← Κύπρος

HAWAII HOTELS LTD ν. ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ, Αρ. Αγωγής: 4591/2011, 1/11/2018

HAWAII HOTELS LTD ν. ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ, Αρ. Αγωγής: 4591/2011, 1/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A436 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4591/2011 HAWAII HOTELS LTD, από την Λεμεσό Ενάγοντες -ν- xxxxxxxx ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ, από την Λευκωσία Εναγόμενου -------------------------------------- Ημερομηνία: 01 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Κ. Γρηγορίου για PHC Tsangarides LLC Για Εναγόμενη: κα. Ε. Τσαρούχη για Πολάκη Σαρρή & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες, εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των τουριστικών επιχειρήσεων και διαχειρίζεται το ξενοδοχείο Grand Resort στη Λεμεσό (εφ' εξής το ξενοδοχείο), αξιώνουν από τον εναγόμενο ποσό €1.782, το οποίο, ως ισχυρίζονται, «.αντιπροσωπεύει υπόλοιπο αξίας λογαριασμού επί πιστώσει και/ή αξία τιμολογίων για παρασχεθείσες υπηρεσίες ξενοδοχείου διανυκτέρευσης για πελάτες του Εναγόμενου στο ξενοδοχείο Grand Resort δυνάμει συμφωνίας και/ή κατ' εντολή και σύμφωνα με τις οδηγίες του Εναγόμενου.». Είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος «.διατηρούσε μεταξύ άλλων ταξιδιωτικό γραφείο και/ή ήταν τουριστικός αντιπρόσωπος, εμπορευόταν με την εμπορική επωνυμία DI-EF TRAVELNET και . παρουσιαζόταν στους Ενάγοντες και στις συναλλαγές του με διάφορες παραλλαγές της αναφερόμενης επωνυμίας αλλά πάντοτε με την προσωπική του ιδιότητα». Ισχυρίζονται δε στο δικόγραφο τους οι ενάγοντες ότι περί το 2010, κατόπιν παράκλησης και/ή εντολών του εναγόμενου και/ή των υπηρετών και/ή των αντιπροσώπων του, και/ή κατόπιν συμφωνίαw με τον εναγόμενο, παρείχαν στους πελάτες του τελευταίου υπηρεσίες ξενοδοχείου και/ή διανυκτέρευσης στο ξενοδοχείο, συνολικής αξίας €1.782, για τις οποίες υπηρεσίες εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια και χρέωσαν το λογαριασμό του εναγόμενου που τηρούσαν. Παρά όμως την από μέρους τους παροχή των προαναφερόμενων συμφωνηθεισών υπηρεσιών και τις επανειλημμένες γραπτές και προφορικές εκκλήσεις τους προς τον εναγόμενο για εξόφληση των σχετικών τιμολογίων και/ή του υπολοίπου του λογαριασμού του, ο τελευταίος, μέχρι και σήμερα, αρνείται και/ή παραλείπει να τους καταβάλει το αξιούμενο ποσό. Στην αντιπέρα όχθη, η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου, ως αυτή εξειδικεύτηκε, κατόπιν γραπτού αιτήματος των εναγόντων μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης, με λεπτομέρειες που παρασχέθηκαν με επιστολή των δικηγόρων του εναγόμενου στις 18/12/12, είναι ότι αυτός διατηρούσε μεν ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία που δικογραφούν οι ενάγοντες στην Ε/Α τους, ήτοι με την επωνυμία DI-EF TRAVELNET, ουδέποτε όμως συμβλήθηκε προσωπικά με τους ενάγοντες για την παροχή των επίδικων ή οποιονδήποτε υπηρεσιών, είτε με την προαναφερόμενη εμπορική επωνυμία είτε με οποιαδήποτε παραλλαγή της και αρνείται ότι οφείλει προσωπικά να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Την εκδοχή τους οι ενάγοντες την προώθησαν κατά την ακρόαση μέσω της μαρτυρίας της Π. Τσεριώτου, Οικονομικής Διευθύντριας των εναγόντων, η οποία ήταν και η μόνη μάρτυρας των τελευταίων (ΜΕ1). Η κυρίως εξέταση της μάρτυρος ,έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α). Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από τη δήλωση της: «Οι Ενάγοντες δυνάμει μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας με τον Εναγόμενο, ο οποίος είχε παρουσιαστεί αρχικά ως ιδιοκτήτης εταιρείας με όνομα DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD η οποία όπως διαφάνηκε μετέπειτα αποδείχτηκε ότι ήταν επωνυμία του ταξιδιωτικού του γραφείου και όχι εταιρεία . συμφώνησαν να διαθέτουν οι Ενάγοντες προς την αναφερόμενη δήθεν εταιρεία του Εναγόμενου δωμάτια στο ξενοδοχείο των Εναγόντων GRAND RESORT στη Λεμεσό, πρώην HAWAII GRAND HOTEL & RESORT, για να διαμένουν πελάτες του ταξιδιωτικού γραφείου του, στο αναφερόμενο ξενοδοχείο των Εναγόντων». Όπως ισχυρίστηκε η μάρτυς, η όλη συναλλαγή των εναγόντων με τον εναγόμενο, ξεκίνησε την 01/07/10, όταν αποστάληκε στους ενάγοντες τηλεομοιότυπο από το ταξιδιωτικό γραφείο του Εναγόμενου, με το οποίο ζητούσαν επιβεβαίωση κράτησης για τη διαμονή συγκεκριμένων πελατών του. Τηλεομοιότυπο παρόμοιου περιεχομένου, ισχυρίστηκε η μάρτυς, απεστάλη στους ενάγοντες και στις 24/08/14, για διαφορετικό όμως πελάτη. Και τα δύο τηλεομοιότυπα, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκ.1 και 2, έφεραν ως λογότυπο την επωνυμία «TRAVELNET» και παρουσιάζονταν να αποστέλλονται από δύο διαφορετικά πρόσωπα, τον Αντρόνικο Χ. και τη Μαρίνα Α., τα οποία πρόσωπα η μάρτυς τα αντιλήφθηκε, ως ανέφερε, να είναι υπάλληλοι του ταξιδιωτικού γραφείου και τα οποία υπέγραφαν τα τηλεομοιότυπα χρησιμοποιώντας την φερόμενη ως εταιρική επωνυμία, «DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD». Ακολούθως οι ενάγοντες, ως ισχυρίστηκε η μάρτυς, αφού επιβεβαίωσαν τις ζητούμενες κρατήσεις, εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια για της υπηρεσίες τους, συνολικής αξίας €1.782, στο όνομα της φερόμενης εταιρικής επωνυμίας που είχε αναγραφεί στα τηλεομοιότυπα, ήτοι DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD (Τεκ. 7 και 8) και άνοιξαν και χρέωσαν ανάλογα σχετικό λογαριασμό στο ίδιο όνομα (Τεκ.3). Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν τόσο για την έκδοση όσο και για την αποστολή των τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού, λήφθηκαν, ως ισχυρίστηκε η μάρτυς, από τα στοιχεία που αναγράφονταν στα προαναφερόμενα τηλεομοιότυπα. Όταν διαπιστώθηκε ως ανέφερε η ΜΕ1, ότι οι επίδικες υπηρεσίες δεν είχαν εξοφληθεί, επικοινώνησε με το ταξιδιωτικό γραφείο και ζήτησε να μιλήσει με τον υπεύθυνο ιδιοκτήτη οπόταν και την παρέπεμψαν στον εναγόμενο. Αφού τον ενημέρωσε για την οφειλή, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς (Τεκ. 4 - αλυσίδα emails), αυτός τη διαβεβαίωσε ότι το θέμα θα διευθετείτο, πλην όμως, μέχρι και την 01/04/11, η οφειλή εξακολουθούσε να υφίσταται. Μη έχοντας άλλη επιλογή, ανέφερε η μάρτυς, οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους όπως κινήσουν δικαστικά μέτρα εναντίον της DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD για ανάκτηση των οφειλομένων ποσών. Κατά τη μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς καταχώρησης αγωγής, οι δικηγόροι των εναγόντων, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, διενήργησαν έρευνα στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την φερόμενη εταιρική επωνυμία DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD όταν και διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχει εγγεγραμμένη τέτοια εταιρεία. Ακολούθως, ισχυρίστηκε η μάρτυς, οι δικηγόροι των εναγόντων προχώρησαν και ερεύνησαν τα μητρώα του Εφόρου για επωνυμίες που πιθανόν να περιείχαν τις φράσεις «DI-EF» και/ή «TRAVELNET» οπόταν και εντόπισαν μεταξύ άλλων, την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία «DI-EF TRAVELNET» (Β28840), η οποία προσομοίαζε με τις επωνυμίες που αναφέρονταν στην ιστοσελίδα του ταξιδιωτικού γραφείου «TRAVELNET» (Τεκ. 5 και 6). Αφού οι δικηγόροι των εναγόντων εντόπισαν τα πιο πάνω στοιχεία, εξήγησαν στους ενάγοντες ότι «. ουσιαστικά ο Εναγόμενος παρουσιαζόταν στις συναλλαγές του μέσω ανύπαρκτης εταιρείας.» και συνεπεία τούτου, ανέφερε η μάρτυς, δεν κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση ως προς το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς της εμπορικής επωνυμίας «DI-EF TRAVELNET» και αποφασίστηκε όπως καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου προσωπικά. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ1 δέχτηκε ότι πριν την επικοινωνία της με τον εναγόμενο, το όνομα του τελευταίου ουδέποτε παρουσιάστηκε σε οποιοδήποτε έγγραφο ούτε και τα στοιχεία του αναγράφηκαν στις κρατήσεις που οδήγησαν στις επίδικες χρεώσεις ή έστω στα επίδικα τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού, όπως αντίθετα καταγράφηκαν τα στοιχεία των δύο υπαλλήλων που υπέγραφαν τα τηλεομοιότυπα (βλ. Τεκ. 2 («Aristos») και Τεκ.3 («marina@xxx»). Δέχτηκε επίσης η μάρτυς, ότι τόσο οι υπάλληλοι του ταξιδιωτικού γραφείου που ζήτησαν τις επίδικες κρατήσεις, όσο και ο ίδιος ο εναγόμενος στην αλληλογραφία του, χρησιμοποιούσαν επαγγελματικά και όχι προσωπικά email και ότι στα δικά του email, ο εναγόμενος υπέγραφε ως «Γενικός Διευθυντής» του «TRAVELNET». Η μάρτυς αντεξετάστηκε και ως προς το πώς είναι που κατέληξε, ως ο ισχυρισμός της, στο να συνδέσει τον εναγόμενο προσωπικά με την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία «DI-EF TRAVELNET». Της υπεδείχθη συναφώς ότι εφόσον πουθενά στα Τεκμήρια που κατέθεσε δεν φαίνεται το όνομα του εναγόμενου ή έστω κάποια ένδειξη ότι είναι προσωπικά αυτός που ζήτησε τις επίδικες υπηρεσίες, δεν δικαιολογείται η καταχώρηση αγωγής εναντίον του προσωπικά. Η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η απουσία του ονόματος ή των στοιχείων του εναγόμενου δε σημαίνει κάτι, εφόσον είναι συνήθης πρακτική στον τουριστικό τομέα, φυσικά πρόσωπα να αλληλογραφούν και να συναλλάσσονται εκ μέρους εταιρείας όπως άλλωστε και η ίδια έπραττε εκ μέρους των εναγόντων. Της υποδείχθηκαν περαιτέρω, πιστοποιητικά του εφόρου εταιρειών που παρουσιάζουν την εν λόγω επωνυμία να είναι από το 2006 εγγεγραμμένη επ' ονόματι της υπαρκτής εταιρείας «DI-EF SERVICES LTD» η οποία εταιρεία, αν και έχει ως διευθυντή και μέτοχο της τον εναγόμενο, είναι ξεχωριστή νομική οντότητα (Τεκ. 9, 10 και 11). Δέχτηκε η μάρτυς ότι από τα εν λόγω πιστοποιητικά, τα οποία ανέφερε ότι είχε δει στο παρελθόν, όντως δεν φαίνεται ο εναγόμενος να είναι ο ιδιοκτήτης της εν λόγω επωνυμίας αλλά αντίθετα υπάλληλος της ιδιοκτήτριας εταιρείας, όπως άλλωστε και η ίδια είναι υπάλληλος στην εταιρεία των εναγόντων, οι οποίοι, σύμφωνα με τη μάρτυρα, χρησιμοποιούν και αυτοί στις συναλλαγές τους την εμπορική τους επωνυμία «GRAND RESORT» αντί της εταιρικής τους επωνυμίας «HAWAII HOTELS LTD». Ισχυρίστηκε όμως η μάρτυς ότι κατά την προσπάθεια της να εντοπίσει την «εταιρεία» μέσω της οποίας ζητήθηκαν οι επίδικες κρατήσεις, ήτοι την DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD, ο εναγόμενος της είχε παρουσιαστεί ως ο ιδιοκτήτης του γραφείου και της «εταιρείας» και της επιβεβαίωσε ότι θα διευθετούσε την οφειλή. Όταν στη συνέχεια η ίδια διαπίστωσε ότι τέτοια εταιρεία δεν υπάρχει αλλά ότι υπάρχει η εμπορική επωνυμία DI-EF TRAVELNET, λαμβάνοντας σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγόντων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι ο εναγόμενος που ευθύνεται προσωπικά να πληρώσει τις επίδικες υπηρεσίες. Υπεδείχθη τέλος στη μάρτυρα ότι στα τηλεομοιότυπα με τα οποία ζητήθηκαν οι επίδικες κρατήσεις, αναφέρεται ρητά το όνομα της εγγεγραμμένης εταιρείας «DI-EF SERVICES LTD», ιδιοκτήτριας της εμπορικής επωνυμίας DI-EF TRAVELNET. Της υπεβλήθη ότι πέραν της ρητής αναφοράς στην εν λόγω εταιρεία, ακόμα και από μια απλή έρευνα, είτε στον Έφορο Εταιρειών είτε στον ΚΟΤ εφόσον επρόκειτο για αδειοδοτημένο τουριστικό γραφείο, θα μπορούσε εύκολα κανείς να διαπιστώσει ότι οι κρατήσεις έγιναν από την ιδιοκτήτρια εταιρεία DI-EF SERVICES LTD, μέσω του τουριστικού της γραφείου TRAVELNET και όχι ο εναγόμενος προσωπικά, ο οποίος, καθ' όλη την επικοινωνία του με τους ενάγοντες, ενεργούσε υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της εν λόγω εταιρείας και του τουριστικού της γραφείου. Η μάρτυς απάντησε ότι αυτή ενήργησε με βάση τα στοιχεία που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι τα εν λόγω στοιχεία δικαιολογούν πλήρως την απόφαση των εναγόντων να στραφούν εναντίον του εναγόμενου προσωπικά και όχι οποιασδήποτε εταιρείας. Η υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρες τον εναγόμενο ως ΜΥ1 και τη Λειτουργό του ΚΟΤ, Μ. Κυπριανού, ως ΜΥ2. Η μαρτυρία του εναγόμενου κύλησε ουσιαστικά στην ίδια γραμμή με το δικόγραφο του, υπό την έννοια ότι αρνήθηκε ότι συμβλήθηκε ποτέ προσωπικά με τους ενάγοντες. Ήταν η θέση του εναγόμενου ότι ο ίδιος ήταν διευθυντής και μέτοχος της εγγεγραμμένης εταιρείας DI-EF SERVICES LTD, στην οποία εταιρεία ανήκε και ήταν εγγεγραμμένη η εμπορική επωνυμία «DI-EF TRAVELNET», υπό την οποία λειτουργούσε το επίμαχο τουριστικό γραφείο το οποίο ήταν επίσης ιδιοκτησία της εταιρείας DI-EF SERVICES LTD. Ισχυρίστηκε δε ο εναγόμενος ότι ουδέποτε ενεπλάκηκε προσωπικά στις επίδικες κρατήσεις, ισχυριζόμενος ότι αυτές ζητήθηκαν από άλλους υπαλλήλους της εταιρείας, ενώ ακόμα και όταν χρειάστηκε αυτός να εμπλακεί, η δική του εμπλοκή έγινε αποκλειστικά μέσω του εταιρικού του email και υπό την ιδιότητα του ως Γενικός Διευθυντής της εταιρείας, ιδιότητα άλλωστε με την οποία, ως ισχυρίστηκε, υπέγραψε και τα emails που αντάλλαξε με την ΜΕ1. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο εναγόμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο του ηλεκτρονικού αρχείου που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την εταιρεία DI-EF SERVICES LTD και για να υποστηρίξει ότι «.οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι οι οποιεσδήποτε κρατήσεις και συναλλαγές γίνονταν με το νομικό πρόσωπο.», παρέπεμψε στην αναφορά που γίνεται στην επωνυμία «DI-EF TRAVELNET», τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στα έγγραφα των εναγόντων αναφορικά με τις επίδικες κρατήσεις (Τεκ. 1 και 2) υπό τον τίτλο «Method of Payment» και «Accomodation». Αντεξεταζόμενος ως προς τον τρόπο που έγιναν οι επίδικες κρατήσεις, ο εναγόμενος, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί της καθαρά υπαλληλικής του ιδιότητας στο επίμαχο ταξιδιωτικό γραφείο, παρέπεμψε στις «υπογραφές» που φέρουν τα Τεκ. 1 και 2, ήτοι από πρόσωπα άλλα από αυτόν, επίσης υπαλλήλων του γραφείου, με ένα από αυτά μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, να παρουσιάζεται να φέρει και υπεύθυνη θέση στο γραφείου, ήτοι αυτή του «Head of Incoming Operation». Με την λογική των εναγόντων, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ότι είναι ο «Αντρόνικος» και η «Μαρία» που θα έπρεπε να πληρώσουν για τις επίδικες κρατήσεις εφόσον αυτοί είναι που υπογράφουν τα σχετικά έγγραφα. Υπεβλήθη τέλος στον εναγόμενο ότι «.το ταξιδιωτικό γραφείο που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ανήκει στην εταιρεία του (DI-EF SERVICES LTD) παρουσιάστηκε στους ενάγοντες με δύο ονόματα εταιρειών, ήτοι «DI-EF SERVICES LTD» και «DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD» καθώς και με μία εμπορική επωνυμία «DI-EF TRAVELNET», με σκοπό να παραπλανήσει τους ενάγοντες ως προς το με ποιον είχαν να κάνουν», υποβολή την οποία ο εναγόμενος απέρριψε κατηγορηματικά, εμμένοντας στην αρχική του θέση ότι οι επίδικες κρατήσεις έγιναν από το ταξιδιωτικό γραφείο για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας εταιρείας DI-EF SERVICES LTD, η οποία και αναφέρεται ρητά στα Τεκ. 1 και 2 και στην οποία ο ίδιος εργαζόταν καθαρά ως ένας εκ των υπαλλήλων της. Η μαρτυρία της ΜΥ2 περιορίστηκε στην κατάθεση των αντιγράφων των αδειών που η εταιρεία DI-EF SERVICES LTD έλαβε από τον ΚΟΤ για τη λειτουργία τουριστικού/ταξιδιωτικού γραφείου υπό την ονομασία TRAVELNET για την περίοδο 01/01/10 - 31/12/12 (Τεκμήρια 13 και 14) και στο ότι, αποκλειστικά για σκοπούς του ΚΟΤ, ο «επιχειρηματίας» που λειτουργούσε το εν λόγω γραφείο ήταν η εν λόγω εταιρεία και ο εναγόμενος ήταν απλά ο υπεύθυνος διευθυντής. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, τα στοιχεία αυτά είναι αναρτημένα στη δημόσια ιστοσελίδα του ΚΟΤ και κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπως και σήμερα, αποτελούν μέρος του δημόσια προσβάσιμου αρχείου του ΚΟΤ και μπορούν να διατεθούν ελεύθερα στον οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο τα ζητήσει. Σημειώνω ότι η ΜΥ2 δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες τελικές γραπτές αγορεύσεις, όπου αμφότεροι επικεντρώθηκαν στο κατά πόσο έχει καταδειχθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία, είτε πραγματικά είτε νομικά, ότι είναι προσωπικά ο εναγόμενος που ευθύνεται να πληρώσει για τις επίδικες χρεώσεις και το επίδικο υπόλοιπο. Ο κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ήταν ότι «. βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας . το ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία Travelnet συνεβλήθη με τους Ενάγοντες με όνομα ανύπαρκτης εταιρείας (DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD) της οποίας εμφανιζόταν ως μέτοχος και ιδιοκτήτης τόσο προ της καταχώρησης της αγωγής όσο και μετά ο Εναγόμενος ο οποίος απέκρυπτε με σκοπό να παραπλανεί τους αντισυμβαλλόμενους το πραγματικό όνομα της εταιρείας της οποίας ήταν μέτοχος και ιδιοκτήτης και επομένως . αντισυμβαλλόμενος πρέπει να θεωρηθεί ο ίδιος.». Η πιο πάνω θέση του συνηγόρου βασίστηκε κατά κύριο λόγο στο λόγο (ratio) της απόφασης Κώστα ν. Κυριάκου

(2001)1 Α.Α.Δ. 65, η οποία, κατά το συνήγορο, συνηγορεί υπέρ της θέσης του ότι οι διάφορες ονομασίες που σκοπίμως περιέχονταν στα Τεκ.1 και 2 με τα οποία ζητήθηκαν αρχικά οι επίδικες κρατήσεις, δημιούργησαν στους ενάγοντες την εντύπωση ότι αυτοί συμβάλλονταν με υπαρκτή εταιρεία, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν ίσχυε και είναι γι' αυτό που θα πρέπει να θεωρηθεί ο εναγόμενος ως προσωπικά υπεύθυνος να πληρώσει το επίδικο ποσό εφόσον «.τους παρουσιάστηκε με ανύπαρκτη εταιρεία και μάλιστα με διάφορα ονόματα, προκαλώντας τους σύγχυση και αβεβαιότητα ως προς το με ποιον έχουν να κάνουν, . (και) οι Ενάγοντες ως καλόπιστος τρίτος δεν είχαν καμία υποχρέωση να ενεργήσουν ως ντεντέκτιβ ώστε να ανακαλύψουν ποιον είχαν απέναντι τους». Στην αντιπέρα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου, με αναφορά στη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon & Co Ltd [1897] A.C. 22 και την πάγια νομολογιακή αρχή περί της αυτοτέλειας μιας εταιρικής οντότητας, υποστήριξε ότι τίποτα από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει είτε σε εύρημα είτε σε συμπέρασμα εμπλοκής ή ευθύνης του εναγόμενου υπό την προσωπική του ιδιότητα.. Αντίθετα, υποστήριξε η συνήγορος, οι ενάγοντες είχαν ενώπιον τους πλήρη στοιχεία ως προς με ποιον είναι που συναλλάσσονταν, γνώριζαν ή έστω μπορούσαν πολύ εύκολα να διαπιστώσουν την υπαρκτή εταιρεία DI-EF SERVICES LTD για λογαριασμό της οποίας έγιναν οι επίδικες κρατήσεις και στην οποία ο εναγόμενος ενεργούσε αποκλειστικά ως υπάλληλος και είναι καθαρά για καταχρηστικούς λόγους που αποφάσισαν να στραφούν εναντίον του τελευταίου προσωπικά, ήτοι για να ασκήσουν πίεση για να πληρωθεί το επίδικο υπόλοιπο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Θα πρέπει κατ' αρχή να σημειωθεί ότι κατά την ακρόαση, αμφότερες οι πλευρές φαίνεται να τελούσαν υπό πεπλανημένη αντίληψη ως προς τη γραμμή που τα αντίστοιχα δικόγραφα τους είχαν καθορίσει. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι μέχρι και την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, η επιστολή που η πλευρά του εναγόμενου είχε στείλει προς την πλευρά των εναγόντων στις 18/12/12, με την οποία παρασχέθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου, ουδέποτε καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης έτσι ώστε το περιεχόμενο της να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας. Αντίθετα, παρά το ότι και οι ενάγοντες μπορούσαν να καταχωρήσουν την εν λόγω επιστολή, αυτή παρέμεινε απλά ως μέρος της αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε μεταξύ των συνηγόρων και εκτός των δικογράφων (βλ. Δ.19 και Annual Practice 1958 σελ. 460 - «Form of Particulars.—The particulars so delivered are a part of the pleadings and should be delivered as a formal document in the same way as a pleading, and not in the form of a letter.»). Αν και τελικά η εν λόγω επιστολή καταχωρήθηκε στις 07/05/18 (Τεκ. 11) και με τη σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων, ορθώς «ενσωματώθηκε» στη δικογραφία, μεγάλο μέρος της εκατέρωθεν προσκομισθείσας μαρτυρίας, είτε δεν σύναδε, είτε παρέκκλινε της δικογραφίας και αναπόφευκτα θα πρέπει να αγνοηθεί. Το πιο κάτω απόσπασμα από την Παρλάτα ν. Δημητρίου ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολ. Έφ. 387/2009, ημερ. 21.5.2014 το οποίο παραθέτω αυτούσιο, αντικατοπτρίζει πλήρως την αυστηρότητα με την οποία προσεγγίζεται μαρτυρία που παρεκκλίνει των δικογραφημένων ισχυρισμών και δη παραδοχών. «Η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου εμφανώς παραγνώρισε τη ρητή παραδοχή που έγινε από την εφεσίβλητη στο δικόγραφο της, η οποία, βεβαίως, όπως είναι σαφώς νομολογημένο καθόριζε την πορεία της υπόθεσης και της μαρτυρίας που ήταν επιτρεπτό να δοθεί. Με την παραδοχή είχε, τρόπον τινά, τοποθετηθεί μια από τις ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής επί της οποίας θα κυλούσε το τραίνο της αντιδικίας των διαδίκων. Η δίκη κατά πάγια νομολογία δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και όχι έξω από αυτήν, (Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180) και Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 7367, ημερ. 14.1.1990). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται και να συζητά ή να επιλύει θέματα άλλα από αυτά που είναι ή παραμένουν επίδικα κατά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα ή τη διάρκεια της δίκης, (Παφίτης ν. Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1091). Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 θ.11, (δέστε και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874), σφραγίζουν την πορεία της δίκης. Ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών, (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670). Εδώ υπήρχε καθαρή και αναμφίβολη παραδοχή θετικού ισχυρισμού που δεν άφηνε ούτε περιθώρια, ούτε έδαφος για εισαγωγή αντίθετης μαρτυρίας, (Γ. & Ντ. Μαυρογένης Εστέϊτ Λτδ ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας Πελεκάνος
(2011)1 Α.Α.Δ. 1472).» Στη βάση των πιο πάνω αρχών, από ανάγνωση της ανταλλαχθείσας δικογραφίας, υπό το φως και των παρασχεθείσων λεπτομερειών, προκύπτει ως ρητό δικογραφικά παραδεκτό γεγονός, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος διατηρούσε τουριστικό γραφείο με την ονομασία που αναφέρεται στην παρ. 2 της Ε/Α, ήτοι «DI-EF TRAVELNET». Το εν λόγω παραδεκτό γεγονός καθίσταται εύρημα μου και η όποια μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς εναγόμενου, η οποία άπτεται του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εν λόγω ονομασίας (βλ. μεταξύ άλλων Τεκ. 10) και αντιστρατεύεται αυτού του παραδεκτού γεγονότος, αγνοείται. Αυτό βεβαίως δεν απαλλάσσει τους ενάγοντες από το βάρος που έχουν να προσκομίσουν αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία του δικού τους δικογραφημένου ισχυρισμού, ήτοι ότι ο εναγόμενος «.παρουσιαζόταν στους Ενάγοντες και στις συναλλαγές του με διάφορες παραλλαγές της αναφερόμενης επωνυμίας («DI-EF TRAVELNET») αλλά πάντοτε με την προσωπική του ιδιότητα.» και ότι είναι υπό αυτές τις συνθήκες που υπό την προσωπική του ιδιότητα συνεβλήθη μαζί τους σε σχέση με τις επίδικες κρατήσεις. Παρά όμως το ότι η ρητή δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων ήταν απλή, ήτοι ότι επρόκειτο για μια συνηθισμένη σύμβαση όπου ο κατ' ισχυρισμό αντισυμβαλλόμενος τους, ήτοι ο εναγόμενος, συμβλήθηκε μαζί τους υπό την προσωπική του ιδιότητα, χρησιμοποιώντας την εμπορική του επωνυμία «DI-EF TRAVELNET» και/ή κάποια παραλλαγή της, η εκδοχή που προωθήθηκε κατά την ακρόαση μέσω της ΜΕ1 ήταν εντελώς διαφορετική. Ισχυρίστηκε η ΜΕ1 στη δήλωση της ότι ο ίδιος ο εναγόμενος τους είχε αρχικά παρουσιαστεί «.ως ιδιοκτήτης εταιρείας με όνομα DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD.» και υπό αυτή του τη φερόμενη ιδιότητα, συμφώνησε μαζί τους «.να διαθέτουν οι Ενάγοντες προς την φερόμενη δήθεν εταιρεία του . δωμάτια στο ξενοδοχείο . για να διαμένουν πελάτες του ταξιδιωτικού του γραφείου.». Άφησε δε να νοηθεί η μάρτυς στη δήλωση της ότι, είναι στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας που στη συνέχεια αποστάληκαν τα Τεκ. 1 και 2 στη βάση των οποίων και έγιναν οι επίδικες κρατήσεις. Προχώρησε η ΜΕ1 στη δήλωση της και ισχυρίστηκε ότι όταν τα τιμολόγια των εναγόντων δεν εξοφλήθηκαν, επικοινώνησε με τον εναγόμενο, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι είχε ήδη συμφωνία και ότι αν και ο τελευταίος τη διαβεβαίωσε ότι αυτά θα εξοφλούνταν, εντούτοις τίποτα τέτοιο έγινε. Όταν ενεπλάκηκαν οι δικηγόροι των εναγόντων και διαπιστώθηκε ότι η φερόμενη εταιρεία του εναγόμενου δεν υπήρχε, οι δικηγόροι των εναγόντων τους εξήγησαν ότι «. ουσιαστικά ο Εναγόμενος παρουσιαζόταν στις συναλλαγές του μέσω ανύπαρκτης εταιρείας.». Είναι στη βάση αυτής της εκδοχής που και ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του, ότι «.το ταξιδιωτικό γραφείο που . ισχυρίζεται ότι ανήκει στην εταιρεία του (DI-EF SERVICES LTD) παρουσιάστηκε στους ενάγοντες με δύο ονόματα εταιρειών, ήτοι «DI-EF SERVICES LTD» και «DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD» καθώς και με μία εμπορική επωνυμία «DI-EF TRAVELNET», με σκοπό να παραπλανήσει τους ενάγοντες ως προς το με ποιον είχαν να κάνουν». Είναι επίσης στη βάση αυτής της εκδοχής που ο συνήγορος, με αναφορά στην Κυριάκου ανωτέρω, υποστήριξε ότι εφόσον ο εναγόμενος παρουσιάστηκε στους ενάγοντες με ανύπαρκτη εταιρεία και μάλιστα με διάφορα ονόματα, τους προκάλεσε σύγχυση και αβεβαιότητα ως προς το με ποιον έχουν να κάνουν και τους δημιούργησε την εντύπωση ότι αυτοί συμβάλλονταν με υπαρκτή εταιρεία ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν ίσχυε και είναι επομένως γι' αυτό το λόγο που θα πρέπει να θεωρηθεί προσωπικά υπεύθυνος ο εναγόμενος να πληρώσει. Τέτοια όμως εκδοχή και δη εκδοχή που εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό εσκεμμένη απόκρυψη στοιχείων από τον εναγόμενο και παραπλάνηση των εναγόντων ως προς την ιδιότητα του και την ύπαρξη ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς συγκεκριμένης εταιρείας, δεν συναντάται πουθενά στην Ε/Α. Ούτε ισχυρισμός περί παρουσίασης του εναγόμενου ως ιδιοκτήτη εταιρείας προβάλλεται, ούτε ισχυρισμός περί παραπλάνησης των εναγόντων και δη εσκεμμένης ως προς το ποιος πραγματικά ήταν ο αντισυμβαλλόμενος τους προβάλλεται, αλλά ούτε και οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί σύγχυσης και αβεβαιότητας των εναγόντων δικογραφείται. Αντιθέτως, ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλεται από τους ενάγοντες στην Ε/Α είναι απλά και ρητά ότι περί το 2010, ο εναγόμενος συμβλήθηκε μαζί τους υπό την προσωπική του ιδιότητα, χρησιμοποιώντας την εμπορική του ονομασία. Κοντολογίς, τίποτα από την εκδοχή που πρόβαλε η ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση της δεν συνάδει με την εικόνα που παρουσιάζει το δικόγραφο των εναγόντων. Αυτή όμως η διάσταση στην εκδοχή των εναγόντων καθίσταται εντονότερη υπό το φως της αντεξέτασης της ΜΕ1, όπου η μάρτυς παρουσίασε μια τρίτη εκδοχή, διαφορετική από αυτή που προέβαλε μέσω της δήλωσης της κατά την κυρίως εξέταση της. Ανέφερε η μάρτυς κατά την αντεξέταση της ότι «.η προσπάθεια μου εμένα να εισπράξω ήταν να επικοινωνήσω με το γραφείο τους και να ρωτήσω ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης .(και). σε επικοινωνία με το γραφείο του με ενημέρωσαν ότι ο ιδιοκτήτης της DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD ήταν ο ίδιος ο κ. Φουρναράκης.». Η αλληλογραφία δε που κατέθεσε η μάρτυς ως Τεκ. 4, στην οποία σε κάποιο στάδιο ενεπλάκη και ο εναγόμενος και η οποία ξεκινά με «ανοικτή» επιστολή της μάρτυρος προς την γενική ηλεκτρονική διεύθυνση που αναγράφετο στα Τεκ. 1 και 2, με κοινοποίηση στην επαγγελματική διεύθυνση του εναγόμενου, φέρει ως ημερομηνία του πρώτου email της, την 30/11/10, ήτοι ημερομηνία μεταγενέστερη της παραλαβής των Τεκ. 1 και 2 και της έκδοσης των τιμολογίων Τεκ. 8 και 7, τα οποία να σημειωθεί εκδόθηκαν, ως αναφέρουν, στις 14/07/10 και 29/09/10 αντίστοιχα. Προκύπτει ξεκάθαρα από τα πιο πάνω, κάτι που άλλωστε και η ίδια η μάρτυς δέχτηκε κατά την αντεξέταση της, ότι είναι μετά και όχι πριν την παραλαβή των Τεκ. 1 και 2 και την έκδοση των επίδικων τιμολογίων Τεκ. 7 και 8, που οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά περί της ύπαρξης του εναγόμενου και της φερόμενης ιδιότητας του ως ιδιοκτήτη του γραφείου και της εταιρείας DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD και μάλιστα μόνο μετά που η μάρτυς επεχείρησε να «ενοχλήσει» για την πληρωμή των εν λόγω τιμολογίων. Γιατί άλλωστε να χρειαστεί η μάρτυς να επικοινωνήσει με το τουριστικό γραφείο και να ρωτήσει «.ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης.» της εταιρείας αν ο εναγόμενος είχε από προηγουμένως συμβληθεί με τους ενάγοντες «.ως ιδιοκτήτης εταιρείας με όνομα DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD.», ως ήταν και ο ισχυρισμός στη δήλωση της μάρτυρος κατά την κυρίως εξέταση της; Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη μάρτυρα, όταν επικοινώνησε με το τουριστικό γραφείο, οι κρατήσεις είχαν ήδη γίνει και τα επίδικα τιμολόγια είχαν ήδη εκδοθεί, και αυτή προσπαθούσε να «ανακαλύψει», προφανώς διότι δεν γνώριζε, ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης της εταιρείας έτσι ώστε να εισπράξει. Καμία επομένως προηγούμενη επικοινωνία, πόσο μάλλον συμφωνία, φαίνεται να υπήρξε με τον εναγόμενο. Σημειώνω εδώ όμως και το εξής. Αν και στα επίδικα τιμολόγια και λογαριασμό, όσο και στα Τεκ. 1 και 2 από τα οποία προέκυψε το επίδικο ποσό, γίνεται αναφορά σε όλους όσους φαίνεται να ενεπλάκηκαν με τις επίδικες κρατήσεις (Τεκ. 1 και 2) και στα στοιχεία τους (βλ. αναφορές σε Αντρόνικο, Μαρίνα, Άριστο, DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD, DI-EF TRAVELNET, TRAVELNET), εντούτοις καμία αναφορά γίνεται στον εναγόμενο. Σίγουρα, το λιγότερο που θα ανέμενε κανείς από τους ενάγοντες, αν όντως ευσταθούσε ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τη ΜΕ1 μέσω της δήλωσης της περί προσωπικής εμπλοκής του εναγόμενου, ως εξ' υπαρχής αντισυμβαλλόμενος των εναγόντων, θα ήταν να γίνεται κάποια αναφορά στο όνομα του ή έστω στα στοιχεία του, τουλάχιστο ως το πρόσωπο με το οποίο οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι είχαν συνάψει «.προφορική(ς) συμφωνία(ς).να διαθέτουν. δωμάτια στο ξενοδοχείο, για να διαμένουν πελάτες του ταξιδιωτικού γραφείου του.». Καμία όμως τέτοια αναφορά γίνεται, ενώ το όνομα του εναγόμενου, συναντάται για πρώτη φορά στην αλληλογραφία της περιόδου 30/11/10 - 01/01/10, όπου ο ίδιος παρουσιάζεται ως Γενικός Διευθυντής «TRAVELNET» (Τεκ. 11), με την εν λόγω επωνυμία να συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι αφορά στο επίμαχο ταξιδιωτικό γραφείο. Τα πιο πάνω λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της τοποθέτησης της ΜΕ1 ότι είναι συνήθης πρακτική στον τουριστικό τομέα, όπως τα φυσικά πρόσωπα που αλληλογραφούν και συναλλάσσονται με τρίτους, να μην δεσμεύονται προσωπικά απέναντι τέτοιων τρίτων εφόσον είναι άλλους που εκπροσωπούν, όπως άλλωστε έπραττε και η ίδια. Παρά όμως το ορθό του συλλογισμού της μάρτυρος, καμία εξήγηση δόθηκε ως προς το γιατί αποφασίστηκε να διαφοροποιηθεί η περίπτωση του εναγόμενου που υπέγραφε ως Γενικός Διευθυντής του «TRAVELNET», από την περίπτωση των προσώπων που ζήτησαν, και μάλιστα ενυπόγραφα, τις επίδικες κρατήσεις, ήτοι του Αντρόνικου (Επικεφαλή Επιχειρήσεων) και της Μαρίνας. Στη βάση των πιο πάνω, στο βαθμό που η μαρτυρία της ΜΕ1 εκφεύγει του δικογράφου των εναγόντων και στο βαθμό η εν λόγω μαρτυρία προσκομίστηκε προς απόδειξη του ότι ο εναγόμενος σύναψε, ως πραγματικό γεγονός, προφορική συμφωνία με τους ενάγοντες, πριν και σε σχέση με τις επίδικες κρατήσεις, αυτή απορρίπτεται. Στρεφόμενος τώρα στην μαρτυρία του εναγόμενου και της ΜΥ2, έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω γιατί η εν λόγω μαρτυρία, η οποία κατά κύριο λόγο περιστράφηκε γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς του τουριστικού γραφείου με την επωνυμία «DI-EF TRAVELNET», θα αγνοηθεί και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα αναφέρω ανωτέρω. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω στα εξής περαιτέρω ευρήματα. Την 01/07/10 και 24/09/10, οι ενάγοντες, διαχειριστές του ξενοδοχείου, έλαβαν μέσω τηλεμοιότυπου δύο γραπτά αιτήματα για κρατήσεις στο ξενοδοχείο τους, σε σχέση με συγκεκριμένα πρόσωπα. Τα αιτήματα έφεραν ως λογότυπο, το μεν πρώτο την ονομασία «TRAVELNET», το δε δεύτερο, την ονομασία DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD. Και τα δύο αιτήματα παρουσιάζονταν να αποστέλλονται εκ μέρους εταιρείας με το όνομα DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD, ονομασία που αναγράφετο κάτω από τα ονόματα των φερόμενων ως συντακτών - αποστολέων τους, ενώ αυτά υπογράφονταν από διαφορετικά πρόσωπα. Το αίτημα της 01/07/10 υπογράφετο από κάποια Μαρίνα Α... ενώ το αίτημα της 24/09/10 υπογράφετο από κάποιο Αντρόνικο Χ.., ο οποίος δήλωνε ως Head of Incoming Operations. Και στα δύο αιτήματα αναγράφετο ως διεύθυνση της DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD η οδός Centennial Building, 48 Them. Dervi Str, Office 301, 1066 Λευκωσία ενώ πέραν από τα επαγγελματικά email των υπογραφόντων, αναγράφονταν επίσης οι αριθμοί τηλεφώνου, φαξ και το γενικό email της εταιρείας. Στο αίτημα της 01/07/10, μαζί με τα στοιχεία της εταιρείας, αναγράφετο επίσης και το όνομα μιας άλλης εταιρείας, ήτοι DI-EF SERVICES LTD. Οι ενάγοντες, μέσω του υπαλλήλου τους, Άριστου Κ..., επιβεβαίωσαν γραπτώς την παραλαβή των αιτημάτων και εξέδωσαν σχετικά Reservation Slips στα οποία ανέγραψαν, μεταξύ άλλων, το όνομα «TRNET- DI-EF TRAVELNET» ως Tour Operator και «DI-EF TRAVELNET ARISTOS» ως Method of Payment - Accomodation. Όταν οι κρατήσεις «εκτελέστηκαν», οι ενάγοντες εξέδωσαν δύο τιμολόγια, ένα στις 14/07/10 και ένα στις 29/09/10 για το συνολικό ποσό των €1.782. Αμφότερα τα τιμολόγια είχαν εκδοθεί στο όνομα DI-ΕF TRAVELNET SERVICES LTD και ανέγραφαν ως διεύθυνση πελάτη, αυτή που αναφέρετο στα σχετικά αιτήματα. Κατά το χρόνο που εκδόθηκε το κάθε τιμολόγιο, οι ενάγοντες χρέωσαν με τα αντίστοιχα ποσά σχετικό λογαριασμό που άνοιξαν και διατηρούσαν στο όνομα DI-EF TRAVELNET SERVICES LTD, χρησιμοποιώντας τα ίδια στοιχεία που κατέγραψαν στα τιμολόγια. Στην εν λόγω κατάσταση, κατέγραψαν επίσης ως στοιχείο επικοινωνίας, το επαγγελματικό email της Μαρίνας που υπέγραφε το αίτημα της 01/07/10. Τα στοιχεία που αναγράφηκαν στα τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με την DI-ΕF TRAVELNET SERVICES LTD είναι τα ίδια με τα στοιχεία της DI-EF SERVICES LTD που επίσης αναγράφετο στα αιτήματα. Μεταξύ 30/11/10 και 01/04/11, η οικονομική διευθύντρια των εναγόντων, η ΜΕ1, αντάλλαξε διάφορα emails με τον εναγόμενο, αμφότεροι χρησιμοποιώντας τα επαγγελματικά τους email, στα οποία, η πρώτη παρουσιάζεται να ζητά την εξόφληση των εκδοθέντων τιμολογίων και ο δεύτερος, ο οποίος υπογράφει ως Γενικός Διευθυντής «TRAVELNET», να αναφέρει ότι απολογείται για την καθυστέρηση και ότι «Θα κάνουμε το καλύτερο δυνατό για να διευθετήσουμε το θέμα». Η επωνυμία DI-ΕF TRAVELNET SERVICES LTD, στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν τα επίδικα τιμολόγια και η κατάσταση λογαριασμού, δεν είναι υπαρκτή εγγεγραμμένη εταιρεία, ενώ η επωνυμία DI-EF SERVICES LTD, στην οποία γίνεται αναφορά στο αίτημα της 01/07/10, αφορά σε υπαρκτή εταιρεία ήτοι στην ομώνυμη εταιρεία με αρ εγγραφής ΗΕ 148713. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Είναι βεβαίως γνωστό ότι μια εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τους μετόχους της και ότι τα Δικαστήρια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα αποδεχτούν ν' άρουν το εταιρικό πέπλο. Τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις συνιστούν οι περιπτώσεις όπου υπάρχει δόλος ή όπου αποκαλύπτεται κάποια επιλήψιμη ενέργεια που να συνδέεται με χρησιμοποίηση της εταιρικής δομής ως εικονικής (sham) προς απόκρυψη αδικοπραγίας (βλ. Αποστόλου Μάριος και άλλη ν. Ροδούλας Ιωάννου και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 604, AIAS (ADVANCED INTELLIGENT AUTOMATIC SYSTEMS) LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, ECLI:CY:AD:2016:A437, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 277/11, 20/9/2016, Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22, Hashem v. Shayif & another
(2008)EWHC 2380, Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244, Bank of Cyprus (Holdings) Ltd. v. Republic
(1985)3 C.L.R. 1883, Αθανάσιος Σακκόραφος v. Γ. Παρασκευαΐδης
(1966)Λίμιτεδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 673, Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το άρθρο 190 του Κεφ. 149, ενσωματώνει την αρχή ότι στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται, το όνομα του αντιπροσωπευομένου, τότε δεσμεύεται προσωπικά ο ίδιος και μπορεί να διωχθεί δικαστικά. Είναι δύσκολο σε μια τέτοια περίπτωση ο αντιπρόσωπος να απεκδυθεί των ευθυνών του εκτός αν έχει καταστήσει σαφή την πρόθεση του (βλ. Γεωργιάδης Iάκωβος ν. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629). Είναι τέλος νομολογημένο ότι η «.υπογραφή (σύμβασης) ενός ατόμου για λογαριασμό ανύπαρκτης εταιρείας . αναπόφευκτα δημιουργεί υποχρέωση γι' αυτόν.» (βλ. A.M.C. Hotels Ltd και Άλλοι ν. Aνδρέα Kατσή
