CVP Limited ν. Beddington Holding Limited, Αρ. Αλλοδαπής Αίτησης:15/2017, 25/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A317 Αρ. Αλλοδαπής Αίτησης:15/2017 Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121/2000) και Αναφορικά με τον Νόμο κυρών της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) του 1979 (Ν. 84/79) και Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) και Αναφορικά με τη Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 08/01/2016 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνής διαιτησίας από το Διεθνές Κέντρο Διαιτησίας της Βιέννης (Vienna International Arbitral Centre - VIAC) στην υπόθεση υπ' αριθμό SCH-5404 υπέρ της CVP Limited, από την Νέα Ζηλανδία και εναντίον της Beddington Holding Limited, από την Κύπρο. και Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ των: CVP Limited, από Νέα Ζηλανδία Αιτήτρια και Beddington Holding Limited, από Λεμεσό Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση δια κλήσεως από την αιτήτρια, CVP Ltd, από την Νέα Ζηλανδία για αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2018 Για αιτήτρια: Κος Ανδρέας Ερωτοκρίτου Για καθ' ης η αίτηση: κα Μαρίνα Τζιούτ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που οδήγησαν στις διαφορές των διαδίκων ανάγονται από το 2013. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια στις 18/07/2013 συνήψε Συμφωνία Διαχείρισης Επενδύσεων (Investment Management Agreement) με την καθ' ης η αίτηση και την Spokane Investments Limited, με ισχύ από 01/07/2013. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, η αιτήτρια διορίστηκε από την καθ' ης η αίτηση και την Spokane Investments Limited για να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες, να παρακολουθεί και να ελέγχει αλλά και να παρέχει βοήθεια αναφορικά με τη διαχείριση και την εκποίηση (divestment) συγκεκριμένου επενδυτικού χαρτοφυλακίου εταιρειών το οποίο κατέχεται από την καθ' ης η αίτηση και την Spokane Investments Limited. Επιπλέον, η εν λόγω συμφωνία περιέχει στον όρο 21.5, συνυποσχετικό διαιτησίας που προβλέπει ότι κάθε διαφορά που απορρέει από την σύμβαση ή είναι σχετική με παράβαση, τερματισμό ή ακυρότητα αυτής θα διευθετείται τελεσίδικα μέσω διαιτησίας βάσει των Κανόνων Διαιτησίας και Συμβιβασμού του Διεθνούς Διαιτητικού Κέντρου του Ομοσπονδιακού Οικονομικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας. Στις 7.11.14, η αιτήτρια λόγω κατ' ισχυρισμόν καθυστέρησης από μέρους της καθ' ης η αίτηση να της καταβάλει ορισμένες πληρωμές, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση. Επιπλέον, προσέφυγε δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 21.5 της σύμβασης, στο Διεθνές Κέντρο Διαιτησίας της Βιέννης (Vienna International Arbitral Centre - VIAC), καταχωρώντας την υπόθεση με αριθμό SCH-5404. Το αντικείμενο της διαιτησίας αφορούσε την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τον τερματισμό της Συμφωνία Διαχείρισης Επενδύσεων από την αιτήτρια και τα συνακόλουθα δικαιώματα της αιτήτριας. Η θέση της αιτήτριας ήταν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας λόγω καθυστέρησης από μέρους της καθ' ης η αίτηση να καταβάλει ορισμένες πληρωμές στην αιτήτρια. Σε αυτή τη βάση, η αιτήτρια απαιτούσε από την καθ' ης η αίτηση, την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών και ήγειρε διάφορες επιπρόσθετες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένου δήλωσης ότι έχει ορισμένα δικαιώματα, τα οποία ενεργοποιούνται μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Στις 08/01/2016, εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση (τεκμ. 15). Το διαιτητικό Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος της αιτήτριας, όλες τις αξιώσεις και θεραπείες που απαιτούσε. Συγκεκριμένα εκδόθηκε: Α. Δήλωση ότι ο τερματισμός της ΣΔΕ από την αιτήτρια έναντι της καθ' ης αίτηση είναι έγκυρος και σε ισχύ από τις 07/11/2014. Β. Διάταγμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση όπως πληρώσει στην αιτήτρια: i. €42,500 πλέον 9.2% τόκο πέραν του βασικού επιτοκίου, από 02/01/2014, ii. €500,000 πλέον 9.2% τόκο πέραν του βασικού επιτοκίου από 02/07/2014, iii. 4% τόκο ανατοκισμού επί του ποσού €21,752.20, από 26/11/2014, iv. €500,000 πλέον 9.2% τόκο πέραν του βασικού επιτοκίου, από 02/01/2015, και v. €500,000 πλέον 9.2% τόκου πέραν του βασικού επιτοκίου από 02/07/2015. Γ. Δήλωση ότι η αιτήτρια δικαιούται: i. Να κρατήσει και να λάβει όλες τις Διαχειριστικές Αμοιβές (Management Fees), Προμήθειες (Catch-Up) και Συμμετοχή επί Υπεραξίας (Carried Interest) (ως ορίζονται στη ΣΔΕ) δυνάμει της ΣΔΕ. ii. Να ζητήσει και να λάβει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καθ' ης η αίτηση και τις Εταιρείες Χαρτοφυλακίου αυτής (ως ορίζονται στη ΣΔΕ), και iii. Να απαιτήσει τον λογιστικό έλεγχο των βιβλίων της καθ' ης η αίτηση και των Εταιρειών Χαρτοφυλακίου αυτής (ως ορίζονται στην ΣΔΕ) από ανεξάρτητη λογιστική εταιρεία διοριζόμενη από την αιτήτρια και την παροχή από την καθ' ης η αίτηση, όλων των απαραίτητων πληροφοριών για τον σκοπό αυτόν. Δ. Διάταγμα του διαιτητικού δικαστηρίου έναντι της καθ' ης η αίτηση όπως παράσχει στην αιτήτρια τις ακόλουθες πληροφορίες: i. Μηνιαίες εκθέσεις διαχείρισης και οικονομικές καταστάσεις της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από τον Ιανουάριο του 2015. ii. Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από τον Ιανουάριο του 2015. iii. Εισηγήσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από τον Ιανουάριο του 2015. iv. Λεπτομέρειες σχετικά με την εξαγορά της Snap (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από την 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) και λεπτομέρειες χρηματοδότησης της εξαγοράς. v. Ελεγμένους λογαριασμούς της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) για το 2014. vi. Ενημερωμένο μητρώο μετόχων της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας). vii. Πρόσφατη έκθεση αποτίμησης της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από την KPMG. viii. Τριμηνιαίες εκθέσεις της Trilogy (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας). Ε. Διάταγμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση όπως παράσχει στην αιτήτρια πρόσβαση στα βιβλία αυτής αλλά και του Χαρτοφυλακίου Εταιρειών αυτής (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) για σκοπούς λογιστικού ελέγχου. Στ. Διάταγμα έναντι της καθ' ης η αίτηση όπως πληρώσει στην αιτήτρια τα έξοδα της διαιτησίας ως και εύλογα νομικά έξοδα και άλλες δαπάνες συμποσούμενα σε €321,487.55. Στις 31/08/16, η αιτήτρια καταχώρισε πανομοιότυπη αίτηση με την παρούσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αριθμό 11/16 για αναγνώριση και εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Στα πλαίσια της αίτησης 11/16, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς και οριστικοποίησε προσωρινά διατάγματα που απαγόρευαν στην καθ' ης η αίτηση την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της αιτήτριας μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Παρά την πιο πάνω κατάληξη ως προς την ανάγκη έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων, το Δικαστήριο απέρριψε την κυρίως αίτηση 11/2016 για αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης. Κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν οι τυπικές προϋποθέσεις της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης της 10ης Ιουνίου 1958 σε σχέση με το συνυποσχετικό διαιτησίας, λόγω που ότι δεν είχε προσκομιστεί, η μετάφραση του στα Ελληνικά. Στην συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία προβαίνει σε καινούριο αίτημα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, αυτή την φορά προσκομίζοντας μεταφράσεις όλων των εγγράφων που αφορούν το συνυποσχετικό διαιτησίας. Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, η αιτήτρια καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεσα διατάγματα παγοποίησης, ημερομηνίας 07/11/17, τα οποία κατέστησαν οριστικά με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 04/04/2018. Η παρούσα αίτηση Με την παρούσα αίτηση της, η αιτήτρια ζητά εκ νέου διάταγμα του Δικαστηρίου για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση, της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 08/01/2106. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/1987), στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121/2000), στον Νόμο Ν.84/79 που κύρωσε την Σύμβαση της Νέας Υόρκης ημ. 10ης Ιουνίου 1958 Περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, Δ.39 & Δ.64. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ιωάννας Μιχαήλ, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της αιτήτριας. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι η ανάγκη καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, προέκυψε καθώς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, απέρριψε προηγούμενο αίτημα της αιτήτριας για αναγνώριση της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Η ομνύουσα αναφέρθηκε στην συνέχεια στις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση. Ανέφερε ότι τα μέρη υπέγραψαν αντίγραφα της συμφωνίας ταυτόχρονα αφού βρίσκονταν σε διαφορετικές ηπείρους. Οι εκπρόσωποι της καθ' ης η αίτηση εκτύπωσαν την συμφωνία, την υπέγραψαν, την σάρωσαν (scan) και την έστειλαν ηλεκτρονικά μέσω email στους δικηγόρους της αιτήτριας. Οι δικηγόροι της αιτήτριας, προώθησαν την συμφωνία στους εκπροσώπους της αιτήτριας, οι οποίοι διευθέτησαν την υπογραφή της. Στη συνέχεια, η σαρωμένη συμφωνία που περιείχε τις ηλεκτρονικές υπογραφές και των 2 μερών, προωθήθηκε στους δικηγόρους της αιτήτριας, οι οποίοι με τη σειρά τους, την προώθησαν στους εκπροσώπους της καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η εν λόγω διαδικασία αποτελούσε τη συνήθη πρακτική των μερών για τη σύναψη συμφωνιών στα πλαίσια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, καθώς και συνήθη εμπορική πρακτική μεταξύ μερών που έχουν τη βάση τους σε διαφορετικές ηπείρους. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει εκτυπωμένο πρωτότυπο της συμφωνίας που φέρει τις πρωτότυπες υπογραφές και των δύο μερών. Εντούτοις, η πρωτότυπη Συμφωνία Διαιτησίας, φέρει τις ηλεκτρονικές υπογραφές των μερών που είναι η σαρωμένη ηλεκτρονική επισύναψη (scanned electronic copy) της συμφωνίας (τεκμ. 8 στην παρούσα αίτηση). Επισυνάπτεται επίσης η πρωτότυπη ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών σε σχέση με την σύναψη της επίδικης συμφωνίας (τεκμήρια 9 μέχρι 12). Η πρωτότυπη συμφωνία καθώς και η ανωτέρω ηλεκτρονική αλληλογραφία, είναι στην Αγγλική και Γερμανική γλώσσα. Τα έγγραφα στην Αγγλική γλώσσα μεταφράστηκαν στα Ελληνικά από την Αναστασία Πιλόττου, Πρόεδρο της Παγκύπριας Ένωσης Πτυχιούχων Μεταφραστών & Διερμηνέων. Τα έγγραφα στην Γερμανική Γλώσσα μεταφράστηκαν στα Ελληνικά από την επίσημη μεταφράστρια Renate Hadjicharalambous (τεκμ. 13 & 14 αντίστοιχα). Η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση, ουδέποτε αμφισβήτησε την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της συμφωνίας διαιτησίας και έλαβε μέρος στη διαιτησία μεταξύ των μερών οικειοθελώς, χωρίς να εγείρει οποιεσδήποτε ενστάσεις προς τούτο. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι με βάση το Αυστριακό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση συμφωνία διαιτησίας αλλά και δυνάμει του άρθρου 24 των Κανόνων Διαιτησίας του Αυστριακού διαιτητικού Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση παραιτήθηκε του δικαιώματος της να εγείρει οποιαδήποτε ένσταση ως προς την δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου όπως για παράδειγμα ένσταση ως προς της εγκυρότητα της συμφωνίας διαιτησίας, εφόσον δεν έθεσε τέτοιο ζήτημα ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου. Η διαιτητική απόφαση συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα. Η XXXXX Πιλόττου η οποία παρέχει επαγγελματικές υπηρεσίες μετάφρασης, προέβη στη μετάφραση της διαιτητικής απόφασης από τα Αγγλικά στα Ελληνικά (τεκμ. 16). Κατά την ομνύουσα, η διαιτητική απόφαση δεν έχει ακυρωθεί ή παραμεριστεί ή ανασταλεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο στην Αυστρία ή κάτω από το Αυστριακό Δίκαιο και παραμένει δεσμευτική για την αιτήτρια και την καθ' ης η αίτηση μέχρι σήμερα. Στην συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρει ότι παρά τις απαιτήσεις και εκκλήσεις της αιτήτριας προς την καθ' ης η αίτηση, η τελευταία έχει συμμορφωθεί μόνο εν μέρει με τη διαιτητική απόφαση. Συγκεκριμένα, η καθ' ης η αίτηση απέτυχε να πληρώσει τις Διαχειριστικές Αμοιβές (Management Fees) (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας), οι οποίες κατέστησαν πληρωτέες μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, και περιέχονται στις ενότητες Α και Γ(
- i)ανωτέρω. Επιπλέον δεν παρέδωσε αριθμό εγγράφων κατά παράβαση των διατάξεων που περιέχονται στην ενότητα Δ ανωτέρω και δεν παρείχε πρόσβαση στα βιβλία της καθ' ης η αίτηση και στα βιβλία του Χαρτοφυλακίου Εταιρειών της καθ' ης η αίτηση ως ορίζεται στην απόφαση διαιτησίας για σκοπούς λογιστικού ελέγχου που περιέχονται στην ενότητα Ε ανωτέρω. Ήταν τέλος η θέση της ομνύουσας ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης δεν αντίκειται με οποιοδήποτε τρόπο, σε οποιοδήποτε νόμο ή στην δημόσια τάξη της Κύπρου. Η ειδοποίηση ένστασης Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης που θέτει ο Νόμος 84/79 που κυρώνει την Σύμβαση Περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία. Αναφέρεται επίσης ότι σύμφωνα με το Αυστριακό Δίκαιο που είναι το δίκαιο που διέπει τη Συμφωνία Διαχείρισης Επενδύσεων (η οποία περιέχει το συνυποσχετικό διαιτησίας), η καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις που εκκρεμούν προς εκτέλεση δυνάμει της διαιτητικής απόφασης και ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση έχει αποδεδειγμένα ικανοποιηθεί. Εν πάση περιπτώσει, η καθ' ης η αίτηση έχει ήδη ικανοποιήσει το εκτελεστό μέρος της διαιτητικής απόφασης. Το μέρος το οποίο η αιτήτρια προωθεί με την παρούσα διαδικασία να εγγράψει και να καταστήσει εκτελεστό στην Κύπρο, αποτελεί δηλωτική απόφαση και ως τέτοια δεν είναι εκτελεστή τόσο σύμφωνα με το Κυπριακό αλλά και το Αυστριακό δίκαιο. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται επίσης ότι η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, αντίκειται προς τη δημόσια τάξη (public policy). Ειδικότερα, παραβιάζεται η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων εφόσον η διαιτητική απόφαση έχει ικανοποιηθεί και ως εκ τούτου παραβιάζεται κανόνας δικαίου θεωρούμενος ως ουσιώδης στην έννομη τάξη της Κύπρου. Περαιτέρω, η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και είναι καταπιεστική για την καθ' ης η αίτηση, λόγω του ότι η διαιτητική απόφαση έχει εκτελεστεί, στο μέτρο του δυνατού και επιτρεπτού. Αναφέρεται επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να δώσει πληροφορίες αναφορικά με την εταιρεία Two Degrees Mobile Limited (ως ζητείται στα Μέρη
(5)(i), (ii), (iii), (vii), (viii) και
(6)), καθ' ότι σύμφωνα με το δίκαιο της Νέας Ζηλανδίας το οποίο διέπει την εν λόγω εταιρεία, οι αιτούμενες πληροφορίες δεν είναι δημόσια διαθέσιμες και εν πάση περιπτώσει δεν βρίσκονται στην κατοχή της καθ' ης η αίτηση αφού αυτή ποτέ δεν είχε άμεσο συμφέρον στην εταιρεία Two Degrees Mobile Limited. Επιπρόσθετα, με την πώληση των εταιρειών Tesbrit B.V. και Trilogy International Partners LLC τον Ιούνιο του 2016, η καθ' ης η αίτηση έχασε εξ ολοκλήρου και το έμμεσο της συμφέρον στην εταιρεία Two Degrees Mobile Limited. Επιπρόσθετα δεν είναι νόμιμο για την καθ' ης η αίτηση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες σε τρίτα πρόσωπα όπως είναι η αιτήτρια εφόσον ως ορίζει το δίκαιο της Νέας Ζηλανδίας, απαγορεύεται η διαρροή τέτοιων πληροφοριών εκτός εάν γίνει με την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, και στην περίπτωση μας, της Two Degrees Mobile Limited. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται επίσης ότι η παρούσα αίτηση ασκείται καταχρηστικά. Αυτό γιατί προωθείται παράλληλα με την διαιτησία υπ' αριθμό VIAC SCH-5513, την προώθηση της οποίας η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο και με την οποία υπάρχει συσχετισμός και σύνδεση με την παρούσα, τουλάχιστον όσον αφορά συγκεκριμένες θεραπείες Αναφέρεται τέλος ότι η αιτήτρια ενεργεί κακόπιστα και εκδικητικά καθ' ότι έχει μπλοκάρει και παρεμποδίζει την υλοποίηση της εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση και την διαδικασία που έχει τροχοδρομηθεί δυνάμει του όρου 146 του Καταστατικού Εγγράφου της καθ' ης η αίτηση για την εκκαθάριση της με αποτέλεσμα να αναγκάζει την καθ' ης η αίτηση σε παράβαση των ρητών προνοιών του καταστατικού της. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιμιλίας Ευσταθίου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της καθ' ης η αίτηση. Με αυτήν επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη με αγορεύσεις των μερών αφού καμία πλευρά δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν κρίνω σκόπιμο στο παρόν στάδιο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στην εκτεταμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου κρίνεται αναγκαίο, στο στάδιο παράθεσης των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87 αλλά και στον Περί της Συμβάσεως, Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/79. Κατά την κρίση μου, εφαρμογή στη παρούσα έχει μόνο ο Νόμος 84/79 που ως κυρωτικός Νόμος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι το Νόμου 101/87. Στην υπόθεση Malachtou v. Armefti
(1987)1 C.L.R. 207, λέχθηκε με αναφορά στο άρθρο 169
(3)του Συντάγματος ότι μια Σύμβαση η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε άλλου Νόμου είτε η Σύμβαση προηγείται είτε ακολουθεί χρονικά τον Νόμο. Σχετική είναι και η υπόθεση προνομιακού εντάλματος Beogradska Banka D.D.
