενόψει της στάσης που τήρησε εξ αρχής με την μη αποδοχή της εισήγησης της Καθ' ης η αίτηση. Τα έξοδα θα είναι υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.) ................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προστακτικά και Απαγορευτικά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.