(2011)1 ΑΑΔ 102 όπου γίνεται αναφορά με επιδοκιμασία στην υπόθεση Κώστα v. Κυριάκου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 65). Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει τον εναγόμενο να υπογράφει ή να υποβάλει τα αιτήματα στη βάση των οποίων έγιναν οι κρατήσεις (Τεκ. 1 και 2) ή να υπογράφει ως οφειλέτης ή έστω ως παραλήπτης των επίδικων τιμολογίων (Τεκ. 7 και 8) ή την κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.4), όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Bernoulli ανωτέρω όπου η εκεί προσωπική εμπλοκή του εναγόμενου από την αρχή της συνεργασίας των μερών και η από μέρους του υπογραφή των επίδικων τιμολογίων, έστω ως παραλήπτη τους, σε συνδυασμό με την μη αποκάλυψης από μέρους του της κατ' ισχυρισμό πραγματικής του ιδιότητας, οδήγησε σε συμπέρασμα προσωπικής του ευθύνης απέναντι στους ενάγοντες. Ούτε όμως υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να φέρει τον ίδιο τον εναγόμενο να ζητά τις επίδικες υπηρεσίες ως αντιπρόσωπος μιας εταιρείας που στην πορεία διαπιστώθηκε ότι ήταν ανύπαρκτη, έτσι ώστε να μπορεί να του αποδοθεί προσωπική ευθύνη ως ήταν τα γεγονότα της Κυριάκου ανωτέρω. Μάλιστα δε, στην Κυριάκου «.ήταν και στις δύο πλευρές γνωστό πως δεν υπήρχε εταιρεία.» και τα εκεί αξιούμενα τιμολόγια είχαν εκδοθεί και στο όνομα της ανύπαρκτης εταιρείας αλλά και στο όνομα του εκεί εναγόμενου, ο οποίος είχε παραγγείλει και παραλάβει τα σχετικά προϊόντα αλλά και τα σχετικά τιμολόγια. Στην υπόθεση Κάτση δε, όπου και εκεί υπήρξε από την αρχή η εμπλοκή φυσικού προσώπου που προσπαθούσε να διεκδικήσει σε προσωπικό επίπεδο συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, κρίθηκε ότι μόνο αν προκαθοριζόταν ο ίδιος ως συμβαλλόμενος και δεν εξωτερικευόταν στη σύμβαση η σχέση του με τη νομική οντότητα που παρουσιάζετο στη σύμβαση ως ένας εκ των αντισυμβαλλομένων, θα μπορούσε αυτός να διατηρήσει αποκλειστικά προσωπικά συμβατικά δικαιώματα. Τέλος, όπως και στην υπόθεση Exalco SA ν. Αλουμινέξ Λτδ και Άλλων,
(2007)1 Α.Α.Δ. 991, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, σε κανένα σημείο της Ε/Α ή της δικογραφίας γενικότερα, υπάρχει ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δόλου από πλευράς εναγόμενου έτσι ώστε να μπορεί να εξεταστεί ενδεχόμενη άρση του εταιρικού πέπλου, έστω της υπαρκτής εταιρείας DI-EF SERVICES LTD που παρουσιάζεται να συγκαταλέγεται μεταξύ των προσώπων που ζήτησαν τις επίδικες υπηρεσίες. Τέτοιο θέμα άλλωστε, όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, αν και επιχειρήθηκε εμμέσως πλην σαφώς να στοιχειοθετηθεί μέσω της μαρτυρίας της ΜΕ1, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και επομένως δεν θα μπορούσε καν να εξεταστεί. Δε διαφεύγει τις προσοχής μου ότι ο εναγόμενος δέχτηκε ότι διατηρούσε το τουριστικό γραφείο με την επωνυμία «DI-EF TRAVELNET» από το οποίο και ζητήθηκαν οι επίδικες κρατήσεις και ότι αυτός δεν αμφισβητεί ότι οι αιτούμενες υπηρεσίες όντως παρασχέθηκαν για το αξιούμενο ποσό. Ισχυρίστηκε όμως ότι αυτές ζητήθηκαν εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας DI-EF SERVICES LTD η οποία και αναγραφόταν ρητά στα σχετικά αιτήματα. Ενόψει της συγχυσμένης εικόνας που παρουσίασε η όλη εκδοχή των εναγόντων ως προς το ουσιώδες ζήτημα του κατά πόσο ο εναγόμενος συμβλήθηκε προσωπικά μαζί τους για τις επίδικες υπηρεσίες, ήτοι προβάλλοντας από τη μια στην Ε/Α ότι ο εναγόμενος είχε συνάψει προσωπική συμφωνία μαζί τους με τη χρήση εμπορικής επωνυμίας, από την άλλη, κατά την κυρίως εξέταση της ΜΕ1, ότι ο εναγόμενος είχε συνάψει προφορική συμφωνία μαζί τους παρουσιαζόμενος ως αντιπρόσωπος ανύπαρκτης εταιρείας και την ίδια στιγμή, κατά την αντεξέταση της ίδιας μάρτυρος, ότι οι ενάγοντες είχαν συνάψει συμφωνία με κάποιο πρόσωπο που στην πορεία διεφάνη ως πολύ πιθανόν να ήταν ο εναγόμενος, κρίνω ότι οι προαναφερόμενες παραδοχές του εναγόμενου δεν αρκούν για να αποσείσουν το βάρος που οι ενάγοντες είχαν να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι ότι ο εναγόμενος είχε προσωπικά συμβληθεί για τις επίδικες υπηρεσίες και επομένως ευθύνεται προσωπικά να τις πληρώσει. Κρίνω συνεπώς ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε στην προσπάθεια της πλευράς του εναγομένου να αμφισβητήσει αυτό που είχε ήδη κάνει παραδεκτό μέσω του δικογράφου της Υπεράσπισης, καθώς επίσης και το ότι και η πλευρά του εναγόμενου φέρει μερίδιο ευθύνης στην παράλειψη ενσωμάτωσης στη δικογραφία των παρασχεθέντων λεπτομερειών και κατ' επέκταση στην έγκαιρη και αποτελεσματική αποκρυστάλλωση των πραγματικά επίδικων θεμάτων, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιδικασθούν προς όφελος του εναγόμενου όλα τα έξοδα της υπόθεσης, εφόσον και αυτός συνέβαλε στην αύξηση τους (βλ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12). Ως εκ τούτου, επιδικάζονται προς όφελος του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων τα έξοδα της υπόθεσης μέχρι και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, ενώ από την ημερομηνία που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία μέχρι και την έκδοση της παρούσας απόφασης, τα έξοδα επιδικάζονται μεν προς όφελος του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως περιορισμένα στο ένα τρίτο (1/3). (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Συμφωνία παροχής υπηρεσιών ξενοδοχείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.