AVENA NORDIC GRAIN OY ν. ZADOROZHNY, Αρ. Αγωγής: 2278/18, 13/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A521 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2278/18 Μεταξύ: AVENA NORDIC GRAIN OY Εναγόντων -και- 1. XXXXX ZADOROZHNY 2. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED 3. BITIMPEX ANSTALT LTD 4. XXXXX MIROSHNITSENKO Εναγομένων ....... Αίτηση ημερ. 23.10.18 υπό Εναγόντων για Ενδιάμεσα Διατάγματα 13 Δεκεμβρίου 2018 Για Ενάγουσα: κ. Γ. Μούντης και κ. Δ. Παπαπολυβίου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη 2: κ. Σ. Κάσινος για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 3, 4: Καμιά εμφάνιση Εκ μέρους της Ενάγουσας παρόντες οι κ. Asmo Ritala και Kaija Viljanen ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση της η Ενάγουσα αιτήθηκε μονομερώς την έκδοση πέντε διαταγμάτων διά των οποίων, ως αυτά δύνανται να συνοψιστούν, ζητά: Α) Να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 να αποξενώσει ή επιβαρύνει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία του και ή περιουσία στην οποία έχει συμφέρον άμεσα ή έμμεσα στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων μετοχών στις οποίες είναι εγγεγραμμένος δικαιούχος και ή τελικός δικαιούχος στις εταιρείες (
- i)Bitimpex Anstalt Ltd (Εναγόμενη 3) και (
- ii)Bitimpex Energy Ltd και ή να δεσμεύονται και ή παγοποιούνται όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί και ή οι καταθέσεις του (Εναγομένου 1) στην Κύπρο και ή στο εξωτερικό μέχρι ποσού €3.722.990,27 και ή άλλου ποσού ήθελε θεωρηθεί πρέπον μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Β) Να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 όπως εντός επτά ημερών καταχωρίσουν ένορκες δηλώσεις παρέχοντας τις πληροφορίες, στοιχεία και αντίγραφα εγγράφων για την περίοδο από τις 11.10.17 μέχρι την καταχώριση της κάθε ένορκης δήλωσης, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται για τον καθένα στα αιτητικά υπό Β έως Ε, αντίστοιχα. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 4, 5, 9 του Κεφ.6, στα άρθρα 29-33 και 41 του Ν.14/60, στα άρθρα 3, 4 και 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31
(1)/92, στις Δ.9 κ.4, Δ.27 κ.4, Δ.39, Δ.48 κ. 1, 2,8, στις νομολογιακές αρχές των υποθέσεων Mareva, Norwich Pharmacal, Bankers Trust και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο εκ των συμβούλων της Ενάγουσας κ. Ritala αναφέρεται με λεπτομέρεια στο ιστορικό της υπόθεσης και στα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην καταχώριση της αίτησης. Ο ενόρκως δηλών προβάλλει, εν ολίγοις, ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο εμπνευστής και ιθύνων νους σε σχέδιο εξαπάτησης και καταδολίευσης εις βάρος της Ενάγουσας, στο οποίο χρησιμοποιήθηκε ως μέσο καταδολίευσης ("fraud vehicle") η Εναγομένη 3 εταιρεία ενώ η Εναγομένη 4 είναι διαμένουσα στη Λεμεσό και εμφανίζετο ως αξιωματούχος της Εναγομένης 3, πλην όμως λόγω μεταγενέστερων εξελίξεων είναι πλέον αμφίβολος ο ρόλος της και κατά πόσον ήταν όντως εξουσιοδοτημένη να ενεργεί εκ μέρους της Εναγομένης
- Τόσον η Εναγομένη 4 όσον και η Εναγομένη 2, τράπεζα, ενάγονται κατ' αρχάς ως αναγκαίοι διάδικοι για σκοπούς αποκάλυψης των αιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Η ουσία της θέσης της Ενάγουσας είναι πως η ίδια είναι θύμα του δόλιου και καλά ενορχηστρωμένου σχεδίου απάτης υπό του Εναγομένου 1 αφού ως ισχυρίζεται, βασιζόμενη στις ψευδείς παραστάσεις του, η ίδια είχε συμβληθεί με την Εναγομένη 3 και στα πλαίσια αυτά ο Εναγόμενος 1 κατάφερε να αποσπάσει μεγάλα χρηματικά ποσά και να εκθέσει την Ενάγουσα σε άλλα τρίτα πρόσωπα με τα οποία η ίδια είχε συμβληθεί. Πέραν δε των χρημάτων που κατέβαλε (στους Εναγομένους 1 και 3) η Ενάγουσα υποχρεώθηκε να υποστεί επιπλέον έξοδα ούτως ώστε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει προς τρίτους. Το σύνολο των γεγονότων παρατίθεται αναλυτικά στις παραγράφους 13-78 της ένορκης δήλωσης και σε αυτά θα γίνει ειδικότερη αναφορά κατωτέρω, εάν και όπου απαιτείται. Επίδοση Αίτησης Κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης το Δικαστήριο έκρινε πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και διέταξε την επίδοση της. Μετά την πραγματοποιηθείσα επίδοση προς όλους εμφανίστηκε μόνον η Εναγόμενη 2 τράπεζα, η οποία και καταχώρισε ένσταση στην αίτηση. Σημειώνεται πως κάποια έγγραφα υπό τον τίτλο «ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ», τα οποία απέστειλε στο Δικαστήριο μέσω του Αρχιπρωτοκολλητή στις 6.12.18 η Εναγόμενη 3, δηλαδή μετά την επιφύλαξη της παρούσας απόφασης, ούτε συνάδουν με τους Θεσμούς, ούτε συνιστούν ένσταση και ούτε καταχωρίστηκαν με άδεια του Δικαστηρίου, οπότε δεν μπορούν και δεν λαμβάνονται υπόψιν. Ένσταση Εναγομένης 2 Η Εναγομένη 2 προέβαλε 10 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι εστιάζονται και συνοψίζονται στο ότι:
- Η ίδια δεσμεύεται από σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες της καθώς και από το άρθρο 29 του Ν.66
(1)/97 περί απορρήτου. 2. Οι πληροφορίες οι οποίες ζητούνται συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα βάσει του Ν.125
(1)/
- Τα διατάγματα δεν δικαιολογούνται από το δημόσιο συμφέρον
- Οι ζητούμενες στα Γ(α) και Γ(β) πληροφορίες καλύπτονται ήδη από διάταγμα ημερ. 17.7.18 στα πλαίσια άλλης γενικής αίτησης.
- Το λεκτικό του αιτητικού Γ(β) είναι ασαφές.
- Οι πληροφορίες του αιτητικού Γ(γ) υπερβαίνουν το αναγκαίο και εν πάση περιπτώσει μπορούν να ληφθούν από τους Εναγομένους 3 και
- Η Ενάγουσα έχει ήδη στη διάθεση της τις αναγκαίες πληροφορίες για προώθηση οποιασδήποτε αγωγής.
- Η αίτηση είναι ανυπόστατη.
- Δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
- Τυχόν έκδοση διατάγματος πρέπει να συνοδεύεται από ρητή ανάληψη υποχρέωσης μη χρήσης εναντίον της Εναγομένης 2, καθώς και καταβολής προς την ίδια των εξόδων της. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η υπάλληλος της Εναγομένης 2, κα Παπαδοπούλου, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και επεξηγεί τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης. Στην αγόρευση της η Εναγομένη 2 δίδει πρωτίστως έμφαση στο κατοχυρωμένο από τον Ν.66
(1)/97 τραπεζικό απόρρητο. Δέχεται ότι αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος πλην όμως ισχυρίζεται ότι δεν έχει καταδειχθεί πως η έκδοση των διαταγμάτων υπερέχει της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη, διότι οι πληροφορίες δεν είναι αναγκαίες, οι Εναγόμενοι 1 και 3 διατάχθηκαν ήδη να τις παράσχουν όσον αφορά τις παραγράφους Γ(α) και (β) ενώ για την παράγραφο Γ(γ) μπορούν να εξασφαλιστούν από τους Εναγομένους 3 και 4. Νομική Πτυχή Όπως καθίσταται αντιληπτό, με το αιτητικό Α της αίτησης βασικά ζητείται διάταγμα παγοποίησης ("freezing order") ακίνητης και κινητής ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1 καθώς και παγοποίηση λογαριασμών μέχρι €3.722.990, οπουδήποτε και αν βρίσκεται αυτή η περιουσία, ούτως ώστε σε περίπτωση κατά την οποία επιτύχει η Ενάγουσα στην αγωγή της να μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση της. Πρόκειται στην ουσία για ένα διάταγμα τύπου "mareva" οικουμενικής ισχύος (worldwide) στη βάση της γνωστής νομολογίας όπως εξελίχθηκε μετά την υπόθεση Mareva Compania Marieva S.A. v. International Bulk Carriers S.A.
(1980)1 All E.R. 213, σε συνδυασμό όμως με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ.6 για την παγοποίηση και ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 1, οπουδήποτε και αν αυτή ευρίσκεται. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμης «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» 2016, (σελ.213) το δικαίωμα για ένα τέτοιο προσωρινό διάταγμα τύπου mareva είναι επικουρικό και παρεμπίπτον στο υφιστάμενο αγώγιμο δικαίωμα, εξ ου και για την έκδοση του θα πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Θα πρέπει συνεπώς να καταδεικνύεται: α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας γ) ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης στο μέλλον Προστίθεται πως το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται διάταγμα παγοποίησης πρέπει να είναι διάδικος και να υφίσταται καλό αγώγιμο δικαίωμα ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εναντίον του ιδίου. Η παρεχόμενη όμως από το άρθρο 32 εξουσία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσίας η οποία δεν είναι αντικείμενο της αγωγής «...πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους» («ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», ανωτέρω, σελ.214 και Marketrends (Capital Marked) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759). Μάλιστα, πέραν από τις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32, απαιτείται η συνδρομή και κάποιων άλλων, ειδικών προϋποθέσεων. Όσον αφορά αυτές και με παραπομπή στη σχετική νομολογία, αναφέρονται στο πιο πάνω σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» (σελ.215, 216) τα εξής: «Πέραν των γενικών προϋποθέσεων, ο ενάγων θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσει το δικαστήριο ότι:- (α) Υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσής τους, και (γ) ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης. Ο ενάγων θα πρέπει, για ικανοποίηση του δικαστηρίου, να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία για τα πιο πάνω. Το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει, πέραν των γενικών κριτηρίων, να στρέψει την προσοχή του μεταξύ άλλων:- (α) Στη φύση της περιουσίας της οποίας ζητείται η δέσμευση. Για παράδειγμα, κατά πόσον πρόκειται για στοιχείο που εύκολα σπαταλείται, π.χ. χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο που πιο δύσκολα αποξενώνεται, όπως ακίνητη περιουσία, (β) στον κίνδυνο επίταξης ή μεταφοράς της κινητής περιουσίας εκτός δικαιοδοσίας, (γ) την οικονομική κατάσταση του εναγομένου και τον κίνδυνο να μη μπορέσει να ικανοποιήσει μια μελλοντική απόφαση εναντίον του σε περίπτωση που σπαταλήσει ή μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας τα κινητά περιουσιακά του στοιχεία, (δ) τη μόνιμη κατοικία του εναγομένου και το χρόνο διαμονής στην επικράτεια, (ε) το ιστορικό που αφορά στην πιστωτική ικανότητα του εναγομένου. Στην υπόθεση Poltava Petroleum Co ν. Mexana Oil Ltd κ.α., το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας το πρωτόδικο δικαστήριο, εξέδωσε το ζητούμενο διάταγμα τύπου Mareva. Βρήκε ότι υπήρχε βάσιμος κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Έκρινε επίσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως υπόψη τέσσερις παράγοντες:- (α) Τη φύση του αντικειμένου που ήταν χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό, το οποίο εύκολα μπορούσε να μεταφερθεί στο εξωτερικό, (β) τη φύση, υπόσταση και τον τρόπο λειτουργίας της εναγομένης εταιρείας η οποία ήταν υπεράκτια και δεν διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο αλλά στο εξωτερικό και οι διοικητικοί σύμβουλοι εξουσιοδότησαν αλλοδαπό στο εξωτερικό να ενεργεί με γενικό πληρεξούσιο, (γ) τη σύντομη διάρκεια ζωής της εναγομένης εταιρείας στην Κύπρο στην αγορά της οποίας δεν είχε οποιαδήποτε φήμη και ούτε διεξήγαγε οποιεσδήποτε εργασίες (όλες οι εργασίες της ήταν στην Ουκρανία) και (δ) τη συμπεριφορά της εναγομένης με την απόκρυψη ισχυρισμών και την παρουσίαση αντιφατικών ισχυρισμών σε άλλες συναφείς και σχετικές διαδικασίες.» Να διευκρινιστεί όμως πως για να δεσμευθεί ολόκληρη η ακίνητη περιουσία ενός εναγόμενου, οπουδήποτε και αν αυτή βρίσκεται, θα πρέπει να επεξηγηθεί στο δικαστήριο η αναγκαιότητα για μία τέτοια γενική δέσμευση. Επίσης θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομέρειες της ακίνητης περιουσίας καθώς και υπολογισμός της αξίας της (βλ. «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ, ανωτέρω, σελ.212 και Seamark v. Lasala
(2007)1(A) A.A.Δ. 162). Βασικά θα πρέπει να παρατίθεται μαρτυρία για την ακίνητη ιδιοκτησία, για την αξία της και για τον λόγο που απαιτείται η συνολική δέσμευση της. Ως προς αυτή την πτυχή ασφαλώς έχουν τη σημασία τους τα υποβοηθητικά διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, τα οποία υπό κανονικές περιστάσεις προηγούνται της αίτησης για mareva. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα διεκδικεί εναντίον του Εναγόμενου 1 με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της: α) Απόφαση για €3.722.990 ως ειδικές αποζημιώσεις και ή ως απώλεια συνεπεία δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή απάτης και ή συνωμοσίας προς καταδολίευση β) Γενικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για τους ίδιους λόγους Δεν έχει καταχωριστεί ακόμα έκθεση απαίτησης πλην όμως τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση καταδεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ουσιαστικά η Ενάγουσα επικαλείται τη διάπραξη αστικών αδικημάτων, βάσεις οι οποίες αναμφίβολα συνιστούν γνωστές στον νόμο και στο κοινοδίκαιο αιτίες αγωγής, για τις οποίες υπό κατάλληλες περιστάσεις δυνατό να χορηγηθεί ανάλογη θεραπεία υπέρ της και εις βάρος του Εναγομένου 1. Όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας αρκεί να σημειωθεί, για σκοπούς της αίτησης, πως τα όσα παρέθεσε η Ενάγουσα μέσω της ένορκης δήλωσης της έχουν παραμείνει αναντίλεκτα ενώπιον του δικαστηρίου. Ειδικότερα η θέση της Ενάγουσας είναι πως από τον Οκτώβριο του 2017 έως και τις αρχές του 2018 κατόπιν διαπραγματεύσεων στις οποίες έλαβε μέρος ο Εναγόμενος 1 (εμφανιζόμενος ως ιδιοκτήτης της Εναγομένης 3) και με φερόμενη ανάμειξη της Εναγομένης 4, η ίδια η Ενάγουσα παρήγγειλε και συμφώνησε να αγοράσει διάφορες ποσότητες σιτηρών για τις οποίες, αν και κατέβαλε διάφορα ποσά και υπέστη έξοδα, εντούτοις ουδέποτε παρέλαβε, υφιστάμενη έτσι περαιτέρω ζημιές παρά τις συνεχείς προσπάθειες της. Συνολικά αναφέρεται σε α) €1.154.811 τα οποία κατέβαλε μέχρι τις 13.12.17 στον λογαριασμό της Εναγομένης 3 υπ' αρ. ΙΒΑΝ CY96 ...01, ο οποίος τηρείτο από την Εναγομένη 2 τράπεζα β) €756.650 ως έξοδα αποκατάστασης προς δικούς της πελάτες (Glencore και ADM) γ) €720.000 ως δικό της διαφυγόν κέρδος δ) €20.000 ως έξοδα μεσιτών (Skovs Korn A/S) ε) USD 22.233 ως έξοδα ακύρωσης μεταφοράς στ) €429.883 ως ζημιά λόγω αγοράς κάλυψης σε ψηλότερες τιμές (για ADM). Η Ενάγουσα δεν προσδιορίζει κατά τον ίδιο τρόπο την κατ' ισχυρισμό ζημιά της λόγω της επιπρόσθετης αγοράς κάλυψης προς εξυπηρέτηση της Off Oz Ltd, πλην όμως αναφέρεται στο ότι το σύνολο των ζημιών της υπερβαίνει τα €3.000.000 και όντως τα πιο πάνω ποσά ανέρχονται σε αυτό το ύψος, (ήτοι €3.081.344 συν τα USD22.233). Εκτιμάται δε, στη βάση της παρατεθείσας μαρτυρίας, πως υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή της αφού τα όσα αναφέρει για τον Εναγόμενο 1, εάν παραμείνουν αναντίλεκτα ή γίνουν αποδεκτά κατά την ακρόαση της ουσίας, αναμένεται να στοιχειοθετήσουν τις αιτίες αγωγής στις οποίες αναφέρεται. Δεν αναμένεται βέβαια η οριστική επίλυση τέτοιων ζητημάτων σε αυτό το στάδιο ή η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα επί αμφισβητούμενων ζητημάτων (Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση αρκεί να λεχθεί πως αυτή συναρτάται προς την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος τη θεραπεία και σχετίζεται με την πιθανότητα να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της τελικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Στην παρούσα και στη βάση της αποδιδόμενης στον Εναγόμενο 1 συμπεριφοράς είναι σαφές πως υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες η Ενάγουσα κατά την εκτέλεση τυχόν απόφασης υπέρ της, ιδίως ενόψει των στοιχείων που παρατίθενται ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στη Γενική Αίτηση υπ' αρ. 226/18 και ότι υπήρξε αποξένωση χρηματικών ποσών της Εναγομένης 3 ενώ η ίδια, ούσα αλλοδαπή εταιρεία, επιδεικνύει αδιαφορία για τις δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο. Η πιθανότητα δε τα χρηματικά ποσά να διακινηθούν μέσω του Εναγομένου 1 ή και ο ίδιος να αποξενώσει άλλη κινητή του ιδιοκτησία (π.χ. τα καταβληθέντα ή άλλα χρήματα ή τις μετοχές του) είναι επίσης υπαρκτή, λαμβανομένης υπόψιν της ευκολίας με την οποία αυτό είναι δυνατό να συμβεί εν σχέσει με κινητή ιδιοκτησία στη σύγχρονη εποχή. Υπό τις ως άνω περιστάσεις κρίνω, όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, πως η πλάστιγγα γέρνει εμφανώς προς όφελος της Ενάγουσας. Θεωρώ πως η δέσμευση κινητής περιουσίας μέχρι €3.100.000 ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, λαμβάνοντας υπόψιν την περιγραφόμενη δράση του Εναγομένου 1 και τον αναντίλεκτα υπαρκτό κίνδυνο η όποια απόφαση εξασφαλιστεί να μην δύναται να εκτελεστεί. Δεν συμφωνώ, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ότι δικαιολογείται η γενική δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το αιτητικό, δηλαδή χωρίς περιορισμό και χωρίς κάποια αναφορά για την ακίνητη περιουσία και την αξία της. Θεωρώ πως ένα τέτοιο διάταγμα θα μπορούσε να προκύψει ευχερέστερα μετά την εκτέλεση τυχόν εκδοθησομένου διατάγματος αποκάλυψης. Διατάγματα Norwich Pharmacal και Bankers Trust Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal καθιερώθηκαν ευρύτερα μετά την ομώνυμη υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners and Custom Excise
(1973)2 All E.R. 943 και έχουν στον πυρήνα τους την επιβολή καθήκοντος χορήγησης πληροφοριών και αποκάλυψης ονομάτων αδικοπραγούντων. Όπως εξηγεί ο Δικαστής Ναθαναήλ στην Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, η πιο πάνω αρχή επεκτάθηκε αργότερα: - Με την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309 ούτως ώστε ο ενάγων να δύναται να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για έγερση αγωγής εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα μπορούσε να διακριβωθεί χωρίς τις δοθείσες πληροφορίες κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο διέπραξε αδίκημα εναντίον του ενάγοντος. - Με την Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29 στην οποία αποφασίστηκε πως η εξουσία αυτή, στο δίκαιο της επιείκειας, είναι γενικής φύσεως, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο (εις βάρος του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη), αναμίχθηκε σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα δικαιώματα του ενάγοντος και δεν περιορίζεται στην αποκάλυψη του αδικοπραγήσαντος εναντίον τρίτου προσώπου μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Όπως προστίθεται, στην πορεία η δικαιοδοσία μετεξελίχθηκε ούτως ώστε πλέον είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών. - Με την Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616 ούτως ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της (αρχής) σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων, π.χ. η αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο συνεργαζόμενο με τον μελλοντικό εναγόμενο, ούτως ώστε ο ενάγων να είναι σε θέση να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Όπως και στην Avila (άνω) αναφέρεται, οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στη Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 ως εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): (
- i)πρέπει να έχει διαπραχθεί ή πιθανότατα να έχει διαπραχθεί κάποια αδικοπραξία από κάποιο τελικό αδικοπραγούντα. (
- ii)πρέπει να υπάρχει ανάγκη για διάταγμα ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται το διάταγμα πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανώς σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες οι οποίες θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Όπως καταλήγει ο Δικαστής Ναθαναήλ στην πιο πάνω υπόθεση Avila: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Διευκρινίζεται τέλος πως για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal προϋποτίθεται, πέραν των πιο πάνω ειδικότερων προϋποθέσεων, απαραιτήτως και πάλι η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32, όπως και η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Όσον αφορά το διάταγμα τύπου Bankers Trust αυτό έλκει την ονομασία του από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapiva
(1980)1 W.L.R.
- Στην υπόθεση εκείνη η εξαπατηθείσα ενάγουσα (τράπεζα) είχε συνενώσει στην αγωγή της εναντίον των φερομένων ως «απατεώνων» και την τράπεζα ("Discount Bank") στην οποίαν είχε καταλήξει σημαντικό μέρος των αποσπασθέντων χρημάτων. Με ex parte αίτηση της η ενάγουσα ζητούσε εναντίον όλων διάταγμα αποκάλυψης των υπολοίπων σε τραπεζικούς λογαριασμούς των «απατεώνων» και περαιτέρω εναντίον της εναγομένης 3 τράπεζας διάταγμα αποκάλυψης και λήψης αντιγράφων κάθε αλληλογραφίας, επιταγών, ενταλμάτων πληρωμής, αιτήσεων, σημειωμάτων κλπ σχετιζομένων με τους δράστες. Όπως ανέφερε το Αγγλικό Εφετείο: "The action they have brought is quite clearly to trace and follow these funds which the Bankers Trust Co. have been fraudulently deprived of. It operates in common law and in equity as a right to follow and trace the moneys". Πιο κάτω και καταλήγοντας στην έκδοση των διαταγμάτων ανέφερε τα ακόλουθα: "So here the Discount Bank incur no personal liability: but they got mixed up, through no fault of their own, in the tortious or wrongful acts of these two men: and they come under a duty to assist the Bankers Trust Co. of New York by giving them and the court full information and disclosing the identity of the wrongdoers. In this case the particular point is "full information." This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and correspondence relating to it. It should only be done when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money — as, for instance, when the customer has got the money by fraud — or other wrongdoing — and paid it into his account at the bank. The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour I'Etranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B.
- The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd. v. Putterill [1968] 1 Q.B.
- If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents — for that is the only way of tracing the money or of knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.H. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery. The plaintiff must of course give an undertaking in damages to the bank and must pay all and any expenses to which the bank is put in making the discovery: and the documents, once seen, must be used solely for the purpose of following and tracing the money: and not for any other purpose". Είναι προφανές πως αποκλειστικός σκοπός της χορήγησης διατάγματος τύπου Bankers Trust είναι η παρακολούθηση της διακίνησης και η ιχνηλάτηση περιουσίας. Είναι δε ιδιαίτερης σημασίας πως τα έγγραφα και πληροφορίες δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο προς τον σκοπό παρακολούθησης και εντοπισμού των χρημάτων και όχι για οποιονδήποτε άλλον σκοπό. Γενικότερα όμως και στη βάση των όσων αναφέρονται στο πιο πάνω σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» (σελ.260) θα πρέπει να σημειωθεί πως τέτοιου είδους διατάγματα (αποκάλυψης) τυγχάνουν χρήσης προς υποβοήθηση των διαταγμάτων παγοποίησης π.χ. για να εξακριβωθεί ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον εναγόμενο και ποια σε τρίτα πρόσωπα ούτως ώστε να κατασχεθούν από τον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης ενός διατάγματος παγοποίησης ούτως ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή και να καθίσταται δυνατός ο μεταγενέστερος έλεγχος συμμόρφωσης με το διάταγμα παγοποίησης (Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., Πολ. Έφ. 182/12 κ.α. ημερ. 18.1.16). Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για τη διαπίστωση ότι, στην πραγματικότητα, στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα επιδιώκει με τα αιτητικά της κάποιο συνδυασμό των πιο πάνω διαταγμάτων δεδομένου ότι αιτήθηκε: α) για τον Εναγόμενο 1 παγοποίηση καθώς και πληροφορίες για την περιουσία του β) για την Εναγόμενη 2 πληροφορίες για τη διακίνηση των χρημάτων που η Ενάγουσα κατέβαλε [Γ(α)], καθώς και για όλους τους λογαριασμούς του Εναγομένου 1 και της Εναγομένης 3 αλλά όμως και για άλλες εταιρείες συνδεδεμένες ή σχετιζόμενες με τον Εναγόμενο 1 [Γ(β)] καθώς και πληροφορίες για το ιδιοκτησιακό και διοικητικό καθεστώς της Εναγομένης 3 [Γ(γ)] γ) για την Εναγομένη 3 πληροφορίες για τη διακίνηση των χρημάτων που κατέβαλε καθώς και για το ιδιοκτησιακό και διοικητικό καθεστώς της [Δ(α), (β)] δ) για την Εναγομένη 4 πληροφορίες για τη σχέση της με τους Εναγομένους 1 και 3 και την ανάμιξη της στις επίδικες συμφωνίες [Ε(α)]. Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος και η πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς τις ειδικότερες προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων θα πρέπει να σημειωθεί ότι: i. Για τις ανάγκες αυτού του ενδιάμεσου σταδίου έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό πως πιθανότατα έχει διαπραχθεί κάποια αδικοπραξία δεδομένου ότι στη βάση των αλλεπάλληλων και κατ' ισχυρισμόν ανυπόστατων παραστάσεων εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3 η Ενάγουσα φέρεται να έχει εξαπατηθεί και εμβάσει διάφορα χρηματικά ποσά στον επίμαχο λογαριασμό χωρίς οποτεδήποτε να λάβει αντάλλαγμα, ως ήταν οι συμφωνίες, υπό συνθήκες μάλιστα οι οποίες δημιουργούν κάποια ερωτηματικά για τη χρήση της Εναγομένης 3 ως οντότητας. ii. Όπως έχει αναφερθεί στην Avila (ανωτέρω) το Δικαστήριο θα πρέπει να πεισθεί ότι υπάρχει όντως πρόθεση έγερσης αγωγής και η λήψη των πληροφοριών να είναι πράγματι αναγκαία για ένα τέτοιο σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση έχει μεν καταχωριστεί ήδη η αγωγή πλην όμως καθ' όσον αφορά χρηματικές αξιώσεις αυτό έγινε βασικά μόνο για τον Εναγόμενο 1 και τούτο επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Για να μπορέσει η Ενάγουσα να προωθήσει τις αξιώσεις της τόσο εναντίον του όσο και εναντίον άλλων - εάν διαφανεί η συμμετοχή τους - με την καταχώριση συγκεκριμένης, εξειδικευμένης και αρκούντως λεπτομερούς έκθεσης απαίτησης τόσο από πλευράς γεγονότων όσο και από πλευράς ειδικών αξιώσεων, καθίσταται αυταπόδεικτο πως απαιτείται η συλλογή διαφόρων πληροφοριών. Όπως προκύπτει από την Mercantile Group (Europe) AG ν. Aiyela
(1994)Q.Β. 366 η εξέλιξη της νομολογίας επιτρέπει την έκδοση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal και για τη συγκέντρωση των αναγκαίων σχετικών πληροφοριών. Σε αντίθετη περίπτωση η Ενάγουσα θα κινείται στα τυφλά και στη βάση μόνο εικασιών ή υπονοιών για τις επιμέρους λεπτομέρειες και πληροφορίες οι οποίες αναμφίβολα σχετίζονται και είναι αναγκαίες για την τελική διαμόρφωση της αξίωσης της. Δεν παραγνωρίζω ότι η νομολογία αναφέρεται σε κατάδειξη γνήσιας και ειλικρινούς πρόθεσης καταχώρισης αγωγής, πλην όμως θεωρώ πως η καταχώριση ήδη της αγωγής για τον Εναγόμενο 1 πληροί στον απαραίτητο βαθμό το εν λόγω κριτήριο, υπό την έννοια ότι εάν αρκεί η πρόθεση καταχώρισης τότε πολύ περισσότερο ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή η ίδια η καταχώριση, κατά λογική προέκταση. Μια τέτοια πορεία κρίνεται πως συνάδει με την επέκταση της αρχής στην P.V.T. Ltd (ανωτέρω) αφού προσφέρει τη δυνατότητα στην Ενάγουσα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για προώθηση της αγωγής της και, όπως έχει λεχθεί στην Carlton (ανωτέρω), να μπορέσει να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση της όταν θα έχει στη διάθεση της τα αναγκαία γεγονότα και στοιχεία τόσο για τον ίδιο όσον και για άλλους εμπλεκομένους. iii. (α) Παρά τις όποιες αναφορές στην εταιρεία, στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα παρουσιάζει ως τελικό αδικοπραγούντα τον Εναγόμενο 1 και ως αναμειχθείσα (εκ της ιδιότητας της) στις ενέργειες του την Εναγόμενη 3 (fraud vehicle). Δεν τίθεται βεβαίως στη βάση του μαρτυρικού υλικού οποιοδήποτε ζήτημα εκούσιας ανάμειξης της Εναγόμενης 2 στην πιθανή αδικοπραξία. Ό,τι έπραξε φέρεται να το έπραξε υπό την ιδιότητα της ως Πιστωτικό Ίδρυμα στη βάση συμβατικών της υποχρεώσεων και η όποια διευκόλυνση υπήρξε ήταν εντός αυτών των πλαισίων, χωρίς βεβαίως πρόθεση συμμετοχής εν γνώσει της σε τυχόν αδικοπραξία, κάτι το οποίο επί του παρόντος ισχύει και για την Εναγομένη
- Όπως και η Ενάγουσα δηλώνει, οι Εναγόμενες 2 και 4 έχουν προστεθεί ως συνεναγόμενες αποκλειστικά για σκοπούς εξασφάλισης των πληροφοριών εκ μέρους τους (τουλάχιστον επί του παρόντος και νοουμένου ότι δεν προκύψει εμπλοκή τους στην κατ' ισχυρισμόν αδικοπραξία). Είναι και εδώ χρήσιμη η παραπομπή στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ (ανωτέρω, σελ. 262 επ.) όπου αναφέρεται ότι για το τρίτο πρόσωπο δεν απαιτείται να έχει άμεση, ουσιαστική ή προκαταρκτική ανάμειξη. Αρκεί να εμπλέκεται με κάποιο τρόπο, ακόμα και εντελώς αθώα στην αλυσίδα των γεγονότων τα οποία οδήγησαν στην παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος και τέτοια πρόσωπα ενδέχεται να είναι, μεταξύ άλλων οι τραπεζίτες και οι διαχειριστές. Η υποχρέωση τους έγκειται στο να παράσχουν πλήρη πληροφόρηση και να αποκαλύψουν την ταυτότητα των δραστών αλλά περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία και δεν θεωρείται απεριόριστη. Στην παρούσα, είναι όντως σαφές ότι η Εναγομένη 2, έστω και αθώα έχει εμπλακεί στην κατ' ισχυρισμόν αδικοπραξία και έχει δώσει κάποιες διευκολύνσεις αφού οι πληρωμές εκ μέρους της Ενάγουσας κατέληξαν σε λογαριασμό της Εναγομένης 3, τηρούμενο από την Εναγομένη
- Καταλήγω πως υπό την προϋπόθεση κάποιων τροποποιήσεων στο αιτητικό, είναι σε θέση να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες. Οι πιο πάνω πληροφορίες όντως θα διευκολύνουν τη διαπίστωση του πραγματικού ρόλου της Εναγομένης 4, η οποία σαφώς επίσης φέρεται αναμεμιγμένη στη ροή των γεγονότων, αν και η Ενάγουσα αναγνωρίζει επί του παρόντος πως δεν κατέχει στοιχεία ότι ενεπλάκη εν γνώσει της και με δόλια πρόθεση στην κατ' ισχυρισμόν αδικοπραξία. Κρίνω ότι και η Εναγόμενη 4 είναι σε θέση να παράσχει τις πληροφορίες που την αφορούν. (β) Στη βάση όλων των πιο πάνω αναμφίβολα οι Εναγόμενοι είναι σε θέση να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την οριστική διαμόρφωση και προώθηση της αξίωσης της Ενάγουσας και κυρίως προς παρακολούθηση, ιχνηλάτηση και εντοπισμό των χρημάτων τα οποία κατ' ισχυρισμόν αποσπάστηκαν από την Ενάγουσα με τον τρόπο που η ίδια ισχυρίζεται. Εξεταζομένης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 εν σχέσει με τα διατάγματα Norwich Pharmacal και Bankers Trust έχω την άποψη πως, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, ισχύουν και για την παρούσα όσα σχετικά είχαν αναφερθεί στην Avila (ανωτέρω). Οι πληροφορίες και τα στοιχεία σχετικά με τους λογαριασμούς είναι απαραίτητα για την Ενάγουσα ούτως ώστε να ενημερωθεί για το τι πραγματικά υπήρχε στους λογαριασμούς, να διαμορφώσει ορθή άποψη για τα γεγονότα διακίνησης των χρημάτων αυτών, να συγκεκριμενοποιήσει την αξίωση του στη βάση πραγματικών γεγονότων και να προωθήσει την αγωγή της. Χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων θα είναι και στην παρούσα δύσκολη αν όχι αδύνατη η προώθηση της διαδικασίας της αγωγής με την καταχώριση, μιας ανταποκρινόμενης στα γεγονότα, έκθεσης απαίτησης καθώς και η ικανοποίηση τυχόν απόφασης. Υπ' αυτή την έννοια θα είναι δύσκολο και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και στη βάση αυτή ελλοχεύει ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Όσον αφορά τη θέση της Εναγομένης 2 περί ανάγκης προστασίας του απορρήτου στη σχέση τράπεζας - πελάτη, αρκεί να παραπέμψω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Penderhil Holdings Ltd κ.α. ν. Κλούκινα, Πολ. Έφ. 319/11 κ.α., ημερ. 13.1.14 τα οποία κρίνεται ότι ισχύουν κατ' αναλογίαν: «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες». Ισοζύγιο της Ευχέρειας Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας αρκεί να λεχθεί πως σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων τέτοιου τύπου δεν προκύπτει καμιά αρνητική συνέπεια για τους Εναγομένους. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει λεχθεί ήδη, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 δεν καταχώρισαν ένσταση ως προς αυτά τα διατάγματα ενώ και η Εναγόμενη 2 αρκέστηκε στην προβολή βασικά του απορρήτου και των προσωπικών δεδομένων. Καταλήγω πως το ισοζύγιο σαφώς κλίνει υπέρ της Ενάγουσας, όσον αφορά τα διατάγματα με εξαίρεση τα αιτητικά Γ(γ) και Δ(β) και με κάποιες όμως διαφοροποιήσεις στο λεκτικό των υπολοίπων αιτητικών ως εξηγείται κατωτέρω. Ειδικότερα όσον αφορά το αιτητικό Γ(β) κρίνω υπερβολικά ευρεία τη διατύπωση και κατά βάσιν μη αναγκαίο το να ζητούνται (από την Εναγόμενη 2) στοιχεία και για οποιαδήποτε άλλη συνδεδεμένη ή σχετιζόμενη, με τον Εναγόμενο 1, εταιρεία, ιδιαίτερα ενόψει των όσων ζητούνται στα υπόλοιπα αιτητικά για τον ίδιο και την Εναγομένη 3. Συμφωνώ με την εισήγηση της Εναγομένης 2 ότι ενόψει των στοιχείων που ζητούνται, δικαιολογείται η επέκταση του χρόνου συμμόρφωσης. Επίσης δεν θεωρώ βάσιμα και δικαιολογημένα τα αιτητικά υπό Γ(γ) και Δ(β) με τα οποία ζητούνται πληροφορίες για το ιδιοκτησιακό και διοικητικό καθεστώς της Εναγομένης 3 δεδομένου ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία μπορούν να εξασφαλιστούν από τον αρμόδιο Έφορο Εταιρειών (όπως π.χ. εξασφαλίστηκε το πιστοποιητικό έρευνας, Τεκμήριο 2 στην αίτηση). Τέλος όσον αφορά το αιτητικό Δ(α) θεωρώ αχρείαστη και υπερβολική την αποκάλυψη εν σχέσει με οποιοδήποτε γενικά λογαριασμό διατηρούσε η Εναγόμενη 3 σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό σε οποιαδήποτε τράπεζα δεδομένου ότι το συγκεκριμένο αίτημα καλύπτεται ήδη από το εκδοθέν στις 17.7.18 σχετικό διάταγμα αποκάλυψης στα πλαίσια της Γ.Α. 226/18 (και το οποίο κατέστη ήδη απόλυτο στις 14.9.18). Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί εκδίδονται διατάγματα και τίθενται όροι ως ακολούθως: A) Διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης υπό τον όρο ότι η Ενάγουσα θα υπογράψει εγγύηση ύψους €200.000 προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή, βάσει της ακολουθούμενης πρακτικής αλλά - με τη διαγραφή των λέξεων «η ακίνητη» στην 8η γραμμή του αιτητικού (σελ.1) - με την αντικατάσταση του ποσού από «€3.722.990,27» σε «€3.100.000» στη 18η γραμμή του αιτητικού (στη σελ.2) - με τη διαγραφή της φράσης «και/ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε θεωρήσει πρέπον και ή εύλογο το Δικαστήριο», Β) Διάταγμα ως η παράγραφος Β(α) και (β) της αίτησης. Γ) Διάταγμα ως η παράγραφος Γ(α) και (β) της αίτησης αλλά - με την αντικατάσταση του αριθμού «7» σε «14» στην 5η γραμμή της παραγράφου Γ - με τη διαγραφή της φράσης «και/ή άλλη εταιρεία συνδεδεμένη και/ή σχετιζόμενη με αυτόν» στην 5η γραμμή του αιτητικού Γ(β). Δ) Διάταγμα ως η παράγραφος Δ(α) αλλά με τη διαγραφή από την υποπαράγραφο (α) - της λέξης «οποιωνδήποτε» στην 4η γραμμή (σελ.4) - της φράσης «σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα συμπεριλαμβανομένου του λογαριασμού» στις 5η και 6η γραμμές (σελ.4). Ε) Διάταγμα ως η παράγραφος Ε(α) αλλά με την προσθήκη μετά τη λέξη «άλλης» της λέξης «σχέσης» στη 2η γραμμή της υποπαραγράφου (α). ΣΤ) Τα αιτητικά υπό Γ(γ) και Δ(β) απορρίπτονται. Ζ) Νοείται ότι το Διάταγμα υπό Γ ανωτέρω τελεί υπό τον όρο ότι η Ενάγουσα θα αναλάβει εγγράφως την υποχρέωση όπως αποζημιώσει και ή καλύψει ("indemnify") την Εναγομένη 2 για οποιαδήποτε εύλογα διοικητικά έξοδα ήθελε αυτή υποστεί λόγω της συμμόρφωσης της με το εν λόγω διάταγμα, το πρωτότυπο της οποίας (έγγραφης υποχρέωσης) θα κατατεθεί στον φάκελο και πιστοποιημένο αντίγραφο της θα επιδοθεί στην Εναγομένη 2 κατά την επίδοση του Διατάγματος στην ίδια. Η) Νοείται περαιτέρω ότι οποιεσδήποτε πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα εξασφαλιστούν στη βάση των πιο πάνω διαταγμάτων θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά προς το σκοπό προώθησης των πιο πάνω αξιώσεων της Ενάγουσας είτε στην παρούσα είτε σε μελλοντική διαδικασία εις βάρος των υφισταμένων Εναγομένων ή και άλλων προσώπων στην περίπτωση που διαφανεί ότι εμπλέκονται σε σχετική με τα επίδικα θέματα αδικοπραξία και δεν θα χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία ή σε οποιαδήποτε άσχετη με τις πιο πάνω αξιώσεις αστική διαδικασία χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου (Penderhill Holdings κ.α., ανωτέρω). Θ) Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα: i) Εν σχέσει με τους Εναγόμενους 1 και 3 αυτά επιδικάζονται εις βάρος τους και προς όφελος της Ενάγουσας ως θα υπολογισθούν συν Φ.Π.Α. ii) Εν σχέσει με την Εναγομένη 2 αυτά επιδικάζονται προς όφελος της και εις βάρος της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. iii) Εν σχέσει με την Εναγόμενη 4 καμιά διαταγή εξόδων δεδομένου ότι συνενώθηκε μόνο για σκοπούς αποκάλυψης και δεν έχει εμφανιστεί στη διαδικασία. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο