Σε ότι αφορά τον Soboh, Αρ. Αίτησης: 14/2016, 9/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A301 Αρ. Αίτησης: 14/2016 Σε πτώχευση: XXXXX Soboh Σε ότι αφορά τον XXXXX Soboh (Α.Τ. XXXXX3177) από την Λεμεσό Αίτηση ημ. 9.5.2018 υπό XXXXX Soboh οφειλέτη - αιτητή για τροποποίηση των λόγων ένστασης του στην κυρίως αίτηση πτώχευσης Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2018 Για οφειλέτη - αιτητή: κος Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε Για πιστώτρια - καθ' ης η αίτηση: κα Χριστοδουλίδου για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιστώτρια τράπεζα BANQUE SBA S.A., είναι τραπεζικό ίδρυμα με έδρα την Γαλλία και δραστηριοποιείται στην Κύπρο υπό μορφή υποκαταστήματος τράπεζας από χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διεξάγοντας τραπεζικές εργασίας ως αλλοδαπή εταιρεία με αρ. εγγρ. Α.Ε.
- Με την κυρίως αίτηση της, η πιστώτρια αιτείται την κήρυξη σε πτώχευση δυνάμει των προνοιών του Περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ.5), του οφειλέτη XXXXX Soboh από την Λεμεσό με αριθμό Κυπριακής ταυτότητας XXXXX
- Το αίτημα στηρίζεται σε εκ συμφώνου απόφαση ημ. 10/11/2011 που εκδόθηκε εναντίον του οφειλέτη και υπέρ της πιστώτριας, στην αγωγή 1998/2011 του Ε.Δ. Λεμεσού για το ποσόν των 1.216.123,36 Δολαρίων Αμερικής ή το ισόποσο σε Ευρώ, πλέον τόκους προς 7% ετησίως. Σύμφωνα με την αίτηση, ο οφειλέτης διέπραξε πράξη πτώχευσης που δικαιολογεί το αίτημα να κηρυχθεί σε πτώχευση. Συγκεκριμένα, του επιδόθηκε κατά την 07/04/2015 η Ειδοποίηση Πτώχευσης 35/
- Αίτηση του για παραμερισμό της εν λόγω Ειδοποίησης, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 23/6/2016, χρόνο κατά τον οποίον συνέχισε να προσμετρά η πράξη πτώχευσης. Ο οφειλέτης εξακολουθεί παρόλα αυτά να οφείλει στο σύνολο του το πιο πάνω ποσόν παρά την λήξη της προθεσμίας για εξόφληση του. Ο οφειλέτης ενίσταται στο αίτημα της πιστώτριας να εκδοθεί διάταγμα που να τον κηρύσσει σε πτώχευση. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αιτήτρια είναι εξασφαλισμένος πιστωτής και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση πτώχευσης. Αναφέρεται επίσης ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, εκδικητική και καταχρηστική γιατί αποσκοπεί στον εκβιασμό του οφειλέτη, προκειμένου να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του και/ή αποτελεί μέτρο εκτέλεσης και μοχλό πίεσης προς τον οφειλέτη. Η παρούσα αίτηση τροποποίησης Πριν την ακρόαση της υπόθεσης και μετά που έγινε αλλαγή δικηγόρου εκ μέρους του οφειλέτη, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ο οφειλέτης επιδιώκει την τροποποίηση της ειδοποίησης ένστασης του. Συγκεκριμένα επιζητείται η προσθήκη στην νομική βάση της ένστασης συγκεκριμένων άρθρων του Περί Πτωχεύσεων Νόμου και Κανονισμών. Επιζητείται επίσης η προσθήκη δύο επιπρόσθετων λόγων ένστασης. Ο πρώτος αφορά ισχυρισμούς για άκυρη επίδοση της αίτησης πτώχευσης. Ο δεύτερος αναφέρει ότι η παρούσα διαδικασία είναι θνησιγενής και θα πρέπει να παραμεριστεί ενόψει του ότι πριν από την καταχώριση της, είχε εκδοθεί εναντίον του αιτητή διάταγμα παραλαβής από το Ε.Δ. Λεμεσού, στο πλαίσιο της αίτησης 349/12, το οποίο ουδέποτε ακυρώθηκε ή/και παραμερίστηκε. Επιζητείται επίσης η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να υποστηρίζονται οι πιο πάνω επιπρόσθετοι λόγοι ένστασης. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του αιτητή - οφειλέτη στην κυρίως αίτηση πτώχευσης. Σε αυτήν, πέραν των ισχυρισμών για παράτυπη επίδοση της αίτησης πτώχευσης, αναφέρει ότι πριν από την καταχώριση της παρούσας αίτησης πτώχευσης και συγκεκριμένα στις 26/02/2013, εκδόθηκε εναντίον του από το Ε.Δ. Λεμεσού, το διάταγμα παραλαβής υπ' αριθμό 349/
- Πιστό αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος παραλαβής, το οποίο εξασφάλισαν πρόσφατα οι υφιστάμενοι δικηγόροι του, επισυνάφθηκε ως τεκμήριο
- Ο οφειλέτης διευκρίνισε ότι το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε σε σχέση με εξ αποφάσεως χρέος του προς την Τράπεζα Κύπρου στην αγωγή 5268/2010, το οποίο εξοφλήθηκε το Δεκέμβριο του 2014∙ Όμως από έρευνα που διενήργησαν πρόσφατα οι υφιστάμενοι δικηγόροι του στον φάκελο της αίτησης 349/12, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω διάταγμα παραλαβής ουδέποτε ακυρώθηκε. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο λόγος που το αίτημα τροποποίησης προβάλλεται σε αυτό το στάδιο, είναι επειδή τα ζητήματα που εγείρονται προσδιορίστηκαν από τους υφιστάμενους δικηγόρους του, μετά που αυτοί ανέλαβαν την υπόθεση σε αντικατάσταση των αρχικών συνηγόρων του. Συγκεκριμένα μετά που οι νέοι δικηγόροι του μελέτησαν όλα εκείνα τα έγγραφα και στοιχεία που τους είχε εφοδιάσει, διαπίστωσαν ότι: (α) ουδέποτε του κοινοποιήθηκε η αίτηση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 20/02/2017 και (β) πριν από την καταχώριση της αίτησης πτώχευσης είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής στην αίτηση υπ' αριθμό 349/
- Κατά τον ομνύοντα, η παρούσα αίτηση κρίνεται αναγκαία και θα πρέπει να επιτύχει αφού τα ζητήματα που εγείρονται με την προτεινόμενη τροποποίηση είναι ουσιαστικά και σημαντικά για την εγκυρότητα της πτωχευτικής διαδικασίας. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δεδομένα που σχετίζονται με την αίτηση πτώχευσης ούτως ώστε αυτή να εκδικαστεί πλήρως και αποτελεσματικά από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο των κανόνων και αρχών της δίκαιης δίκης. Ήταν τέλος η θέση του ομνύοντα ότι στην περίπτωση που δεν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη εφόσον θα αποστερηθεί του δικαιώματος του να παρουσιάσει σημαντικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα πτωχευτική διαδικασία, που επηρεάζουν την εγκυρότητα της. Αντιθέτως εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, ουδεμία ουσιαστική ζημιά θα υποστεί η πιστώτρια στην αίτηση πτώχευσης ούτε θα επηρεαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα της για σύντομή εκδίκαση, λαμβανομένου υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει ενώ σε κάθε περίπτωση, μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη διαταγή του Δικαστηρίου αναφορικά με τα έξοδα. Η ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα τροποποίησης. Η πιστώτρια καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης αρνούμενη το αίτημα τροποποίησης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν με την τροποποίηση δεν συνιστούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της αρχικής ένστασης. Ούτε μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους που κατ' εξαίρεση, μπορούν δικαιολογήσουν αίτημα για τροποποίηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση τροποποίησης παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων ούτε απαραίτητη για την εκδίκαση της κυρίως αίτησης πτώχευσης. Επιπλέον, η παρούσα αίτηση τροποποίησης δεν υποστηρίζεται με κατάλληλη μαρτυρία και δεν αποκαλύπτει επαρκή και νόμιμο λόγο ως προς το γιατί να γίνει δεκτή με αποτέλεσμα να παραμένει αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι υπό κρίση αίτηση έχει ως μόνο σκοπό, να καθυστερήσει την όλη πτωχευτική διαδικασία και ειδικά να καθυστερήσει και εμποδίσει την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην κυρίως αίτηση πτώχευσης του οφειλέτη. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μάρκου Δημοσθένους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων της πιστώτριας. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι ένστασης όπως αναφέρονται στο δικόγραφο της ειδοποίησης ένστασης. Αγορεύσεις Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη με αγορεύσεις των μερών αφού καμία πλευρά δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν κρίνω σκόπιμο στο παρόν στάδιο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στην εκτεταμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου κρίνεται αναγκαίο, στο στάδιο παράθεσης των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Προκύπτει από τις αγορεύσεις και των δύο συνηγόρων ότι οι διάδικοι συμφωνούν στην διαπίστωση ότι δεν παρέχεται από τους πτωχευτικούς κανονισμούς, ευχέρεια για την τροποποίηση ειδοποίησης ένστασης στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας. Είναι όμως κοινό έδαφος ότι προβλέπεται αυτή η δυνατότητα, δυνάμει των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που εφαρμόζονται στις Πτωχευτικές διαδικασίες, όπως προβλέπεται από τον Κ.188 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό, σε περίπτωση που κάποιο ζήτημα δεν επιλύεται από τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, τυγχάνουν εφαρμογής οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, στον βαθμό που οι πρόνοιες τους δεν συγκρούονται µε τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς. Ο εν λόγω κανονισμός έχει ως εξής:
- Where no provision is made in these rules in regard to any matter arising out of bankruptcy proceedings, the Rules of Court governing civil proceedings shall, in so far as they are not repugnant to these rules, apply to such matter. Ως εκ τούτου, παρέχεται ευχέρεια τροποποίησης των δικογράφων στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας κατ' εφαρμογή της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας που την ερμηνεύει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαδόπουλος v. Οργανισμού Χρηµ. Παγκυπριακή Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716, στην οποία διατάχθηκε µε πρωτοβουλία του ίδιου του Δικαστηρίου, η τροποποίηση αίτησης πτώχευσης έτσι ώστε να περιληφθούν στο σώμα της, οι εξασφαλίσεις των πιστωτών. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει της παλαιάς Δ.25. Θ.1, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η τάση όπως προκύπτει από την νομολογία, ήταν ότι τα Δικαστήρια επέτρεπαν τροποποιήσεις, ακόμη και όπου αυτές ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λάμβανε υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας όπως καθορίστηκαν από την Κυπριακή νομολογία, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 33 ως ακολούθως:
- Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
- Η έναρξη της Δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της Δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη Δίκη. Με την τελευταία όμως αναδιατύπωση της Δ.25, οι προϋποθέσεις τροποποίησης δικογράφων έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά. Κατ' αρχάς, επιτρέπεται η τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου πριν την επίδοση του κλητηρίου. Επιτρέπεται επίσης η τροποποίηση χωρίς άδεια, άπαξ μετά την επίδοση του κλητηρίου αλλά πριν την κλήση για οδηγίες δυνάμει της Δ.
- Μετά όμως την κλήση για οδηγίες, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου, περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό. Σύμφωνα με την Δ.25 Θ.1
(3):
- Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η προαναφερόμενη νομολογία που ερμήνευσε την παλαιά Δ.25 και η οποία είχε καθιερώσει μια φιλελεύθερη προσέγγιση στην τροποποίηση δικογράφων δεν εφαρμόζεται επί της νέας Δ.25, στην οποία τίθενται πλέον αυστηρά κριτήρια τροποποίησης μετά την κλήση για οδηγίες. Παρότι η τροποποίηση της Δ.25 είναι πρόσφατη με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ακόμα σχετική ερμηνευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντούτοις είναι αρκετά σαφές κατά την κρίση μου ότι μετά την κλίση για οδηγίες, η τροποποίηση δικογράφου περιορίζεται σημαντικά. Είναι επί του προκειμένου σωστή η διαπίστωση της συνηγόρου για την πιστώτρια ότι ο περιορισμός στην τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες, κατέστη αναγκαίος ως επικουρικός προς την νέα Δ.30, η οποία αποσκοπεί στην σωστή προδικασία και σύντομη προώθηση και εκδίκαση των πολιτικών αγωγών. Συμπεράσματα Παρά την συμφωνία των μερών ως προς την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων στην Πτωχευτική διαδικασία, εντοπίζεται από τις αγορεύσεις των συνηγόρων διαφορετική προσέγγιση ως προς το πεδίο εφαρμογής της Δ.25 Θ.