(1995)1 Α.Α.Δ. 737, στην οποία αναγνωρίστηκε ειδικά πως σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος, οι πρόνοιες του Νόμου 84/79 έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού Νόμου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, στον ίδιο τον Νόμο 101/87 καθορίζεται στο άρθρο 3.1 ότι αυτός τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών «υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία». Επομένως, ο ίδιος ο Νόμος 101/87 δίνει προτεραιότητα στην ισχύ και εφαρμογή της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 84/
- Κρίνω ως εκ τούτου ότι εφαρμόζονται στην παρούσα οι διατάξεις του Νόμου 84/79 που υπερισχύει του Νόμου 101/
- Στην υπόθεση Beogradska Banka (ανωτέρω), γίνεται εκτενής ανάλυση ως προς τη φύση της διαδικασίας εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 84/
- Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα αναφορικά με την έκταση του δικαστικού ελέγχου που ασκείται σε διαδικασίες αυτού του είδους: « Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό, είναι περιορισμένοι και καθορίζονται. ................................. Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης.» Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντος Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV, ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση. Το άρθρο IV έχει ως ακολούθως: Άρθρο IV
- Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής· (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω II αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής.
- Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου Προκύπτει από την παράγραφο 1 του πιο πάνω άρθρου ότι όσον αφορά τουλάχιστον τα πρωτότυπα έγγραφα, σε αντίθεση με την διαιτητική απόφαση όπου απαιτείται να επισυναφθεί κεκυρωμένο πρωτότυπο, στην περίπτωση της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία, είναι αρκετό να επισυναφθεί το πρωτότυπο της συμφωνίας χωρίς επικύρωση. Προκύπτει επίσης από την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου ότι ο αιτητής οφείλει να επισυνάψει στην αίτηση του για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, πιστή μετάφραση στην γλώσσα του κράτους αναγνώρισης, τόσον της διαιτητικής απόφασης, όσον και της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία. Η εν λόγω μετάφραση θα πρέπει να πιστοποιείται από επίσημο μεταφραστή. Στην υπόθεση Intersputnik International Organization Of Space Communications v. Alrena Investments Ltd, Πολ. Έφεση 298/2013, ημ. 4.4.2017 λέχθηκε ότι κεκυρωμένο πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης με βάση το άρθρο IV της Σύμβασης δεν προϋποθέτει την πιστοποίηση της γνησιότητας των υπογραφών των διαιτητών. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Η πρωτόδικη αίτηση επισύναπτε το πρωτότυπο της απόφασης και όχι αντίγραφο αυτής, με τις πρωτότυπες υπογραφές των τριών Διαιτητών, τη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου, καθώς και πιστοποίηση-βεβαίωση, ότι η απόφαση ήταν μια εκ των τριών αυθεντικών κειμένων που το ίδιο το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε, ενώ ταυτόχρονα βεβαιώθηκε ότι η απόφαση ήταν τελική και υποκείμενη υποχρεωτικώς σε εκτέλεση. Είναι εύστοχη η παρατήρηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσείουσα ότι οποιαδήποτε περαιτέρω πιστοποίηση των πρωτότυπων υπογραφών και της πρωτότυπης σφραγίδας θα μετέφερε, αχρείαστα, τις προϋποθέσεις που τίθενται για τα αντίγραφα και στα πρωτότυπα. Επαρκεί επομένως η ύπαρξη των υπογραφών πιστοποιώντας έτσι τον καταρτισμό του εγγράφου και της αυθεντικότητας του, ενώ η ένθεση της σφραγίδας ολοκληρώνει την επισημότητα με την οποία περιβάλλεται η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Εξ αντιδιαστολής, το αντίγραφο χρειάζεται πιστοποίηση του ίδιου του εγγράφου από τρίτο αρμόδιο άτομο». Αναφορικά με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, το άρθρο V
(2)που μας αφορά για σκοπούς της παρούσας, έχει ως εξής: Άρθρον V
- ............................
