Τσίκκου ν. Γεωργίου κ.α., Aρ. Αγωγής: 717/18, 16/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A463 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 717/18 Μεταξύ: ......Τσίκκου, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και ..... Γεωργίου, από τη Λεμεσό .... Γιακουμή, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 3.4.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.11.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: και Τζιούρου, για κ. Φυλακτού Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση 1: εμφανίζεται προσωπικά Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση 2: κ. Θεοφάνους, για N. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής της πρώτης είναι για: «Α. Ειδικές αποζημιώσεις λόγω των οικονομικών ζημιών τις οποίες έχει υποστεί η ενάγουσα από διάρρηξη και/ή παραβίαση και/ή αθέτηση συμφωνίας η οποία συνήφθει μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης αρ.1 στις 11.1.18 και η οποία χαρτοσημάνθηκε στις 2.2.2018, για την πώληση του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της 1ης εναγόμενης, κα .... Γεωργίου (Α.Δ.Τ. ..), ήτοι ισόγεια κατοικία σε οικόπεδο με αριθμό εγγραφής Δ.7x7, Φύλλο 54 Σχέδιο 510103, Τεμάχιο 6x4, με μοίρα/συμφέρον 2/12, η οποία βρίσκεται στην οδό Α.. 14, 4005, Χ..., Μέσα Γειτονίας, Λεμεσού και η οποία, κατά παράβαση της συμφωνίας, πωλήθει στην εναγόμενη 2, κα .... Γιακουμή, καθότι η ενάγουσα, ως προτιθέμενη αγοραστής του εν λόγω ακινήτου, προέβει, με την προσδοκία της υλοποίησης της συμφωνίας αυτής, καλόπιστα σε έξοδα αγοράς και ανακαίνισης τα οποία ανέρχονται στο ποσόν των €89609,9 Β. Γενικές αποζημιώσεις λόγω ψυχικού πόνου, οδύνης, άγχους και ταλαιπωρίας την οποία έχει υποστεί η ενάγουσα ένεκα της ως άνω παραβίασης. Γ. Συμβολικές και/ή παραδειγματικές και/ή ονομαστικές αποζημιώσεις για ηθικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα ένεκα της ως άνω παραβίασης.» Η ενάγουσα, με την υπό κρίση αίτηση ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει οποιαδήποτε κτηματολογική πράξη, μεταβίβαση, αποξένωση και/ή να απαγορεύει την πώληση και/ή μεταπώληση και/ή υποθήκευση και εν γένει να παγοποιοί την παρούσα νομική κτηματολογική κατάσταση του επίδικου ακινήτου ως αυτό αναφέρεται στην οπισθογράφηση απαιτήσεως ήτοι της ισόγειας κατοικίας που βρίσκεται σε οικόπεδο με αριθμό εγγραφής Δ.7x7, Φύλλο 54 Σχέδιο 510103, Τεμάχιο 6x4, με μοίρα/συμφέρον 2/12, η οποία βρίσκεται στην οδό Α... 14, XXXXX, Χ..., Δήμος XXXXX, Λεμεσού. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού να μην αποδεχτεί οποιαδήποτε κτηματολογική μεταβολή και/ή πράξη πώλησης και/ή μεταπώλησης και/ή υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου ήτοι, της ισόγεια κατοικίας που βρίσκεται σε οικόπεδο με αριθμό εγγραφής Δ.7x7, Φύλλο 54 Σχέδιο 510103, Τεμάχιο 6x4, με μοίρα/συμφέρον 2/12, η οποία βρίσκεται στην οδό Α.. 14, XXXXX, Χ..., Δήμος XXXXX, Λεμεσού. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τις καθ' ων η Αίτηση όπως εντός 7 ημέρων από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν καταχώρηση και επίδοση στο Δικηγόρο της Ενάγουσας - Αιτήτριας καθώς και Ένορκη Δήλωση με την οποία να παραθέτουν τις πληροφορίες που οφείλουν να αποκαλύψουν δυνάμει του παρόντος διατάγματος και στην οποία να επισυνάπτουν όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις πληροφορίες που αυτές θα αποκαλύψουν αναφορικά με την πώληση του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη - καθ'ης η αίτηση 1 στην εναγόμενη - καθ'ης η αίτηση 2.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 3, 4, 7, 12 και 13 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση Νόμου) 81(Ι)/2011, όπως τροποποιήθηκε, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1-5, και 9, Δ.41 και Δ.42, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία, συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και τέλος, στις αρχές του φυσικού δικαίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Οι εναγόμενες καταχώρησαν - ξεχωριστά - ένσταση στην αίτηση. Της εναγόμενης 1 εδράζεται σ' ένα μόνο λόγο και της εναγόμενης 2, σε επτά. Και οι δυο προέβησαν σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασής τους. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Διευκρινιστικά να πω ότι γραπτή αγόρευση υποβλήθηκε εκ μέρους μόνο της ενάγουσας και της εναγόμενης 2. Η εναγόμενη 1, η οποία χειρίστηκε προσωπικά την αίτηση, κατά την ακρόασή της περιορίστηκε στις ακόλουθες δηλώσεις: «Η εναγόμενη 1 γνώριζε ότι θα προσπαθούσα να πληρώσω το σπίτι. Αν δείτε το αγοραπωλητήριο, η ημερομηνία που κάναμε με την κυρία Φ...., ο εργολάβος ξεκίνησε να σάζει το σπίτι και μετά πήγαμε στο Κτηματολόγιο, έβλεπε τον εργολάβο που έσαζε το σπίτι.» Τα ακόλουθα γεγονότα, ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο μερών: Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Δ.7x7, τεμάχιο 6x4 αποτελεί οικόπεδο στη XXXXX Λεμεσού (στο εξής «επίδικο ακίνητο»). Εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του είναι οι εναγόμενες, με μερίδιο 2/12, έκαστη, η .... Μωράρη, με μερίδιο, επίσης 2/12, ενώ το υπόλοιπο ½ του ανήκει στη ...... Χρυσάνθου. Η εναγόμενη 1 απέκτησε το μερίδιό της δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τη μητέρα της, .... Ευσταθίου, η οποία απεβίωσε στις 6/3/2013. Επί του επίδικου ακινήτου υπάρχει τριώροφη οικοδομή. Το ισόγειο (στο εξής «επίδικη κατοικία») κατέχεται από την εναγόμενη 1, στον 1ο όροφο διαμένει η .... Μωράρη, και στο 2ο όροφο, η εναγόμενη 2. Η πραγματική αυτή κατάσταση εδράζεται σε σχετική - γραπτή συμφωνία διαχωρισμού, ημερομηνίας 4/4/1989, η οποία έγινε μεταξύ της μητέρας της εναγόμενης 1, της εναγόμενης 2 και της αδελφής της, ..... Μωράρη. Ωστόσο, η συμφωνία αυτή, ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και συνεπώς, ουδέποτε εκτελέστηκε νομικά. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 11/1/2018, η εναγόμενη 1 συμφώνησε να πωλήσει στην ενάγουσα την επίδικη κατοικία, για ποσό των €40.000,00. Στις 9/2/2018, η - τότε - δικηγόρος της εναγόμενης 2 καθώς και της αδελφής της, .... Μωράρη επέδωσε στην εναγόμενη 1 επιστολή, ημερομηνίας 5/1/2018 - την οποία κοινοποίησε στο Κτηματολόγιο - με την οποία την πληροφορούσε ότι οι πελάτισσές της επιθυμούσαν να αγοράσουν το μερίδιο της αποβιωσάσης μητέρας της επί του επίδικου ακινήτου και ότι φέρουν ένσταση να πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Εν τω μεταξύ, δυο μέρες προηγουμένως (στις 7/2/2018), η ενάγουσα υπόβαλε στο Κτηματολόγιο τη δήλωση πώλησης με αριθμό Δ.Π. 376/18 για αγορά του μεριδίου της εναγόμενης 1 επί του επίδικου ακινήτου. Η σκοπούμενη πώληση, σε εφαρμογή του άρθρου 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στις 13/2/2018 γνωστοποιήθηκε με δημοσίευση στην εφημερίδα «Αλήθεια» και άγνωστο πότε και στην εφημερίδα «Χαραυγή». Και οι δυο δημοσιεύσεις έγιναν με έξοδα της ενάγουσας. Η εναγόμενη 2, στις 5/3/2018 εξασκώντας το δικαίωμά της κατά το εδάφιο
(2)του άρθρου 25 του Νόμου, Κεφ. 224 κατάθεσε - εμπρόθεσμα - στο Κτηματολόγιο το ποσό των €40.000,00 που αποτελεί το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του μεριδίου της εναγόμενης 1 στην ενάγουσα σύμφωνα με τη σχετική γνωστοποίηση στην εφημερίδα «Αλήθεια» καθώς και το ποσό των €775,00 για τα μεταβιβαστικά τέλη. Συνεπεία αυτού, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, με τη σχετική ειδοποίησή του προς την ενάγουσα, την πληροφόρησε για το παραπάνω γεγονός, ως επίσης και ότι το συνολικό ποσό των €40.755,00 που αποτελεί το τίμημα πώλησης και τα δικαιώματα του Κτηματολογίου, θα της επιστραφούν. Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της αίτησης, την οποία θα εξετάσω υπό το φως όσων από τους λόγους ένστασης της εναγόμενης 2 θεωρώ αναγκαίους για σκοπούς έκδοσης της ετυμηγορίας μου. Αναφορικά με την ένσταση της εναγόμενης 1, τη θεωρώ ανάξια σχολιασμού. Και τούτο, επειδή η στάση της εναγόμενης 1 στην αίτηση υπήρξε αλλοπρόσαλλη και αντιφατική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η εναγόμενη 1, με την ένστασή της υποβάλλει απλώς, ότι η έγερση της αγωγής και η καταχώρηση της αίτησης χρησιμοποιούνται από την ενάγουσα ως μοχλός πίεσης και/ή εκβιαστικά εναντίον της ίδιας, ούτως ώστε η ενάγουσα να αποκομίσει δικαστικά οφέλη εναντίον της. Παρόλα αυτά, με την ένορκη της δήλωση - η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά βάση αποτελεί απλή αντιγραφή της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτησή της -, που υποτίθεται ότι στηρίζει την ένστασή της, επί της ουσίας, όχι απλώς αναιρεί τον λόγο ένστασης στην αίτηση που προβάλλει, αλλά, αντίθετα, αποδέχεται την αίτηση. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το περιεχόμενο της παραγράφου 12 της ένορκης της δήλωσης, στην οποία αναφέρει τα εξής: «Πιστεύω ότι η Ενάγουσα έδρασε με καθαρά («χέρια» υποθέτω ήθελε να πει) και τίμια. Επίσης πιστεύω ότι η Εναγόμενη 2 με τις ενέργειές της καρπώθηκε την ανακαίνιση του επίδικου ισογείου». Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με τον 1ο λόγο ένστασης, η εναγόμενη 2 υποβάλλει ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, υπό την έννοια ότι οι διατάξεις στις οποίες βασίζεται δε θεμελιώνουν οποιοδήποτε δικαίωμα της ενάγουσας σ' οποιαδήποτε ενδιάμεση θεραπεία και δη συντηρητικού διατάγματος. Είναι γεγονός, ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που περικλείει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση αίτηση και ταυτόχρονα παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να της επιληφθεί. Αποτελεί δηλαδή δικαιοδοτική διάταξη. Ωστόσο, για δυο λόγους θεωρώ ότι η επί του προκειμένου παράλειψη της ενάγουσας, που αποτελεί απλή - θεραπεύσιμη - παρατυπία, δεν είναι ορθό να έχει ως επίπτωση την απόρριψη της αίτησης, παρότι είναι γεγονός, ότι η ενάγουσα, ουδέν μέτρο έχει λάβει για άρση της παρατυπίας. Καταρχήν, δεδομένου ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στον περί Δικαστηρίων Νόμο και η εναγόμενη 2 εκπροσωπείται σ' όλα τα στάδια της αίτησης από δικηγόρο, το γεγονός ότι δε συγκεκριμενοποιείται ότι η αίτηση βασίζεται ειδικά στο άρθρο 32 του συγκεκριμένου νόμου, δε βλέπω με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα συμφέροντα ή δικαιώματα της εναγόμενης 2, η οποία, με τον όλο χειρισμό που έτυχε η αίτηση από τους δικηγόρους της είναι φανερό ότι αντιλήφθηκε πολύ καλά τη φύση και το σκοπό της αίτησης την οποία αντιμετώπισε με πλήρη επάρκεια. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, η εναγόμενη 2 εγείρει βάσιμα πολύ πιο σοβαρούς και ουσιαστικούς λόγους ένστασης στην αίτηση, οπότε, θα έλεγα ότι, ενδεχομένως και να αδικούσε τον εαυτό της, εάν απέρριπτα την αίτηση, με μόνο λόγο ότι δεν περιλαμβάνεται στη νομική της βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλονται τα εξής: Παρόλο που η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση ζητά τη δέσμευση μόνο του ισογείου του επίδικου ακινήτου, αυτό δεν είναι εφικτό, καθότι το εν λόγω ακίνητο δεν έχει μέχρι στιγμής διαχωριστεί και δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος να επηρεάζει όλους τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες που έχουν εξ αδιαιρέτου ιδανική μερίδα. Ως εκ τούτου, προστίθεται, η αίτηση είναι θνησιγενής και άκυρη, αφού η ενάγουσα, λανθασμένα δε συμπεριέλαβε στην αγωγή της καθώς και στην αίτηση, όλους τους συνιδιοκτήτες, όπως επιτάσσει η σχετική νομολογία σε αιτήσεις και αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία. Ο παραπάνω λόγος ένστασης είναι βάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται και απαγορεύεται οποιαδήποτε κτηματολογική πράξη, μεταβίβαση, πώληση κ.λ.π. και/ή εν γένει να παγοποιοί την παρούσα νομική κτηματολογική κατάσταση του επίδικου ακινήτου, ως αυτό αναφέρεται στην οπισθογράφηση απαιτήσεως, ήτοι, της επίδικης κατοικίας που βρίσκεται στο επίδικο ακίνητο, με μοίρα/συμφέρον τα 2/
- Περαιτέρω ζητείται διάταγμα που να διατάζει το Κτηματολόγιο να μην αποδεχθεί οποιαδήποτε μεταβολή και/ή πράξη πώλησης και/ή μεταπώλησης κ.λ.π. του επίδικου ακινήτου, ήτοι, της επίδικης κατοικίας η οποία βρίσκεται στο επίδικο ακίνητο, με μοίρα/συμφέρον τα 2/
- Καθώς ήδη έχει αναφερθεί εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου επί του οποίου βρίσκεται η τριώροφη οικοδομή, μέρος της οποίας αποτελεί και η επίδικη κατοικία, εκτός από τις δυο εναγόμενες, με μερίδιο 2/12, έκαστη είναι και η αδελφή της εναγόμενης 2, ..... Μωράρη, με μερίδιο, επίσης 2/12, ενώ το υπόλοιπο ½ του επίδικου ακινήτου ανήκει στη ...... Χρυσάνθου. Μολονότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας διαχωρισμού, ημερομηνίας 4/4/1989, η οποία έγινε μεταξύ της μητέρας της εναγόμενης 1, της εναγόμενης 2 και της αδελφής της, ... Μωράρη συμφωνήθηκε ο διαχωρισμός της τριώροφης οικοδομής, κατά τρόπο ώστε οι τρεις κατοικίες από τις οποίες αποτελείται να περιέλθουν στις τρεις συμβαλλόμενες, καθ' ον τρόπο περιήλθαν στην κατοχή τους έκτοτε και κατέχονται μέχρι σήμερα, εντούτοις, δεδομένου ότι η εν λόγω συμφωνία, ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε εκτελέστηκε δεν επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα που να μπορούν να διαταράξουν το νομικό καθεστώς του επίδικου ακινήτου και επηρεάσουν καθοιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και συμφέροντα όλων των συνιδιοκτητών του. Στην περίπτωσή τους ισχύει το άρθρο 21 του Νόμου, Κεφ. 224, το οποίο - με τίτλο: «Κατασκευάσματα, κτλ., επί ακίνητης ιδιοκτησίας που κατέχεται κατ' εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες» - προνοεί ότι: «Όταν ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται κατ' εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες, όλοι οι συγκύριοι δικαιούνται κατ' αναλογία της αντίστοιχης μερίδας αυτών, σε- (α) οποιαδήποτε οικοδομή ή άλλο κατασκεύασμα ή οικοδόμημα που ανηγέρθηκε επί, ή είναι στερεά συνδεδεμένο με την ιδιοκτησία · (β) οποιοδήποτε δέντρο ή αμπέλι φυτευμένο ή φρέαρ ανοιγμένο σε αυτή. (γ) οποιαδήποτε μόνιμη βελτίωση που επηνέχθηκε πάνω σε αυτή, ανεξάρτητα του αν ανηγέρθηκε, προσαρτήθηκε, φυτεύτηκε, ανοίχτηκε επηνέχθηκε από συγκύριο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.) Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, και κυρίως, των δυο πρώτων, θα επηρεαστούν άμεσα τα δικαιώματα και συμφέροντα των δυο συνιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Αφ' ης στιγμής δε θα επιτρέπεται οποιαδήποτε κτηματολογική πράξη συναφώς, έστω με τα 2/12 του επίδικου ακινήτου και θα παγοποιηθεί η παρούσα νομική κτηματολογική του κατάσταση και ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα διαταχθεί να μην αποδεχθεί οποιαδήποτε μεταβολή και/ή πράξη πώλησης και πάλι, έστω του μεριδίου της εναγόμενης 1 πάνω σ' αυτό, αυτόματα, οι άλλοι δυο συνιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, χωρίς να τους δοθεί οποτεδήποτε το δικαίωμα να συμμετάσχουν στη διαδικασία και να ακουστούν και αυτοί, για όσο χρόνο θα ισχύει το διάταγμα, θα στερούνται του αναφαίρετου δικαιώματός τους να προβούν σε οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια και/ή πράξη συναφώς με το επίδικο ακίνητο. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ότι δε θα έχουν το δικαίωμα να επιδιώξουν το διαχωρισμό του με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, Κεφ.
- Με αυτό δεδομένο θεωρώ ότι προκειμένου η αίτηση να είχε πιθανότητες επιτυχίας, η ενάγουσα, σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να είχε προσθέσει ως διάδικους στην αγωγή, τόσο την αδελφή της εναγόμενης 2 όσο και το άλλο πρόσωπο στο οποίο ανήκει το υπόλοιπο μισό του επίδικου ακίνητου. Των παραπάνω λεχθέντων θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής το απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429: «Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ν' ακουστεί κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα προσβάλλονται ή είναι ενδεχόμενο να επηρεαστούν από δικαστική απόφαση.» Παρότι η αίτηση, ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, θα συνεχίσω και θα εξετάσω μερικούς ακόμη από τους λόγους ένστασης της εναγόμενης 2 σ' αυτή. Συγκεκριμένα θα εξετάσω όσους από αυτούς αφορούν στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και η σχετική νομολογία για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Με τον 4ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η ενάγουσα στερείται οποιασδήποτε πιθανότητας ή έστω καλής πιθανότητας να επιτύχει στην παρούσα αγωγή, δοθέντος ότι στερείται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγόμενης 2, ιδιαίτερα, ενόψει του γεγονότος, ότι η αγωγή της στηρίζεται σε παράβαση σύμβασης, της οποίας η εναγόμενη 2 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος και εν τέλει, αυτό που της καταλογίζεται είναι ότι απλά άσκησε τα εκ του νόμου απορρέοντα δικαιώματά της, ως συνιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου, τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση είναι ανυπόστατη ή ενοχλητική ή σκανδαλώδης. Τέλος, με τον 5ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επιδιωκόμενου διατάγματος (τύπου "mareva") δεν υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης της ενάγουσας και/ή πρόθεση αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 2, αφού η ενάγουσα απότυχε να παρουσιάσει οποιαδήποτε τέτοια στοιχεία, που να καταδεικνύουν τέτοια πρόθεση εκ μέρους της εναγόμενης 2, σε συνάρτηση με το αναντίλεκτο γεγονός, ότι η τελευταία έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, η οποία είναι δύσκολο να αποξενωθεί και η οποία μάλιστα ξεπερνά κατά πολύ σε αξία την απαίτηση της ενάγουσας. Συναφώς με αυτούς τους τρεις λόγους ένστασης, οι οποίοι, λόγω της συνάφειάς τους θα συνεξεταστούν, η εναγόμενη 2, στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή της στην υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα εξής: Η αγωγή καθώς και η αίτηση ασκούνται καταχρηστικά και εκβιαστικά εναντίον της, ούτως ώστε η ενάγουσα να αποσπάσει δικαστικά οφέλη εναντίον της, στην προσπάθειά της να μετριάσει την αποτυχημένη απόπειρά της να την αποθαρρύνει να αγοράσει το μερίδιό της εναγόμενης 1 στο επίδικο ακίνητο, προχωρώντας με τις ισχυριζόμενες κατασκευές στη επίδικη κατοικία, ενώ γνώριζε τόσο για την εκ του νόμου δυνατότητα των συνιδιοκτητών όσο και την ύπαρξή τους στο επίδικο ακίνητο. Η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο, ιδιαίτερα, από τη στιγμή που η αξιώνει μόνο χρηματική αποζημίωση και δη, από μόνιμο κάτοικο Κύπρου, εντός της οποίας βρίσκεται τόσο η οικογένειά της όσο και η εργασία της, όντας παράλληλα ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας, περιλαμβανομένης της οικίας της στο 2ο όροφο της οικοδομής, εντός του επίδικου ακινήτου, η αξίας της οποίας ξεπερνά την αξίωσή της και την οποία δεν είναι εύκολο να αποξενώσει, πρόθεση για την οποία η ενάγουσα δεν παρουσίασε κανένα ισχυρισμό. Παρατηρώ τα εξής: Στο βαθμό που με τους 3ο και 4ο λόγους ένστασης υποβάλλεται ότι η ενάγουσα δεν έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης 2 και/ή καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της και στερείται οποιασδήποτε πιθανότητας ή έστω καλής πιθανότητας να πετύχει στην αγωγή της εναντίον της εναγόμενης 2, η ένσταση είναι βάσιμη. Βάση της αγωγής της ενάγουσας, στο πλαίσιο της οποίας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση αποτελεί η επίδικη σύμβαση, ημερομηνίας 11/1/2018, με την οποία συμφώνησε με την εναγόμενη 1 να αγοράσει την επίδικη κατοικία της η οποία βρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου. Αιτία της αγωγής σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας (βλ. τόσο το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όσο και την έκθεση απαίτησης) αποτελεί η «διάρρηξη και/ή παραβίαση και/ή αθέτηση» της εν λόγω συμφωνίας, συνεπεία των οποίων αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις, γενικές αποζημιώσεις, λόγω ψυχικού πόνου, οδύνης, άγχους και ταλαιπωρίας που έχει υποστεί και τέλος, συμβολικές και/ή παραδειγματικές και/ή ονομαστικές αποζημιώσεις, για ηθικές βλάβες που υπέστη. Προκειμένου να τεκμηριώσω τη θέση μου ότι η αγωγή της ενάγουσας, ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχει έναντι της εναγόμενης 2, περιορίζομαι να πω τούτο: και οι τρεις αξιώσεις της εδράζονται σε παράβαση σύμβασης, στην οποία η εναγόμενη 2 δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Με αυτό δεδομένο δεν μπορεί να της καταλογίζεται ότι παραβίασε τη σύμβαση μα ούτε και να αξιώνεται εναντίον της οτιδήποτε λόγω παραβίασης της εν λόγω σύμβασης. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι, στο σύνολό τους οι απαιτήσεις της ενάγουσας είναι χρηματικές, οι ακόλουθοι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί της, πόρρω απέχουν από το να θεωρηθεί ότι ικανοποιούν την 3η ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, που είναι η πιθανότητα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος: Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε περίπτωση που απορριφθεί το αίτημά της, οι εναγόμενες, θα συνεχίσουν να επωφελούνται από την καταχρηστική τους πράξη. Η αδυναμία της ενάγουσας να ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη προϋπόθεση απολήγει σε παταγώδη αποτυχία, έχοντας υπόψη, ότι, ο γενικός, έστω, ισχυρισμός της εναγόμενης 2, ότι είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας, που δεν είναι εύκολο να αποξενώσει, η αξία της οποίας ξεπερνά την αξίωσή της ενάγουσας, παρέμεινε αναντίλεκτος. Η αποτυχία της ενάγουσας να αποδείξει ότι ικανοποιούνται οι παραπάνω ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθιστά περιττή ενασχόληση, οποιαδήποτε αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, ενώ η διαφαινόμενη κατάληξή μου για την τύχη της αίτησης, ως προς τις δυο πρώτες αιτούμενες θεραπείες, καθιστά άνευ αντικειμένου την τρίτη αιτούμενη θεραπεία, η οποία, όπως είναι διατυπωμένη συναρτάται απόλυτα με την έκδοση του διατάγματος σε σχέση με τις δυο πρώτες αιτούμενες θεραπείες. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Επειδή οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της εναγόμενης 2, με τη γραπτή αγόρευσή τους, καταληκτικά ζητούν και την απόρριψη της αγωγής και τούτο, επειδή η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, για δυο λόγους θεωρώ πως δεν μπορώ να ικανοποιήσω το συγκεκριμένο αίτημα. Καταρχήν, επειδή θα έπρεπε να το προβάλουν με την ένστασή του, δίδοντας έτσι και στην ενάγουσα τη δυνατότητα να τοποθετηθεί συναφώς με αυτό. Να πω απλώς, ότι η εναγόμενη 2, με την τελευταία παράγραφο της ένορκης της δήλωση, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, διατυπώνει απλώς την πίστη της, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η απόρριψη της αίτησης, με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Εάν πίστευε το ίδιο και για την αγωγή, θα μπορούσε και όφειλε να το πει από τότε. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, ενώ στη μια από τις δυο πρωτόδικες αποφάσεις που οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της εναγόμενης 2 με παραπέμπουν (συγκεκριμένα, στην πρώτη που είναι και η μόνη που κατόρθωσα να εντοπίσω), για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους, ότι μου παρέχεται εξουσία να απορρίψω την αγωγή στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, πράγματι, στο πλαίσιο της αναθεώρησης προσωρινού διατάγματος απορρίφθηκε και η αγωγή, κατ' επίκληση της υπόθεσης Polyford Holdings Ltd v. Rosestage Enterprises Ltd
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 1042, εντούτοις, μελετώντας την εν λόγω εφετειακή απόφαση ομολογώ πως δε διαπιστώνω να παρέχει έρεισμα στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Η εναγόμενη 1, της οποίας η συμπεριφορά έναντι της αίτησης, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί υπήρξε αλλοπρόσαλλη και αντιφατική, σε βαθμό που με την ένορκη της δήλωση, η οποία υποτίθεται ότι στηρίζει την ένστασή της στην αίτηση, ουσιαστικά αποδέχεται την αίτηση, κάθε άλλο παρά επιτυχών διάδικος μπορεί να θεωρηθεί. Επομένως, αυτή δε δικαιούται έξοδα. Ο μόνος επιτυχών διάδικος στην αίτηση είναι η εναγόμενη 2. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 2 και σε βάρος της ενάγουσας. (Υπ.) ................. Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο