← Κύπρος

Khabibullin ν. Broker Credit Services (Cyprus) Ltd, Αρ. Αγωγής: 926/2016, 25/7/2018

Khabibullin ν. Broker Credit Services (Cyprus) Ltd, Αρ. Αγωγής: 926/2016, 25/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A318 Αρ. Αγωγής: 926/2016 Μεταξύ: XXXXX Khabibullin, από την Ρωσική Ομοσπονδία Ενάγοντος Και Broker Credit Services (Cyprus) Ltd, από την Λεμεσό Εναγομένης Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 6.10.2016 υπό ενάγοντος - αιτητή για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2018 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Δημήτρης Αραούζος Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Ανδρέας Ερωτοκρίτου με κα Άννα - Μαρία Παμπακά. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή του, ο ενάγων αιτείται αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερ. 18.4.2014 με τίτλο «financial services agreement No. 8223/14» (στο εξής η συμφωνία), είναι εξ' αρχής άκυρη και στερημένη εννόμου αποτελέσματος λόγω παρανομίας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Αιτείται επίσης αποζημιώσεις ύψους US$2.611.402,00 για απάτη, δόλιες και ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση, συνωμοσία, εξαναγκασμό σε παράβαση συμφωνίας, αμέλεια, παράβαση εμπιστεύματος καθώς και παράβαση καθηκόντων που απορρέουν από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο 144(I)/

  1. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.3.
  2. Σε διάστημα πέραν των 6 μηνών, ακολούθησε στις 6.10.16 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δια κλήσεως, με την οποία ο ενάγων αιτείται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως κατωτέρω: «Α.1 Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι Εναγόμενοι, μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, να εμποδίζονται ν' αποξενώσουν και/η αποσύρουν και/ή χρησιμοποιήσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που βρίσκονται κατατεθειμένα προς όφελος τους και/ή πίστη τους σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό σε τραπεζικό οργανισμό εντός ή εκτός Κύπρου και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία και κεφάλαια, ώστε η συνολική αξία των κεφαλαίων που διατηρούν σε τέτοιους τραπεζικούς λογαριασμούς μαζί με την εκάστοτε αξία των υπολοίπων περιουσιακών τους στοιχείων που επηρεάζονται από το παρόν Διάταγμα, όπου κι' αν αυτά βρίσκονται, να μην είναι ανά πάσα στιγμή μικρότερη από το ποσό των USD$2.611.402 Νοείται ότι: σε περίπτωση που το σύνολο της αξίας των πιο πάνω κεφαλαίων και άλλων περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων υπερβαίνει το ποσό των USD$2.611.402, τότε θα δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν και/ή διαθέσουν και/ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τόσα από τα κεφάλαια και άλλα περιουσιακά τους στοιχεία, νοουμένου ότι σε καμία περίπτωση η συνολική αξία τους θα είναι μικρότερη από το ποσό των USD$2.611.402

(2)Για τους σκοπούς του πιο πάνω Διατάγματος: Οι όροι «κεφάλαια» και «περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνουν (α) όλα τα κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία είτε αυτά κατέχονται από και/ή είναι εγγεγραμμένα επί του ονόματος των Εναγόμενων μόνο ή από κοινού με οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα ή που κατέχονται από τρίτους για λογαριασμό των Εναγομένων. (β) όλα τα κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία για τα οποία οι Εναγόμενοι έχουν το δικαίωμα άμεσα ή έμμεσα να αποξενώσουν ή χρησιμοποιήσουν για οποιοδήποτε λόγο ως να τους άνηκαν. Οι Εναγόμενοι θεωρούνται ότι έχουν τέτοιο δικαίωμα ακόμη και αν τα κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία κατέχονται ή είναι εγγεγραμμένα επί του ονόματος οποιουδήποτε τρίτου προσώπου που όμως αυτός τα κατέχει ή διαχειρίζεται σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες των Εναγόμενων. (γ) όλους τους τίτλους οποιασδήποτε φύσης σε Κυπριακές ή αλλοδαπές ιδιωτικές ή δημόσιες εταιρείες που είναι εισηγμένες εταιρείες σε Χρηματιστήρια Αξιών. Α.2 Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως, αναφορικά με τα κεφάλαια όπως αυτά ορίζονται μη εξαντλητικά πιο πάνω, εντός 7 ημερών από της επίδοσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν καταχωρίσουν και επιδώσουν στους Δικηγόρους του Ενάγοντος Ένορκη Δήλωση που θα καταθέσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία να προσδιορίζουν (α) το ύψος των κεφαλαίων (β) τους αριθμούς και όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς είτε εντός είτε εκτός Κύπρου όπου βρίσκονταν κατατεθειμένα και (γ) το τραπεζικό ίδρυμα και τον τόπο όπου βρίσκονταν κατατεθειμένα τα κεφάλαια αυτά κατά την έκδοση του διατάγματος. Α
  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσoνται οι Εναγόμενοι όπως, αναφορικά με τα υπόλοιπα τους περιουσιακά στοιχεία, εντός 7 ημερών από της επίδοσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν καταχωρίσουν και επιδώσουν στους Δικηγόρους του Ενάγοντος Ένορκη Δήλωση που θα καταθέσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία να προσδιορίζουν με όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και ακρίβεια όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία και την τρέχουσα αξία τους. Α.4 Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να προσδιορίζεται ότι: δεν απαγορεύεται σε οποιαδήποτε τράπεζα από την άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος συμψηφισμού (set off) που τυχόν έχει σχετικά με οποιαδήποτε διευκόλυνση (facility) που παρείχε στους Εναγόμενους πριν την ημερομηνία του παρόντος Διατάγματος. Ουδεμία τράπεζα χρειάζεται να προβαίνει σε διερεύνηση αναφορικά με αίτηση ή προτεινόμενη αίτηση ανάληψης χρημάτων από τους Εναγόμενους, αν τέτοια ανάληψη εμφαίνεται στην τράπεζα να είναι επιτρεπτή από το παρόν Διάταγμα. Κανένα από τα Διατάγματα Α.1-Α.3 πιο πάνω επηρεάζει οποιαδήποτε πρόσωπα εκτός της Κύπρου, εκτός αναφορικά με τα πιο κάτω πρόσωπα:
  2. Τους ίδιους τους Εναγόμενους, υπαλλήλους και αντιπροσώπους τους.
  3. Οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένου και οποιουδήποτε τραπεζικού οργανισμού ή άλλου οικονομικού οργανισμού, που υπόκειται στην δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου που του έχει επιδοθεί το παρόν Διάταγμα ή έλαβε γνώση του περιεχομένου του και είναι σε θέση να εμποδίσει οποιεσδήποτε ενέργειες ή παραλείψεις εκτός Κύπρου που θα αποτελούσαν παροχή βοήθειας στην παρακοή των πιο πάνω Διαταγμάτων.
  4. Οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένου και οποιουδήποτε τραπεζικού οργανισμού ή άλλου οικονομικού οργανισμού, σε σχέση το οποίο το παρόν Διάταγμα δηλώνεται ότι είναι εφαρμόσιμο από και/ή εκτελείται από τα Δικαστήρια της χώρας που έχουν δικαιοδοσία επί του προσώπου αυτού ή πάνω στα περιουσιακά στοιχεία του προσώπου αυτού. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.» Η αίτηση υποστηρίζεται από 4 ενόρκους δηλώσεις με τις αντίστοιχες μεταφράσεις από τα Ρωσικά στα Ελληνικά. Μεταξύ των ενόρκων δηλούντων είναι και ο ενάγοντας. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι προσεγγίστηκε στην Ρωσία από τους εναγόμενους που είναι εταιρεία παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, η εναγομένη δεν είχε άδεια να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες εκτός Κύπρου. Παρόλα αυτά χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχη άδεια από τις Ρωσικές αρχές, τον προσέγγισε στην Ρωσία και ό ίδιος συμπλήρωσε σχετικά έντυπα για παροχή επενδυτικών συμβουλών από την εναγομένη. Ο ίδιος δεν είχε πείρα σε επενδυτικές εργασίες και εμπιστεύτηκε τα κεφάλαια του στην εναγομένη, θεωρώντας ότι σχετίζεται με μεγάλο επενδυτικό όμιλο στην Ρωσία. Ο ενάγοντας αναφέρει στην συνέχεια, σειρά παρατυπιών της εναγομένης, η οποία κατά την άποψη του δεν είχε δικαίωμα να διεξάγει τέτοιες εργασίες στην Ρωσία. Γίνεται επίσης αναφορά σε συναλλαγές χωρίς την έγκριση του ενάγοντα. Όλες οι πιο πάνω εργασίες, έγιναν κατά παράβαση του Νόμου και των όρων της άδειας της εναγομένης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Ως αποτέλεσμα, η συμφωνία που είχε μαζί με την εναγομένη για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δεν έχει καμία νομική ισχύ. Επιπλέον, οι επενδύσεις στις οποίες προέβηκε η εναγομένη ήταν ζημιογόνες με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία και να αναγκαστεί να εκκαθαρίσει τον επενδυτικό του λογαριασμό. Όλες οι ζημιές και απώλειες του ενάγοντα οφείλονται κατά τον ίδιο σε ενέργειες και παραλείψεις των εκπροσώπων της εναγομένης. Το συνολικό ποσόν που ο ενάγων απαιτεί ανέρχεται σε US$2.611.402,
  5. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο διότι από την στιγμή που τα κεφάλια της εναγομένης μεταφερθούν σε άγνωστους λογαριασμούς θα είναι αδύνατο να εκτελεστεί η απόφαση του Δικαστηρίου. Κατά τον ενάγοντα, η δόλια συμπεριφορά της εναγομένης μέχρι σήμερα, καταδεικνύει ότι θα κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να ματαιώσει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της. Την αίτηση συνοδεύουν άλλες τρεις ένορκες δηλώσεις των XXXXX Cheranovskii, XXXXX Khokhrin και XXXXX Khokhrin. Τα πρόσωπα αυτά αναφέρουν ότι κατά τους επίδικους χρόνους ήταν υπάλληλοι της BCS Russia και εκπροσωπούσαν την εναγομένη, προωθώντας τις εργασίες της ως εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Τα εν λόγω πρόσωπα αναφέρουν στις ενόρκους δηλώσεις τους ότι ενώ όφειλαν, δεν κατείχαν δυνάμει του άρθρου 40 του Ν.144(Ι)/2007 ως «συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι» οποιαδήποτε σχετική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου να προσφέρουν εκ μέρους της εναγομένης οποιεσδήποτε «επενδυτικές υπηρεσίες» ή «επενδυτικές συμβουλές» όπως αυτές ορίζονται στον Ν.144(Ι)/2007 και ούτε επίσης ήταν εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου δυνάμει του άρθρου 52 του ιδίου Νόμου. Η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Επικαλείται τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
  6. H αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή παράτυπη καθώς ελλείπει η νομική βάση της αίτησης, με αποτέλεσμα να μην έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το νομικό υπόβαθρο του αιτήματος και/ή οι Καθ' ων η Αίτηση να μην είναι σε θέση να διαπιστώσουν τη νομική βάση του αιτήματος με σκοπό να προσκομίσουν την απαραίτητη μαρτυρία.
  7. Η ένορκη δήλωση του κ. Oleg Khabibullin που υποστηρίζει την αίτηση είναι νομικά απαράδεκτη και/ή παράτυπη και/ή κατά παράβαση των θεσμών καθώς δεν αναφέρει με ικανοποιητικό τρόπο την περιγραφή του ομνύοντα ("description of deponent").
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων.
  9. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της μη έκδοσης των διαταγμάτων.
  10. Η αίτηση έχει καταχωρηθεί και προωθείται καταχρηστικά με απώτερο σκοπό να ασκηθεί αθέμιτη πίεση στους Εναγόμενους.
  11. Ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands). Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX Sidleruk που παρουσιάζεται ως διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης εταιρείας. Με αυτή, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αναφέρει επίσης ότι η αίτηση είναι παράτυπη αφού δεν παραθέτει την νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται. Στην συνέχεια εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για τροποποίηση της αρχικής αίτησης με την προσθήκη σε αυτή της νομικής βάσης επί της οποίας στηρίζεται. Ακολούθησε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της XXXXX Sidleruk προς υποστήριξη των λόγων ένστασης. Στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η XXXXX Sidleruk, αναφέρεται μεταξύ άλλων στην οικονομική κατάσταση της εναγομένης, ισχυριζόμενη ότι έχει τα αναγκαία έσοδα και περιουσιακά στοιχεία για να ικανοποιήσει οιανδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον της. Παρουσιάζει επί του προκειμένου ως τεκμήριο 1, εξελεγμένους λογαριασμούς (audited financial statements) για το έτος που λήγει το 2016 (τεκμ. 1). Στην συνέχεια, γίνεται αναφορά στην εκδοχή της εναγομένης για τα γεγονότα. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι ο ενάγων είχε αντιληφθεί πλήρως τα επενδυτικά προϊόντα, και είχε σαφή γνώση και κατανόηση για τις των συναλλαγές και τους εμπλεκόμενους κινδύνους. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο ενάγων καταχώρησε την αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό να απαντήσει στους πιο πάνω ισχυρισμούς. Το Δικαστήριο απέρριψε το πιο πάνω αίτημα για λόγους που εμφαίνονται στην ενδιάμεση απόφαση μου ημ. 27.2.
  12. Ακολούθως στις 21.5.2018, ήτοι δύο σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Με αυτήν επιβεβαιώνονται οι πιο πάνω βάσεις αγωγής και παρατίθενται λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμόν παράνομων ενεργειών της εναγομένης. Στην συνέχεια, προχώρησε ενώπιον μου η ακρόαση της παρούσας αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στην οποία οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αίτησης. Η αγόρευση του συνηγόρου για τον ενάγοντα - αιτητή Ο συνήγορος για τον ενάγοντα - αιτητή, αναφέρθηκε αρχικά στις βάσεις αγωγής όπως αποκρυσταλλώθηκαν με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Ισχυρίστηκε ότι οι ψευδείς παραστάσεις και οι άλλες παράνομες ενέργειες της εναγομένης, προκύπτουν και από το γεγονός ότι στις ένορκες δηλώσεις των XXXXX Cheranovskii, XXXXX Khohrin και XXXXX Khohrin, γίνεται παραδεκτό ότι παρόλο που τα καθήκοντα τους περιλάμβαναν εργασίες που είχαν σχέση με την προώθηση των δραστηριοτήτων της εναγομένης, εντούτοις δεν ήταν κάτοχοι οποιασδήποτε άδειας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Έγινε επί του προκειμένου αναφορά το άρθρο 52
(3)του Ν.144(Ι)/2007, από το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εναγομένη θα μπορούσε να απασχολήσει μόνο πρόσωπα που συμμορφώνονται και πληρούν τις προϋποθέσεις του εν λόγω Νόμου ως επίσης και των Κανονιστικών Πράξεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου
  1. Είναι δε σαφές από το άρθρο 52 ότι οιαδήποτε πρόσωπα προσφέρουν οποιεσδήποτε «επενδυτικές υπηρεσίες» ή «επενδυτικές συμβουλές» όπως αυτές ορίζονται στον πιο πάνω Νόμο θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ). Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι και με τις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση η εναγομένη δεν αρνείται την θέση ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν είχαν εξασφαλίσει άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Στην συνέχεια, με αναφορά στα άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι επί της ουσίας, η εναγομένη δεν αμφισβητεί τις δύο πρώτες προϋποθέσεις για έκδοση συντηρητικού διατάγματος ότι δηλαδή έχει αποδειχθεί καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης. Ήταν παρόλα αυτά η θέση του συνηγόρου ότι ο ενάγοντας έχει αποκαλύψει στο μέτρο που απαιτείται όχι μόνο ότι προωθείται μια αγωγή στη βάση αναγνωρισμένων αγώγιμων δικαιωμάτων, αλλά και με βάση το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ότι έχει μια πολύ καλή υπόθεση εναντίον της εναγομένης με ορατές πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησης του. Ο συνήγορος επανέλαβε την εκδοχή του πελάτης του για τα γεγονότα. Έγκειται συνοπτικά στο ότι η εναγομένη συγκεκαλυμμένα και κατά παράβαση της Κυπριακής νομοθεσίας, χρησιμοποίησε την συνδεδεμένη με αυτήν εταιρεία στην Ρωσία και τους υπαλλήλους της ως κράχτες για να προσελκύσουν ως πελάτη τον άπειρο στα χρηματιστηριακά ενάγοντα, στον οποίο στην συνέχεια προσέφεραν επενδυτικές συμβουλές, στην απουσία μάλιστα σχετικής συμφωνίας που θα έπρεπε να είχε υπογραφτεί. Αφού τον οδήγησαν με παράνομο τρόπο σε επενδύσεις υψηλού κινδύνου χωρίς να προηγηθεί η κατάλληλη ενημέρωση και προετοιμασία, στο τέλος τον εξανάγκασαν να τις ρευστοποιήσει με ζημιά USD$2.611.401,25, όταν πλέον αυτός δεν είχε άλλη επιλογή. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, ο συνήγορος αναφέρθηκε στον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης με αποτέλεσμα τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ του ενάγοντα να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Ο συνήγορος παρέπεμψε στην νομολογιακή αρχή ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας αλλά κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης σε περίπτωση αποξένωσης ή επιβάρυνσης. Στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψιν και η φύση των περιουσιακών στοιχείων που θα αποτελέσουν αντικείμενο του απαγορευτικού ενδιάμεσου διατάγματος και η ευκολία με την οποία θα μπορούσαν ν΄ αποξενωθούν. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι όπως προκύπτει από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ένστασης, η εναγομένη δεν κατέχει καμία εμπράγματη περιουσία. Κατέχει μόνο, πολύ ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, όπως μετρητά σε τράπεζες, χρεόγραφα, ομόλογα, μετοχές, κτλ. που σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μπορούν να διατεθούν εύκολα ή η αξία τους να υποστεί απομείωση στις αγορές ή να χρησιμοποιηθούν για αποπληρωμή των χρεών των πιστωτών της εναγομένης, τα οποία κατά την 31/12/2016 ανέρχονταν σε USD$634,780,185 και που κατά την διάρκεια του χρόνου είχαν αυξηθεί κατά 32% από USD$479,272,
  2. Δεδομένου ότι η εναγομένη δραστηριοποιείται μόνο στις χρηματοπιστωτικές αγορές και όλα τα περιουσιακά της στοιχεία είναι χρηματοπιστωτικά, τα οποία μπορούν να ρευστοποιηθούν εύκολα και οποτεδήποτε, δεν υπάρχει κατά τον συνήγορο καμιά ασφαλιστική δικλίδα ότι μπορεί και θα αποδοθεί δικαιοσύνη χωρίς να υφίσταται σε ισχύ απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης στο ύψος του αιτούμενου ποσού των USD$2.611.
  3. Ο συνήγορος υπέδειξε στην συνέχεια ότι για τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης που περιγράφονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ένστασης, συμπεριλαμβανομένων των μετρητών που ανέρχονται σε USD$142.950.980, δεν προσδιορίζεται ο τόπος όπου κρατούνται, δηλαδή σε ποιες τράπεζες, ούτε και το είδος των επενδύσεων και σε ποιες εταιρείες έχει η εναγομένη τα χρηματοπιστωτικά της μέσα, με αποτέλεσμα να είναι εντελώς αδύνατη η αξιολόγηση της δυνατότητας εκτέλεσης μιας απόφασης εναντίον της εναγομένης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι δεν είναι δυνατή η εκτέλεση απόφασης με την δέσμευση και πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό τέτοιων χρηματοπιστωτικών μέσων δυνάμει του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 1992 ή με κατάσχεση μετρητών σε τραπεζικούς λογαριασμούς, εκτός αν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται στην Κύπρο. Κάτι που μόνο η εναγομένη θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αλλά εσκεμμένα δεν το έπραξε. Αντί αυτού, κρύβεται πίσω από αποσπάσματα των οικονομικών της καταστάσεων για το 2016, χωρίς να εξηγεί τον λόγο που δεν παρουσιάζει ολόκληρες τις οικονομικές καταστάσεις ή και αυτές του
  4. Επειδή κατά τον συνήγορο είναι άγνωστο που βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης (μετρητά και χρηματοοικονομικά μέσα) ώστε να αξιολογηθεί και η ευκολία ή η δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να εκποιηθούν προς ικανοποίηση μιας απόφασης εναντίον της μέσω μηχανισμών διακρατικών συμφωνιών, επιζητούνται μαζί με το απαγορευτικό διάταγμα παγοποίησης και τα υποβοηθητικά διατάγματα για αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης. Με τον τρόπο αυτό θα είναι σε θέση ο ενάγων να γνωρίζει, ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή της η εναγομένη την δεδομένη στιγμή για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να διαπιστώσει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Ο συνήγορος υπέδειξε ότι η εναγομένη παραλείπει να επισυνάψει ή να κάνει αναφορά στις οικονομικές της καταστάσεις για το έτος 2014, κατά το οποίο ο ενάγοντας απώλεσε σχεδόν όλο το ποσό που είχε εμβάσει σε αυτήν και το οποίο ανερχόταν σε USD$2.611.402, παρόλο που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι αυτό οφειλόταν στην οικονομική κρίση της Ρωσίας. Ο συνήγορος διερωτήθηκε αν αυτό οφειλόταν στην οικονομική κρίση της Ρωσίας τότε, γιατί να μην επισυμβεί μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και μια άλλη οικονομική κρίση και η εναγομένη να υποστεί τέτοια ζημιά εξαιτίας της ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα δικαιώνει τον ενάγονταν στην παρούσα αγωγή. Ο συνήγορος υπέδειξε επίσης ότι στην βάση του τεκμήριου 1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ένστασης, το ποσό της απαίτησης του ενάγοντα εκ USD$2.611.402 είναι μεγαλύτερο από το 10% των καθαρών κερδών της εναγομένης για το 2016, δηλαδή €24.788.
  5. Είναι συνεπώς κατά τον συνήγορο εμφανές ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ότι η εναγομένη, εκτός εάν εμποδιστεί από διάταγμα του Δικαστηρίου και επίσης διαταχθεί να αποκαλύψει τα περιουσιακά της στοιχεία, να μπορεί ελεύθερα να τα αποξενώσει ή κρύψει με σκοπό να ματαιώσει την απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Υπάρχει επιπλέον σοβαρός κίνδυνος κατά τον συνήγορο, τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης να χρησιμοποιηθούν είτε μερικώς είτε πλήρως για τους σκοπούς των εργασιών του Ομίλου BCS Group, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών της τράπεζας BCS Bank και άλλων διαφόρων χρηματιστηριακών εταιρειών εντός του ίδιου ομίλου εταιριών, με σκοπό να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τους τόσο προς την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας όσο και τους πιστωτές της. Αυτό γιατί η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας άρχισε να εποπτεύει πιο αυστηρά και στενά τις δραστηριότητες όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων χρηματιστηριακών και τραπεζικών ιδρυμάτων, και κατά την διάρκεια του 2014-2016 ανακάλεσε τις άδειες όλων εκείνων εταιριών που απέτυχαν να συμμορφωθούν με τους ισχύοντες κανονισμούς και πρότυπα που είχαν καθοριστεί από την Κεντρική Τράπεζας της Ρωσίας γι' αυτού του είδους εταιρείες. Ο κίνδυνος αυτός είναι εμφανής κατά τον συνήγορο γιατί εκτός από τις πιο πάνω επιλεκτικές σελίδες των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων του έτους που έληξε την 31/12/2016, δεν δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία για την διάρκεια ζωής της εναγομένης ή της οικονομικής κατάστασης της μητρικής της εταιρείας. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τις ένορκες δηλώσεις των XXXXX Cheranovskii, XXXXX Khohrin και XXXXX Khohrin, που παραδέχονται ότι δεν είχαν εξασφαλίσεις σχετικές άδειες, καταδεικνύει κατά τον συνήγορο ότι η εναγομένη δεν χαρακτηρίζεται από εντιμότητα και διαφάνεια, αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο προωθεί τις εργασίες της. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, κλείνει προς όφελος του ενάγοντα, έχοντας υπόψη ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι εναγομένη θα υποστεί τέτοια ζημιά που είναι δυσανάλογη της ζημίας που θα υποστεί ο ενάγων αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ενώ ήταν ευθύνη της εναγομένης να καταδείξει τον επηρεασμό που θα υποστεί από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τίποτε δεν έχει παραθέσει προς αυτή την κατεύθυνση, παρά μόνο επικαλείται το γεγονός ότι έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, που όμως εσκεμμένα δεν διευκρινίζει που βρίσκονται ή την φύση τους ή κατά πόσο είναι ελεύθερα από δεσμεύσεις προς όφελος τρίτων. Η αγόρευση του συνηγόρου για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση Ο συνήγορος της εναγομένης στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν έχει προσκομίσει καθόλου μαρτυρία σε σχέση με την ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Εναγόμενοι σε σχέση με την οικονομική τους υπόσταση και τη δυνατότητα αποζημίωσης του ενάγοντα σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους, παραμένει αναντίλεκτη. Ως εκ τούτου, η αίτηση κατά τον συνήγορο είναι καταδικασμένη να αποτύχει αφού δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  6. Ο συνήγορος παρέπεμψε στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία επισυνάπτεται απόσπασμα των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης, από τους οποίους προκύπτει ότι αυτή ανήκει σε ένα διεθνή χρηματοοικονομικό οργανισμό με κύκλο εργασιών, κέρδη και περιουσιακά στοιχεία, πολλαπλάσια της αξίωσης του ενάγοντα. Ο συνήγορος υπέδειξε ότι η αξίωση του ενάγοντα ύψους μόλις $2.611.402, είναι υπερβολικά μικρή σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης αξίας $779,465,581, από τα οποία $142,960,980 κρατούνται σε μετρητά ή αντίστοιχα μετρητών (Cash Equivalent), ενώ τα εισοδήματα της εναγομένης για το έτος 2016 ανήλθαν σε $93,252,540 εκ των οποίων το ποσόν των $24,788,636, αποτελούσε κέρδος. Κατά τον συνήγορο, είναι ξεκάθαρο με βάση τα πιο πάνω στοιχεία ότι η εναγομένη είναι σε κάθε περίπτωση ικανή να αποζημιώσει τον ενάγοντα εάν εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Ο συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου απορρίφθηκε ενδιάμεση θεραπεία παγοποίησης περιουσίας όταν είχε αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος διατηρεί οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί σε περίπτωση που θα εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι ο ενάγοντας δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με οποιαδήποτε πραγματική ή ενδεχόμενη πρόθεση της εναγομένης να αποξενώσει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία εν πάση περιπτώσει έχουν αξία ύψους πέραν των $779 εκατομμυρίων, ώστε να μην δύναται να εκτελεστεί απόφαση εναντίον της. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δεν προσκομίζει καμία μαρτυρία σε σχέση με οποιοδήποτε κίνδυνο τερματισμού των εργασιών της εναγομένης, οι οποίες εν πάση περιπτώσει, αποφέρουν έσοδα πέραν των $93 εκατομμυρίων. Ενόψει των πιο πάνω δε υπάρχει κατά τον συνήγορο καμία ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού σε καμία περίπτωση δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/190 ενώ, ο ενάγοντας προωθεί την παρούσα αίτηση με σκοπό την άσκηση αθέμιτης πίεσης εναντίον της εναγομένης. Στην συνέχεια, ο συνήγορος της εναγομένης ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και έχει σκόπιμα παραπλανήσει το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε σε σειρά από γεγονότα που επικαλέστηκε ο ενάγοντας, τα οποία όπως ισχυρίστηκε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως πχ ότι δεν έχει γνώση ή εμπειρία σε συναλλαγές με σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα, ότι η εναγομένη εκτελούσε εκ μέρους του συναλλαγές χωρίς τις δικές του οδηγίες ή συγκαταθέσεις ότι η εναγομένη παραβίασε την άδεια της ότι η Broker Credit Service Ltd («BCS Ρωσίας») και η εναγομένη αποτελούν ενιαία οντότητα κα. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της εναγομένης, προκύπτει κατά τον συνήγορο ξεκάθαρα ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι αναληθείς. Με παραπομπή σε νομολογία και συγγράμματα, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η σκόπιμη παραπλάνηση του Δικαστηρίου, δικαιολογεί από μόνη της την απόρριψη της αίτησης. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι ο ενάγοντας δεν έχει συζητήσιμη υπόθεση στην αγωγή, ούτε οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας στην αξίωση του. Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν πληρούνται οι πρώτες 2 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  7. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει ότι οι ζημιές του ήταν αποτέλεσμα συναλλαγών με την εναγομένη. Η μαρτυρία που έχει προσκομίσει ο ίδιος ο ενάγοντας, δεν καταδεικνύει ότι η εναγομένη είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες εναντίον του. Ο ίδιος παραδέχεται ότι συνομολογήθηκαν ξεχωριστές συμφωνίες μεταξύ του και της BCS Ρωσίας και μεταξύ του και των Εναγομένης. Επιπλέον, δυνάμει της σύμβασης μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης, η εναγομένη δεν παρείχε στον ενάγοντα επενδυτικές συμβουλές. Όσον αφορά τα τρία πρόσωπα που υπέγραψαν τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, αυτά εργάζονταν στην BCS Ρωσίας και όχι στην εναγομένη. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ενόψει της αδιαμφησβήτητης μαρτυρίας που έθεσε η εναγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το αναληθές των ισχυρισμών του ενάγοντα (βλ. παραγράφους 21 μέχρι 91 της συμπληρωματικής Ε.Δ Sidleruk), ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο συνήγορος ανέφερε ότι σαφώς αυτό γέρνει εναντίον της έγκρισης της αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν κινδυνεύει να υποστεί να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αφού η οικονομική κατάσταση της εναγομένης εξασφαλίζει την δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης εναντίον τους, ενώ σε κάθε περίπτωση ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει ότι έχει πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή. Ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται κατά τον συνήγορο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παγοποίησης Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης, ισχυριζόμενος ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση τους. Ήταν η θέση του ότι στον βαθμό που ο ενάγοντας έχει αιτηθεί την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης ως υποβοηθητικά των διαταγμάτων παγοποίησης, η μη έκδοση των διαταγμάτων παγοποίησης, συμπαρασύρει και τα διατάγματα αποκάλυψης. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγοντας ισχυριστεί ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης αποτελούν αυτοτελή διατάγματα, και πάλιν δεν δικαιολογείται κατά τον συνήγορο η έκδοση τους, αφού δεν έχει προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει την αναγκαιότητα τους. Ήταν ακόμη η θέση του συνηγόρου ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας αφού ο ενάγοντας επέλεξε να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αποκλειστικά με σκοπό να ασκήσει αθέμιτη πίεση εναντίον της εναγομένης. Είναι αξιοσημείωτο κατά τον συνήγορο ότι ενώ η αγωγή έχει εγερθεί από τις 31/03/2016, αυτή δεν έχει προωθηθεί για πέραν των 2 χρόνων, αφού η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε μόλις πριν λίγες βδομάδες, στις 21/05/
  8. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι αυτό από μόνο του, αποδεικνύει ότι η προώθηση της αίτησης και όχι της αγωγής, ήταν αυτοσκοπός του ενάγοντα. Νομική πτυχή Οι προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 είναι: · Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, · Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, (βλ. μεταξύ άλλων Πουρνουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και δεν καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Σχετικές είναι μεταξύ άλλων οι υποθέσεις Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 και Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. Στην Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1Α Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια". Η υπό κρίση αίτηση αφορά πέραν από την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης περιουσίας και την έκδοση υποβοηθητικών διαταγμάτων αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης. Στην υπόθεση Adi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α. Πολ. Εφέσεις αρ. 182/2012 και 184/2012 ημ.18.1.16, λέχθηκε ότι τα διατάγματα αυτού του είδους, εκδίδονται ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος την δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Τα διατάγματα αποκάλυψης εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Η πιο πάνω αγγλική νομολογία έχει υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσον και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης (βλ. μεταξύ άλλων Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403. Στην πιο πάνω υπόθεση Avila Management, γίνεται λεπτομερής αναφορά στην φιλοσοφία της αναγκαιότητας διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας, τόσον τοπικώς αλλά και διεθνώς. Στην ίδια απόφαση Avila Management, γίνεται επίσης αναφορά στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, όπου η εν λόγω αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο που κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω), αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, Τέτοια αγωγή μπορεί να στρέφεται όχι μόνον εναντίον του εναγομένου αλλά και εναντίον όλων των προσώπων, τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη (βλ. British Steel Corp. v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 & Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666). Συμπεράσματα Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Είναι σαφές ότι η αγωγή εδράζεται σε ισχυρισμούς για εξ' αρχής άκυρη συμφωνία λόγω απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Η απαίτηση του ποσού των US$2.611.402,00, στηρίζεται επίσης σε ισχυρισμούς για ψυχική πίεση, συνωμοσία, εξαναγκασμό σε παράβαση συμφωνίας, αμέλεια, παράβαση εμπιστεύματος καθώς και παράβαση καθηκόντων που απορρέουν από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο 144(i)/2007. Τα πιο πάνω, στοιχειοθετούν σοβαρές βάσεις αγωγής που πρέπει να ακουστούν από το Δικαστήριο. Έχει επίσης αποδειχθεί και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει όχι μόνον από την μαρτυρία των XXXXX Cheranovskii, XXXXX Khokhrin και XXXXX Khokhrin, σύμφωνα με την οποία κατά τους επίδικους χρόνους ήταν υπάλληλοι της BCS Russia και χωρίς να έχουν τις σχετικές άδειες, εκπροσωπούσαν την εναγομένη, προωθώντας τις εργασίες της ως εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Προκύπτει επίσης και από την ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα, στην οποία δίνει επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις και παράνομες ενέργειες της εναγομένης. Ο συνήγορος της εναγομένης προέβη σε εκτεταμένη επιχειρηματολογία, στην προσπάθεια του να υποδείξει την κατά την άποψη του, αναξιοπιστία του ενάγοντα ως προς τις πιο πάνω θέσεις του. Όπως όμως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση μαρτυρίας και εξαγωγή ευρημάτων επί της ουσίας της υπόθεσης. Αποδοχή των πιο πάνω θέσεων του συνηγόρου θα σήμαινε στην ουσία ότι το Δικαστήριο προβαίνει στο στάδιο αυτό, σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα και εξαγωγή ευρημάτων επί της ουσίας της αγωγής, κάτι που βέβαια δεν είναι επιτρεπτό. Χωρίς να αποφασίζεται στο στάδιο αυτό η ουσία της αγωγής, κρίνω για τους λόγους που προανέφερα ότι από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Απομένει να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο συνήγορος της εναγομένης στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 λόγω της οικονομικής ευρωστίας της εναγομένης και της απουσίας μαρτυρίας ότι σκοπεύει να αποξενώσει περιουσία. Όπως όμως έχει νομολογηθεί, η απουσία πρόθεσης αποξένωσης περιουσίας δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη αιτήματος παγοποίησης. Εκείνο που έχει σημασία, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. μεταξύ άλλων C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785). Με δεδομένη την πιο πάνω νομολογιακή αρχή, αυτό που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα, είναι η επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση περιουσίας. Στα πλαίσια αυτά, όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα, εξετάζεται και το είδος της περιουσίας της οποίας επιδιώκεται η δέσμευση, σε συνάρτηση και με την ευκολία με την οποία αυτή θα μπορούσε να αποξενωθεί. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και ιδιαίτερα από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ένστασης, προκύπτει ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης, συνίστανται σε μετρητά και χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία μπορούν να ρευστοποιηθούν εύκολα και οποτεδήποτε. Είναι σαφές ότι η εναγομένη, κατέχει μόνο εύκολα ρευστοποιήσιμη περιουσία όπως μετρητά σε τράπεζες, χρεόγραφα, ομόλογα, μετοχές, κτλ. που σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μπορούν ευχερώς να διατεθούν ή η αξία τους να υποστεί απομείωση στις αγορές. Αυτό, ανεξάρτητα από την οικονομική ευρωστία της εναγομένης. Το πιο πάνω γεγονός, καταδεικνύει κατά την κρίση μου σοβαρό κίνδυνο, τυχόν δικαστική απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Επιπλέον δεν έχει προσδιοριστεί με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ένστασης σε ποιες τράπεζες και επενδύσεις έχει καταθέσει τα πιο πάνω περιουσιακά της στοιχεία η εναγομένη. Πρόκειται για ένα επιπλέον στοιχείο που δικαιολογεί τον κίνδυνο αποξένωσης αφού δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον ενάγοντα τυχόν μεταβίβαση ή ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντα. Είναι σαφές κατά την άποψη μου ότι ελλείψει άλλης εμπράγματης περιουσίας της εναγομένης, η πιθανή αποξένωση της εύκολα ρευστοποιήσιμης περιουσίας της θα συντελέσει καθοριστικά στην αδυναμία εκτέλεσης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της. Επιπλέον, το πιο πάνω στοιχείο δικαιολογεί και την έκδοση των βοηθητικών διαταγμάτων αποκάλυψης ώστε ο ενάγοντας να είναι σε θέση να γνωρίζει, τα περιουσιακά στοιχεία που η εναγομένη έχει στην κατοχή της για να μπορέσει έτσι να διαπιστώσει αν συμμορφώθηκε με το διάταγμα παγοποίησης. Επιπλέον, η έλλειψη οιωνδήποτε στοιχείων ως προς το που είναι κατατεθειμένη η περιουσία της εναγομένης, δικαιολογεί την έκδοση εκτός των υπό κρίση διαταγμάτων παγοποίησης και των αιτούμενων υποβοηθητικών διαταγμάτων αποκάλυψης. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι είναι εύρωστη οικονομικά και ότι η απαίτηση του ενάγοντα αφορά μικρό μόνο ποσοστό από το σύνολο της περιουσίας της, δεν βοηθά το επιχείρημα της ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Το στοιχείο αυτό από μόνο του, δεν ανατρέπει την διαπίστωση για την ευκολία αποξένωσης και ρευστοποίησης της περιουσίας της εναγομένης ανεξαρτήτως του ύψους της, δεδομένου μάλιστα ότι είναι άγνωστος ο τόπος που είναι κατατεθειμένη. Περαιτέρω, ο πιο πάνω ισχυρισμός καταδεικνύει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αφού σε τέτοια περίπτωση δεν θα επηρεαστούν σημαντικά οι εργασίες της εναγομένης. Ανεξαρτήτως τούτου, από το σύνολο και του υπόλοιπου υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του ενάγοντα. Σε περίπτωση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων η εναγομένη δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Σε αντίθετη περίπτωση αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο ενάγοντας θα παραμένει χωρίς καμία εξασφάλιση σε περίπτωση αποξένωσης της περιουσίας της εναγομένης. Η εναγομένη επικαλέστηκε επίσης κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους του ενάγοντα. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι ο ενάγοντας, επέλεξε να προωθήσει μόνον την παρούσα διαδικασία προσωρινού διατάγματος και όχι την αγωγή, με αποκλειστικό σκοπό να ασκήσει αθέμιτη πίεση εναντίον της εναγομένης. Αναφέρθηκε επίσης ότι ενώ η αγωγή έχει εγερθεί από τις 31/03/2016, αυτή δεν έχει προωθηθεί για χρονικό διάστημα πέραν των 2 χρόνων, αφού η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε μόλις πριν λίγες βδομάδες, στις 21/05/
  2. Είναι γεγονός ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, η οποία δεν δικαιολογείται βέβαια ούτε από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης ούτε ότι από το γεγονός ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και αρκετά από τα επίδικα γεγονότα, διαδραματίστηκαν στην Ρωσική Ομοσπονδία. Όμως, η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής από μόνη της δεν καταδεικνύει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ούτε και φανερώνει ότι ο ενάγων προωθεί την παρούσα αίτηση, αποκλειστικά για να εξασκήσει πίεση στον ενάγοντα. Καθυστέρηση εντοπίζεται και στην προώθηση και εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Από μελέτη του φακέλου προκύπτει ότι αναλώθηκε αρκετός χρόνος προκειμένου να τροποποιηθεί η αίτηση από πλευράς αιτητών με την προσθήκη νομικής βάσης αλλά και για να καταχωρηθεί η συμπληρωματική ένορκη από πλευράς καθ' ης η αίτηση. Σημειώνω χαρακτηριστικά ότι η παρούσα αίτηση, καταχωρήθηκε στις 6.10.16 και η διαταγή για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην ένσταση, εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 28.2.
  3. Εντούτοις καταχωρήθηκε από την καθ' ης η αίτηση μόλις στις 20.6.2017 ήτοι 4 μήνες μετά. Ακολούθησε άλλη αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της αιτήτριας ημ. 10.11.17, η οποία απορρίφθηκε μετά από ακρόαση, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 27.2.
  4. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης, ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των συνηγόρων στις 21.6.
  5. Γεγονός παραμένει ότι η προώθηση της αίτησης υπήρξε χρονοβόρα σε αντίθεση με το γεγονός ότι αφορά αίτημα για προσωρινό διάταγμα, το οποίο από την φύση του πρέπει να εκδικάζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μελέτη του φακέλου καταδεικνύει ότι ευθύνη φέρουν και τα δύο μέρη με τις ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχώρησαν και την καθυστέρηση τους να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για καταχώρηση της τροποποιημένης αίτησης και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Παρόλα αυτά, η διαπιστωθείσα καθυστέρηση δεν επηρεάζει κατά την κρίση μου, το δικαίωμα της αιτήτριας στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, η οποία δικαιολογείται για τους λόγους που εξέθεσα πιο πάνω. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο ενάγων έχει αποδείξει όλες τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω εύλογο και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εκδίδονται ως εκ τούτου διατάγματα ως οι παράγραφοι Α1, Α2, Α3 & Α4 της αίτησης. Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.