← Κύπρος

P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ν. E.N.P.R. ELECTRICAL CONTRACTORS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4664/14, 6/7/2018

P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ν. E.N.P.R. ELECTRICAL CONTRACTORS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4664/14, 6/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A296 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου Βασιλείου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4664/14 Μεταξύ: P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED, HE 23391 Εναγόντων -και- E.N.P.R. ELECTRICAL CONTRACTORS LIMITED, HE 158435 Εναγομένων ---------------------- Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 10.05.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6.07.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες- Αιτητές: κ. Σπ. Σπύρου για Σπύρος Α. Σπύρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Γιατρού) Για τους Εναγόμενους- Καθ΄ων η Αίτηση: Μ. Διονυσίου για Μαρία Διονυσίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.3.2018 οι ενάγοντες- αιτητές καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν όπως το ποσό των εξόδων που με την απόφαση ημερομηνίας 18.07.2017 επιδικάσθηκε εναντίον τους στα πλαίσια της αίτησης έρευνας ημερ. 29.12.2015, ως αυτό υπολογίσθηκε από τον πρωτοκολλητή κατόπιν συμψηφισμού με τα έξοδα της αγωγής, συμψηφιστεί με το ποσό της απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, το οποίο έχει επιδικαστεί υπέρ των εναγόντων- αιτητών και εναντίον των εναγόμενων- καθ΄ ων η αίτηση. Η εν λόγω αίτηση (στο εξής η Κυρίως Αίτηση) η οποία υποστηρίζεται από τη ένορκη δήλωση της δικηγόρου Γιολάντας Ζαχαρίου αντιμετώπισε την ένσταση των εναγόμενων -καθ΄ων η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 3.5.

  1. Στις 10.5.2018 οι ενάγοντες αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να τους επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1 2,3, 4, 8 και 9, Δ.39, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Γιολάντας Ζαχαρίου η οποία αναφέρει ότι συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως τεκμ. Α και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι από την μελέτη της υπόθεσης διαπιστώθηκε η ανάγκη όπως κάποιοι ισχυρισμοί της πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αντικρουστούν καθότι γίνεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και παράθεσης των γεγονότων με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθώς επίσης αμφισβητείται η συνεργασία της ίδιας με τους δικηγόρους των εναγόντων αιτητών. Εισηγείται περαιτέρω ότι θέματα που εγείρονται με την ένσταση χρήζουν αντίκρουσης καθότι διαπιστώνεται νομική πλάνη και λάθος σε σχέση με τις τοποθετήσεις του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση. Οι καθ'ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  2. Δεν έχει καταδειχθεί στο Δικαστήριο «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 10/05/2018 δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αναγκαία ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει εάν υπάρχει καλός λόγος για να επιστρέφει την καταχώρηση της.
  4. Δεν εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε ποιες ακριβώς παραγράφους και σε ποια γεγονότα επιθυμούν οι Αιτητές να απαντήσουν.
  5. Τα γεγονότα που επιθυμούν να παραθέσουν οι Αιτητές ήταν γνωστά και/ή εύλογα θα έπρεπε να ήταν γνωστά κατά την καταχώρηση της αρχικής ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση τους ημερ. 21/03/
  6. Οι Αιτητές προσπαθούν να εισαγάγουν μαρτυρία η οποία ήταν γνωστή κατά την καταχώρηση της αίτησης τους στα πλαίσια της οποίας επιδιώκεται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση με σκοπό την εκ των υστέρων υποστήριξη και απόδειξη των θέσεων τους.
  7. Τα θέματα που επιθυμούν να εγείρουν οι Αιτητές δεν αποτελούν γεγονότα για τα οποία χρειάζεται μαρτυρία αλλά επιχειρηματολογία που δεν πρέπει να περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις.
  8. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή απαράδεκτη αφού οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου και όχι την παραχώρηση Άδειας του Δικαστηρίου που είναι η ορθό δικονομικό διάβημα.
  9. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παραχώρησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  10. Η μαρτυρία και/ή οι ισχυρισμοί και/ή τα τεκμήρια που επιζητούν να εισαγάγουν οι Αιτητές με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετα και/ή ασύνδετα με τα επίδικα θέματα και με την κυρίως αίτηση των Αιτητών και/ή η προσαγωγή της μαρτυρίας που θέλουν να εισαγάγουν οι Αιτητές είναι ανεπίτρεπτη.
  11. Η αίτηση αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στη καθυστέρηση και/ή στην πρόκληση ταλαιπωρίας.
  12. Η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις και είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
  13. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έχει υπογραφεί προγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου Γεώργιου Α. Γεωργίου ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντων εξουσιοδοτημένος από τους καθ΄ ων η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση. Μεταξύ και άλλων αναφέρει ότι τα ζητήματα που οι αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και ή αφορούν επιχειρηματολογία που δεν πρέπει να περιέχεται σε ένορκες δηλώσεις. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προβλέπεται στη Δ.48 Θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία αναφέρεται ότι:
(1)..............
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.
(3)......................... Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο, θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει «καλός λόγος» ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης, ανάλογα με την περίπτωση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 510). Αυτό που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.48 Κ.4
(2), νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Σε ότι αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος», αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το, κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Τούτο βέβαια δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που ζητά να θέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα. Για να καταδειχθεί συνεπώς «καλός λόγος» ο αιτητής αρκεί να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι, το αίτημα του σχετίζεται με την αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς ή στη παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση του και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαιτούμενα γεγονότα. Περαιτέρω οι πρόνοιες της Δ.48 Θ.4
(2)πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει τα γεγονότα, στον βαθμό που αυτός φέρει το βάρος απόδειξης. Επιπρόσθετα και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω στην πράξη οι πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού εφαρμόζονται όταν μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής θεωρεί ότι θα πρέπει να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει συγκεκριμένα θέματα τα οποία εγείρονται στην ένσταση. Την ευχέρεια αυτή του την παρέχει ο θ.2 της Δ.48 η οποία εξασκείται αφού του επιτραπεί μετά από προφορικό ή και γραπτό αίτημα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Είναι σαφές από τις πρόνοιες του εν λόγω θεσμού ότι για να επιτραπεί στον αιτούντα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταδείξει καλό λόγο. Ο καλός λόγος θα πρέπει να προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να εξειδικεύονται και να αναφέρονται τουλάχιστον περιληπτικά στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για τα οποία είναι αναγκαία η έκδοση του σχετικού διατάγματος έτσι ώστε να απαντηθούν ή και να συμπεριληφθούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτή η εξειδίκευση θα πρέπει να γίνεται έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν όντως η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αναγκαία για να εξυπηρετήσει τον σκοπό που ο αιτητής επικαλείται. Αυτό είναι αναγκαίο έτσι ώστε το Δικαστήριο μελετώντας τα δεδομένα να είναι σε θέση να σταθμίσει όλους εκείνους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην υπό κρίση υπόθεση όπως περιγράφεται πιο πάνω οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρουν ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αναγκαία αφενός για να αντικρουστούν κάποιοι ισχυρισμοί της πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση καθώς και θέματα που εγείρονται καθότι διαπιστώνεται νομική πλάνη και λάθος με τις τοποθετήσεις του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση. Σε σχέση με τα πιο πάνω αλλά και τη θέση που τίθεται από τους αιτητές ότι απαιτείται συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να αντικρουστούν «οι λόγοι απόρριψης ως η ένσταση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει», διέπεται από γενικότητα και αοριστία και δεν ικανοποιεί την αναγκαία τεκμηρίωση καλού λόγου για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι αιτητές όφειλαν να αναφερθούν ξεχωριστά και συγκεκριμένα σε κάθε σημείο σε συνάρτηση με τι έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και με ποιο συγκεκριμένο τρόπο προκύπτει ο προβλεπόμενος καλός λόγος που θα καθιστούσε την ανάγκη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εφικτή έτσι ώστε το Δικαστήριο συνεκτιμώντας τα δεδομένα να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Τα μόνα ζητήματα για τα οποία εξειδικεύεται από τους αιτητές ότι χρήζουν συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι δύο. Το ένα είναι η θέση που προβάλλουν οι καθ΄ ων η αίτηση ότι η ενόρκως δηλούσα στην κυρίως αίτηση Γιολάντα Ζαχαρίου δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Διαπιστώνεται όμως ότι πρόκειται για μια θέση η οποία τίθεται εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να την τεκμηριώνουν, έτσι ώστε, να απαιτείται και η οποιαδήποτε αντίκρουση τους με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό θα πρέπει επίσης να υπογραμμισθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση τα πλείστα από τα γεγονότα στα οποία η ενόρκως δηλούσα Γιολάντα Ζαχαρίου κάνει αναφορά στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, προκύπτουν από τον ίδιο το φάκελο της υπόθεσης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Πέτρος Ζωγράφου κ.α. v. Drosoneri Farm Limited Πολιτική Έφεση ΑΡ. 379/2012, ημερ. 21.5.2015 «Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που η ομνύουσα δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ..» (βλ. Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013)».Τέλος θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί να αντικρουστούν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Το δεύτερο ζήτημα είναι η ισχυριζόμενη εκχώρηση των εξόδων εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση προς τους δικηγόρους τους η οποία ως αναφέρουν έγινε γραπτώς και προς τούτο την επισυνάπτουν στην ένσταση τους ως τεκμ.2. Θα έλεγα ότι η αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ακόμα και για το ζήτημα αυτό διέπεται από γενικότητα και αοριστία. Εντούτοις ανατρέχοντας στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τεκ. Α εντοπίζεται πως οι αιτητές για το αναφερόμενο ζήτημα δεν ζητούν να παραθέσουν οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία τα οποία να αντικρούουν τον ισχυρισμό των καθ΄ ων η αίτηση περί της ύπαρξης γραπτής εκχώρησης των εξόδων. Εκείνο που διαπιστώνεται μέσα από το τεκμ. Α είναι ότι οι αιτητές ζητούν να παραθέσουν επιχειρηματολογία σε σχέση με την ύπαρξη του εγγράφου, τεκ.2 στην ένσταση, επικαλούμενοι γραπτή επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών η οποία όμως βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο στην κυρίως αίτηση. Εξετάζοντας περαιτέρω το περιεχόμενο του Τεκμ. Α διαπιστώνεται να επιχειρείται επίσης να εισαχθεί επιχειρηματολογία και σε σχέση με νομικά ζητήματα που άπτονται της κυρίως αίτησης που σαφώς και δεν είναι επιτρεπτό να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στη βάση όλων των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών και προς όφελος των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.