← Κύπρος

Gorsoan Limited κ.α. ν. Bullock κ.α., Αρ. Αγωγής: 3573/2012, 12/7/2018

Gorsoan Limited κ.α. ν. Bullock κ.α., Αρ. Αγωγής: 3573/2012, 12/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A308 Αρ. Αγωγής: 3573/

  1. Μεταξύ:
  2. Gorsoan Limited
  3. Gazpromabank Oisc Εναγόντων και XXXXX Bullock και άλλων 29 Εναγομένων Αίτηση ημερ. 13.04.2018 υπό εναγόντων - αιτητών για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2018 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Α. Αντωνίου με κα M. Αθάνατου για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για εναγομένη 1- καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Επαμεινώνδα για Λέλλο Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους που καταχώρησαν στις; 3.8.2012, αξιώνουν από τους εναγομένους 1 έως 15 αποζημιώσεις πέραν των 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής. Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η αγωγή αφορά απάτη σε βάρος των εναγόντων. Οι εναγόμενοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Οι εναγόμενοι 1 - 5 και 7 - 15, είναι οι ουσιαστικοί εναγόμενοι και είναι αυτοί που κατ' ισχυρισμό συμμετείχαν στην απάτη και ωφελήθηκαν από αυτήν. Εναντίον τους αξιώνονται αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, συνομωσία για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud), εξαπάτηση και/ή καταδολίευση πιστωτών, συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy), πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract), παράνομη επέμβαση (unlawful interference), πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης (dishonest assistance in breach of trust or fiduciary duty). Στη δεύτερη κατηγορία εμπίπτουν οι εναγόμενοι 16 - 30 που είναι Κύπριοι. Οι Εναγόμενοι 16 - 28 ασχολούνται με την παροχή εταιρικών υπηρεσιών (corporate service providers), ενώ οι εναγόμενοι 29 και 30 είναι τράπεζες. Τα εν λόγω πρόσωπα, έχουν προστεθεί στην παρούσα αγωγή μόνο για σκοπούς αποκάλυψης πληροφοριών με βάση τις αρχές που διέπουν τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και δεν υφίσταται οποιαδήποτε άλλη απαίτηση εναντίον τους από μέρους των εναγόντων. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες ζήτησαν και πέτυχαν στις 14/08/2012 την μονομερή έκδοση διατάγματος παγοποίησης εναντίον των εναγομένων 1 -
  4. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην συνέχιση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων και στις 06/03/2013 κατόπιν ακρόασης, το Δικαστήριο εξέδωσε μεταξύ άλλων προστακτικό διάταγμα αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 - 15 και οριστικοποίησε το απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται η εναγόμενη 1 από του να αποξενώσει και/ή να μειώσει την περιουσία της μέχρι συγκεκριμένου ποσού. Έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι 1, 3 - 5 και 7 - 15, εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση και εκδίκαση και άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων όπως αίτηση για διαγραφή διαδίκου, αίτηση ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, αίτηση παρακοής κα. Ακολούθησε στις 09/08/2017 αίτηση από τους ενάγοντες για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, του κλητήριου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης. Επιζητείται συγκεκριμένα η προσθήκη ως εναγομένου 31 της εταιρείας SCI BERALTO, από τη Γαλλία και η συνεπακόλουθη τροποποίηση του κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η αναγκαιότητα αυτή, διαπιστώθηκε μόλις πρόσφατα. Συγκεκριμένα, μετά από μελέτη εγγράφων που αποκαλύφθηκαν σε δικαστική διαδικασία εναντίον της εναγομένης 1 στην Αμερική, προέκυψαν νέα στοιχεία σε σχέση με την περιουσία της εναγομένης 1 που σχετίζονται με την εν λόγω Γαλλική εταιρεία. Ειδικότερα, από την αποκάλυψη που έγινε από την εναγόμενη 1 στα πλαίσια των πιο πάνω διαδικασιών στην Αμερική, προέκυψε η ύπαρξη ενός διαμερίσματος 606 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτηρίου στην οδό 73 Quai d' Orsay, 75007 στο Παρίσι. Συνεπεία της εν λόγω αποκάλυψης, οι Γάλλοι δικηγόροι των εναγόντων προέβηκαν σε έρευνα στο αρχείο Εταιρειών της Γαλλίας, από όπου πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος. Ως εκ τούτου, μετά από ενέργειες των Γάλλων δικηγόρων των εναγόντων, στις 20/06/2017, το Δικαστήριο που είναι υπεύθυνο για ζητήματα εκτέλεσης στο Παρίσι (Judge in charge of execution matters), εξέδωσε μονομερώς συντηρητικό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ο δικαστικός επιδότης προχώρησε με την εγγραφή δικαιώματος παρακράτησης (judicial lien) σε 14.999 μετοχές που η εναγόμενη 1 κατέχει στην SCI BERALTO, καθώς και σε 1.020 μετοχές που η SCI BERALTO κατέχει στην γαλλική εταιρεία SCI ORSAY FONCIERE. Σύμφωνα με τους ενάγοντες η SCI ORSAY FONCIERE, είναι η ιδιοκτήτρια ενός κτηρίου που βρίσκεται στην οδό 73 Quai d' Orsay,
  5. Ειδικότερα, όσον αφορά την SCI BERALTO, ως μέτοχος της SCI ORSAY FONCIERE, δικαιούται να χρησιμοποιήσει το πιο πάνω διαμέρισμα που ανήκει στο εν λόγω κτήριο καθώς και ένα στούντιο 25 τετραγωνικών μέτρων και 2 αποθήκες. Η αξία του διαμερίσματος ξεπερνά τα €9.000.000 και παρόλο που φαίνεται ότι είναι ιδιοκτησίας της εταιρείας SCI ORSAY FONCIERE, κατά τους ενάγοντες, στην πραγματικότητα κατέχεται από την εναγόμενη 1, η οποία έχει την πλειοψηφία των μετοχών της SCI BERALTO. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η SCI BERALTO είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εναγόμενη 1 και με το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης και συνεπώς είναι εύλογο και χρήσιμο να προστεθεί ως διάδικος στην αγωγή. Από την μαρτυρία που βρίσκεται στη διάθεση των εναγόντων, προκύπτει ότι η SCI BERALTO δημιουργήθηκε με μοναδικό σκοπό να αποκτήσει το πιο πάνω διαμέρισμα. Σύμφωνα με την αίτηση, εύλογα οι ενάγοντες πιστεύουν ότι τα χρήματα που δόθηκαν ως χρηματοδότηση για την αγορά των μετοχών στην SCI ORSAY FONCIERE, προήλθαν από την απάτη που έγινε εναντίον τους και σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η εναγομένη 1 με την ένσταση της στο αίτημα για προσθήκη διαδίκου, προβάλει μεταξύ άλλων ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή, καθότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγουσών εναντίον της SCI Beralto έχει παραγραφεί δυνάμει των σχετικών νομοθετικών διατάξεων που ισχύουν στην Κύπρο και συγκεκριμένα του άρθρου 68 του Κεφ.
  6. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η παρούσα αίτηση με την οποία η ενάγοντες επιδιώκουν την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία επιθυμούν να προσκομίσουν μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι έχουν λάβει γνώση για τη συμμετοχή της SCI Beralto στην επίδικη απάτη κατά το 2017 και σε κάθε περίπτωση σε διάστημα μικρότερο των 3 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρισης της κυρίως αίτησης για προσθήκη διαδίκου και επομένως το αγώγιμο δικαίωμα τους δεν έχει παραγραφεί. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση αναφορικά με τη συμμετοχή της SCI Beralto στην απάτη, έπειτα από μελέτη των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν από την εναγόμενη 1 στις 11/01/2017 στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αναφέρεται επίσης ότι προς περαιτέρω υποστήριξη της εν λόγω μαρτυρίας και ενόψει των μεταγενέστερων ισχυρισμών των εναγομένων ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον της SCI Beralto έχει παραγραφεί, οι ενάγοντες επιθυμούν να συμπεριλάβουν στην προσκομισθείσα μαρτυρία που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση για προσθήκη, Νομικό Υπόμνημα που έχει ετοιμαστεί από την κα. XXXXX S. Donovan, δικηγόρο των εναγόντων στις Η.Π.Α. και το οποίο αναφέρει την χρονική περίοδο που έλαβε χώρα η σχετική αποκάλυψη καθώς και επισυνάπτει τα εκεί αποκαλυφθέντα έγγραφα που σχετίζονται με την SCI Beralto. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ως τεκμήριο Α, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επισυνάπτεται επίσης ως τεκμήριο Β, το πιο πάνω Νομικό Υπόμνημα που έχει ετοιμαστεί από την κα. XXXXX S. Donovan. Αναφέρεται επίσης ότι με την αιτούμενη προσθήκη της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αποδεικνύεται ξεκάθαρα ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον της SCI Beralto δεν έχει παραγραφεί ούτε βάσει του Κυπριακού δικαίου, που όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι είναι το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαδικασία, ούτε βάσει του Ρωσικού δικαίου στο οποίο στηρίζονται οι ενάγοντες και το οποίο δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης που έχουν καταχωρήσει. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της παρούσας ότι η προσκόμιση της εν λόγω μαρτυρίας είναι αναγκαία για να απαντηθούν οι ισχυρισμοί για παραγραφή οι οποίοι εγέρθηκαν για πρώτη φορά με την ένσταση των εναγομένων και οι οποίοι δε θα μπορούσαν εύλογα να είχαν προβλεφθεί κατά το στάδιο καταχώρησης της κυρίως αίτησης για προσθήκη εναγομένου. Κατά τον ομνύοντα, με την αιτούμενη συμπληρωματική μαρτυρία το Δικαστήριο θα έχει πλέον μια ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με όλα τα γεγονότα καθώς και τις πρόνοιες του ξένου δικαίου, τα οποία θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης κατά το στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης για προσθήκη εναγομένου. Η ειδοποίηση ένστασης Η εναγομένη 1, καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλουν η Νομολογία και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Περαιτέρω δεν προβάλλεται καλός λόγος που να συναινεί προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν αποσκοπεί στην απάντηση ισχυρισμών που των εναγομένων αλλά στο να διορθώσει και να αποκαταστήσει τις παρατυπίες και αδυναμίες της αίτησης των εναγόντων για προσθήκη διαδίκου. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι τα γεγονότα τα οποία τυγχάνουν ισχυρισμού στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήτο ήδη γνωστά στους ενάγοντες από προηγουμένως. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Η αγόρευση της συνηγόρου για τους ενάγοντες - αιτητές Η συνήγορος για τους ενάγοντες - αιτητές στην αγόρευση της, αναφέρθηκε σε νομολογία που ερμηνεύει την Δ.48, Θ.4

(2)των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η συνήγορος αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς της εναγομένης 1 όπως προβάλλονται στην ένσταση της στην κυρίως αίτηση για προσθήκη ότι εφόσον τα κατ' ισχυρισμό αστικά αδικήματα έλαβαν χώρα την περίοδο 2005 - 2007, το αγώγιμο τους δικαίωμα έχει παραγραφεί. Είναι ξεκάθαρο κατά την συνήγορο ότι με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, οι ενάγοντες επιχειρούν να απαντήσουν και να αντικρούσουν αυτόν τον ισχυρισμό της εναγομένης 1, προσκομίζοντας και σχετικά έγγραφα προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι το αγώγιμο τους δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί. Δεν πρόκειται ως εκ τούτου για προσπάθεια των εναγόντων να διορθώσουν παρατυπίες και/ή αδυναμίες της αίτησης για προσθήκη διαδίκου ως ισχυρίζεται η εναγομένη 1. Είναι περαιτέρω η θέση της συνηγόρου, ότι το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών βασίζεται στο Ρωσικό Δίκαιο και επομένως οι αιτητές επιχειρούν να προσκομίσουν μαρτυρία απαντητική στους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο. Η συνήγορος αρνήθηκε την θέση ότι τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν ήταν γνωστά στους αιτητές από προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι οι αιτητές δεν μπορούσαν να είχαν προβλέψει ότι η καθ' ης η αίτηση θα προέβαλε ως λόγο ένστασης, τον ισχυρισμό περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος να προωθούν την αγωγή αλλά και την αίτηση για προσθήκη διαδίκου. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παράγραφο 15 του Νομικού Υπομνήματος που επιχειρείται να εισαχθεί με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η κυρία XXXXX S. Donovan εξηγεί ότι οι αιτητές δεν γνώριζαν πριν από την αποκάλυψη, το συμφέρον της καθ' ης η αίτηση στο διαμέρισμα που βρίσκεται στο Παρίσι. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι το Νομικό Υπόμνημα είναι στην ουσία διευκρινιστικό, των όσων παρατίθενται ήδη στην αρχική ένορκη δήλωση και σκοπό έχει να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο ως προς το χρονικό πλαίσιο μέσα από το οποίο προέκυψε η γνώση των εναγόντων για τη συμμετοχή της SCI Beralto στην απάτη. Η προσθήκη του Νομικού Υπομνήματος κατά την συνήγορο θα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για το Δικαστήριο αφού σε αυτό εξηγείται με λεπτομέρεια τόσο η φύση των διαδικασιών, τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν σε εκείνες τις διαδικασίες και έχουν σχέση με την εταιρεία SCI Beralto, καθώς επίσης και για το πότε οι αιτητές έλαβαν γνώση των γεγονότων και εγγράφων που εμπλέκουν την SCI Beralto στη διαφορά ώστε να διευκρινιστούν τα ζητήματα παραγραφής που εγείρονται από την καθ' ης η αίτηση. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που δεν επιτραπεί στους αιτητές να καταχωρήσουν την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αυτοί κινδυνεύουν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης για προσθήκη διαδίκου δεν θα βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία που να διασαφηνίζει τις πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου αναφορικά με το θέμα παραγραφής καθώς και το ότι αποτελεί θέμα διαδικαστικής μορφής, ενώ επίσης δε θα υπάρχει ολοκληρωμένη μαρτυρία που να παραθέτει με λεπτομέρεια το πραγματικό υπόβαθρο μέσα από το οποίο οι αιτητές έλαβαν γνώση αναφορικά με τη συμμετοχή της SCI Beralto στην απάτη Τέλος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι αιτητές δεν έχουν καθυστερήσει την προώθηση της παρούσας αίτησης και δεν έχει υποστηριχθεί ότι ενεργούν κακόπιστα. Συνεπώς δεν υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Η αγόρευση της συνηγόρου για την εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση Η συνήγορος για την εναγομένη 1 στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους: · Το Κυπριακό νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα ζητήματα παραγραφής, ως δικονομικός κανόνας δικαίου, τυγχάνει εφαρμογής (lex fori) ακόμη και στην περίπτωση που το εφαρμοστέο δίκαιο της διαφοράς είναι το Ρωσικό. Συνεπώς η γνωμάτευση δεν είναι σχετική με το ζήτημα. · Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποσκοπεί στην διόρθωση της παράλειψης των αιτητών να συμπεριλάβουν στην αίτηση τους, μαρτυρία σχετικά με την κατ' ισχυρισμό εφαρμογή του Ρωσικού δικαίου (γενικά) έτσι ώστε να καταδείξουν ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος 31 είναι αναγκαίος διάδικος. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι για να μην έχει παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων στη βάση του άρθρου 68 του Κεφ.148, οι ενάγοντες πρέπει να αποδείξουν ότι το αστικό αδίκημα έτυχε δόλιας απόκρυψης. Δεν υπάρχει όμως σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους των εναγόντων.. Αντίθετα, ως αναφέρεται στην Γνωμάτευση, στο Ρωσικό δίκαιο φαίνεται να είναι απλά αρκετό να υπάρχει ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας δεν έλαβε γνώση του αστικού αδικήματος. Η συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι ακόμα και στην περίπτωση που οι πρόνοιες παραγραφής του Ρωσικού δικαίου είναι ουσιαστικές ως αναφέρεται σχετικά στη Γνωμάτευση, το Κυπριακό δίκαιο (lex fori) υπερισχύει εφόσον η περίοδος παραγραφής που προβλέπεται είναι, εκ των πραγμάτων, μικρότερη. Η συνήγορος επανέλαβε επίσης την θέση ότι με την Γνωμάτευση, οι ενάγοντες προσπαθούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα τα οποία παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην κυρίως Αίτηση ήτοι τις λεπτομέρειες του αλλοδαπού δικαίου που πρέπει να αποδεικνύονται με μαρτυρία ως πραγματικό γεγονός. Ισχυρίστηκε ότι η αίτηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί αφού με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, επιδιώκεται η διόρθωση παράλειψης της αρχικής αίτησης. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 03/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με προσοχή τόσον την αίτηση και ένσταση και τις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν, όσον και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι οι ενάγοντες - αιτητές, έχουν αποδείξει καλό λόγο για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι σαφές ότι στο κατά πόσον θα διαταχθεί η αιτούμενη τροποποίηση του κλητηρίου με την προσθήκη νέου εναγομένου, το Δικαστήριο θα εξετάσει ζητήματα παραγραφής των αγωγίμων δικαιωμάτων αναφορικά με τον προτεινόμενο εναγόμενο. Ανεξαρτήτως του πότε ξεκινά ο χρόνος παραγραφής για τον προτεινόμενο εναγόμενο (βλ. Νεοφύτου ν. Andreas Malak, ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολ. Έφεση 118/2012, 21/6/2018) προκύπτει ότι στην κυρίως αίτηση προσθήκης εναγομένου θα εξεταστεί το ζήτημα της παραγραφής. Αυτό κατέστη αναγκαίο μετά την ένσταση της εναγομένης 1, στην οποία προβάλλεται μεταξύ άλλων ο ισχυρισμός ότι τα αγώγιμα δικαιώματα για τον προτεινόμενο εναγόμενο, έχουν παραγραφεί. Υπό τας περιστάσεις και ανεξαρτήτως του αν το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Ρωσικό ή το Κυπριακό, είναι σημαντικό κατά την κρίση μου να διευκρινιστεί στην εξέταση της κυρίως αίτησης για προσθήκη εναγομένου, ο χρόνος κατά τον οποίο οι ενάγοντες έλαβαν γνώση για την κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του προτεινόμενου εναγόμενου στην υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, όχι μόνο στο Κυπριακό αλλά και στο Ρωσικό δίκαιο, ο χρόνος παραγραφής σχετίζεται όχι μόνο με τον χρόνο διάπραξης των αστικών αδικημάτων αλλά και με τον χρόνο που τα αστικά αδικήματα, έγιναν αντιληπτά από τον ενάγοντα. Προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου καταδεικνύει ότι αυτό που στην ουσία επιδιώκουν οι ενάγοντες με την παρούσα αίτηση τους, είναι να προσαγάγουν μαρτυρία ως προς το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο προέκυψε η γνώση τους για τη συμμετοχή του προτεινόμενου διάδικου, στην κατ' ισχυρισμό απάτη. Επιπλέον η προσθήκη του υπό κρίση Νομικού Υπομνήματος στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα είναι κατατοπιστική όχι μόνο για τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν στις δικαστικές διαδικασίες στην Αμερική αλλά και για το πότε οι ενάγοντες έλαβαν γνώση για αυτά, στοιχείο που σχετίζεται άμεσα με τους ισχυρισμούς της ένστασης για παραγραφή. Κρίνω υπό τας περιστάσεις, ότι με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα δοθεί ολοκληρωμένη μαρτυρία για το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης και ειδικότερα τις συνθήκες και τον χρόνο κατά τον οποίο οι ενάγοντες έλαβαν γνώση για την συμμετοχή του προτεινόμενου διαδίκου στην κατ' ισχυρισμό απάτη. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί για παραγραφή τέθηκαν για πρώτη φορά με την ένσταση της εναγομένης 1, γεγονός που όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τους ενάγοντες ώστε να συμπεριλάβουν τους υπό κρίση ισχυρισμούς, στην αρχική τους ένορκη δήλωση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι για σκοπούς εκδίκασης της κυρίως αίτησης τροποποίησης και προσθήκης διαδίκου, έχει αποδειχθεί καλός λόγος για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Θεωρώ υπό τας περιστάσεις ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθεί η ευκαιρία στους ενάγοντες - αιτητές να παρουσιάσουν προς υποστήριξη της θέσης τους ως προς το προβληθέν με την ένσταση θέμα της παραγραφής, το μαρτυρικό υλικό που αναφέρεται στην υπό κρίση συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εκδίδεται ως εκ τούτου, διάταγμα όπως οι ενάγοντες - αιτητές καταχωρήσουν εντός 15 ημερών από σήμερα, την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας ως Παράρτημα Α. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον της εναγομένης 1 - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.