- Η συνήγορος της πιστώτριας, επεσήμανε επί του προκειμένου ότι με την νέα Δ.30, έχει γενικά περιοριστεί η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων. Παρέπεμψε στην νέα Δ.25 Θ.1
(3)σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται καμία τροποποίηση μετά την κλήση για οδηγίες, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και στις περιπτώσεις εκείνες που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών καταχώρησης του δικογράφου. Δεδομένου δε ότι η παρούσα αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε το 2016, εφαρμογή έχουν οι νέες Δ.30 και Δ.25 ως έχουν τροποποιηθεί. Κατά την συνήγορο, ταυτόχρονα με την τροποποίηση της Δ.30, κρίθηκε αναγκαία και η αναδιατύπωση της Δ.25 που αφορά την τροποποίηση των δικογράφων, αντικαθιστώντας το προηγούμενο της λεκτικό με νέο. Είναι φανερό κατά την συνήγορο ότι η τροποποίηση της Δ.25, κρίθηκε τόσο αναγκαία όσο και επικουρική για να διασφαλίσει την καλύτερη εφαρμογή της Δ.30 αλλά και να εξυπηρετήσει την στόχευση της διαχείρισης των υποθέσεων σύντομα, αποτελεσματικά και με το μικρότερο δυνατό κόστος. Συνεπώς και αναλογικά, περιορίστηκε και η εμβέλεια της δυνατότητας για τροποποίηση. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι πλέον σε μεγάλο βαθμό, η μέχρις στιγμής φιλελεύθερη πρακτική των Δικαστηρίων και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναπτύχθηκε και σχετίζεται με την τροποποίηση δικογράφων δεν αντιστοιχεί με τις πρόνοιες της Δ.25 ως αυτή ισχύει σήμερα. Συγκεκριμένα με το καθεστώς που ίσχυε πριν την τροποποίηση της Δ.25, το νομολογιακό πλαίσιο είχε διαμορφώσει μια φιλελεύθερη τάση και ευρεία αποδοχή αιτημάτων τροποποίησης. Με την νέα Δ.25 όμως, έχει σημαντικά περιοριστεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων. Είναι κατά την συνήγορο εμφανές ότι έχει εισαχθεί μια νέα τάξη πραγμάτων, η οποία έχει περιορίσει σε πολύ συγκεκριμένο βαθμό, την πάλαι ποτέ ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Από την άλλη, ο συνήγορος του οφειλέτη στην δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι νέες διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από 1.1.2015. Κατ' αναλογία, εφαρμόζονται και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας, ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας. Είναι φανερό κατά τον συνήγορο ότι η Δ.25 εφαρμόζεται σε αγωγές που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα και όχι με οποιοδήποτε άλλο εναρκτήριο μέσο. Επίσης, τα χρονοδιαγράμματα που τίθενται στην νέα Δ.25 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις περιπτώσεις που επιζητείται τροποποίηση είτε της αίτησης είτε της ένστασης σε διαδικασίες πτώχευσης, επειδή η παρούσα διαδικασία δεν αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ως προνοείται στην Δ.25 Θ.1
(1)αλλά με πρωτογενή αίτηση (petition). Επιπλέον, η διαδικασία που ακολουθείται για τον ορισμό της αίτησης πτώχευσης δεν είναι η ίδια ούτε προσομοιάζει με εκείνη που ακολουθείται σε αγωγές που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα, στις οποίες εφαρμόζεται η νέα Δ.
- Είναι πρόδηλο ότι τα χρονοδιαγράμματα που τίθενται στη νέα Δ.25 Θ.1 δεν αφορούν τις διαδικασίες πτώχευσης εφόσον ουδεμία κλήση για οδηγίες εκδίδεται στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών. Τέλος, το παρόν Δικαστήριο δεν αποτελεί «Δικαστήριο Ειδικής Δικαιοδοσίας» για να τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 και Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω θέσεις των συνηγόρων όπως αναπτύχθηκαν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Δεν συμφωνώ με την θέση του συνηγόρου για τον οφειλέτη ότι η νέα Δ.25 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τροποποίησης δικογράφων στην πτωχευτική διαδικασία. Είναι κατά την γνώμη μου σαφές από τον Κ.188 των πτωχευτικών κανονισμών ότι όπου δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια στους πτωχευτικούς κανονισμούς, εφαρμόζονται σε πτωχευτικές διαδικασίες οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Είναι επίσης σαφές ότι οι πτωχευτικοί κανονισμοί δεν περιλαμβάνουν οιανδήποτε πρόνοια για τροποποίηση δικογράφων. Ως εκ τούτου, σε ζητήματα που αφορούν τροποποίηση δικογράφων σε πτωχευτική διαδικασία, εφαρμογή έχει η εκάστοτε Δ.25, στην περίπτωση μας η νέα Δ.25 ως έχει τροποποιηθεί. Δεν θα ήταν κατά την κρίση μου λογικό υπό τας περιστάσεις να έχει εφαρμογή η παλαιά Δ.25 με την φιλελεύθερη ερμηνεία της, η οποία έχει ούτως άλλως καταργηθεί και όχι η νέα Δ.25 που πλέον εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις τροποποίησης δικογράφων. Οι χρονικοί περιορισμοί ως προς την τροποποίηση δικογράφου που καθορίζονται στην νέα Δ.25 για τις αγωγές που καταχωρούνται με κλητήριο ένταλμα δεν συνιστούν εμπόδιο στην εφαρμογή των νέων περιοριστικών προϋποθέσεων τροποποίησης δικογράφου που καθορίζει η ίδια διαταγή και στις πτωχευτικές διαδικασίες. Ανεξαρτήτως λοιπόν του ότι στις πτωχευτικές διαδικασίες και γενικά στις αιτήσεις τύπου petition δεν προβλέπεται κλήση για οδηγίες, είναι κατά την γνώμη μου αρκετά σαφές ότι εξακολουθούν να ισχύουν και σε αυτές τις διαδικασίες, οι αυστηρές προϋποθέσεις τροποποίησης δικογράφου που καθορίζονται στην νέα Δ.
- Υπενθυμίζω εδώ ότι τροποποίηση δικογράφου χωρεί πλέον σε δύο μόνο περιπτώσεις. Σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και όταν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών καταχώρησης του δικογράφου. Αντίθετη ερμηνεία θα εξουδετέρωνε στην ουσία το σκοπό των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε, αποσκοπούν στην διαχείριση και προώθηση των πολιτικών υποθέσεων για ακρόαση σε σύντομο χρονικό διάστημα. Υπό τας περιστάσεις θα εξετάσω κατά πόσον έχουν αποδειχθεί στην παρούσα περίπτωση, οι περιοριστικές προϋποθέσεις που καθορίζει η νέα Δ.25 Θ.1
(3)για τροποποίηση των λόγων ένστασης. Προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι το προγενέστερο διάταγμα πτώχευσης του οφειλέτη, ήταν γεγονός υπαρκτό όταν καταχωρείτο η υπό κρίση ειδοποίηση ένστασης στην παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 26/02/2013 στα πλαίσια της πτωχευτικής αίτησης 349/
- Η ειδοποίηση ένστασης στην παρούσα, της οποίας επιχειρείται η τροποποίηση, καταχωρήθηκε τέσσερα χρόνια μετά, στις 20.3.
- Ως εκ τούτου, ο χρεώστης όφειλε να γνωρίζει την ύπαρξη του εν λόγω διατάγματος πτώχευσης και να το συμπεριλάβει στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησε στην παρούσα. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς για κακή επίδοση της αίτησης πτώχευσης, τους οποίος επίσης ο χρεώστης επιχειρεί να εισαγάγει στην ειδοποίηση ένστασης. Ενόψει των πιο πάνω δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση στην βάση της πρώτης προϋπόθεσης της Δ.
- Θ.1
(3)αφού οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν, ήταν υπαρκτοί κατά την ημερομηνία καταχώρησης της ειδοποίησης ένστασης. Απομένει να εξεταστεί η δεύτερη προϋπόθεση που καθορίζει η νέα Δ.25 Θ.1
(3), σύμφωνα με την οποία τροποποίηση μπορεί να διαταχθεί και στην περίπτωση που διαπιστωθεί εκ παραδρομής, καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Η συνήγορος για την πιστώτρια στην αγόρευση της, εισηγήθηκε ότι με δεδομένο το λεκτικό της νέας Δ.25 δεν θα πρέπει να δοθεί στην έννοια της φράσης «καλόπιστο λάθος» η ερμηνεία μόνον της ανυπαρξίας κακοπιστίας. Παρέπεμψε στην Δ.25 Θ.1
(3)η οποία κάνει ειδική αναφορά σε «εκ παραδρομής» λάθος που προέκυψε «κατά την σύνταξη της δικογραφίας». Κατά την συνήγορο το καλόπιστο λάθος θα μπορούσε να προσδιορισθεί ως κάτι περισσότερο από ένα απλό γραφικό λάθος (ζήτημα που πραγματεύεται η Δ.25 θ. 6), η απόδειξη του οποίου βρίσκεται σε καταφανώς αυστηρότερο επίπεδο από τα όσα ίσχυαν πριν την τροποποίηση της Δ.25. Η συνήγορος εισηγήθηκε επί του προκειμένου ότι εάν ο συντάκτης της νέας Δ.25 ήθελε να προσδιορίσει την εξαίρεση του κανόνα με αναφορά στην έννοια της «κακοπιστίας» και συγκεκριμένα στην έλλειψη της, πολύ απλά θα το έπραττε. Αντί αυτού, επέλεξε την φράση «καλόπιστο λάθος», την οποία μάλιστα περιστοίχισε με τις φράσεις «εκ παραδρομής» και «κατά τη σύνταξη της δικογραφίας», θέτοντας φραγμό σε οποιοδήποτε λάθος μπορεί να είναι μεν καλόπιστο, πλην όμως δεν προέκυψε είτε εκ παραδρομής, είτε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Από την δική του πλευρά ο συνήγορος του οφειλέτη - αιτητή, επέμενε στην έλλειψη κακοπιστίας εκ μέρους του πελάτη του και εισηγήθηκε ότι η αιτούμενη τροποποίηση, είναι βάσιμη και ουσιαστική, γίνεται καλόπιστα και παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση γιατί οι λόγοι ένστασης που επιχειρούνται να προστεθούν στην υφιστάμενη ένσταση δεν είχαν συμπεριληφθεί εξ αρχής σε αυτήν, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω θέσεις των διαδίκων αλλά και το λεκτικό της νέας Δ.25 Θ.1
(3). Είμαι της άποψης ότι από το πιο πάνω λεκτικό, η έννοια του «καλόπιστου λάθους» δεν περιορίζεται στην έλλειψη κακοπιστίας. Αντιθέτως θα πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με την αυστηρότητα που διακατέχει την Δ.25 στην οποία χρησιμοποιείται η φράση «καμία τροποποίηση δεν επιτρέπεται» αλλά και με τις φράσεις «εκ παραδρομής» και «κατά την σύνταξη της δικογραφίας». Θα πρέπει δηλαδή να έχουμε λάθος που έγινε εκ παραδρομής κατά το χρόνο σύνταξης του δικογράφου, το οποίο να είναι κάτι περισσότερο από ένα ορθογραφικό λάθος. Το ερώτημα που τίθεται ως εκ τούτου, είναι το κατά πόσον η παράλειψη αναφοράς στο νομότυπο της επίδοσης και στο προηγηθέν διάταγμα πτώχευσης, αποτελεί καλόπιστο λάθος που έγινε εκ παραδρομής κατά τον χρόνο σύνταξης της ειδοποίησης ένστασης. Έχω την άποψη ότι η απάντηση είναι αρνητική. Καλόπιστο λάθος όπως αυτό προσδιορίζεται στην νέα Δ.25 θα μπορούσε να ήταν μια εκ παραδρομής μικρή παράλειψη ή ασάφεια κατά την σύνταξη του δικογράφου και όχι προσθήκη νέων ισχυρισμών σε τέτοια έκταση όπως αυτή που επιχειρεί να εισαγάγει ο οφειλέτης στην ένσταση του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για παρατυπία στην επίδοση της αίτησης πτώχευσης, σημειώνω ότι η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα ή να ληφθούν οποιαδήποτε σχετικά διαβήματα για ακύρωση της επίδοσης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί από τον οφειλέτη - αιτητή καμία από τις προϋποθέσεις της νέας Δ.25 Θ.1
(3)ώστε να δικαιολογείται το αίτημα του για τροποποίηση της ειδοποίησης ένστασης που καταχώρησε στην υπό κρίση αίτηση πτώχευσης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση τροποποίησής και ενώ η κυρίως αίτηση πτώχευσης είχε ήδη οριστεί πολλές για ακρόαση, αποτελεί ένα επιπλέον εμπόδιο για έγκριση του αιτήματος. Τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την εκδίκαση της κυρίως αίτησης πτώχευσης αφού θα χρειαστεί να καταχωρηθεί τροποποιημένη ειδοποίηση ένστασης και συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς να αποκλείεται η ανάγκη για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και εκ μέρους της πιστώτριας για αντίκρουση των ισχυρισμών του οφειλέτη. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της πιστώτριας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του οφειλέτη - αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο., να πληρωθούν δε, στο τέλος της εκδίκασης της κυρίως αίτησης πτώχευσης. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο