← Κύπρος

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ν. ΑΡΓΥΛΕΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 626/2017, 1/11/2018

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ν. ΑΡΓΥΛΕΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 626/2017, 1/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A439 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 626/2017 ΜΕΤΑΞΥ: xxxxxxx ΗΡΟΔΟΤΟΥ Ενάγοντας και ΑΡΓΥΛΕΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένη ----------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 12/04/18 για συνοπτική απόφαση) Ημερομηνία: 01 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Γ. Κωνσταντίνου για Κ. Χατζηπιέρα Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Κυπρίζογλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, ιδιοκτήτης εκσκαφέων που ασχολείται με την εκτέλεση εργασιών αποχετεύσεων και συναφών εργασιών, καταχώρησε την παρούσα αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 09/03/2017, ισχυριζόμενος ότι η εναγόμενη, εργολήπτρια εταιρεία η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών αποχετεύσεων Σ.Α.Λ.Α, του οφείλει υπόλοιπο αμοιβής σε σχέση με συμφωνηθείσες εργασίες που εκτέλεσε προς όφελος της κατά την περίοδο 31/07/2012 - 05/06/

  1. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2012, ενόσω δηλαδή εκτελούσε τις συμφωνηθείσες εργασίες, συμφώνησε με την εναγόμενη όπως τον προμηθεύει με καύσιμα για τα οχήματα του και όπως τα εν λόγω καύσιμα τα πληρώσει μετά το πέρας των εργασιών που του είχαν ανατεθεί. Είναι δε η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι για τις εκτελεσθείσες εργασίες τηρούσε σχετική κατάσταση λογαριασμού, η οποία, κατά την 31/10/2016 έδειχνε ότι η εναγόμενη του όφειλε ποσό €50.196,00, ενώ σύμφωνα με το λογαριασμό που τηρούσε η εναγόμενη σε σχέση με τα καύσιμα που τον προμήθευε, αυτός, από τις 18/03/2015 που ήταν και η τελευταία ημερομηνία που προμηθεύτηκε καύσιμα, όφειλε στην εναγόμενη €30.709,
  2. Στη βάση των πιο πάνω, ο ενάγοντας ζητά όπως αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη του οφείλει €50.196,00 και ότι αυτός της οφείλει €30.709,69 και όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ του για το ποσό των €19.486,31 πλέον τόκους από 05/06/2015, ως ποσό που προκύπτει δυνάμει τελικού λογαριασμού και/ή συμψηφισμού των εκατέρωθεν οφειλών. Μετά την επίδοση της αγωγής στην εναγόμενη, η τελευταία, αφού καταχώρησε εμφάνιση μέσω δικηγόρου, καταχώρησε μια λιτή υπεράσπιση στις 15/01/2018, αποτελούμενη από έξι παραγράφους, η οποία συνίσταται σε γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών του ενάγοντα. Αντιδρώντας στο εν λόγω δικόγραφο, η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 12/04/2018, ζητώντας στη βάση της Δ.18, συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγόμενης. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του ίδιου του ενάγοντα, ο οποίος, αφού αναφέρεται στις οδηγίες που είχε λάβει από την εναγόμενη στις 31/07/2012 για να διεξάγει προς όφελος της εργασίες στη Λεμεσό έναντι αμοιβής, παρουσιάζει ως Τεκ.3 σχετικά τιμολόγια τα οποία ισχυρίζεται ότι εξέδωσε μέχρι και τις 05/06/2015 που ολοκλήρωσε τις εργασίες του και τα οποία παρέδωσε στην εναγόμενη έναντι της υπογραφής της (όπως φαίνεται στα εν λόγω τιμολόγια), για το συνολικό ποσό των €118.355,
  3. Είναι δε η θέση του ότι μετά από διάφορες πληρωμές που του κατέβαλε η εναγόμενη συνολικού ύψους €68.159, παρέμεινε οφειλόμενο σ' αυτόν, το ποσό των €50.196,
  4. Όλες τις πιο πάνω χρεοπιστώσεις, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι τις κατέγραφε και σε σχετική κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε και την οποία κατέθεσε ως Τεκ.
  5. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2012 και ενόσω συνέχιζε να εκτελεί εργασίες για λογαριασμό της εναγόμενης έναντι αμοιβής, συμφώνησε με την τελευταία όπως τον προμηθεύει με καύσιμα για τα οχήματα του για σκοπούς εκτέλεσης των συμφωνηθείσων εργασιών και όπως αυτός πληρώσει τα εν λόγω καύσιμα, μετά την αποπεράτωση των εργασιών που του είχαν ανατεθεί. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι για τα καύσιμα που προμηθεύετο από την εναγόμενη, η τελευταία του εξέδιδε και του παρέδιδε σχετικό τιμολόγιο το οποίο αυτός αποδέχετο με την υπογραφή του και ότι οι σχετικές χρεώσεις που του γίνονταν, καταγράφονταν σε κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η εναγόμενη. Παραπέμποντας σε δέσμη τιμολογίων (Τεκ.5) και σε σχετική κατάσταση λογαριασμού της εναγομένης (Τεκ.4), ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι την 18/03/2015, ήτοι την τελευταία κατ' εκείνον ημερομηνία που προμηθεύτηκε καύσιμα από την εναγόμενη, όφειλε στην τελευταία το ποσό των €30.709,69, το οποίο αποδέχεται ως ορθό και δηλώνει ότι δεν το έχει πληρώσει. Ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη, έχουν εκατέρωθεν αποδεχτεί ότι οφείλουν ο ένας στον άλλο τα πιο πάνω ποσά και ότι τα επίμαχα καύσιμα συνολικής αξίας €30.709,69 τα προμηθεύτηκε για να εκτελέσει τις συμφωνηθείσες εργασίες, για τις οποίες εξακολουθούν να του οφείλονται €50.196,
  6. Λόγω τούτου, ισχυρίζεται ο ενάγοντας το μόνο ποσό που ουσιαστικά δικαιούται από την εναγόμενη είναι το ποσό των €19.486,31, ήτοι τη διαφορά μεταξύ των εκατέρωθεν οφειλών και το οποίο ποσό, παρά τις οχλήσεις του προς την εναγόμενη, η τελευταία παραλείπει να του το καταβάλει. Είναι τέλος η θέση του ενάγοντα ότι καμία υπεράσπιση αποκαλύπτεται από το δικόγραφο της εναγόμενης και ότι ο μόνος λόγος που η τελευταία έχει καταχωρήσει υπεράσπιση, είναι για σκοπούς καθυστέρησης. Στην αντίπερα όχθη, η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση του ενάγοντα υποστηριζόμενη από Ε/Δ δικηγορικής υπαλλήλου που εργάζεται στους δικηγόρους της εναγόμενης. Με την εν λόγω ένσταση προβάλλονται 17 συνολικά λόγοι για τους οποίους η εναγόμενη θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι αμιγώς νομικοί και αφορούν στο δικαίωμα της εναγόμενης να της επιτραπεί να προβάλει την υπεράσπιση της και να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης της. Προβάλλονται επίσης ως λόγοι ένστασης ισχυρισμοί ότι ο ενάγοντας έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα, ότι αντίθετα με τον ενάγοντα που δεν καταδεικνύει ξεκάθαρη απαίτηση, τα γεγονότα που αποκαλύπτει η εναγόμενη καταδεικνύουν καλή υπεράσπιση, ότι υπάρχει αμφισβήτηση, διαφωνία και αβεβαιότητα για το αξιούμενο ποσό και γενικά ότι δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Με την Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, η ομνύουσα ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και καταλήγει ότι το μόνο που ζητά η πλευρά της εναγομένης είναι την ευκαιρία να ακουστεί και να υπερασπιστεί επί της ουσίας της υπόθεσης ως είναι και το συνταγματικό της δικαίωμα. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι συνήγοροι την ανέπτυξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
  7. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)

(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017). «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και την πρόσφατη απόφαση BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018). Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος, να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης - «The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577).» (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Όπως λέχθηκε πολύ πρόσφατα στην Χαράκης ν. Βρυώνη, Π.Ε. Ε28/2017, 24/10/2018: «Η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση ή δεν υπάρχουν γεγονότα τέτοια που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση»». Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18, δεν θεωρώ αναγκαίο να επεκταθώ αναφορικά με το ότι αυτές όντως πληρούνται στην παρούσα υπόθεση, ενώ η Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, ήτοι το άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο. Αυτό επομένως που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι το κατά πόσο με τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατέθεσε ο ενάγοντας, απέδειξε αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη απαίτηση καθώς επίσης και κατά πόσο, σε αντίθεση με το τι ισχυρίζεται ο τελευταίος, η εναγόμενη έχει καταδείξει την ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης. Από το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης, δίδεται η πρώτη εντύπωση ότι ο κατ' ισχυρισμό συμψηφισμός των εκατέρωθεν αμοιβαίων και ανεξάρτητων υποχρεώσεων συνιστά τη βάση της αγωγής του ενάγοντα, πράγμα βέβαια ανεπίτρεπτο (βλ. Aντωνίου Nικόλαος διά της πληρεξουσίου αυτού αντιπροσώπου Γιαννούλας Παπαδοπούλου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 720 και Heatron Co. Ltd ν. Πολύκαρπου Nικολάου
(1999)1 ΑΑΔ 577). Αν και το θέμα δεν ηγέρθηκε από πλευράς εναγόμενης, κρίνω σκόπιμο όπως το εξετάσω εφόσον άπτεται άμεσα της αυτής καθ' αυτής της νομιμότητας της βάσης της αγωγής. Προσεκτική όμως ανάγνωση του συνόλου της έκθεσης απαίτησης, σε συνδυασμό με την Ε/Δ του ενάγοντα η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αποκαλύπτει ότι η ουσιαστική αξίωση του τελευταίου είναι καθαρά για το ποσό των €19.486,31 (βλ. κατ' αναλογία Βρυώνη ανωτέρω) με όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς αναφορικά με τον συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων να συνιστούν ουσιαστικά τον τρόπο και το λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας, από το συνολικό ποσό των €50.196,00 που του οφείλετο, διεκδικεί μόνο τις €19.486,
  1. Σε κάθε περίπτωση, οι εκατέρωθεν παρεχόμενες υπηρεσίες από τις οποίες προέκυψαν οι οφειλές, προβάλλονται να αλληλοσυνδέονται και να αφορούν στον ίδιο σκοπό, ήτοι την εκτέλεση των ανατεθείσων εργασιών. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί συμψηφισμού δηλαδή, δεν συνιστά τη βάση της αγωγής του ενάγοντα αλλά αποτελεί μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας αυτός καταλήγει να διεκδικεί το ποσό των €19.486,
  2. Τα όσα αναφέρονται στις παρ. 11 και 12 της Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση και τα οποία συνοψίζονται στην παρ.15 όπου ο ενάγοντας προχωρεί να εξηγήσει πώς είναι που κατ' εκείνον προέκυψε το αξιούμενο ποσό, το οποίο είναι και το μόνο που αξιώνεται, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές - «Αιτούμαι από το Δικαστήριο όπως αυτό εκδώσει απόφαση υπέρ μου για το ποσό των €19.486,31 (οφειλόμενο ποσό προς εμένα €50.196,00 μείον το ποσό που οφείλω στην Εναγόμενη ύψους €30.709,69, υπόλοιπο €19.486,31).». Δεν τίθεται επομένως οποιοδήποτε νομικό κώλυμα στην έγερση ή προώθηση της παρούσας αγωγής (βλ. Αντωνίου και Heatron ανωτέρω). Ως προς το πώς είναι που προκύπτουν όλα τα ανωτέρω ποσά, ο ενάγοντας έχει παρουσιάσει τα σχετικά τιμολόγια που αμφότερα τα μέρη φέρονται να εξέδωσαν, τα οποία παρουσιάζονται να είναι είτε δεόντως υπογραμμένα από τους παραλήπτες τους είτε πλήρως αποδεκτά καθώς και σχετικές καταστάσεις λογαριασμών που αμφότεροι φέρονται να τηρούσαν. Πρόσθετα τούτων, ο ενάγοντας δηλώνει ότι δέχεται ως ορθά και πλήρως οφειλόμενα όλα τα ποσά που αναφέρονται στα τιμολόγια και κατάσταση της εναγομένης, ενώ η κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τις εργασίες που αυτός εκτέλεσε, παρουσιάζει με λεπτομέρεια σωρεία χρεωπιστώσεων που έγιναν από τις 31/07/12 ως και τις 05/06/
  3. Από τα εν λόγω τεκμήρια δε, όλα τα ποσά που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι υφίστανται, παρουσιάζονται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στρεφόμενος στις θέσεις της πλευράς της εναγόμενης, όπως ανέφερα πιο πάνω, η καταχωρηθείσα υπεράσπιση περιορίζεται στην προβολή μιας γενικής άρνησης αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός επί γεγονότων ή έστω νομικών υπερασπίσεων. Η δε ένσταση της πλευράς εναγομένης, η οποία υπενθυμίζω υποστηρίζεται από Ε/Δ υπαλλήλου των δικηγόρων της εναγομένης και όχι από οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλεκόμενο στα επίδικα γεγονότα, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τη δικογραφημένη γενική άρνηση της εναγόμενης και καμία αναφορά κάνει σε οποιαδήποτε γεγονότα αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης ή έστω σε γεγονότα που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν κάποια υπεράσπιση, νομική ή πραγματική, ως η εναγόμενη γενικά και αόριστα ισχυρίζεται ότι έχει. Οι ισχυρισμοί δε και τα τεκμήρια που παρουσίασε με την αίτηση και Ε/Δ του ο ενάγοντας, πλην μιας γενικής άρνησης στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, δεν σχολιάζονται καν από πλευράς εναγόμενης και στην ουσία παρέμειναν αναντίλεκτα. Ούτε όμως επιχειρήθηκε οποιαδήποτε αντεξέταση του ενάγοντα. Ακόμη και αυτοί οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται ως προς τα κατ' ισχυρισμό κωλύματα του ενάγοντα να ζητά συνοπτική απόφαση (π.χ. απόκρυψη γεγονότων), αυτοί παρατίθενται απλά στην ένσταση και Ε/Δ της πλευράς της εναγόμενης, χωρίς καμία επεξήγηση ή εξειδίκευση. Κοντολογίς, η όλη εικόνα που αναδύεται από το δικόγραφο και την ένσταση και Ε/Δ που καταχώρησε η εναγόμενη, όχι μόνο δεν δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης του ενάγοντα αλλά αντίθετα, επιβεβαιώνει τη θέση του τελευταίου ότι η εναγόμενη, καμία νομική ή πραγματική υπεράσπιση έχει, σε σχέση με τις πλήρως αποδεδειγμένες αξιώσεις του και ότι αποκλειστικός σκοπός της είναι η η πρόκληση καθυστέρησης. Στη βάση όλων των πιο πάνω και εφόσον από πλευράς εναγόμενης δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή αμφισβήτηση του αξιούμενου ποσού ή των γεγονότων που το περιβάλλουν, η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγόμενης για το ποσό των €19.486,31 πλέον νόμιμο τόκο από 05/06/2015 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.