← Κύπρος

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.α. ν. ΚΟΓΙΩΝΗΣ κ.α., Αγωγή Αρ.: 3428/17, 21/11/2018

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.α. ν. ΚΟΓΙΩΝΗΣ κ.α., Αγωγή Αρ.: 3428/17, 21/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A470 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 3428/17 Μεταξύ:

  1. xxxxxxxxx ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  2. xxxxxxxxx ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
  3. ΕΔΑΦΟΜΕΤΡΙΚΗ ΛΑΝΤΚΟ ΛΤΔ Ενάγοντες - και -
  4. xxxxxxxxx ΚΟΓΙΩΝΗΣ
  5. AIG EUROPE LIMITED Εναγόμενοι ---------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 06/06/18 για παραμερισμό απόφασης) Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Κ. Δημητριάδης Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: Τ. Χαχολιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 06/12/17 αξιώνοντας και από τους δύο εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τροχαίο ατύχημα που επισυνέβη στις 19/12/15 στη Λεμεσό. Σύμφωνα με την Ε/Α, η αγωγή στρέφεται εναντίον του εναγόμενου 1 ως το πρόσωπο που επιδεικνύοντας πλήρη αμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματος του προκάλεσε το επίδικο τροχαίο ατύχημα και τις ζημιές των εναγόντων ενώ εναντίον της εναγομένης 2, οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην Ε/Α ότι «.έχουν εκ του Νόμου αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της . ως οι ασφαλιστές του οχήματος ΗΥΚ339 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1.». Μετά την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες προχώρησαν να την επιδώσουν στους εναγόμενους. Ως εκ τούτου, επέδωσαν την αγωγή στον εναγόμενο 1 προσωπικά έναντι της υπογραφής του στις 19/12/17 ενώ σε σχέση με την εναγόμενη 2, ο ιδιώτης επιδότης που ανέλαβε την επίδοση, άφησε το κλητήριο στις 08/12/17 «.στην παρουσία του έναντι της υπογραφής του/της στον εναγόμενο xxxx Στυλιανού από Λευκωσία ή για τον Εναγόμενο αρ. 2 AIG EUROPE LIMITED βρήκα στο σπίτι του ή στο συνηθισμένο χώρο εργασίας του. Η πιο πάνω xxxxx Στυλιανού είναι Υπεύθυνη Νομικού Τμήματος παραλαβής εγγράφων του πιο πάνω εναγόμενου» (Το εν λόγω απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30/03/18 (υπό άλλη σύνθεση) ως αυτό λήφθηκε αυτούσιο από την Ε/Δ του ιδιώτη επιδότη που ανέλαβε την επίδοση στην εναγομένη 2). Θεωρώντας ότι πέτυχαν να επιδώσουν νόμιμα και νομότυπα σε αμφότερους τους εναγόμενους και ενόψει του ότι ουδείς εξ' αυτών καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέχρι και τις 02/02/18, οι ενάγοντες προχώρησαν με σχετική αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον και των δύο εναγομένων στις 02/02/18, καταθέτοντας ένορκες δηλώσεις προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Κατά την εξέταση της αίτησης, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), εξέφρασε προβληματισμό ως προς το ορθό της επίδοσης προς την εναγόμενη 2 και ενόψει της επιμονής των εναγόντων στο θέμα αυτό, ζήτησε από τους τελευταίους όπως αγορεύσουν σχετικά. Αφού οι ενάγοντες προέβησαν σε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση τόσο σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης τους όσο και σε σχέση με το θέμα της επίδοσης στην εναγομένη 2, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε τότε της αίτησης εξέδωσε στις 30/03/18 την απόφαση του με την οποία έκρινε ότι «.το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο
  6. Η επίδοση στην Εναγόμενη 2 κρίνεται ως μη έγκυρη για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Συνεπώς, όσον αφορά την παρούσα αίτηση εναντίον της Εναγόμενης 2, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη λόγω μη έγκυρης επίδοσης.». Προχώρησε ακολούθως ο αδελφός Δικαστής και απέρριψε την αίτηση σε σχέση με την εναγόμενη 2 ενώ σε σχέση με τον εναγόμενο 1, αφού διεξήλθε της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξέδωσε απόφαση εναντίον του και υπέρ των εναγόντων ως εξής: «.(α) απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 1 και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €12.344,99 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον €40.000 ως γενικές αποζημιώσεις, (β) απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €744 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον €8.000 ως γενικές αποζημιώσεις, και (γ) απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 3 και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €1,889 ως ειδικές αποζημιώσεις. Για τους προαναφερθέντες λόγους, τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ Ενάγοντων 1, 2 και 3 και εναντίον του Εναγόμενου 1 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την Εναγόμενη 2, η αίτηση εναντίον της απορρίπτεται. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα, αφού ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους της.» Δύο μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 06/06/18, αμφότεροι οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση ζητώντας, στη βάση κυρίως των Δ.17 και Δ.26, τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ της Υπεύθυνης του Τμήματος Απαιτήσεων της εναγόμενης 2 (Στυλιανού), Ε/Δ της δικηγόρου που εργοδοτείτο τότε στην εναγόμενη 2 (Μούζουρου) και Ε/Δ του εναγόμενου
  7. Όλες οι Ε/Δ που υποστηρίζουν την αίτηση κυλούν ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές και περιστρέφονται γύρω από τα όσα προβάλλονται στην Ε/Δ Στυλιανού. Σύμφωνα με τους ομνύοντες, ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από οποιωνδήποτε εκ των εναγομένων, παρά το ότι είχαν αμφότεροι πληροφορηθεί για την έναρξη δικαστικών διαδικασιών εναντίον τους, ήταν διότι η εναγόμενη 2 βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με τους δικηγόρους της ενάγουσας για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης και λόγω τούτου, τους δημιουργήθηκε η καλόπιστη εντύπωση ότι οι τελευταίοι δεν θα προχωρούσαν με τις δικαστικές διαδικασίες. Ειδικότερα, οι ομνύοντες ισχυρίζονται ότι υπό την ιδιότητα της ασφαλιστικής εταιρείας του εναγομένου 1, η εναγόμενη 2 ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους δικηγόρους των εναγόντων περί τον Απρίλιο
  8. Εκ μέρους της εναγομένης 2 την υπόθεση χειριζόταν η Στυλιανού. Αν και είχαν ανταλλαχτεί διάφορες προτάσεις μέχρι και το τέλος Νοεμβρίου 2017, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να εξευρεθεί μια κοινώς αποδεκτή διευθέτηση εφόσον αναμένονταν να σταλούν διάφορα δικαιολογητικά από πλευράς εναγόντων (Τεκ. 1 - 8). Στις 14/12/17, ισχυρίζονται οι ομνύοντες, οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν επιστολή στην εναγόμενη 2 (Τεκ.9), πληροφορώντας την ότι οι ενάγοντες: «.όπως πολύ καλά θα γνωρίζετε . έχουν ήδη προβεί στην έγερση δικαστικών διαδικασιών εναντίον σας και του ασφαλισμένου σας ., για την διεκδίκηση των αξιώσεων τους . συνεπεία του ατυχήματος . αφού θεωρούμε ότι η πρόταση σας μέσω επιστολής ημερ. 20.0702017 είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τις θέσεις και αξιώσεις των πελατών μας. Υπό το φως των ανωτέρω καλείστε στα πλαίσια αυτής, να εμφανιστείτε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Είμαστε όμως παράλληλα με τη δικαστική διαδικασία, πρόθυμοι να αξιολογήσουμε την όποια αναβαθμισμένη πρόταση σας προς εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης.» Σύμφωνα με τους ομνύοντες, πέντε μέρες αργότερα, η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 ο οποίος, χωρίς να ολιγωρήσει, επικοινώνησε αμέσως με την εναγόμενη 2 ασφαλιστική του εταιρεία για να την ενημερώσει. Η τελευταία, σύμφωνα πάντα με τους ομνύοντες, μέσω της Μούζουρου, η οποία είχε τότε προσληφθεί προσωρινά για να αντικαταστήσει τη Στυλιανού λόγω του ότι αυτή αναγκάστηκε να απουσιάσει με σοβαρά προβλήματα εγκυμοσύνης (Τεκ. 10), ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 ότι ήδη γίνονταν διαπραγματεύσεις με τους δικηγόρους των εναγόντων και επομένως δεν είχε κάτι να ανησυχεί. Η Μούζουρου ενημέρωσε επίσης τον εναγόμενο 1 ότι σε περίπτωση που δεν διευθετείτο η υπόθεση, θα επικοινωνούσε μαζί του για να υπογράψει σχετικό διοριστήριο ώστε να καταχωρηθεί εμφάνιση στην αγωγή. Ισχυρίζονται οι ομνύοντες ότι «Παρά το ότι η . Μούζουρου ήταν αρκετά άπειρη και αρχάρια στα καθήκοντα της.», έστειλε επιστολή στους δικηγόρους των εναγόντων ζητώντας τους όπως ο ενάγοντας 1 εξεταστεί από νευροχειρούργο της εναγομένης 2 ώστε να μπορεί να υποβληθεί ανανεωμένη πρόταση διευθέτησης (Τεκ.11 - 16). Οι τελευταίοι αποδέχτηκαν και αφού έγινε η εξέταση, ο ιατρός της εναγομένης 2 εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό στις 22/01/18 (Τεκ. 17 - 18). Το εν λόγω πιστοποιητικό, αναφέρουν οι ομνύοντες, η Μούζουρου το απέστειλε στους δικηγόρους των εναγόντων στις 25/01/18, πληροφορώντας τους ότι αυτό «.αλλάζει άρδην τα γεγονότα της .υπόθεσης .» και ότι οι αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας 1, «.προφανώς δεν ανταποκρίνονται στα ποσά τα οποία μέσα από τις επιστολές σας απαιτείται» (Τεκ.19). Παρά ταύτα, η Μούζουρου ενημέρωσε τους δικηγόρους των εναγόντων ότι «Θα επανέλθουμε με νέα και σαφώς ανανεωμένη πρόταση στην οποία θα αντικατοπτρίζεται πλήρως, η φύση και θεραπεία του τραυματισμού του (ενάγοντα 1) μετά και από την τελευταία ενημέρωση από τον (ιατρό της εναγομένης 2)». Πρόθεση της Μούζουρου ήταν, σύμφωνα με τους ομνύοντες, όπως περιμένει τη Στυλιανού να επιστρέψει από την άδεια μητρότητας της στις 15/05/18 ώστε να συζητήσουν το θέμα και να υποβάλουν νέα πρόταση στους ενάγοντες. Δεν πρόλαβε όμως, αφού στις 25/05/18, τους κοινοποιήθηκε επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1, με την οποία επιστολή, οι πρώτοι πληροφορούσαν τον τελευταίο ότι πέτυχαν την έκδοση απόφασης εναντίον του, την οποία του επεσύναψαν και την οποία ζήτησαν όπως πληρωθεί (Τεκ. 20). Η Μούζουρου αντέδρασε στην εξέλιξη αυτή και τηλεφώνησε στους δικηγόρους των εναγόντων για να διαμαρτυρηθεί πλην όμως οι τελευταίοι, αν και φάνηκε να συμφωνούν μαζί της, εντούτοις επέμειναν στην ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Έσπευσε τότε να δώσει οδηγίες σε δικηγόρους για την καταχώρηση της παρούσας όπερ και γένετο. Οι θέση των εναγομένων ως προς το γιατί δεν καταχώρησαν εγκαίρως εμφάνιση στην αγωγή, συνοψίζονται στις παρ. 31 - 33 της Ε/Δ Στυλιανού. Η εναγόμενη 2 αποδίδει την «απραξία» της στο ότι η μεν Στυλιανού που χειριζόταν την απαίτηση έπρεπε να απουσιάσει αναγκαστικά για σοβαρούς ιατρικούς λόγους εγκυμοσύνης, η δε Μούζουρου που την αντικατέστησε ήταν άπειρη και «.δεν γνώριζε τις σχετικές διαδικασίες και είχε κάπως χαθεί μέσα στο φόρτο εργασίας και τον μεγάλο αριθμό των απαιτήσεων.». Σε κάθε περίπτωση όμως, αμφότερες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε οι δικηγόροι των εναγόντων τους ανέφεραν για την ύπαρξη οποιασδήποτε συγκεκριμένης αγωγής ώστε να γνωρίζουν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταχωρήσουν εμφάνιση ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσαν ότι δεν θα προωθούσαν οποιαδήποτε αγωγή μέχρι να εξαντληθούν οι προσπάθειες για διευθέτηση. Ως προς τον εναγόμενο 1, αυτός, ισχυρίζονται οι ομνύοντες, αν και αντέδρασε άμεσα όταν του επιδόθηκε η αγωγή και επικοινώνησε με την εναγόμενη 2, καθησυχάστηκε από τη Μούζουρου η οποία του είχε αναφέρει ότι το θέμα τύγχανε διαπραγμάτευσης από την εναγόμενη 2 και «.δεν χρειαζόταν επί του παρόντος να καταχωρηθεί εμφάνιση με δικηγόρο και να επιβαρύνεται η υπόθεση με περαιτέρω έξοδα». Θεωρούν δε αμφότεροι οι εναγόμενοι ότι θα πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση γιατί έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή, όχι ως προς το θέμα ευθύνης του εναγόμενου 1 ή των ειδικών αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν προς όφελος των εναγόντων 3, θέματα τα οποία αποδέχονται, αλλά ως προς το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι ενάγοντες 1 και
  9. Είναι η θέση τους ότι από το ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού της εναγομένης 2 και την αντεξέταση που προτίθενται να υποβάλουν τους ενάγοντες 1 και 2 ως προς τις αξιώσεις τους, το ποσό που δικαιούνται οι τελευταίοι θα είναι πολύ χαμηλότερο. Είναι στη βάση των πιο πάνω που ισχυρίζονται τέλος οι ομνύοντες ότι και οι δύο εναγόμενοι έχουν συμφέρον στον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ο μεν εναγόμενος 1 διότι «.οι Ενάγοντες έχουν παραλείψει να ειδοποιήσουν τους Εναγόμενους 2 για την καταχώρηση της . αγωγής . όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 του Νόμου Ν.96(Ι)/2000, οπόταν εάν τελικά οι Εναγόμενοι 2 δεν έχουν υποχρέωση να πληρώσουν την εν λόγω δικαστική απόφαση, θα υποχρεωθεί να την πληρώσει ο Εναγόμενος 1», η δε εναγόμενη 2 διότι «.σύμφωνα με το άρθρο 14 του Νόμου Ν.96(Ι)/2000 εφόσον είχαν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφαλιστικό συμβόλαιο με το οποίο ασφάλιζαν τον Εναγόμενο 1 . οφείλουν να πληρώσουν την εν λόγω δικαστική απόφαση είτε ως ασφαλιστές.είτε ως ενδιαφερόμενοι ασφαλιστές.». Στην αντίπερα όχθη η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας εφτά συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κεντρικοί άξονες της ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ της δικηγόρου που χειρίστηκε την υπόθεση για τους ενάγοντες (Ζαβού), είναι ότι η εναγόμενη 2 δεν έχει το απαραίτητο locus standi για να καταχωρεί και να προωθεί την αίτηση εφόσον δεν εκδόθηκε εναντίον της απόφαση, ότι τίποτα από την προσκομισθείσα μαρτυρία των αιτητών, η οποία σε κάθε περίπτωση εδράζεται επί αναληθών, αβάσιμων και παραπλανητικών ισχυρισμών, δεν καταδεικνύει καλό και βάσιμο λόγο για να παραμεριστεί η απόφαση ως επιβάλει η νομολογία και νομοθεσία, ότι το μοναδικό θέμα που αμφισβητούν οι εναγόμενοι, ήτοι το ύψος των αποζημιώσεων, δεν συνιστά υπεράσπιση αλλά θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ισχυρίζονται τέλος ότι τυχόν παραμερισμός της απόφασης θα συνεπάγεται αδικαιολόγητη ζημιά και αδικία στους ενάγοντες. Ως προς το θέμα του locus standi της εναγόμενης 2, η ομνύουσα επισημαίνει το ότι εναντίον της εναγόμενης 2 δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση αν και φαίνεται, σύμφωνα με την ομνύουσα, ότι τελικά ήταν ορθή η επίδοση που έγινε σε αυτή. Παράλληλα όμως η ομνύουσα υποδεικνύει και την αντιφατικότητα, ως ισχυρίζεται, στις θέσεις που προβάλλει η εναγόμενη 2 περί του συμφέροντος της στον παραμερισμό της απόφασης διότι έχει εκ του νόμου υποχρέωση να πληρώσει και από την άλλη ότι συμφέρον στον παραμερισμό έχει ο εναγόμενος 1, επειδή ενδεχομένως η εναγόμενη 2 να μην έχει τέτοιο καθήκον υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με την ομνύουσα, ουδέποτε οι δικηγόροι των εναγόντων διαβεβαίωσαν τους αντιπροσώπους της εναγομένης 2 ότι δεν θα προωθούσαν την αγωγή τους, αγωγή για την οποία μάλιστα και απέστειλαν σχετικές προηγούμενες ειδοποιήσεις στην εναγομένη 2 στις 30/11/17 και 04/12/17 (Τεκ. 1 και 2) και συγκεκριμένες λεπτομέρειες έδωσαν (βλ. επιστολή 26/01/18 (Τεκ. 7). Η τελευταία μάλιστα επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων, αναφέρει η ομνύουσα, η οποία στάληκε πριν την καταχώρηση της αίτησης για απόφαση, στάληκε στην εναγόμενη 2 μετά που η τελευταία, μέσω της Μούζουρου, ενημέρωσε τους πρώτους στις 25/01/18 ότι το πιστοποιητικό του ιατρού της εναγόμενης 2 άλλαζε άρδην τα πράγματα οπόταν και κατέστη ξεκάθαρο ότι η υπόθεση δεν επρόκειτο να διευθετηθεί εξωδίκως σε εκείνο το στάδιο. Εν λόγω επιστολή συγκεκριμένα αναφέρει τα εξής: «Αναφορικά με την επιστολή σας ημερ. 25/01/18 . το περιεχόμενο της τελευταίας απορρίπτεται στην ολότητα του, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα . ότι δεν επιθυμούμε να εμπλακούμε σε «χαρτοπόλεμο» με την ανταλλαγή περαιτέρω επιστολών. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, υφίσταται εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και συγκεκριμένα η αγωγή υπ' αριθμό 3428/17, η οποία κινήθηκε από τους πελάτες μας. οι τελευταίοι προτίθενται να ακολουθήσουν την νενομισμένη διαδικασία εναντίον εσάς και του ασφαλισμένου σας. για την διεκδίκηση των αξιώσεων τους . τα γεγονότα έχουν ως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης μας.» Την πιο πάνω επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων η ομνύουσα αναφέρει ότι οι αιτητές σκόπιμα δεν την έχουν παρουσιάσει στη μαρτυρία τους πολύ απλά γιατί εκθεμελιώνει το όλο αναληθές υπόβαθρο επί του οποίου εδράζουν την αίτηση τους. Κατέστη δε στους τελευταίους ξεκάθαρο, ισχυρίζεται η ομνύουσα, ότι δεν υπήρχε πλέον περαιτέρω πρόθεση ή περιθώριο εξώδικης διευθέτησης και ότι το όλο θέμα θα επιλύετο στα πλαίσια της συγκεκριμένης αγωγής με τους ενάγοντες να δηλώνουν πλήρη ετοιμότητα να προωθήσουν και να διεκδικήσουν πλήρως όλα τα δικαιώματα τους. Το ότι ο εναγόμενος 1 επαναπαύτηκε με τις διαβεβαιώσεις που η εναγόμενη 2 του έδωσε, δεν συνιστά δικαιολογία, ισχυρίζεται η ομνύουσα, εφόσον είχε και αυτός καθήκον να ενδιαφερθεί για την πορεία της εναντίον του αγωγής και όχι να μείνει παντελώς αδιάφορος για διάστημα πέντε μηνών από τότε που του επιδόθηκε η αγωγή. Υπό αυτά τα ξεκάθαρα δεδομένα, αναφέρει η ομνύουσα, η αδιαφορία αμφότερων των εναγομένων να εμφανιστούν στην αγωγή, είναι και αδικαιολόγητη αλλά και περιφρονητική της όλη διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Η ομνύουσα τέλος αναφέρει ότι τίποτα από τα όσα οι αιτητές προβάλλουν ως καλή υπεράσπιση δεν δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης, εφόσον η πλήρης παραδοχή ευθύνης από πλευράς εναγόμενου 1 εντάσσει το θέμα των αποζημιώσεων στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εκτός του πεδίου «υπεράσπισης». Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρει η ομνύουσα, ακόμα και αυτό το πιστοποιητικό που προβάλλουν οι αιτητές, δεν μεταβάλλει την κατάσταση πραγμάτων αφού ουσιαστικά παρουσιάζει τον ενάγοντα 1 να έπασχε από κάποια πάθηση πριν το ατύχημα, η οποία όμως επιδεινώθηκε συνεπεία του ατυχήματος και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ανατροπής των ποσών που το Δικαστήριο έκρινε, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, ως δίκαιες και εύλογες αποζημιώσεις. Οι εκατέρωθεν ομνύοντες δεν έτυχαν αντεξέτασης ούτε και επιχειρήθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε απαντητικής Ε/Δ από οποιαδήποτε πλευρά οπόταν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Αμφότεροι αναφέρθηκαν στη νομολογία που διέπει αιτήσεις αυτής της φύσης για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις των πελατών τους. Συνοψίζω τις θέσεις τους. Ο μεν κ. Δημητριάδης έκαμε αναφορά στην ιδιόμορφη σχέση που μια ασφαλιστική εταιρεία έχει σε αυτές τις υποθέσεις με τον εναγόμενο οδηγό και επικαλούμενος το νομολογιακά αναγνωρισμένο συμφέρον της πρώτης να υπερασπίζει τα δικαιώματα της στα πλαίσια αγωγής εναντίον του τελευταίου, υποστήριξε ότι το έννομο συμφέρον της εναγομένης 2 στην παρούσα αίτηση είναι δεδομένο. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστήριξε ο συνήγορος, ο εναγόμενος 1, εκ μέρους και του οποίου καταχωρήθηκε η παρούσα, έχει άμεσο συμφέρον. Αναγνωρίζει επίσης ο συνήγορος ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι επέδειξαν «απραξία» πλην όμως υποστηρίζει, με αναφορά σε σχετική νομολογία, ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν μέσω των Ε/Δ που υποστηρίζουν την αίτηση καθιστούν την ολιγωρία πλήρως δικαιολογημένη και σε καμία περίπτωση δεν την ανάγουν σε περιφρονητική αδιαφορία. Ο κ. Χαχολιάδης από την άλλη, υποστηρίζει ότι η όλη στάση των εναγομένων, ιδιαίτερα ενόψει της επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 26/01/18, είναι αδικαιολόγητη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία της αίτησης. Υποστηρίζει επίσης ο συνήγορος ότι η εναγόμενη 2 στερείται locus standi και επαναλαμβάνει την αντίφαση που εντοπίζει η ομνύουσα της ένστασης στις επί του προκειμένου θέσεις των αιτητών. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 είναι γνωστές και δύναται να συνοψισθούν στο ότι για να πετύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (βλ. Mερκή Zήνωνας, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία Merkis General Bonded Warehouse ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου

(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Τσεσμελόγλου είναι άκρως κατατοπιστικό: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam [1973] 3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439, Phylactou a.o. ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 333.. Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ' απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την όλη συμπεριφορά της εφεσείουσας στο αεροδρόμιο ως ασυγχώρητη, δικαιολογούσα την άρνηση παραμερισμού. Δεν έχει τεθεί κανένας ουσιώδης λόγος που να παρέχει στο Εφετείο βάσιμη αιτία προς ανατροπή αυτής της κρίσης, η οποία ήταν το αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Όπως προαναφέρθηκε, το επίμαχο σημείο ήταν κατά πόσο στην εφεσείουσα έγινε ή όχι επίδοση των δικαστικών εγγράφων. Και το ζήτημα αυτό απεφασίσθη εναντίον της. . Το Δικαστήριο, . έκρινε, για καλούς λόγους, αναξιόπιστη την εκδοχή της εφεσείουσας, δεχόμενο ότι όντως ο επιδότης όχι μόνο της φώναξε, αλλά και στάθηκε μπροστά της και στην άρνηση της να αποδεχθεί την επίδοση, της άφησε τα έγγραφα ρίχνοντας τα στο έδαφος, ζητώντας της να τα παραλάβει, μια καθόλα αποδεκτή πρακτική σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice 1958, σελ. 102, στα οποία εύστοχα παρέπεμψε το Δικαστήριο. .Όντως το Δικαστήριο δεν εισήλθε στο σκεπτικό του σε λεπτομέρειες αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση που όντως αποτελεί προεξάρχοντα λόγο παραμερισμού, (Ανδρέου ν. Blue Green Wave Frozen Food Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 119). Αναφέρθηκε όμως στη σχετική νομολογία και κατέληξε ότι υπήρχαν συζητήσιμα σημεία και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση προερχόμενα από την ένορκη δήλωση της εφεσείουσας ημερ. 3.7.2009. . Εκείνο όμως το οποίο το Δικαστήριο θεώρησε καταλυτικό για την απόρριψη της αίτησης, ήταν η περιφρονητική στάση που η εφεσείουσα επέδειξε έναντι της δικαστικής διαδικασίας και του ιδίου του Δικαστηρίου, με το να μην παραλάβει τα έγγραφα επίδοσης της αγωγής, παραλείποντας έτσι εσκεμμένα να εμφανιστεί στην υπόθεση. Επομένως, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054).» Βεβαίως, το νομότυπο της διαδικασίας επίδοσης μιας αγωγής, θέμα άμεσα συνδεδεμένο με τη μη εμφάνιση, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας, εφόσον μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε ex debito justitae παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστούν θέματα μη εμφάνισης και καλής υπεράσπισης (βλ. μεταξύ άλλων Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη)
(1997)1 ΑΑΔ 247) και Τσεσμελόγλου ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες επέλεξαν, για λόγους αποκλειστικά δικούς τους και που δεν κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω, να εναγάγουν και τον κατ' εκείνους υπεύθυνο για το ατύχημα οδηγό και την ασφαλιστική του εταιρεία, προβάλλοντας μάλιστα στο δικόγραφο τους ξεχωριστά, αν και συνδεδεμένα, αγώγιμα δικαιώματα για τον καθένα τους (βλ. παρ. 5 και 8 Ε/Α). Προώθησαν δηλαδή μια αγωγή εναντίον δύο ξεχωριστών διαδίκων, παρά τις πρόνοιες του αρ.16Α Ν. 96(I)/2000)[1], επιζητώντας την έκδοση απόφασης εναντίον και των δύο τους. Αν και επέδωσαν την αγωγή νόμιμα και νομότυπα στον εναγόμενο 1, δεν έπραξαν το ίδιο και σε σχέση με την εναγόμενη 2, η φερόμενη επίδοση στην οποία κρίθηκε με απόφαση Δικαστηρίου ως εσφαλμένη και η αίτηση για απόφαση ερήμην, στο βαθμό που στρεφόταν εναντίον της εν λόγω εναγόμενης, απορρίφθηκε. Εναντίον της εναγομένης 2 συνεπώς, δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση και η αγωγή εξακολουθεί να εκκρεμεί. Η τελευταία δε εξακολουθεί να έχει δικαίωμα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση στην αγωγή. Ισχυρίζεται βεβαίως η εναγόμενη 2 στην παρούσα υπόθεση, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η εμφάνιση της στην αγωγή καθίσταται, μετά και την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου 1, ακαδημαϊκής σημασίας αφού θεωρεί ότι το αρ. 14 του Ν. 96(I)/2000 την υποχρεώνει να πληρώσει την εκδοθείσα απόφαση έστω και αν δεν στρέφεται εναντίον της. Αυτή όμως είναι η νομική ερμηνεία που η ίδια η εναγόμενη 2 δίνει στις εν λόγω πρόνοιες, στις οποίες όμως, δεν γίνεται αναφορά ως προς το πώς εφαρμόζεται η εν λόγω υποχρέωση όταν οι ενάγοντες επιλέξουν να εναγάγουν ξεχωριστά την ασφαλιστική εταιρεία και να την καταστήσουν ένα εκ των διαδίκων. Τούτο λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της άλλης θέσης που προβάλλεται εκ μέρους και των δύο εναγομένων, η οποία ομολογουμένως έρχεται σε αντίθεση με τη θέση περί υποχρέωσης πληρωμής δυνάμει του αρ.14, δηλαδή ότι η εναγόμενη 2 ενδεχομένως να μην υπέχει υποχρέωση να πληρώσει λόγω του ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του αρ. 15
(1)(α) του Ν. 96(I)/2000[2]. Συνεπώς, η μη έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 2, με την έκδοση απόφασης να συνιστά προϋπόθεση για εφαρμογή των προνοιών είτε της Δ.17 Θ.10 είτε της Δ.26 Θ.14, σε συνδυασμό με την προβολή της θέσμιας υπεράσπισης του αρ.15 του Ν. 96(I)/2000, υπεράσπιση την οποία η εναγόμενη 2, εφόσον η αγωγή εναντίον της εκκρεμεί, είναι ακόμη ελεύθερη να προβάλει σε σχέση με τις υποχρεώσεις της «.ως οι ασφαλιστές του οχήματος XXXXX39 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1.» που είναι και το δικογραφημένο υπόβαθρο επί του οποίου οι ενάγοντες εδράζουν την αγωγή τους εναντίον της, σφραγίζουν και την τύχη της αίτησης στο βαθμό που αυτή προωθείται από την εναγόμενη
  1. Είναι δε σαφές ότι η εναγόμενη 2 κανένα locus standi έχει στο να καταχωρεί και να προωθεί την παρούσα αίτηση. Το αν η ίδια θεωρεί ότι θα πρέπει να πληρώσει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου 1, αν αυτή δεν παραμεριστεί, είναι αποκλειστικά θέμα δικό της και όχι λόγος παραμερισμού. Η νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγομένων αφορά στις περιπτώσεις όπου η ασφαλιστική εταιρεία δεν ήταν διάδικος και παρά ταύτα επιθυμούσε, λόγω της ιδιότητας της, να της επιτραπεί να παρέμβει στη διαδικασία. Επομένως η συγκεκριμένη νομολογία διαφοροποιείται ουσιωδώς από την παρούσα περίπτωση. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την αίτηση στο βαθμό που αυτή καταχωρείται και προωθείται εκ μέρους του εναγομένου
  2. Είναι βέβαια παράδοξο το ότι, ενώ η υπό κρίση αίτηση παρουσιάζεται να υποβάλλεται και εκ μέρους του εναγόμενου 1 εντούτοις η μαρτυρία που την υποστηρίζει, η οποία προέρχεται κυρίως από τους λειτουργούς της εναγομένης 2, φέρει τα συμφέροντα των δύο εναγομένων, σε κάποιο βαθμό, να συγκρούονται, ιδιαίτερα ενόψει της προβολής από πλευράς εναγόμενης 2, της ξεχωριστής για εκείνη, προαναφερόμενης θέσμιας υπεράσπισης του αρ. 15 Ν. 96(I)/
  3. Παρά ταύτα, εφόσον η μη εμφάνιση του εναγόμενου 1 παρουσιάζεται να αποδίδεται ρητά στις πράξεις και παραλείψεις των εργοδοτουμένων της εναγομένης 2, το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Θα πρέπει όμως να προβληματίσει τους ευπαίδευτους συνηγόρους που εκπροσωπούν και τους δύο εναγόμενους, αν μη τι άλλο για σκοπούς ορθής πρακτικής και δεοντολογίας. Η ουσία της όλης εκδοχής που προβάλλεται εκ μέρους του εναγομένου 1 για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, ο οποίος να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητεί ότι η αγωγή του επιδόθηκε νόμιμα και νομότυπά στις 19/12/17, είναι αφ' ενός ο εσωτερικός τρόπος με τον οποίο η εναγόμενη 2 χειρίστηκε το όλο θέμα και αφ' ετέρου η εμπιστοσύνη που οι λειτουργοί της τελευταίας ισχυρίζονται ότι επέδειξαν στις παραστάσεις των δικηγόρων των εναγόντων. Επί αυτής της εκδοχής παρατηρώ τα εξής σχετικά: Συνιστά θέση των ιδίων των αιτητών ότι οι λειτουργοί της εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα η Στυλιανού, η υπεύθυνη δηλαδή του τμήματος απαιτήσεων της εναγόμενης 2, γνώριζαν από πριν την καταχώρηση της αγωγής ότι οι ενάγοντες είχαν διορίσει δικηγόρους για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους και στις 30/11/17 μάλιστα, ήτοι έξι μέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, πληροφορήθηκαν, μέσω της επιστολής Τεκ. 7 που επισυνάπτεται στην αίτηση, ότι οι ενάγοντες «προτίθενται να προχωρήσουν με αγωγή» εναντίον αμφότερων των εναγομένων. Την πρόθεση αυτή μάλιστα των εναγόντων, η Στυλιανού την επικαλέστηκε και στην απαντητική της επιστολή ημερ. 07/12/17 (Τεκ.8). Πρόσθετα τούτου, σύμφωνα με τους ίδιους τους αιτητές, αυτοί ενημερώθηκαν γραπτώς στις 14/12/17, ότι εναντίον τους καταχωρήθηκε κάποια αγωγή στο Ε.Δ Λ/σου και κλήθηκαν να καταχωρήσουν εμφάνιση σε αυτή (Τεκ.9). Ισχυρίζονται όμως ότι δεν τους δόθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες περί αυτής της αγωγής και ότι αυτό συνέβαλε στη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Ο ισχυρισμός όμως αυτός των αιτητών σαφώς και δεν ευσταθεί. Είναι γεγονός ότι στην επιστολή ημερ. 14/12/18, οι ενάγοντες δεν αναφέρονται ρητά στην παρούσα αγωγή. Οι λειτουργοί όμως της εναγόμενης 2, όχι μόνο δεν τελούσαν υπό άγνοια ως προς το σε ποια αγωγή είναι που αναφέρονταν οι δικηγόροι των εναγόντων, ως αφήνεται να νοηθεί στις Ε/Δ που υποστηρίζουν την αίτηση, αλλά μάλιστα γνώριζαν πλήρεις λεπτομέρειες για την παρούσα αγωγή, πριν καν ακόμη αυτή επιδοθεί στον εναγόμενο
  4. Από την αλληλογραφία που παρουσίασαν οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους, αλληλογραφία η οποία δεν αποκαλύφθηκε από τους αιτητές, προκύπτει ότι στις 13/12/17, ήτοι έξι μέρες πριν να επιδοθεί η αγωγή στον εναγόμενο 1 και μία μέρα πριν την επιστολή της 14/12/17, λειτουργός της εναγομένης 2 απέστειλε emails στους δικηγόρους των εναγόντων με θέμα «ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 3428/17», με τα οποία ζητούσε από τους τελευταίους να την ενημερώσουν αν προτίθεντο να συζητήσουν την υπόθεση για σκοπούς διευθέτησης. Απαίτησε μάλιστα η εν λόγω λειτουργός όπως της επιβεβαιωθεί ότι «δεν θα προβείτε σε περαιτέρω μέτρα εναντίον μας». Οι δικηγόροι των εναγόντων απάντησαν στη λειτουργό, χωρίς όμως να επιβεβαιώσουν ότι δεν θα προωθούσαν την αγωγή τους, γεγονός που ανάγκασε την τελευταία όπως ζητήσει εκ νέου επιβεβαίωση στις 15/12/18 περί μη λήψης περαιτέρω μέτρων, χωρίς όμως και πάλι να λάβει θετική ανταπόκριση (βλ. Τεκ. 5 Ε/Δ Ζαβού). Τέσσερεις μέρες αργότερα, δηλαδή στις 19/12/17, οι ενάγοντες επέδωσαν την αγωγή τους στον εναγόμενο
  5. Ο τελευταίος, με το που του επιδόθηκε η αγωγή, την έθεσε υπόψη των λειτουργών της εναγομένης 2, ώστε η τελευταία να τηρήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της απέναντι του και να τον εκπροσωπήσει. Η εναγόμενη 2 δε, εκ μέρους της οποίας ενεργούσε πλέον η Μούζουρου, ήτοι άτομο με πλήρη επίγνωση του τι συνεπάγεται μια δικαστική διαδικασία, εφόσον μέχρι την εργοδότηση της ήταν αδειούχος δικηγόρος που ασκούσε το επάγγελμα, ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 ότι δεν χρειαζόταν προς το παρόν να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης αφού γίνονταν διαπραγματεύσεις για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Τον ενημέρωσε επίσης ότι θα τον ειδοποιούσε σχετικά αν οι εν λόγω προσπάθειες δεν τελεσφορούσαν. Σε ποιες παραστάσεις όμως είναι πού βάσισε την «συμβουλή» της αυτή η Μούζουρου παραμένει άγνωστο. Αν μη τι άλλο, η συνάδελφος της που χειρίζετο την υπόθεση μέχρι και τις 15/12/18 τουλάχιστο, είχε ήδη «θορυβηθεί» από το γεγονός ότι οι δικηγόροι των εναγόντων δεν της επιβεβαίωναν ότι δεν θα προχωρούσαν με την αγωγή. Η δε «κλήση» των τελευταίων προς τους εναγόμενους στις 14/12/17 να εμφανιστούν στην αγωγή, καθιστούσε πέραν από ξεκάθαρο ότι καμία πρόθεση «αναστολής» της διαδικασίας υπήρχε και ότι οι ενάγοντες θα προχωρούσαν με όλα τα νόμιμα μέσα για την έκδοση απόφασης. Ακόμη όμως και να υπήρχε αμφιβολία ως προς το ποιες ήταν οι προθέσεις των εναγόντων κατ' εκείνο το στάδιο, η επιστολή των δικηγόρων τους με ημερ. 26/01/18, την οποία επίσης οι αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν με την αίτηση τους αν και την παρέλαβαν, δεν επιτρέπει κανένα πλέον περιθώριο αμφιβολίας ως προς το ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν τελειώσει και πως οι ενάγοντες θα προχωρούσαν μέσω του Δικαστηρίου - «.δεν επιθυμούμε να εμπλακούμε σε «χαρτοπόλεμο» με την ανταλλαγή περαιτέρω επιστολών. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, υφίσταται εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και συγκεκριμένα η αγωγή υπ' αριθμό 3428/17, η οποία κινήθηκε από τους πελάτες μας. οι τελευταίοι προτίθενται να ακολουθήσουν την νενομισμένη διαδικασία εναντίον εσάς και του ασφαλισμένου σας . για την διεκδίκηση των αξιώσεων τους . τα γεγονότα έχουν ως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης μας.». Φαίνεται όμως ότι παρά το ότι οι ενάγοντες είχαν για τελευταία φορά κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στους εναγόμενους, οι τελευταίοι συνειδητά επέλεξαν να μην αντιδράσουν. Γνώριζαν από την αρχή ότι, αν η υπόθεση δεν διευθετείτο, θα έπρεπε να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Ενημερώθηκαν γραπτώς ότι δεν υπήρχε πλέον περιθώριο για διευθέτηση όμως και πάλι αδράνησαν. Μάλιστα δε, οι ενάγοντες «καθυστέρησαν» και μία εβδομάδα σχεδόν για να καταχωρήσουν την αίτηση τους για απόφαση (02/02/18), ενώ η ίδια η αίτηση χρειάστηκε δύο μήνες για να διεκπεραιωθεί με την επίμαχη απόφαση της 30/03/18, αφού μεσολάβησε η καταχώρηση διάφορων Ε/Δ, αγορεύσεις δικηγόρων και επιφύλαξη απόφασης από το Δικαστήριο. Τίποτα όμως δεν έπραξαν οι εναγόμενοι για να εμφανιστούν στη διαδικασία καθ' όλο αυτό το διάστημα και αυτό παρά το ότι τους κατέστη ξεκάθαρο από τις 26/01/18 ότι οι ενάγοντες θα προχωρούσαν με τη νενομισμένη διαδικασία. Η πιο πάνω στάση των εναγομένων, η οποία υπό τις περιστάσεις μόνο ως περιφρονητική μπορεί να χαρακτηριστεί, προβάλλει εντονότερη υπό το φως της θέσης της Στυλιανού και της Μούζουρου ότι στις 25/01/18 που πληροφόρησαν τους δικηγόρους των εναγόντων ότι το πιστοποιητικό του ιατρού της εναγόμενης «.αλλάζει άρδην τα γεγονότα της .υπόθεσης», είχαν πρόθεση να υποβάλουν «.νέα και σαφώς ανανεωμένη πρόταση.» το Μάιο που θα επέστρεφε στην εργασία της Στυλιανού. Κοντολογίς, οι εναγόμενοι θεωρούσαν ότι οι ενάγοντες έπρεπε να μην προωθήσουν την αγωγή τους για πέντε σχεδόν μήνες, εν αναμονή κάποιας νέας πρότασης για διευθέτηση και αυτό χωρίς οι ίδιοι να καταχωρούν εμφάνιση στην αγωγή. Με κάθε σεβασμό προς τις θέσεις των αιτητών, είναι αυτού του είδους τη συμπεριφορά που η νομολογία ψέγει ως συμπεριφορά που σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, ενόψει και των δυσμενών συνεπειών που κάτι τέτοιο συνεπάγεται στα δικαιώματα του ενάγοντα, ο οποίος ενήργησε καθ' όλα νόμιμα και νομότυπα. Δεν παραγνωρίζω ότι ο εναγόμενος 1 ενήργησε αμέσως μόλις του επιδόθηκε η αγωγή. Επέλεξε όμως να βασιστεί αποκλειστικά στην εναγόμενη 2 και να «επαναπαυθεί» στις διαβεβαιώσεις της, χωρίς να ενδιαφερθεί περαιτέρω για την εναντίον του υπόθεση. Παρά το ότι διάφανη στη συνέχεια ότι αυτή του η επιλογή δεν λειτούργησε προς όφελος του, αποφάσισε να επαναλάβει την επιλογή του και να «εναποθέσει» και πάλι τις ελπίδες του αποκλειστικά στην εναγόμενη 2 για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Υιοθέτησε πλήρως, ως δική του, τη θέση των λειτουργών της τελευταίας ότι ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης είναι λόγω της δήθεν «παραπλάνησης» από τους δικηγόρους των εναγόντων και επί αυτής της δικαιολογίας είναι που βάσισε και ο ίδιος τη δική του «απραξία». Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική και δεν βοηθά τον εναγόμενο 1 ο οποίος και θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες των δικών του πράξεων και παραλείψεων. Τα όποια παράπονα του δε, στην ουσία δεν αφορούν τους ενάγοντες ή την παρούσα διαδικασία αλλά αφορούν αποκλειστικά τους λειτουργούς της εναγομένης 2, τους οποίους όμως λειτουργούς, ο εναγόμενος 1 αποφάσισε να υποστηρίξει μέχρι τέλους. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι τα όσα λέχθηκαν στην Τσεσμελογλού ανωτέρω σε σχέση με τις καταλυτικές συνέπειες που συνεπάγεται η άνευ λόγου περιφρονητική στάση που επιδεικνύει ένας διάδικος έναντι της δικαστικής διαδικασίας και του ιδίου του Δικαστηρίου, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ώστε αυτό να σφραγίζει την τύχη της αίτησης χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστεί οποιοδήποτε θέμα καλής υπεράσπισης - «.η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά». Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, αν και οι εναγόμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, ενόψει του ότι η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 έχει αποπερατωθεί ενώ εναντίον της εναγόμενης 2 εξακολουθεί να εκκρεμεί, το ½ των εξόδων της παρούσας επιδικάζεται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 και το ½ προς όφελος των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 2, ως τα εν λόγω έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί εναντίον του εναγόμενου 1 θα είναι άμεσα καταβλητέα ενώ τα έξοδα εναντίον της εναγομένης 2 θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: [2] 15.-
(1)Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14- (α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας, ή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.