← Κύπρος

Χατζητοφή ν. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής:3306/2017, 3/7/2018

Χατζητοφή ν. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής:3306/2017, 3/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A290 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3306/2017 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Χατζητοφή Ενάγουσα και XXXXX Γεωργίου Εναγομένου Ημερομηνία: 3 Ιουλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Ο κ. Σ. Φασουλιώτης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.ΕΠ.Ε. Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: Η κα M. Σωκράτους για CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων) Εκφράζω τη λύπη μου βλέποντας δύο αδέλφια, όπως είναι οι διάδικοι, να καταλήγουν προς επίλυση των όποιων διαφορών τους στα Δικαστήρια και μάλιστα για διαφορά που προκύπτει από τον διαγκωνισμό τους στην παροχή φροντίδας στην υπέργηρο μητέρα τους. Οι διάδικοι προσδίδουν μάλιστα στη διαφορά τους τέτοιες διαστάσεις, με τις ενδιάμεσες διαδικασίες που απασχολούν αυτή τη στιγμή, οι οποίες φαίνεται, ότι αν δεν συνδιαλλαχθούν στο μεταξύ, θα τους οδηγήσουν σε ατέρμονους και άγονους θα έλεγα δικαστικούς αγώνες με όλα τα συνεπακόλουθα που ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί. Η ενάγουσα/ αιτήτρια, ταυτόχρονα με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχώρησε την 27.11.2017 διά κλήσεως αίτηση το πραγματικό υπόβαθρο της οποίας υποστηρίζει η ίδια με ένορκο δήλωση της και με την οποία επιδιώκει την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων ως ακολούθως: « A. Συντηρητικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η παγοποίηση οποιουδήποτε τραπεζικού λογαριασμού τον οποίο διατηρεί ο Εναγόμενος από κοινού με την μητέρα των διαδίκων Ανδριανή Γεωργίου στη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής με τον ως άνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. B. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο να εμποδίζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη και απρόσκοπτη επικοινωνία και συναναστροφή, εντός και εκτός κατοικίας, της μητέρας των διαδίκων XXXXX Γεωργίου με την Ενάγουσα μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής με τον ως άνω τίτλο και αριθμό και ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο να παρεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στο δικαίωμα της Ενάγουσας να μεριμνά για την ιατρική περίθαλψη της μητέρας των διαδίκων διά της προσλήψεως νοσοκόμου με έξοδα της Ενάγουσας και στην αναζήτηση ιατρικής γνωμάτευσης από οποιοδήποτε ιατρό κρίνει κατάλληλο η Ενάγουσα, επίσης αποκλειστικά με έξοδα της Ενάγουσας, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής με τον ως άνω τίτλο και αριθμό και ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Ο Καθ' ου η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση όπου προβάλλει διάφορους λόγους για τους οποίους υποστηρίζει δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα διατάγματα που αξιώνει η Αιτήτρια. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του ίδιου του Καθ' ου η αίτηση. Με την υπό εκδίκαση αίτηση του ο Αιτητής επιδιώκει διάταγμα με το οποίο να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.39 ΘΘ 1 και 2, Δ.25 ΘΘ 1,2,3 και 4, Δ.48 ΘΘ 1,2,3,4

(2),5,6,7,8 και 9, Δ.2 Θ. 2, Δ.64 ΘΘ1,2 και 3 και επί των σύμφυτων δικαστικών εξουσιών. Την αίτηση αυτή υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα XXXXX Ίτταλος η οποία δηλώνει ότι εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα την Αιτήτρια ως δικηγορική υπάλληλος και η οποία δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση της από την Αιτήτρια η οποία απουσιάζει στο εξωτερικό. Προς υποστήριξη του αιτήματος επικεντρώνεται από την 27σέλιδη ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση όπου προβάλλει τη δική του θέση επί των διαφόρων ισχυρισμών επί των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την παρούσα υπόθεση και διαφορά τους στα ακόλουθα 11 σημεία: «
  1. Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση του η οποία αποτελείτο από 27 σελίδες διατυπώνει, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (α) Ότι η Ενάγουσα εγκατέλειψε τον ετοιμοθάνατο πατέρα τους και ο Εναγόμενος (μαζί με τις αδελφές τους) την έψαχναν απεγνωσμένα για να έρθει να τον επισκεφτεί στην κλινική κι΄ αυτή τους απαντούσε να κάμουν ότι θέλουν και ότι δεν θα ερχόταν ούτε καν στην κηδεία του πατέρα τους. (β) Ότι το ποσό των €121.361,86 στους λογαριασμούς των γονιών των διαδίκων προήλθε αποκλειστικά από αποταμιεύσεις τους και χωρίς την συνεισφορά της Ενάγουσας. (γ) Ότι η Ενάγουσα απέσυρε ποσό €40.000 από το λογαριασμό του πατέρα της και δεν έδινε λογαριασμό στα αδέλφια της για το τι απέγινε το εν λόγω ποσό. (δ) Παρόλο που παραδέχεται ο Εναγόμενος ότι πράγματι ο ίδιος απέσυρε το ποσό των €81.361,86 από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι γονείς των διαδίκων μεταφέροντας το σε νέο λογαριασμό που άνοιξε στο όνομα του με συνδικαιούχο τη μητέρα τους, εντούτοις ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ανάληψη έγινε με την πλήρη συναίνεση της μητέρας τους, η οποία, κατά το χρόνο εκείνο, ήταν και η αποκλειστική δικαιούχος του λογαριασμού καθότι ο πατέρας τους είχε αποβιώσει. Αργότερα συνδικαιούχος στο νέο αυτό λογαριασμό κατέστη και η αδελφή τους XXXXX με την οποία, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αποφάσισαν να συνδιαχειρίζονται τους λογαριασμούς της μητέρας τους. (ε) Ότι μετά το θάνατο του πατέρα τους, ο λογαριασμός του αποβιώσαντα χρεώθηκε από τη γειτόνισσα τους κα XXXXX σε εστιατόριο, σε γνώσης της Ενάγουσας. (στ) Ότι ουδέποτε επενέβη στην επικοινωνία της Ενάγουσας με τη μητέρα τους. (ζ) Ουδέποτε έδιωξε τους νοσοκόμους που προσέλαβε η Ενάγουσα για να φροντίζουν τους γονείς τους καθώς επίσης ότι απείλησε ένα από αυτούς. (η) Ότι ουδέποτε άσκησε λεκτική ή σωματική βία προς την Ενάγουσα ή την οικογένεια της. (θ) Ότι ουδέποτε έβγαλε έξω από το σπίτι της μητέρας τους την κόρη της Ενάγουσας Σοφία, άτομο με ειδικές ανάγκες, και τη φροντίστρια της. (ι) Ότι η μητέρα των διαδίκων είναι καθ΄ όλα ικανή να αντιπροσωπεύει τον εαυτό της και να διαχειρίζεται τα οικονομικά της. (κ) Ότι ο σκοπός της καταχώρισης της αίτησης είναι αλλότριος και σχετίζεται με άλλη διαφορά (οικονομικής φύσης) την οποία έχει ο Εναγόμενος με την Ενάγουσα και το σύζυγό της στην Ολλανδία.» Η Αιτήτρια επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της 5 δείγματα αυτών των ενόρκων δηλώσεων που επιθυμεί να της επιτραπεί να καταχωρήσει. Πρόκειται για δείγμα δικής της ένορκης δήλωσης στην οποία θα επισυνάψει και δηλώσεις που θα καταχωρήσουν η κα XXXXX Χρίστου, ο κ. XXXXX Κοφτερού, η κα XXXXX Σχίζα και ο ο Δρ XXXXX Μχιταριάν. Σε όλες αυτές οι δηλούντες αναφέρονται σε διάφορα γεγονότα τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψη τους ή πληροφορήθηκαν και άπτονται των σχέσεων των διαδίκων και άλλων οικογενειακών τους περιστάσεων. Τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της θα σχολιαστούν στο μέρος της απόφασης μου όπου θα αναλυθούν σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα και όπου ασφαλώς χρειαστεί θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες τους οι οποίοι θα με οδηγήσουν στην κρίση μου επί του αιτήματος και κατά πόσο θα επιτραπεί η αυτούσια εισαγωγή τους ή κάποιου μέρους τους είτε καθόλου όπως υποστηρίζει η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση στην ένσταση του. Πράγματι ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε και στην υπό κρίση αίτηση ένσταση την οποία βασίζει στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.48, θ. 1 - 9, Δ.64, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία και στη δικαστική πρακτική. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  2. Η Αίτηση είναι γενική, αόριστη και νόμω και ουσία αβάσιμη.
  3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, καθότι δεν αποκαλύπτεται "καλός λόγος", ο οποίος να είναι σαφής και συγκεκριμένος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  1. Η Αιτήτρια επιζητεί να θέσει συμπληρωματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν αυτών που έθεσε στη
  2. ν αρχική ένορκη της δήλωση, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται από το ισχύον πλαίσιο εκδίκασης αιτήσεων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
  3. Οι αιτούμενες συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις θα έχουν τη μορφή απάντησης, κάτι το οποίο θα οδηγήσει την εκδίκαση της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 27.11.2017 σε μια ατέρμονη διαδικασία.
  4. Με τις αιτούμενες συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις, η Αιτήτρια αποσκοπεί στην προσαγωγή γενικών σχολίων και επιχειρηματολογίας και όχι στην προσκόμιση μαρτυρίας που να κρίνεται αναγκαία. Περαιτέρω, στην έκταση που επιχειρείται να εισαχθεί μαρτυρία, αυτή είναι ως επί το πλείστον μαρτυρία περί της φερόμενης αξιοπιστίας και καλής φήμης της Αιτήτριας, εξ ακοής μαρτυρία από άλλους προτιθέμενους Ενόρκως Δηλούντες για τα γεγονότα στα οποία ήδη έγινε αναφορά στην αρχική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, αλλά και άσχετη και αχρείαστη με τα ουσιώδη επίδικα θέματα της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 27.11.
  5. Επομένως, δεν δικαιολογείται η έγκριση του σχετικού αιτούμενου Διατάγματος.
  6. Η ορθότητα των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση/Εναγομένου - Ενόρκως Δηλούντα στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης ημερομηνίας 18.1.2018 μπορεί να ελεγχθεί μέσω αντεξέτασης και όχι με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
  7. Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.» Το πραγματικό υπόβαθρο της τέθηκε από τη δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η αίτηση κα Στέισυ Αρμεύτη η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση και ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση της με βάση τα όσα γνωρίζει προσωπικά, τα όσα πληροφορείται κατονομάζοντας την πηγή της πληροφόρησης της και από το φάκελο της υπόθεσης. Η κα Σ. Αρμεύτη δηλώνει τα ακόλουθα: «
  8. Έχω αναγνώσει την παρούσα Αίτηση ημερομηνίας 6.3.2018 που έχει καταχωρήσει η Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή - Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση, (στο εξής αναφερόμενη ως «η Αιτήτρια»), την Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει, καθώς και την Αίτηση ημερομηνίας 27.11.2017 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και την Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας ίδιας ημερομηνίας που την υποστηρίζει, (στο εξής αναφερόμενη ως «η αρχική Ένορκη Δήλωση») και αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο αυτών στην ολότητά τους. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω στην παρούσα μου όλους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο κυρίως σώμα της ένστασης και περαιτέρω προσθέτω τα ακόλουθα:
  9. Απ΄ ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει «καλό λόγο» όπως προνοείται από τη σχετική διάταξη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για τον οποίο θα πρέπει να της επιτραπεί να καταχωρήσει τις αιτούμενες συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις. Η αντίκρουση και απάντηση των ισχυρισμών του Καθ΄ου η αίτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλός λόγος για να της παραχωρηθεί η σχετική άδεια. Περαιτέρω, απ΄ ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας εκδίκασης της Αίτησης ημερομηνίας 27.11.2017 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ούτε και να αποφανθεί για το πια από τις δύο αντικρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές θα αποδεχθεί τελικά. Αυτό που επιζητείται από το Δικαστήριο με την παρούσα Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων, απ΄ ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, είναι αντινομικό καθώς δεν επιτρέπεται να προσαχθεί νέα μαρτυρία μετά την καταχώρηση της πιο πάνω Αίτησης ημερομηνίας 27.11.2017 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, λόγω της φύσεως των αιτούμενων εκεί διαταγμάτων και θα αντιστρατεύεται το σκοπό της διαδικασίας εκδίκασης της εν λόγω Αίτησης.
  1. Απ' ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο θα πρέπει να περιοριστεί στην εξέταση των θεμάτων που άπτονται της έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων και για το λόγο αυτό δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προβάλλει η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση επί ζητημάτων ουσίας διότι δεν θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο σ΄ αυτό το στάδιο.
  2. Περαιτέρω, απ' ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, στο στάδιο αυτό, δηλαδή, της εκδίκασης της Αίτησης ημερομηνίας 27.11.2017 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεν θα ήταν ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ν΄ αποφασιστούν αμφισβητούμενες εκδοχές και θέματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν και ν΄ αποφασιστούν κατά το τελικό στάδιο εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Ούτε και το Δικαστήριο θα ήταν ορθό να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της πιο πάνω Αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες Ένορκες Δηλώσεις για ν΄ αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης της κάθε πλευράς. Οι αιτούμενες συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις θα έχουν τη μορφή απάντησης κάτι το οποίο θα οδηγήσει την εκδίκαση της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 27.11.2017 σε μια ατέρμονη διαδικασία.
  3. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των αιτούμενων συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων, προκύπτει ότι η Αιτήτρια επιζητεί να θέσει συμπληρωματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν αυτών που έθεσε στην αρχική Ένορκη της Δήλωση, τα οποία προφανώς βρίσκονταν στην σφαίρα της γνώσης της αλλά επέλεξε να μην τα συμπεριλάβει στην εν λόγω αρχική της Ένορκη Δήλωση. Απ΄ ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο παρέλειψε να θέσει τουλάχιστον κάποια από τα συμπληρωματικά αυτά γεγονότα ή λεπτομέρειες στην αρχική της Ένορκη Δήλωση. Οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση, τους οποίους η Αιτήτρια επιδιώκει ν΄ αντικρούσει και ν΄ απαντήσει με τις αιτούμενες συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις, δεν αποτελούν νέα ή άσχετα γεγονότα, τα οποία η Αιτήτρια δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα προβάλλονταν από τον Καθ' ου η αίτηση, αλλά αποτελούν την απάντηση του Καθ' ου η αίτηση στα όσα του καταλογίζει η Αιτήτρια στην αρχική της Ένορκη Δήλωση.
  4. Ανεξαρτήτως και άνευ βλάβης όλων των πιο πάνω, από το περιεχόμενο των αιτούμενων συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων προκύπτει ότι με την προτιθέμενη καταχώρηση τους, η Αιτήτρια αποσκοπεί στην προσαγωγή γενικών σχολίων και επιχειρηματολογίας και όχι στην προσκόμιση μαρτυρίας που να κρίνεται αναγκαία. Περαιτέρω, στην έκταση που όντως επιχειρείται να εισαχθεί με αυτές μαρτυρία, αυτή αποτελεί επανάληψη με συμπληρωματικές λεπτομέρειες των όσων έχει ήδη αναφέρει η Αιτήτρια στην αρχική της Ένορκη Δήλωση, μαρτυρία περί της φερόμενης αξιοπιστίας και καλής φήμης της Αιτήτριας, εξ ακοής μαρτυρία από άλλους προτιθέμενους Ενόρκως Δηλούντες για τα γεγονότα στα οποία ήδη έγινε αναφορά στην αρχική Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, αλλά και άσχετη και αχρείαστη μαρτυρία με τα ουσιώδη επίδικα θέματα της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 27.11.
  5. Επομένως, δεν δικαιολογείται η έγκριση του σχετικού αιτούμενου Διατάγματος.
  6. Απ΄ ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, υπάρχει πλήρης έλλειψη αναφοράς σε γεγονότα τα οποία τείνουν να καταδείξουν ύπαρξη του απαιτούμενου από τη Δ.48 θ.4
(2)«καλού λόγου» ή την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στην πτυχή της κύριας διαδικασίας που είναι η εκδίκαση της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 27.11.2017, η καταχώρηση ή μη των αιτούμενων συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων. Άλλωστε, η ορθότητα των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση που περιλαμβάνονται στην Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης ημερομηνίας 18.1.2018, μπορεί να ελεγχθεί μέσω αντεξέτασης και όχι με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
  1. Ενόψει όλων των πιο πάνω λόγων, ειλικρινά πιστεύω ότι δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως ζητώ την απόρριψη της παρούσας Αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων και την καταδίκη της Αιτήτριας στα έξοδα αυτής.» Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν στις αγορεύσεις τους με τον κ. Σ. Φασουλιώτη να με παραπέμπει ως προς τη νομική πτυχή της υπόθεσης σε προγενέστερη καταγραφή της σε δική μου απόφαση επί του ίδιου θέματος (Αρ. Αγ. 1767/2017 Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 13.02.2018) και την κα Μ. Σωκράτους να έχει ετοιμάσει γραπτό κείμενο όπου εκθέτει τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και τη νομική πτυχή της και νομολογία που υποστηρίζει κατά την εισήγηση την απόρριψη της αίτησης. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου τόσο τη νομική πτυχή της αίτησης τις ένορκες δηλώσεις και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι μου έχουν εισηγηθεί στις αγορεύσεις τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ : Το αίτημα της αιτήτριας εδράζεται στην Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39.» Τα συμπεράσματα τα οποία δύνανται με ευκολία να εξαχθούν από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω Διάταξης είναι τα εξής: i. Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν μια αίτηση ή μια ειδοποίηση ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. ii. Αίτημα για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να γίνει είτε γραπτώς με αίτηση είτε προφορικώς με ανάλογο αίτημα προς το Δικαστήριο. iii. Οι λέξεις «μπορεί . να επιτρέψει» αφ' εαυτών υποδηλώνουν ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510). iv. Για να παραχωρήσει άδεια το Δικαστήριο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που τη ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα πρέπει να του επιτραπεί. v. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επιτρέπεται χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Η έννοια του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στην σχετική Διάταξη των Θεσμών και ως εκ τούτου το τι συνιστά «καλό λόγο» θα εξαρτηθεί από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, με το βάρος ότι υφίσταται τέτοιος λόγος να βρίσκεται επί των ώμων της αιτήτριας η οποία θα πρέπει να τον καταδείξει με θετικό τρόπο προτού ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημερ. 03.11.2016, επισημάνθηκε υπό της κας Σ. Παναγή, Δ ότι: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. «καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd. κ.α. ν. Λεωνίδα (αρ.1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, η οποία να σημειωθεί ότι αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της και δεν αφορούσε εφαρμογή του Άρθρου 32 του Ν.14/60, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τονίστηκαν όμως τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε περίπτωση αιτήματος για παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Το κατά πόσον υφίσταται ή όχι «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όπως και από την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας. Στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1976,1981 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Όπως προκύπτει από την πιο πάνω αρχή εκείνο που όντως τυγχάνει καθολικής εφαρμογής είναι η αποτροπή επανόρθωσης ηθελημένων κενών στην εικόνα που δόθηκε με την αρχική ένορκη δήλωση και όχι καθολική απαγόρευση καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε διαδικασία στην οποία εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα. Η κα Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Λάρνακας σε πρόσφατη ενδιάμεση απόφαση της στην αγωγή AYRAT ISKHAKOV κ.α. ν. LEXBROOK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 964/2017, ημερ. 21.12.2017, εξηγεί με σαφήνεια την νομική αρχή που προκύπτει από τη νομολογία μας και η οποία θα πρέπει να δίδει καθοδήγηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιας φύσης αιτήματα: «Σαφώς δεν είναι εκ προοιμίου ανεπίτρεπτη η παραχώρηση αδείας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση εξεδόθη προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς Αίτησης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχώρησης από τον Αιτητή συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εις απάντηση της Ένορκης Δήλωσης που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της Ένστασης, νοουμένου ότι δεν επιδιώκεται μέσω της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης η προσθήκη γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του Διατάγματος, αλλά η απόσειση του βάρους απόδειξης που ο Αιτητής φέρει για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Όπως είναι νομολογημένο η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης κατά την ακρόαση και, επομένως, ο Αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι: • Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και • Ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον Καθ' ου η Αίτηση. Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης.» Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα παρατίθενται κατωτέρω επί του θέματος από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην αγωγή του Ε. Δ. Λευκωσίας Mathew Shaw κ.ά. ν Depha Investment Bank Ltd υπ' αρ. 8869/05, ημερ. 28.02.2007 : «Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ.» Περαιτέρω, στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 λέχθηκαν τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό". Τέλος, ενδιαφέρουν και τα όσα αναφέρθηκαν από την κα Έφη Παπαδοπούλου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε στην απόφαση της στην αγωγή με αρ.2596/02, Ε.Δ. Λεμεσού, μεταξύ Σωτήρη Πίττα ν. Ανδρέα Νεοκλέους κ.α., ημερ.5.11.2002, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση η συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του Αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει.» Επομένως στη βάση των αρχών που αναδύονται από τη νομολογία μας θα πρέπει να εξετασθούν τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και να αποφασιστεί αν δικαιολογείται η καταχώρηση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι επιδιώκει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα, απαντώντας και/ή αντικρούοντας τους ψευδείς, διαστρεβλωμένους και παραπλανητικούς, κατ' αυτήν, ισχυρισμούς που προέβαλε η καθ' ης η αίτηση και γενικώς να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους της ούτως ώστε να επιτύχει την συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος και την έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων τα οποία αξιώνει με τα άλλα αιτητικά στην αίτηση της. Έχω διεξέλθει με προσοχή τους ισχυρισμούς της αιτήτριας σε αντιπαραβολή όσων ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση στη δική της ένορκη δήλωση και ασφαλώς τους αρχικούς ισχυρισμούς της αιτήτριας. Υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που αναλύθηκαν πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχει εν προκειμένω «καλός λόγος». Ύπαρξη ''Καλού Λόγου'': Παρόλο ότι η Δ.48 Θ.4
(2)αναφέρει ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για "καλό λόγο", εν τούτοις ο ορισμός του καλού λόγου δεν δίδεται στην εν λόγω διάταξη. Παρόλα αυτά αν και δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση Μιχάλη Ιωάννη Χατζηγιάννη v. 1. Cyprus Popular Bank Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2609/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 19/03/2014, ο κ. Χ. Σολομωνίδης Π.Ε.Δ. ανάφερε τα ακόλουθα: «Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής δια των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθεση μαρτυρία.» Περαιτέρω, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269, λέχθηκαν τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωσή της, πράγμα που δεν υφίσταται στην περίπτωση μας». Τα ως άνω συντρέχουν κατά την αιτήτρια στην παρούσα περίπτωση όπου επιθυμεί να απαντήσει σε γεγονότα και θέματα που ο καθ' ου η αίτηση έθεσε με την ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της ένστασης του και σε αυτό ακριβώς συνίσταται «ο καλός λόγος» για την έγκριση της αίτησης προς απάντηση ακριβώς στα όσα ψευδώς, με ανακριβή και διαστρεβλωτικό τρόπο παρουσιάζει ο καθ' ου η αίτηση. Έχω διεξέλθει το κείμενο της προτιθέμενης να καταχωρηθεί ένορκης δήλωσης από μέρους της αιτήτριας σε αντιπαραβολή με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εν πρώτοις από αυτή στην αρχική της ένορκη δήλωση αλλά και με αυτούς του καθ' ου η αίτηση. Συμφωνώ με την ευπαίδευτο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση και με τον λόγο ένστασης ότι δεν τεκμηριώνεται «καλός λόγος» για να δοθεί άδεια και να επιτραπεί η καταχώρηση της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης σε οποιονδήποτε μέρος της. Ουσιαστικά οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή είναι η απόρριψη και άρνηση των όσων ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει στη δική της ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο όμως στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, ούτε και εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Κόκκινου v. Κόκκινου (πιο πάνω). Προσεκτική ανάγνωση των όσων διατείνεται η Αιτήτρια στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που επιθυμεί να εισαγάγει, καταδεικνύει επανάληψη ισχυρισμών, απόρριψη ή άρνηση ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση και προβολή ερωτημάτων ως προς κάποια θέματα τα οποία όμως δεν απαιτείται να απαντηθούν στα πλαίσια της εξέτασης της κυρίως αίτησης. Δεν χρειάζεται να παραθέσω ένα προς ένα τους εν λόγω ισχυρισμούς εφόσον καταλαμβάνουν όλο το φάσμα αυτών όπως διατυπώνονται στα δείγματα των προτεινόμενων Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων. Ήδη στην ένορκης δήλωση της κας Μ. Ίτταλος προδιαγράφεται το πλαίσιο αυτής της προσπάθειας καθώς στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης της δηλώνει ότι η Αιτήτρια επιθυμεί να δώσει: «ικανοποιητικές απαντήσεις» στους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση και να καταδείξει ότι αυτοί: « είτε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή παρουσιάζουν ορισμένα γεγονότα κατά τρόπο παραπλανητικό.» (Λόγοι ένστασης 1 κι 2). Όμως απάντηση και απλή διάψευση ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση δεν συνιστούν « καλό λόγο» για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Και ασφαλώς δεν αποτελεί «καλό λόγο» η εισαγωγή συμπληρωματικών στοιχείων στους ισχυρισμούς που ήδη προβλήθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση. Πρόκειται ούτως ή άλλως για γεγονότα που βρίσκονταν στη σφαίρα της γνώσης της Αιτήτριας και όμως δεν προβλήθηκαν στην αρχική της ένορκη δήλωση, χωρίς με αυτό να να επικροτώ πρακτική για καταγραφή γεγονότων με τέτοια λεπτομέρεια όπως επιχειρείται εδώ κάτι που ξεφεύγει από το ουσιώδες αλλά και το σχετικό που πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια τέτοιων αιτήσεων. Καταγράφω όμως για σκοπούς κατανόησης αυτής μου της αντίληψης ενδεικτικά κάποιες φράσεις από τις ίδιες τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες υπό οποιανδήποτε οπτική γωνία και αν εξεταστούν να μπορεί να τύχουν της επικρότησης τους από το Δικαστήριο και επομένως η παράλειψη αναφοράς της Αιτήτριας τουλάχιστον σε κάποια από αυτά με την λεπτομέρεια που επιζητεί τώρα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία (Λόγος ένστασης 3): (α) Όσα επιθυμεί να εισαγάγει πλην των επιπρόσθετων λεπτομερειών για κάθε σχετικό αρχικά προβληθέντα ισχυρισμό, όπως η ίδια η Αιτήτρια δηλώνει στην παρ. 6 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης της, αποσκοπεί όπως της επιτραπεί να δώσει κατάλληλες απαντήσεις και συμπληρωματικά στοιχεία στους ισχυρισμούς που προέβαλε ο καθ' ου η αίτηση στην δική του ένορκη δήλωση (Λόγος ένστασης 4). Οι υποπαράγραφοι (α) -(κ) της κας XXXXX Ίτταλος αποτελούν ουσιαστικά απάντηση της Αιτήτριας σε ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση που προβλήθηκαν σε δικούς της ισχυρισμούς στην αρχική της ένορκη δήλωση. Δεν προκρίνεται αυτή η διαδικασία καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ατέρμονες αντιδικίες και αντιπαραθέσεις που ξεφεύγουν του αυστηρά καθορισμένου πλαισίου της διαδικασίας εξέτασης προσωρινών διαταγμάτων (βλ. Lani Restaurants (Limassol) Limited Αρ. Αίτησης 602/2010 Ε.Δ. Λευκωσίας του κ. Λ. Καλογήρου Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε ημερομηνίας 31.05.2011όπου ανέφερε τα εξής: «Δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της σχετικής διαταγής η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, προκειμένου να απαντά ο ένας διάδικος στον άλλο σε εκετέρωθεν ισχυρισμούς, οι οποίοι θεωρούνται από τη μια ή την άλλη πλευρά ψευδείς. Τέτοια προσέγγιση θα καθιστούσε ατέρμονη τη διαδικασία εκδίκασης των ενδιάμεσων αιτήσεων και δεν ήταν, ασφαλώς, αυτή η επιδίωξη των συντακτών της δχετικής διαδικαστικής πρόνοιας.» Ούτε και διακρίνεται εξαιρετική περίσταση προς τούτο. Καθώς επιπρόσθετη μαρτυρία, μετά την καταχώρηση αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεν είναι επιθυμητή και μπορεί να δοθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England,4η έκδοση, Τόμος 24 σελ. 519 παρ. 972 κάτω από τον τίτλο ¨No fresh evidence after motion opened¨ . (β) Το πνεύμα αλλά και το γράμμα συνολικής θεώρησης όλων των προτεινόμενων ενόρκων δηλώσεων είναι να ενισχυθεί η αξιοπιστία και ο «καλός χαρακτήρας» της Αιτήτριας και αντίστροφα να πληγεί η αξιοπιστία του Καθ' ου η αίτηση κατά τρόπο που να καταρριφθεί η εκδοχή του που προβάλλει στην ένσταση του. Είναι όμως γνωστή η αρχή που πηγάζει από την πιο πάνω ήδη αναφερθείσα νομολογία μας ότι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ούτε και να αποφανθεί για το ποια από τις δύο αντικρουόμενες εκδοχές θα αποδειχθεί τελικά κάτι που θα γίνει στο τελικό στάδιο όταν θα ακουσθεί μαρτυρία και κατά το στάδιο της αξιολόγησης της. Το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε προκαταρτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις αξιολογώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα της υπόθεσης της κάθε πλευράς (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAD 263 και Γρηγορίου κ.ά. v.Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 ΑΑΔ 248 σελ. 269-270). (γ) ούτε και γενικά σχόλια, επαναλήψεις ή επιχειρηματολογία επιτρέπεται να εισάγεται με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Μαρτυρία περί της καλής φήμης και αξιοπιστίας της Αιτήτριας κατ΄αντίθεση με αυτής του Καθ' ου η αίτηση δεν είναι προσφερόμενη σε αυτού του είδους τις διαδικασίες και ως άσχετη και αχρείαστη δεν μπορεί να επιτραπεί (Λόγος ένστασης 5). (δ) οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας της παρ. 5 της ένορκης της δήλωσης αποσκοπούν στο να πλήξουν την αξιοπιστία του Καθ' ου η αίτηση για ισχυριζόμενα γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης καθώς καταλογίζεται στον Καθ' ου η αίτηση συμπεριφορά και ενέργειες που κατατείνουν στο να κριθεί ο Καθ' ου η αίτηση για επίδειξη πλήρους περιφρόνησης προς το Δικαστήριο και τη δικαστική διαδικασία (βλ. Amtel Exploitatie BV v. Dan Duergsten κ.ά. Αρ. Αγ. 2332/2015 Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 16.09.2015 της κας Α. Πούγιουρου (όπως ήταν τότε) η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: «Από την άλλη ο σκοπός που επιχειρείται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι μεταξύ άλλων για να φανεί η κακοπιστία και αξιόμεμπτη συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση σε βάρος των αιτητών, θέμα που άπτεται περισσότερο της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που στο στάδιο αυτό δεν επιτρέπεται.» Πλην όμως των ως άνω γενικών παρατηρήσεων που καταλαμβάνει όλο το φάσμα των δηλώσεων που επιχειρείται να εισαχθούν θα αναφερθώ σε κάποιους ειδικούς ισχυρισμούς για επιπρόσθετη μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί: (α) Εάν η Αιτήτρια διέθετε αναλυτική κατάσταση (spreadsheet) με έξοδα και έσοδα των γονέων τους κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι απορίας άξιο γιατί δεν επισυνάφθηκε στην αρχική της αίτηση. Ακόμα και ο ισχυρισμός της στην παρ. 4 περί καταλόγου εξόδων θα μπορούσε και αυτός να είχε επισυναφθεί στην αρχική της ένορκη δήλωση. (β) Όσον αφορά το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 28.11.2017 που επιχειρείται να προσαχθεί ως περαιτέρω Τεκμήριο, είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι αυτό δεν θα πρέπει να επιτραπεί να προσαχθεί ως μαρτυρία. Παρατηρώ ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση ημερομηνίας 27.11.2017 με την οποία ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η μητέρα των διαδίκων είναι ανίκανη να διαχειρίζεται τα οικονομικά της. Όφειλε να αναζητήσει και να προσκομίσει όλα εκείνα τα στοιχεία, μεταξύ άλλων και ιατρικών πιστοποιητικών, που θεωρούσε ότι θα στήριζαν την εκδοχή της και να τα προσκομίσει με την αρχική της Ένορκη Δήλωση. Αντίθετα και ενώ το πιο πάνω ιατρικό πιστοποιητικό φέρεται να συντάχθηκε μόνο μία μέρα μετά την καταχώρηση της Αγωγής και της Αίτησης ημερομηνίας 27./11.2017, εντούτοις δεν δίνεται καμία δικαιολογία γιατί δεν ζητήθηκε άμεσα, πριν την επίδοση των δικαστικών εγγράφων στον Καθ' ου η Αίτηση ή έστω αμέσως μετά την επίδοση και πριν την καταχώρηση της Ένστασης του, η προσκόμιση του μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεν μπορεί να καταχωρείται επιπρόσθετη ιατρική μαρτυρία, στην οποία ο Καθ' ου η αίτηση να μην μπορεί να απαντήσει, τη στιγμή που η Αιτήτρια είχε κάθε ευκαιρία να την προσκομίσει πριν την καταχώρηση της Ένστασης ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Καθ' ου η αίτηση να τοποθετηθεί. Εάν κάθε φορά θα ζητείται να συντάσσεται και να προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό που θα αντικρούει την αντίθετη εκδοχή, τότε η παρούσα δικαστική διαδικασία θα καθίστατο ατέρμονη. (γ) Οι ένορκες δηλώσεις από τρίτα πρόσωπα που επιχειρείται να εισαχθούν (κα XXXXX Χρίστου, κ. XXXXX Κοφτερό, κα XXXXX Σχίζα και Δρα XXXXX Μχιταριάν), εκτός του ότι βρίθουν εξ ακοής μαρτυρίας η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια ενίσχυσης των όσων η Αιτήτρια υποστηρίζει σε σχέση με τα ίδια γεγονότα, εν πολλοίς αποσκοπούν κυρίως να ενισχύσουν ισχυρισμούς περί καλού και κακού χαρακτήρα των διαδίκων που άπτονται της αξιοπιστίας τους κάτι που όπως έχω καταγράψει και πιο πάνω σχολιάζοντας σχετικούς λόγους ένστασης δεν είναι επιτρεπτό να επιτραπεί να γίνει σε αυτό το στάδιο. Πλείστα δε γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά σε αυτές είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία κάτι που με οδηγεί στο να παραπέμψω στην απόφαση την οποία εξέδωσε πρόσφατα ο έντιμος κ. Κ. Παμπαλλής στην υπόθεση Παντελής Κασάπη v. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2017 με ημερομηνία 19.04.2018 όπου επεσήμανε και τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι υποχρέωση του δικηγόρου, τόσο έναντι του εντολέα του όσο και έναντι του Δικαστηρίου, Καν. 7 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, παραμένει σε όλα τα στάδια και τέτοιες πρακτικές θα πρέπει να αποφεύγονται, ώστε να μην κατασπαταλείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος και χρήμα, ενόψει μάλιστα και του επιβαρυμένου προγράμματος και των καθυστερήσεων που παρατηρούνται στα πρωτόδικα Δικαστήρια.» Η άσκηση επομένως της διακριτικής μου ευχέρειας για τους λόγους που εξήγησα δεν μπορεί να είναι υπέρ της έγκρισης της αίτησης (Λόγος ένστασης 7). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση καθώς ό,τι επιχειρείται να εισαχθεί ως συμπληρωματική/ές/ απαντητική/ές ένορκη/κες δήλωση/δηλώσεις δεν συνιστά κατά την κρίση μου «καλό λόγο» όπως αυτή η έννοια έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία μας. Σε σχέση με τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός εάν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Επομένως αυτά θα είναι υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.) ................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.