← Κύπρος

HAMOUD ν. Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 180/2017, 16/11/2018

HAMOUD ν. Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 180/2017, 16/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A460 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 180/2017 Μεταξύ: XXXXX HAMOUD, από τη Λεμεσό Ενάγοντα - και - XXXXX Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 26.1.2018 Ημερομηνία: 16.11.2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κα Τζιούρου, για ΠΑΝΙΚΟΣ Α. ΛΕΩΝΙΔΟΥ & ΣΙΑ. Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Παΐση, για GIORGOS LANDAS LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας σύμφωνα με την αγωγή του, κατά ή περί το Δεκέμβρη του 2016 ενδιαφερόταν για την αγορά οικίας με σκοπό την ιδιοκατοίκηση. Στον ουσιώδη χρόνο, η εναγόμενη παρουσιαζόταν ως έχουσα την εξουσία πώλησης συγκεκριμένης διώροφης κατοικίας και/ή τη δυνατότητα εξασφάλισης πληρεξουσίου για την πώληση της εν λόγω κατοικίας η οποία βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού. Σε τυχαία συνάντηση των δυο, η εναγόμενη, επικαλούμενη πληρεξουσιότητα, του πρότεινε την προώθηση αγοράς της εν λόγω κατοικίας και αυτός, της εξέφρασε ρητά το ενδιαφέρον του να την αγοράσει. Ακολούθως παροτρύνθηκε δολερά από αυτή να της καταβάλει το ποσό των €22.000,00, επικαλούμενη την πληρωμή προκαταβολής για την αγορά της κατοικίας και δήθεν για κάλυψη κάποιων αναγκαίων εξόδων της. Της παρέδωσε σε μετρητά το ποσό των €22.000,00 και αυτή υπόγραψε ενώπιόν του και του παρέδωσε σχετικό - αποδεικτικό έγγραφο της μεταξύ τους συναλλαγής, ημερομηνίας 2/12/

  1. Την ίδια μέρα, κατόπιν παρότρυνσής της, ο ίδιος υπόγραψε και το αγοραπωλητήριο έγγραφο συναφώς με την επίδικη κατοικία. Σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, 25 περίπου μέρες αργότερα, επειδή δεν ενημερώθηκε σχετικά από την εναγόμενη, την κάλεσε για εξηγήσεις. Αυτή, με διάφορες προφάσεις καθυστερούσε την υλοποίηση της συμφωνίας με αποτέλεσμα ο ίδιος να αναζητήσει τον ιδιοκτήτη της κατοικίας. Κατά την επικοινωνία που είχε μαζί του, διαπίστωσε ότι ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει την εναγόμενη να πωλήσει την κατοικία του, η οποία είχε ήδη πωληθεί σε άλλο άτομο. Περαιτέρω, ο ιδιοκτήτης της, του ανάφερε πως δε γνωρίζει την εναγόμενη. Κατά ή περί τα τέλη του Δεκέμβρη του 2016, μετά από επικοινωνία των δικηγόρων του ενάγοντα με την εναγόμενη, αυτή, αποδεχόμενη την παράνομη απόσπαση του ποσού των €22.000,00, τους παρακάλεσε σε πίστωση χρόνου για την επιστροφή του, πλέον δικηγορικά έξοδα, μέχρι τις 11/1/
  2. Για το σκοπό αυτό, υπέγραψε σχετική αναγνώριση χρέους στο γραφείο τους. Παρόλα αυτά παρέλειψε να καταβάλει το ποσό αυτό στον ενάγοντα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26/1/2017 και επιδόθηκε νομότυπα - προσωπικά - στην εναγόμενη, στις 2/2/
  3. Οι δικηγόροι της, με την επιστολή τους προς τους δικηγόρους του ενάγοντα, ημερομηνίας 9/2/2017, με θέμα την παρούσα αγωγή, με αναφορά σ' αυτή, τους πληροφόρησαν ότι θα εμφανίζονταν για την εναγόμενη και ότι θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης, σύντομα. Επειδή αυτό δεν έγινε εντός της προθεσμίας των 10 ημερών σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ο ενάγοντας, στις 23/2/2017 καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης. Η συνάδελφος που είχε επιληφθεί της αίτησης, στις 2/3/2017 που ήταν ορισμένη για εξέταση εξέδωσε απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, για το ποσό των €22.000,00, με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Η εναγόμενη, στις 24/3/2017 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω των δικηγόρων της και ο ενάγοντας, στις 29/9/2017, αίτηση έρευνας εναντίον της. Στις 28/11/2017 που η εν λόγω αίτηση ήταν ορισμένη για εξέταση, η εναγόμενη εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με το δικηγόρο της, ο οποίος ζήτησε χρόνο και οδηγίες για καταχώρηση ένστασης και ανάφερε ότι θα καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Έτσι και έγινε. Η εναγόμενη, στις 26/1/2018 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επίδικη απόφαση, ημερομηνίας 2/3/
  4. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία αποτελείται από 19 λόγους και υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις. Στη μια προέβη η ίδιος και στην άλλη, ο ιδιώτης επιδότης, ..... Ευτυχίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Δεδομένου ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης, η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης είναι σαφές, ότι, δικαιοδοτική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία περιλαμβάνεται στη νομική της βάση. Με αυτό απαντώ και στον 3ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη, ο οποίος είναι αβάσιμος. Για να συνεχίσω, αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης υπάρχει πλούσια νομολογία. Ειδικότερα: Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael

(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος σύμφωνα με την υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χαπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Η διαχρονικότητα όλων των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Βλέπε και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/09, ημερομηνίας 24/1/2014 σύμφωνα με την οποία: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Ειδικά για το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης θεωρώ καθ' όλα σχετικά τα ακόλουθα από την υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. ............. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. .............» Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή.» Ομοίως και όσα ακολουθούν από την Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289: «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην (δυνάμει της Δ.16 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Eric John Wakeham v. Audar Majid Bhatti κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση Αρ. 49/2011, ημερομηνίας 25/5/2016 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, όπου, συνοπτικά, παρατίθενται οι αρχές: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014).» Στην θεμελιακή επί του θέματος ακύρωσης υπόθεση Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204, επεξηγείται ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας πάντα τις δύο ουσιαστικές παραμέτρους, αφενός δηλαδή την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της κατά το δυνατό ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Συνακόλουθη παράμετρος είναι και η επιβεβαίωση της αναγκαιότητας να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Με τον 8ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η εναγόμενη δεν έδωσε κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να εξηγεί και/ή δικαιολογεί τη μη καταχώρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, παρόλο που η αγωγή της επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα. Το τι αναφέρει η εναγόμενη στην ένορκη της δήλωση προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή της να καταχωρήσει έγκαιρα και κανονικά εμφάνιση στην αγωγή είναι τα εξής: Πιστό αντίγραφο της αγωγής, της επιδόθηκε στις 2/2/
  1. Αμέσως και χωρίς καθυστέρηση αποτάθηκε στους δικηγόρους της, δίδοντάς τους οδηγίες, όπως καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης αμέσως. Αυτοί, την ενημέρωσαν ότι θα πρέπει να υπογραφεί διοριστήριο ώστε να μπορούν να την εκπροσωπήσουν στο Δικαστήριο, πλην όμως, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε τη δεδομένη στιγμή, αδυνατούσε να καταβάλει το αντίστοιχο αντίτιμο εγκαίρως. Ως εκ τούτου, οι δικηγόροι της επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τους αντιδίκους και απέστειλαν επιστολή, ημερομηνίας 9/2/2017 με την οποία ενημέρωσαν το δικηγόρο του ενάγοντα κ. Κατσικίδη ότι θα καταχωρείτο σημείωμα εμφάνισης εντός των ημερών. Παρόλο που οι δικηγόροι της είχαν ενημερώσει τους δικηγόρους του ενάγοντα για την πρόθεσή τους να εμφανιστούν και την υπερασπιστούν στην αγωγή, οι τελευταίοι προχώρησαν στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης για έκδοση απόφασης, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Αυτό καταχωρήθηκε στις 24/3/
  2. Με όλο το σεβασμό θεωρώ πολύ φθηνή τη δικαιολογία που προβάλλει η εναγόμενη, στην προσπάθειά της να με πείσει ότι δικαιολογημένα παρέλειψε να καταχωρήσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης στην εναντίον της αγωγή. Η αγωγή, της επιδόθηκε στις 2/2/2017 και η εμφάνιση θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημέρα αυτή, γεγονός το οποίο η ίδια όφειλε να γνωρίζει δεδομένου ότι αναγράφεται στην πρώτη σελίδα του κλητήριου εντάλματος, ενώ οι δικηγόροι της, ως εκ της ιδιότητάς τους είμαι βέβαιος πως γνώριζαν. Απ' εκεί και πέρα, εάν για οποιοδήποτε λόγο - ακόμη και για τον προβαλλόμενο από την ίδια - δεν μπορούσε να καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης εμπρόθεσμα, όταν οι δικηγόροι της απηύθυναν στους δικηγόρους του ενάγοντα, την επιστολή τους, ημερομηνίας 9/2/2017, αντί να τους πληροφορήσουν γενικά και αόριστα ότι θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης, σύντομα, όφειλαν, καταρχήν, να τους διευκρινίσουν ότι με αυτό εννοούσαν ότι θα καταχωρούσαν εμφάνιση μετά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας για το σκοπό αυτό. Και, σε τέτοια περίπτωση, προφανώς δεν ανακοινώνεις απλώς στους συναδέλφους σου, πλην όμως και αντιδίκους σου την ίδια ώρα, ότι θα καταχωρήσεις σημείωμα εμφάνισης σύντομα και να εννοείς εκπρόθεσμα, χωρίς να προσδιορίζεις πότε χρονικά θα συμβεί αυτό και κυρίως, χωρίς να ζητήσεις από αυτούς να σου επιβεβαιώσουν ότι θα σε περιμείνουν να το καταχωρήσεις όποτε έχεις υπόψη σου να συμβεί αυτό. Ακολούθως, όταν η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι δικηγόροι της επικοινώνησαν τόσο τηλεφωνικώς όσο και με την επιστολή τους, ημερομηνίας 9/2/2017, με τους αντιδίκους δικηγόρους και ενημέρωσαν το συνάδελφό τους, κ. Κατσικίδη, ότι θα καταχωρείτο σημείωμα εμφάνισης «εντός των ημερών», είτε ακόμη «σύντομα», όπως αναφέρεται στην επιστολή, διερωτώμαι: πόσο εντός των ημερών ή σύντομα είχε γίνει αυτό, τη στιγμή που έγινε ενάμιση περίπου μήνα αργότερα; Και, εάν για οποιοδήποτε λόγο οι δικηγόροι της δεν μπορούσαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, είτε «εντός των ημερών» είτε «σύντομα», γιατί δεν επικοινώνησαν με τους συναδέλφους τους και να τους ζητήσουν τουλάχιστον κάποια παράταση; Ουδεμία απάντηση δίδεται σ' αυτά τα, τόσο καίριας σημασίας ερωτήματα από την εναγόμενη και με δεδομένο ότι οι δικηγόροι του ενάγοντα καταχώρησαν τη μονομερή αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης, στις 23/2/2017, δηλαδή, 14 μέρες μετά την αποστολή της επιστολής των συναδέλφων τους και 11 μέρες από την εκπνοή της προθεσμίας που με βάση του Θεσμούς η εναγόμενη όφειλε να είχε καταχωρήσει εμπρόθεσμα εμφάνιση θεωρώ ότι, ενώ οι δικηγόροι του ενάγοντα σεβάστηκαν - ως μη όφειλαν - την απλή πληροφόρηση των συναδέλφων τους, ως προς το χρόνο που θα καταχωρούσαν εμφάνιση, η εναγόμενη, εντελώς αδικαιολόγητα παρέλειψε να την καταχωρήσει, έστω εκπρόθεσμα, είτε σύντομα είτε εντός των ημερών. Ακολουθεί ότι ο υπό κρίση λόγος ένστασης είναι βάσιμος. Με τον 6ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον η εναγόμενη επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. Με τον 11ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Συναφώς με τους παραπάνω λόγους ένστασης, η εναγόμενη, στην ένορκη της δήλωση και πάλι, αναφέρει τα εξής: Περί τις 29/9/2017, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση μηνιαίων δόσεων, με την οποία καλούσε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, στις 28/11/2017 και με την οποία ζητούσε (μεταξύ άλλων) όπως πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της και τα έξοδα της αγωγής σε μηνιαίες δόσεις. Η αίτηση, της επιδόθηκε στις 24/11/2017 και τη συγκεκριμένη μέρα διαπίστωσε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, αφού προηγουμένως τελούσε υπό την πεποίθηση ότι η εκπροσώπησή της στην αγωγή είχε διευθετηθεί. Αμέσως και χωρίς καθυστέρηση πήρε στους δικηγόρους της και τους ενημέρωσε για το γεγονός ότι της επιδόθηκε η αίτηση και παράλληλα, τους έδωσε οδηγίες, όπως προβούν σ' όλα τα δέοντα δικαστικά μέτρα αναφορικά με την αγωγή. Όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της δε φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για τη μη εμφάνισή της κατά την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής. Ας δούμε τώρα πώς τοποθετείται συναφώς με παραπάνω ισχυρισμούς της ο ενάγοντας και πόσοι από αυτούς ευσταθούν. Καταρχήν, ο ιδιώτης επιδότης, XXXXX Ευτυχίου, στην ένορκη του δήλωση, που μαζί με αυτή του ενάγοντα υποστηρίζουν την ένσταση του τελευταίου στην υπό κρίση αίτηση, αναφέρει τα εξής, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα: Ο ενάγοντας, στις 29/9/2017 καταχώρησε αίτηση μηνιαίων δόσεων, η οποία του παραδόθηκε την ίδια μέρα για επίδοση. Την επομένη, επικοινώνησε με την εναγόμενη, ενημερώνοντάς την ότι εκκρεμεί επίδοση της εν λόγω αίτησης προς το πρόσωπό της για το εξ αποφάσεως χρέος της στην αγωγή με τον ενάγοντα. Αυτή, του ανάφερε ότι δεν μπορούσε να την παραλάβει εκείνη την μέρα και ότι προτιμούσε να της τηλεφωνήσει εκ νέου την επομένη για να διευθετηθεί συνάντηση να την παραλάβει. Της τηλεφώνησε την επομένη, αλλά δεν του απάντησε. Το ίδιο συνέβηκε και τις επόμενες 10 περίπου προσπάθειές που κατέβαλε για να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί της. Ουδέποτε επέστρεψε οποιοδήποτε τηλεφώνημά του, αποφεύγοντας με αυτό τον τρόπο την επίδοση. Στις 24/11/2017, μη έχοντας άλλη επιλογή μετέβηκε στο χώρο εργασίας της, οπότε και κατάφερε να την εντοπίσει και να της επιδώσει την αίτηση. Εν τω μεταξύ, του είχε αναφέρει ότι δικηγόρος της είναι ο κ. Αχιλλέας Λεωνίδου. Επειδή εκείνο το διάστημα διενεργούσε επιδόσεις προς όφελος του δικηγορικού γραφείου των δικηγόρων της, επικοινώνησε με τον κ. Αχιλλέα Λεωνίδου και του ανάφερε ότι εκκρεμούσε επίδοση αίτησης μηνιαίων δόσεων στη συγκεκριμένη αγωγή, στο πρόσωπό της. Ο κ. Λεωνίδου, του ανάφερε πως όταν καταστεί κατορθωτή η επίδοση, θα αναλάβει την υπεράσπιση της αίτησης, μόλις η εναγόμενη τον ενημερώσει σχετικά. Όσα ακολουθούν - για το ίδιο θέμα - είναι από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα: Η αδιαφορία της εναγόμενης φαίνεται από το γεγονός, ότι 8 ολόκληρους μήνες μετά την καταχώρηση του εκπρόθεσμου σημειώματος εμφάνισης αμέλησε και αδιαφόρησε να καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης, αλλά, ούτε και θορυβήθηκε ή αναρωτήθηκε είτε αυτή είτε οι δικηγόροι της, που δεν έλαβε οποιαδήποτε αίτηση για απόφαση, λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, γιατί υπάρχει τόση μακρά καθυστέρηση προώθησης της υπόθεσης. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, κατά ή περί το Μάιο και/ή Ιούνιο του 2017, ο δικηγόρος στο γραφείο τους, κ. Λάντας, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Κονή, δικηγόρο και συνέταιρο στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης, του ανάφερε το γεγονός ότι είχε εκδοθεί απόφαση εις βάρος της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή, για να λάβει την απάντηση ότι αυτή χρωστά και σε άλλους και θα προσπαθήσουν να πετύχουν διευθέτηση της υπόθεσης. Στις 28/11/2017 που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η αίτηση μηνιαίων δόσεων, οι δικηγόροι της εναγόμενης, στην παρουσία της, δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχαν πρόθεση να καταχωρήσουν αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Εντούτοις, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, η εναγόμενη επέδειξε αδιαφορία και καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, αφού αυτή έλαβε χώρα, στις 26/1/2018, δηλαδή, 2 μήνες αργότερα και ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να δικαιολογεί την επί του προκειμένου καθυστέρηση. Παρατηρώ τα εξής: Η εναγόμενη, η οποία έχει το βάρος να αποδείξει το σύνολο των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται για σκοπούς παραμερισμού της επίδικης απόφασης, θα έλεγα ότι απότυχε παταγωδώς να το αποσείσει. Καταρχήν, αφ' ης στιγμής, όλοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της αναφορικά με το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, αμφισβητούνται, όχι απλώς από τον ενάγοντα, αλλά, ακόμη και από τον ιδιώτη επιδότη, ο οποίος ανάφερε χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο συνεργαζόταν επαγγελματικά με τους δικηγόρους της, εάν ήθελε να ελπίζει ότι θα αποδεχόμουν τους εν λόγω ισχυρισμούς της, το ελάχιστο που όφειλε και θα μπορούσε να κάνει ήταν να επιδιώξει τουλάχιστο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με την οποία να απαντά στους - παραπάνω - περί αντιθέτου ισχυρισμούς, τόσο του ενάγοντα όσο και του ιδιώτη επιδότη, είτε ακόμη, να τους αντεξετάσει συναφώς με αυτούς. Ούτε το ένα έκανε μα ούτε και το άλλο και με δεδομένο ότι - για να επαναλάβω - αυτή έχει το βάρος απόδειξης της αίτησης και οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί τόσο του ενάγοντα όσο και του ιδιώτη επιδότη παρέμειναν αναντίλεκτοι, προφανώς, στη βάση τους είναι που θα προχωρήσω στην εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο. Φυσικά, λέγοντας αυτά δηλώνω ευθέως, ότι και να μην είχα υπόψη μου την εκδοχή του ενάγοντα συναφώς με το υπό εξέταση θέμα, αλλά, μόνο αυτή της εναγόμενης, όπως θα διαφανεί σε λίγο και πάλι, θα θεωρούσα τη διαγωγή της ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, οπότε, κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, θα αρνούμουν να παραμερίσω την απόφαση. Πολλώ μάλλον, που η απόφαση μου εδράζεται στην εκδοχή του ενάγοντα, η οποία υποστηρίζεται και τεκμηριώνεται πειστικά, τόσο από τη μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη, την οποία, δεδομένης της επαγγελματικής του σχέσης με το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης, θα έλεγα ότι αντιμετωπίζω και ως ανεξάρτητη, όσο και από στοιχεία του φακέλου. Τα ακόλουθα γεγονότα και ο συσχετισμός τους χρονικά με την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, στις 26/1/2018, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς το χαρακτηρισμό της διαγωγής της εναγόμενης, ως ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του ενάγοντα και την ίδια ώρα καθιστούν δικαιολογημένη την άρνησή μου να παραμερίσω την απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 2/3/2017: Από το Μάιο ή Ιούνιο του 2017, που κ. Λάντας, δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Κονή, δικηγόρο και συνέταιρο στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης, του ανάφερε το γεγονός ότι είχε εκδοθεί απόφαση εις βάρος της στην παρούσα αγωγή, οπότε αυτός, του απάντησε ότι η εναγόμενη χρωστά και σε άλλους και θα προσπαθήσουν να πετύχουν διευθέτηση της υπόθεσης μέχρι και τις 26/1/2018, η περίοδος πλήρους αδράνειας, αδιαφορίας και απραξίας, αφότου η εναγόμενη έλαβε γνώση πως είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της στην αγωγή ανέρχεται σε 8 μήνες, εάν η τηλεφωνική επικοινωνία έλαβε χώρα το Μάη και σε 7 μήνες, εάν έλαβε χώρα τον Ιούνη. Από τις 30/9/2017, που ο ιδιώτης επιδότης επικοινώνησε με την εναγόμενη και την ενημέρωσε ότι εκκρεμεί η επίδοση αίτησης μηνιαίων δόσεων στην ίδια για το εξ αποφάσεως χρέος της στην αγωγή, γεγονός το οποίο, την ίδια περίοδο, ο επιδότης γνωστοποίησε και στον εκ των δικηγόρων της, κ. Λεωνίδου μέχρι και τις 26/1/2018, η περίοδος πλήρους αδράνειας, αδιαφορίας και απραξίας, αφότου η εναγόμενη καθώς και ο δικηγόρος της έλαβαν γνώση πως είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της στην αγωγή ανέρχεται σε 4 περίπου μήνες. Από τις 28/11/2017, που ο εκ των δικηγόρων της εναγόμενης, κ. Κονής ανάφερε στο Δικαστήριο ότι θα καταχωρούσαν αίτηση παραμερισμού της απόφασης μέχρι και τις 26/1/2018 που συνέβη αυτό, η περίοδος πλήρους αδράνειας, αδιαφορίας και απραξίας, αφότου η εναγόμενη καθώς και ο δικηγόρος της σύμφωνα πλέον με την εκδοχή της τελευταίας έλαβαν γνώση πως είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της στην αγωγή ανέρχεται σε 2 μήνες. Ακόμη και να ευσταθούσε η εκδοχή της και δεχόμουν πως, τότε, ήταν, που έμαθε για πρώτη φορά ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της στην αγωγή θεωρώ ότι αυτό που όφειλε να κάνει ήταν να καταχωρούσε αμέσως - και με αυτό εννοώ τις αμέσως επόμενες λίγες μέρες - την αίτηση και όχι να περιμένει την ημέρα που ήταν ορισμένη η αίτηση έρευνας, για να πληροφορήσει απλώς το Δικαστήριο μέσω του δικηγόρου της ότι θα την καταχωρούσε. Και αυτό, παρεμπιπτόντως μάλιστα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό της ημέρας, ο κ. Κονής που εμφανίστηκε εκ μέρους της, πληροφόρησε τη συνάδελφο η οποία είχε επιληφθεί της αίτησης έρευνας, ότι θα καταχωρούσαν αίτηση παραμερισμού της απόφασης, αφού προηγουμένως ανάφερε ότι δεν αποδέχεται την αίτηση έρευνας και ζήτησε χρόνο και οδηγίες για καταχώρηση ένστασης. Και κάτι ακόμη, το οποίο ισχύει τόσο για την παράλειψη της εναγόμενης να καταχωρήσει εμπρόθεσμα εμφάνιση στην αγωγή όσο και για το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Επειδή, έστω έμμεσα και για το ένα και για το άλλο αφήνει να νοηθεί ότι η ευθύνη βαραίνει τους δικηγόρους της, αντί οποιασδήποτε δικής μου απάντησης παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 698: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Ως προς την πρόθεση του διαδίκου την απάντηση έδωσε η απόφαση στην Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Τerzian Trading House Ltd.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 102: "Η απουσία πρόθεσης εκ μέρους του διαδίκου να εγκαταλείψει τη διαδικασία δεν είναι αφεαυτής αποφασιστική για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου."» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Μολονότι η αίτηση, ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου κριθούν εσφαλμένες, σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα συνεχίσω και θα εξετάσω κατά πόσο η εναγόμενη αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, επί της ουσίας της αγωγής, οπότε υπό διαφορετικές συνθήκες, θα έπρεπε κανονικά να της δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Να πω απλώς, ότι ο ενάγοντας, με τον 9ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι η εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Τα όσα προβάλλονται για κατάδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης, προστίθεται, είναι γενικά, αόριστα, ατεκμηρίωτα, ψευδή, ανυπόστατα, προϊόν δεύτερης σκέψης και αντιφατικά. Η βάση της αγωγής του ενάγοντα επί της οποίας εδράζεται η βασική αξίωσή του εναντίον της εναγόμενης, για την οποία, στις 2/3/2017 εξασφάλισε δικαστική απόφαση εκτίθεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επομένως, δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Προσθέτω απλώς, ότι κατά τη διαδικασία απόδειξης της απαίτησής του παρουσίασε και τα εξής έγγραφα, τα οποία επισυνάπτονται και στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση: το έγγραφο, ημερομηνίας 2/12/2016, που η εναγόμενη είχε υπογράψει και του παραδώσει με το οποίο δηλώνει - μεταξύ άλλων - ότι εισέπραξε από αυτό το ποσό των €22.000,00, το υπογεγραμμένο και από την ίδια, αγοραπωλητήριο έγγραφο, ίδιας ημερομηνίας και τέλος, τη γραπτή αναγνώριση χρέους, ημερομηνίας 29/12/2016, με την οποία η εναγόμενη δηλώνει ότι οφείλει να πληρώσει στον ενάγοντα το ποσό αυτό, το οποίο απέσπασε, μέχρι τις 9/1/2017. Το τι αναφέρει η εναγόμενη στην ένορκη της δήλωση συναφώς με την υπό εξέταση προϋπόθεση είναι τα εξής: Η αγωγή είναι ανυπόστατη και βασίζεται σε παραπλανητικά γεγονότα τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο στην έκδοση της άδικης απόφασης. Όπως πολύ καλά γνωρίζει και όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της έχει πολύ καλή υπεράσπιση για τους πιο κάτω λόγους: Πρώτο, ουδέποτε παρουσιάστηκε ως έχουσα την εξουσία πώλησης διώροφης κατοικίας ή δυνατότητα εξασφάλισης πληρεξουσίου για την πώληση διώροφης κατοικίας στη Λεμεσό και ουδέποτε προσέγγισε τον ενάγοντα, επικαλούμενη πληρεξουσιότητα, προτείνοντάς του την προώθηση της αγοράς του ακινήτου. Δεύτερο, ουδέποτε παρότρυνε «δολερά» τον ενάγοντα για την καταβολή του ποσού των €22.000,00 ως προκαταβολή για την αγορά και κάλυψη των αναγκαίων εξόδων του ακινήτου και ούτε παρέλαβε τέτοιο ποσό από τον ίδιο. Τρίτο, τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας για το ότι η ίδια προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις και/ή διάφορες ενέργειες με σκοπό την καταδολίευση και/ή εκμετάλλευσή του, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν παραπλανητικά γεγονότα τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο στην έκδοση της άδικης απόφασης. Τέταρτο, περαιτέρω, οι αναφορές του ενάγοντα ότι του συμπεριφέρθηκε δολίως με σκοπό την εξαπάτησή του και ότι σκοπίμως δεν του αποκάλυψε όλη την αλήθεια δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν παραπλανητικά γεγονότα τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο στην έκδοση της άδικης απόφασης. Πέμπτο, ουδέποτε υπόγραψε «γραπτή αναγνώριση χρέους», αποδεχόμενη την παράνομη απόσπαση του ποσού των €22.000,00 από τον ενάγοντα. Αντίθετα, δε γνώριζε το αληθές περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή της και/ή αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης που της ασκούσε τόσο ο ενάγοντας όσο και οι δικηγόροι του και ως εκ τούτου είναι άκυρη και/ή παράνομη. Όσα ακολουθούν αποδεικνύουν και μάλιστα, πανηγυρικά θα έλεγα, πόσο βάσιμος είναι ο υπό εξέταση λόγος ένστασης του ενάγοντα. Η εναγόμενη, εκεί όπου με τα πρώτα 4 από τα παραπάνω σημεία, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που επικαλείται υπό μορφή υπεράσπισης στην αγωγή είναι ότι, όχι απλώς δεν έγινε οτιδήποτε απ' όσα της καταλογίζει ο ενάγοντας, αλλά, αφήνει να νοηθεί πως ούτε καν το γνώριζε (δεν μπορώ να ερμηνεύσω αλλιώς τη θέση της, ότι ουδέποτε του παρουσιάστηκε ως έχουσα εξουσία πώλησης διώροφης κατοικίας και ουδέποτε τον προσέγγισε κ.ο.κ.) και με το τελευταίο σημείο (το υπογραμμισμένο), καταρχήν αρνείται ότι υπόγραψε «γραπτή αναγνώριση χρέους», αποδεχόμενη την παράνομη απόσπαση του ποσού των €22.000,00 από τον ενάγοντα, τι λέει στη συνέχεια; Με τρόπο αντιφατικό και τελείως αλλοπρόσαλλο ισχυρίζεται ότι, «Αντιθέτως» - που ερμηνευτικά σημαίνει ότι επιμένει στη θέση της πως δεν υπόγραψε το επίμαχο έγγραφο -, «δεν γνώριζα το αληθές περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, - που ερμηνευτικά και πάλι σημαίνει ότι, τώρα, έστω έμμεσα αποτελεί θέση της ότι εν τέλει υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο, χωρίς ωστόσο να μπορεί να βγει νόημα, τι εννοεί, λέγοντας πως δε γνώριζε το αληθές περιεχόμενό του - για να καταλήξει με τη φράση: «και η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη χωρίς την ελεύθερη συναίνεση μου και/ή αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης που μου ασκούσε τόσο ο Ενάγοντας όσο και οι δικηγόροι του και ως εκ τούτου είναι άκυρη και/ή παράνομη.» - που με απλά λόγια σημαίνει ότι, ευθέως πια αναγνωρίζει ότι το υπόγραψε, πλην όμως, αυτό δεν έγινε με την ελεύθερη συναίνεσή της, αλλά κατόπιν εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης που της ασκούσαν, τόσο ο ενάγοντας όσο και οι δικηγόροι του και ως εκ τούτου είναι άκυρο και/ή παράνομο -. Με μόνο λόγο ότι η γραπτή αναγνώριση χρέους αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και η εναγόμενη, κατά μια εκδοχή ομολογεί ότι υπόγραψε το επίμαχο έγγραφο, με το οποίο αναγνωρίζει ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό για το οποίο αυτός εξασφάλισε δικαστική απόφαση εναντίον της, είναι προφανές, ότι, η υπεράσπισή της στην εναντίον της αγωγή, η οποία συνίσταται στους παραπάνω αντιφατικούς ισχυρισμούς της, κάθε άλλο παρά καλόπιστη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση μπορεί να θεωρηθεί. Eαν τα όσα ισχυρίζεται στα πρώτα 4 από τα παραπάνω σημεία αποτελούν γεγονός και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής θεωρώ πως όφειλε να δώσει κάποια εξήγηση, πώς έτυχε χωρίς να ισχύουν όσα της καταλογίζει ο ενάγοντας, αυτός καθώς και οι δικηγόροι του, εντελώς αναίτια να προβούν σε όσα τους καταλογίζει εκείνη με το τελευταίο σημείο της υπεράσπισής της. Δηλαδή, να της αποσπάσουν την υπογραφή σ' ένα έγγραφο με το οποίο φέρεται να αναγνωρίζει ότι απέσπασε από τον ενάγοντα, το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των €22.000,00 το οποίο ανέλαβε να πληρώσει χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή της και/ή κατόπιν άσκησης εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης. Ακόμη όφειλε να εξηγήσει και γιατί επέλεξαν εκείνη για να διαπράξουν ένα τόσο σοβαρό ποινικό αδίκημα; Και, με δεδομένο ότι σ' αυτό - κατά την ίδια πάντοτε - εκτός από τον ενάγοντα ενέχονται και οι δικηγόροι του, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: σε ποιες ενέργειες προέβη η ίδια προκειμένου να προσαχθούν ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης όσοι ενέχονται για να λογοδοτήσουν; Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η κατ' ισχυρισμό της εναγόμενης υπεράσπιση που προβάλλει χωρίς να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο να εμπεριέχει κάποιο ελάχιστο βαθμό πειστικότητας, ούτε γνήσια μα ούτε και καλόπιστη καθιστούν την εν λόγω υπεράσπισή της στην εναντίον της αγωγή (βλ. Καλλής και Τεγκεράκης, ανωτέρω). Απεναντίας, θα έλεγα ότι αυτή είναι κενή περιεχόμενου και στερείται σοβαρότητας. Έχοντας υπόψη πόσο σοβαρά είναι αυτά που καταλογίζει τόσο στον ενάγοντα όσο και κυρίως, στους δικηγόρους του προκειμένου να εξηγήσει πώς έθεσε την υπογραφή της στο επίμαχο έγγραφο, εάν ήθελε να ικανοποιήσει το σχετικό κριτήριο, το ελάχιστον που όφειλε να κάνει ήταν να προβεί σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία και φυσικά και σε σχετική αναφορά στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ούτε το ένα έκανε μα ούτε και το άλλο, επομένως, στην περίπτωσή της ισχύουν απόλυτα τα εξής, από την Καλλής, ανωτέρω): «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος της εναγόμενης. (Υπ.) ..................... Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.