- Η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικής τινος αποφάσεως δύναται ωσαύτως να απορριφθή εάν η αρμοδία αρχή της χώρας ένθα επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαπίστωση ότι - (α) το αντικείμενον της διαφοράς δεν δύναται να διευθετηθή δια διαιτησίας δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ταύτης· ή (β) η αναγνώρισις ή εκτέλεσις της αποφάσεως αντίκειται προς την δημοσίαν τάξιν της χώρας ταύτης. Σε σχέση με τον ορισμό της φράσης «δημόσια τάξη» του άρθρου V
(2)(β), εκτενής ανάλυση έγινε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1(A) Α.Α.Δ 585, στις σελίδες 595-599. Λέχθηκε ότι εκείνο που σαφώς εξάγεται ως συμπέρασμα είναι ότι ο όρος «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και τις εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα της υπόθεσης Beogradska Banka (ανωτέρω), κατά την εξέταση αυτής της προϋπόθεσης, το Δικαστήριο περιορίζεται να ελέγξει κατά πόσο η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη με τη δημόσια τάξη χωρίς όμως να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Η εφαρμογή της υπεράσπισης της δημόσιας τάξης πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα των Hill and Chong International Commercial Disputes - Commercial Conflict of Law in English Courts, , 4η έκδοση, στην σελ. 475: «. the public policy defence ought to operate only in exceptional cases. The Court of Justice has confirmed that the public policy defence must be narrowly construed. In Krombach v. Bamberski case C-7/98
(2000)ECR1-1935 the Court of Justice considered that recourse to the public policy defence can be envisaged only when recognition or enforcement of the foreign judgment would be at variance to an unacceptable degree with the legal order of the state in which enforcement is sought inasmuch as it infringes a fundamental principle. » Σχετική είναι και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Μελέτιος Αποστολίδης v. David Charles Orams κ.ά., C-420/07, ημ. 28.4.09. Στην εν λόγω υπόθεση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε προδικαστική παραπομπή του Court of Appeal της Αγγλίας, αναφέρει στην παρ. 59 της απόφασης του ότι η εφαρμογή της ρήτρας της δημόσιας τάξης, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 34 του Ε.Κ. 44/01, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναγνώριση ή εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνώρισης, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Ειδικότερα λέχθηκε ότι: «προκειμένου να τηρηθεί η απαγόρευση της επί της ουσίας αναθεωρήσεως της αλλοδαπής αποφάσεως, η προσβολή θα έπρεπε να συνιστά κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου θεωρούμενου ως ουσιώδους στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως ή δικαιώματος αναγνωρισμένου ως θεμελιώδους στην εν λόγω έννομη τάξη». Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω απόφαση αφορούσε ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/01, εντούτοις είναι καθοδηγητική για τους σκοπούς της παρούσας γιατί η αναφορά στον όρο «δημόσια τάξη», γίνεται για τους ιδίους σκοπούς με την Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Περαιτέρω, είναι θεμελιωμένο ότι η δημόσια τάξη δεν παραβιάζεται αν η διαφορά θα είχε επιλυθεί διαφορετικά με βάση το ουσιαστικό δίκαιο του κράτους που εγγράφει την διαιτητική απόφαση. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Dr. Reinmar New York Convention Commentary Wolff, par. 561, στο οποίο με παρέπεμψε ο συνήγορος της αιτήτριας: «Ban on revision au fond. The broad scope of the fundamental principles belonging to substantive public policy creates the hazard of overstressing Article V
(2)(b): Most contractual disputes could ultimately be seen as issues of pacta sunt servanda. The substantive public policy defense, however, does not entitle the enforcement court to act as an appellate instance. Public policy is not infringed if the tribunal did not apply the law correctly to the facts and it is not infringed if the dispute would have to be decided differently under the enforcement court's substantive law. Not even the misapplication of mandatory rules (i.e. rules which the parties cannot waive) constitutes grounds under Article V
(2)(b). » Στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 562, αναφέρεται ότι η υπεράσπιση της δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται όταν η σύμβαση παραπομπής σε διαιτησία επετεύχθη κατόπιν δόλου ή με άλλα παράνομα μέσα. Είναι σαφές ότι η σύναψη της σύμβασης παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, επαφίεται στους διαδίκους και υπάγεται στην ουσία της υπόθεσης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο εγγραφής δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την εγκυρότητα της. Εντούτοις, παρέχεται στο Δικαστήριο εγγραφής, η δυνατότητα επανεξέτασης της σύμβασης παραπομπής σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο V
(2)(β) όταν τίθενται ζητήματα δόλου και παράνομων μέσων κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Συμπεράσματα Η καθ΄ ης η αίτηση προέβαλε μια σειρά από λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να εγκριθεί το αίτημα για εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Θα εξετάσω στην συνέχεια καθένα ξεχωριστά τους πιο πάνω λόγους με παραπομπή στις θέσεις των μερών όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα της αίτησης και ένστασης αλλά και τις αντίστοιχες εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση τόσον με την ένσταση της όσον και με την αγόρευση της συνηγόρου της ότι δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι δεν προσκομίστηκε το πρωτότυπο της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της κατά παράβαση του άρθρου IV
(1)(β) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Αναφέρθηκε ότι παρά το γεγονός ότι η αιτήτρια προσκόμισε εκτυπωμένο, μη πιστοποιημένο αντίγραφο της Συμφωνίας Διαχείρισης Επενδύσεων (Investment Management Agreement), στην οποία εμπεριέχεται η συμφωνία διαιτησίας, λανθασμένα και παραπλανητικά προωθεί τη θέση ότι το έγγραφο αυτό, αποτελεί την πρωτότυπη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία. Πρόκειται κατά την συνήγορο, για αντίγραφο της συμφωνίας διαιτησίας που εκτυπώθηκε από σχετικό ηλεκτρονικό αρχείο χωρίς όμως να ικανοποιεί τις σχετικές προϋποθέσεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ούτως ώστε να θεωρείται δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο. Η καθ' ης η αίτηση με την ένορκη δήλωση της ένστασης, δέχεται την διαδικασία υπογραφής της συμφωνίας όπως αυτή αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Δέχεται συγκεκριμένα ότι για σκοπούς σύναψης της συμφωνίας, υπεγράφη εκ μέρους της το ένα μέρος και στη συνέχεια απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το σαρωμένο αντίγραφο της συμφωνίας στο άλλο μέρος, το οποίο στη συνέχεια την υπέγραψε ιδιόχειρα και την απέστειλε με τον ίδιο τρόπο στην ίδια. Παρά ταύτα, σύμφωνα με την καθ' ης η αίτηση, λανθασμένα και παραπλανητικά η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση, αναφέρεται σε «ηλεκτρονικές υπογραφές». Η θέση της καθ' ης η αίτηση είναι ότι δεν πρόκειται για ηλεκτρονικές υπογραφές δυνάμει του Περί του Νομικού Πλαισίου για τις Ηλεκτρονικές Υπογραφές καθώς και για συναφή Θέματα Νόμου 188(Ι)/
- Στην προκειμένη περίπτωση, η υπογραφή της συμφωνίας έγινε με ιδιόχειρες υπογραφές των μερών, στο τέλος του κειμένου της εν λόγω συμφωνίας. Με τον τρόπο που υπεγράφη η συμφωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν υπάρχει κατά την καθ' ης η αίτηση, πρωτότυπο κείμενο που να φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές και των δύο συμβαλλόμενων μερών. Όπως είναι παραδεκτό από την ένορκη δήλωση της αίτησης στην παρ. 26, η αιτήτρια κατέχει την εκτύπωση της συμφωνίας που είναι ιδιοχείρως υπογραμμένη από την ίδια, και η καθ' ης η αίτηση κατέχει την εκτύπωση της συμφωνίας που είναι επίσης ιδιοχείρως υπογραμμένη από την ίδια. Το τι αποτελεί πρωτότυπη συμφωνία, καθορίζεται από το ίδιο το κείμενο της και συγκεκριμένα από την παράγραφο 21.
- Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι την πρωτότυπη συμφωνία, μπορεί να απαρτίζουν δύο κείμενα του ιδίου εγγράφου, έκαστο εκ των οποίων θα φέρει τις γνήσιες, πρωτότυπες, ιδιόχειρες υπογραφές του ενός μέρους. Δηλαδή, δεν απαιτείται όλα τα μέρη να έχουν υπογράψει στο ίδιο έγγραφο. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι υπάρχει πρωτότυπο έγγραφο, έστω σε δύο ξεχωριστά έγγραφα, με ιδιόχειρη υπογραφή στο καθένα από αυτά του ενός συμβαλλομένου. Αυτό το πρωτότυπο έγγραφο δεν έχει παρουσιαστεί στην ένορκη δήλωση της αίτησης δυνάμει του άρθρου IV της Σύμβασης και ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για μόνο αυτό τον λόγο. Επί του ιδίου θέματος, ο συνήγορος της αιτήτριας στην δική του αγόρευση, παρέπεμψε στο άρθρο ΙΙ
(2)της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, στο οποίο καθορίζεται ότι η συμφωνία διαιτησίας πρέπει να είναι γραπτή και να περιλαμβάνεται σε συμφωνητικό έγγραφο ή σε ανταλλαγή επιστολών ή τηλεγραφημάτων. Παρέπεμψε επίσης σε σχετικά συγγράμματα, στα οποία αναφέρεται ότι η πρόνοια για ανταλλαγή επιστολών ή τηλεγραφημάτων εφαρμόζεται σε γραπτές συμφωνίες που περιέχονται σε ανταλλαγές με μοντέρνα μέσα επικοινωνίας, περιλαμβανομένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων (βλ. Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards: A Global Commentary on the New York Convention, Wolters Kluwer, 2010 σελ. 83 - 85). Ο συνήγορος παρέπεμψε και στο άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, το οποίο προϋποθέτει την κατάθεση «του πρωτότυπου» της συμφωνίας διαιτησίας και όχι «του δεόντως κεκυρωμένου πρωτότυπου» αυτής, ως είναι η προϋπόθεση για την διαιτητική απόφαση. Η εν λόγω διαφοροποίηση δεν αποτελεί κατά τον συνήγορο τυχαίο γεγονός, αφού κατά την σύνταξη της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, αποφασίστηκε ότι η κατάθεση της συμφωνίας διαιτησίας δεν θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρά κριτήρια, σε αντίθεση με την κατάθεση της διαιτητικής απόφασης, ειδικότερα, ενόψει της δυνατότητας σύναψης συμφωνιών διαιτησίας μέσω αλληλογραφίας. Επιπλέον, η Σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν προϋποθέτει την απόδειξη της εγκυρότητας της συμφωνίας διαιτησίας για την αναγνώριση και εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα τεκμήρια 8 - 12 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ήτοι η εκτύπωση της πρωτότυπης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των μερών και των συνημμένων σε αυτήν εγγράφων, αποτελούν την πρωτότυπη συμφωνία διαιτησίας. Στην εν λόγω αλληλογραφία, συμπεριλαμβάνεται και η Συμφωνία Διαχείρισης Επενδύσεων, η οποία συνάφθηκε μεταξύ της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση, περί τις 09/07/13, και η οποία περιλαμβάνει στον όρο 21.5, ρήτρα διαιτησίας. Συμπεριλαμβάνονται επίσης ως τεκμήρια 9 - 11, τα ηλεκτρονικά μηνύματα (emails), που αφορούν την ανταλλαγή της πρωτότυπης συμφωνίας μεταξύ των μερών. Έχω μελετήσει με προσοχή την πιο πάνω επιχειρηματολογία των διαδίκων. Κρίνω ότι δεν ευσταθούν οι θέσεις της καθ' ης η αίτηση ότι δεν επισυνάφθηκε πρωτότυπο της συμφωνίας διαιτησίας. Η ερμηνεία που δίνει η καθ' ης η αίτηση στο άρθρο 21.2, της συμφωνίας είναι λανθασμένη. Αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο ότι την πρωτότυπη συμφωνία μπορεί να απαρτίζουν δύο κείμενα της ίδιας συμφωνίας, έκαστο εκ των οποίων θα φέρει τις γνήσιες, ιδιόχειρες υπογραφές των μερών. Το γεγονός όμως ότι πρόκειται για δύο πρωτότυπα δεν σημαίνει ότι συνιστά πρωτότυπο, ένα έγγραφο το οποίο φέρει μόνο μια ιδιόχειρη υπογραφή ενός των συμβαλλομένων. Αντιθέτως, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, οι δύο πρωτότυπες συμφωνίες πρέπει να φέρουν τις ιδιόχειρες υπογραφές και των δύο μερών. Εξ' άλλου δεν νοείται συμπληρωμένη σύμβαση με την υπογραφή ενός μόνο συμβαλλόμενου όπως λανθασμένα ισχυρίζεται η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση. Επί της ουσίας, είναι δεδομένο ότι η επίδικη συμφωνία διαιτησίας συνομολογήθηκε με ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (email), κάτι που όπως προαναφέρθηκε, δεν απαγορεύει η Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Κατά συνέπεια, η πρωτότυπη μορφή της συμφωνίας διαιτησίας μεταξύ των διαδίκων, είναι στην παρούσα περίπτωση, ηλεκτρονική με την έννοια ότι επετεύχθη μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Η προσκόμιση ως εκ τούτου με την ένορκη δήλωση της αίτησης, των ηλεκτρονικών μηνυμάτων στα οποία εμφαίνεται η υπογραφή εκάστου των μερών στην συμφωνία καθώς και η ηλεκτρονική αλληλογραφία που αφορά την ανταλλαγή της πρωτότυπης συμφωνίας μεταξύ των μερών, συνιστά κατά την κρίση μου, την πρωτότυπη συμφωνία διαιτησίας που απαιτείται από το άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Δεν ισχύουν ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση ότι δεν επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, το πρωτότυπο της συμφωνίας διαιτησίας. Πέραν τούτου από προσεκτική μελέτη της αίτησης και την ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει συμμορφωθεί πλήρως με όλες τις τυπικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Συγκεκριμένα, έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της αίτησης:
- Κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, στην τελευταία σελίδα της οποίας, παρατίθενται οι πρωτότυπες υπογραφές των 3 διαιτητών και η πρωτότυπη σφραγίδα του διαιτητικού δικαστηρίου (τεκμ. 15 στην ένορκη δήλωση της αίτησης). Οι πιο πάνω υπογραφές συνοδεύονται από πιστοποιήσεις των συμβολαιογράφων (öffentlichen notars), κ.κ. XXXXX Hempel-Hubersting και XXXXX Linzer, με τις οποίες πιστοποιούν την γνησιότητα των υπογραφών των 3 διαιτητών επί της Διαιτητικής Απόφασης, στη Βιέννη. Επισυνάπτεται επίσης πιστή μετάφραση της διαιτητικής απόφασης στην Ελληνική γλώσσα από επίσημο μεταφραστή(τεκμ. 16 στην ένορκη δήλωση της αίτησης).
- Το πρωτότυπο της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία όπως προκύπτει από την ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών (τεκμ. 8 - 12 της ένορκης δήλωσης της αίτησης). Επισυνάπτεσαι επίσης, πιστή μετάφραση στα Ελληνικά, της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία, καθώς και η πιο πάνω ηλεκτρονική αλληλογραφία από επίσημο μεταφραστή (τεκμ. 13 και 14). Περαιτέρω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση δεν έχει ακυρωθεί ή ανασταλεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο στην Αυστρία ή κάτω από το Αυστριακό Δίκαιο και παραμένει δεσμευτική για του διαδίκους. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της καθ' ης η αίτηση προκειμένου να καταδείξει γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την εγγραφή και εκτέλεση της υπό κρίση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Παράβαση Κυπριακής Δημόσιας τάξης. Στην ειδοποίηση ένστασης, η καθ' ης η αίτηση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, αντίκειται προς τη δημόσια τάξη (public policy) κατά παράβαση των διατάξεων του (Κυρωτικού) Νόμου 84/
- Όμως στην ένορκη δήλωση της ένστασης αλλά και στην αγόρευση της συνηγόρου για την καθ' ης η αίτηση δεν εντοπίζεται ειδική επιχειρηματολογία ούτε εξειδικεύεται σε πιο σημείο η διαιτητική απόφαση, αντίκειται στην Κυπριακή δημόσια τάξη. Υπάρχει μόνο μια γενική αναφορά στην σελ. 7 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου ότι επειδή μέρος της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης είναι δηλωτικής φύσης δεν μπορεί να εγγραφεί λόγω του ότι αντίκειται στην δημόσια τάξη. Δεν εξειδικεύεται όμως πως το στοιχείο αυτό, καθιστά την διαιτητική απόφαση αντίθετη με την δημόσια τάξη. Εν πάση περιπτώσει, ο δηλωτικός χαρακτήρας μέρους της διαιτητικής απόφασης δεν θα μπορούσε κατά την κρίση μου σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τις θεμελιακές αξίες που διέπουν τις συναλλαγές στην Κύπρο. Ούτε βέβαια παραβιάζει σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία τις αξίες που είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη Κυπριακή έννομη τάξη ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός ότι παραβιάζεται με την έκδοση δηλωτικών διαιτητικών αποφάσεων, η δημόσια τάξη της Κύπρου. Εντούτοις, η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση έκαμε εκτενή αναφορά στην γραπτή αγόρευση της, σε παραβίαση του Αυστριακού Νόμου και της Αυστριακής δημόσιας τάξης αφού υπάρχει πρόνοια στην διαιτητική απόφαση για διαρκή υποχρέωση πληρωμής διαχειριστικών εξόδων χωρίς αντιπαροχή. Κάτι που σύμφωνα με την συνήγορο θα ήταν άκυρο με βάση τον Αυστριακό Νόμο. Όμως όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της αιτήτριας, το άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης αναφέρεται σε παραβίαση της δημόσιας τάξης του κράτους εγγραφής και όχι οιουδήποτε άλλου κράτους. Ιδιαίτερα του κράτους έκδοσης της απόφασης που κατά τεκμήριο εφαρμόζει το διαιτητικό Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως τούτου, υπενθυμίζω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία ως εφετείο και να κρίνει αν ορθά η όχι το διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε να εκδώσει την υπό κρίση διαιτητική απόφαση. Ο ρόλος του παρόντος Δικαστηρίου είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των διαιτητών. Περιορίζεται στο να ελέγξει κατά πόσο η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη με τη Κυπριακή δημόσια τάξη ή δεν μπορεί να εγγραφεί για κάποιο από τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, χωρίς όμως να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης ούτε ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά, το παρόν Δικαστήριο σαφώς και δεν έχει εξουσία να κρίνει κατά πόσον η διαιτητική απόφαση αντίκειται στην Αυστριακή έννομη τάξη όπως εισηγείται η συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση. Άλλοι προβληθέντες λόγοι απόρριψης της αίτησης Η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση της, έκαμε αναφορά σε δεύτερη διαιτητική διαδικασία με αριθμό VIAC SCH-5513, που κίνησε η αιτήτρια εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι λόγω της συνάφειας μεταξύ της θεραπείας που ζητείται στη δεύτερη διαιτησία και της διαιτητικής απόφασης της οποίας επιζητείται η εγγραφή και εκτέλεση με την υπό κρίση αίτηση, η αιτήτρια δεν έπρεπε να προωθεί την παρούσα αίτηση, αφού κάτι τέτοιο δημιουργεί εμφανή κίνδυνο έκδοσης αντικρουστικών ή αντίθετων δικαστικών αποφάσεων και διαταγμάτων. Ο συνήγορος για την αιτήτρια αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι η νέα διαιτησία αποσκοπεί στην κήρυξη της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση προς τους μετόχους της άκυρη και/ή στην κήρυξη των μετόχων της καθ' ης η αίτηση ως υπεύθυνους και/ή συνυπεύθυνους για την μη ικανοποίηση της παρούσας διαιτητικής απόφασης και/ή για οποιαδήποτε ζημιά έχει υποστεί η αιτήτρια ενόψει της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου, η νέα διαιτητική διαδικασία με αριθμό VIAC SCH-5513, δεν αποσκοπεί στην επίλυση επίδικων θεμάτων ή στην έκδοση θεραπειών, που έχουν εκδικαστεί ή επιδικαστεί με την παρούσα διαιτητική απόφαση. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω θέσεις των συνηγόρων. Κρίνω ότι η θέση της συνηγόρου για της καθ' ης η αίτηση δεν ευσταθεί. Ακόμα και αν με την νέα διαιτησία επιδιώκονται θεραπείες που έχουν δοθεί στην παρούσα, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται να ισχύει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, αυτό δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στην εγγραφή και εκτέλεση της πρώτης διαιτησίας στην Κύπρο. Είναι στους ώμους της καθ' ης η αίτηση να αποδείξει ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου στην δεύτερη διαιτησία ότι κάποιες αιτούμενες εκεί θεραπείες, έχουν ήδη εκδικαστεί στην πρώτη διαιτησία ή καλύπτονται από δεδικασμένο. Το βήμα για να τεθούν αυτοί οι ισχυρισμοί, είναι το διαιτητικό Δικαστήριο που θα επιληφθεί της δεύτερης διαιτησίας. Δεν μπορούν όμως να προβάλλονται οι ισχυρισμοί αυτοί, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ως λόγος ένστασης για απόρριψη της αναγνώρισης και εγγραφής, της πρώτης διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Εξ' άλλου, ο πιο πάνω λόγος όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε, δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους που εξαντλητικά καθορίζει τα άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, τους οποίους μπορεί να επικαλεστεί ο καθ' ου η αίτηση για απόρριψη του αιτήματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το ίδιο ισχύει και για τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση έχει σε μεγάλο βαθμό εκτελεστεί και ότι οι εναπομείνασες θεραπείες δεν είναι δεκτικές εκτέλεσης λόγω του ότι είναι δηλωτικού χαρακτήρα. Καμία από τις πιο πάνω θέσεις της καθ' ης η αίτηση δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους που εξαντλητικά καθορίζει τα άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, τους οποίους ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να επικαλεστεί για σκοπούς απόρριψης του αιτήματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Ο καθ' ου η αίτηση, έχει βέβαια πάντα το δικαίωμα να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο θα εκδικαστούν τυχόν μέτρα εκτέλεσης μετά την εγγραφή της απόφασης στην Κύπρο, την θέση του ότι η απόφαση έχει ικανοποιηθεί. Όμως δεν μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό αυτό στο στάδιο εγγραφής της απόφασης. Ούτε το παρόν Δικαστήριο δύναται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να αποφανθεί κατά πόσον η διαιτητική απόφαση έχει ή όχι ικανοποιηθεί. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και περιορίζεται στην εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζει η σύμβαση της Νέας Υόρκης χωρίς να υπεισέρχεται στην εξέταση άλλων θεμάτων όπως είναι πχ οι ισχυρισμοί για ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης. Επιπλέον, το γεγονός ότι κάποιες θεραπείες της διαιτητικής απόφασης είναι δηλωτικού χαρακτήρα, δεν εμποδίζει την αναγνώριση και εγγραφή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ούτε παρατίθεται τέτοιος λόγος στο άρθρο V της σύμβασης της Νέας Υόρκης ως απαγορευτικός εγγραφής και αναγνώρισης. Όπως δε έχει προαναφερθεί, ο δηλωτικός χαρακτήρας μέρους της διαιτητικής απόφασης δεν μπορεί να την καταστήσει αντίθετη με την δημόσια τάξη. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο, της επίδικης διαιτητικής απόφασης του Διεθνούς Κέντρου Διαιτησίας της Βιέννης (Vienna International Arbitral Centre - VIAC). Αντιθέτως, η καθ' ης η αίτηση δεν έχει αποδείξει κανένα από τους λόγους απόρριψης της αίτησης δυνάμει του άρθρου V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Εκδίδω ως εκ τούτου διάταγμα ως οι παράγραφος Α της παρούσας αίτησης για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Τελικής Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 08/01/2106, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της διεθνούς διαιτησίας από το Διεθνές Κέντρο Διαιτησίας της Βιέννης (Vienna International Arbitral Centre - VIAC) στην υπόθεση υπ' αριθμό SCH-5404 υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο