Καραγιάννη ν. Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2797/09, 21/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A471 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2797/09 ΜΕΤΑΞΥ: xxxxx Καραγιάννη, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και
- Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού
- Κοινοτικό Συμβούλιο Δοράς Εναγομένων (Αίτηση εναγομένων 2 ημερ. 21/11/17 για παραμερισμό/ακύρωση απόφασης) Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2 - Αιτητές : κ. Α. Λεωνίδου Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση:: κ. Γ. Χριστοδουλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 11/06/09 και με αυτή η ενάγουσα αξίωνε και από τους δύο εναγόμενους αναγνωριστικές δηλώσεις ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου που αναφέρεται στην Ε/Α και ότι οι εναγόμενοι έχουν επέμβει παράνομα στο ακίνητο της, διατάγματα με τα οποία να εμποδίζεται η παράνομη επέμβαση των εναγομένων καθώς και αποζημιώσεις για την κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση. Εν συντομία, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί το 2000 διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι είχαν επέμβει στο ακίνητο της με σκοπό τη διαπλάτυνση υφιστάμενου εγγεγραμμένου δρόμου, χωρίς όμως να είχαν εξασφαλίσει είτε τη προηγούμενη συγκατάθεση της είτε σχετικό διάταγμα απαλλοτρίωσης. Αν και ζήτησε, ως ισχυρίζεται, την άρση της επέμβασης με επιστολή της προς την εναγόμενη 1 ημερ. 12/07/00, εντούτοις, μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής αυτό δεν κατέστη εφικτό. Σύμφωνα δε με την αλληλογραφία που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αντάλλαξε με την εναγόμενη 1, η τελευταία ενημέρωσε την πρώτη ότι είχε διαπιστωθεί ότι οι εναγόμενοι 2 όντως επενέβηκαν στο ακίνητο για σκοπούς διαπλάτυνσης δρόμου και ότι η εν λόγω επέμβαση δεν έγινε με τη συγκατάθεση της ενάγουσας ή κατόπιν διατάγματος απαλλοτρίωσης. Παρά ταύτα, περί την 01/07/05 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης από τους εναγόμενους 2 αναφορικά με το επηρεαζόμενο μέρος του ακινήτου της ενάγουσας, γνωστοποίηση στην οποία η τελευταία καταχώρησε ένσταση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Μέχρι την καταχώρηση της αγωγής όμως, η ένσταση της ενάγουσας δεν απαντήθηκε, ούτε εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα απαλλοτρίωσης, με αποτέλεσμα η παράνομη επέμβαση να εξακολουθεί να υφίσταται προκαλώντας έτσι οικονομική ζημιά στην ενάγουσα ύψους €20.270 πλέον έξοδα εκτιμητή και χωρομέτρη συνολικού ύψους €1254,
- Τα όσα αναφέρονται πιο κάτω προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 2 για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Προκύπτουν δε και από το φάκελο της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της, η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη 1 στις 25/06/09 και στους εναγόμενους 2 στις 27/09/
- Παρά την επίδοση όμως και στους δύο εναγόμενους, εμφάνιση στην αγωγή καταχώρησε μόνο η εναγόμενη 1 οπόταν και στις 14/10/09, η ενάγουσα καταχώρησε μία αίτηση δια κλήσεως για απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει υπεράσπιση και μία μονομερή αίτηση για απόφαση εναντίον των εναγομένων 2 λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Αμφότερες οι αιτήσεις ορίστηκαν από το Πρωτοκολλητείο στις 20/11/
- Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε τότε των αιτήσεων, ενέκρινε αιτήματα της εναγόμενης 1 και της έδωσε χρόνο μέχρι και τις 16/03/10 για καταχώρηση της υπεράσπισης της. Όρισε παράλληλα για την ίδια ημερομηνία της αίτηση εναντίον των εναγομένων 2 για απόδειξη. Μέχρι τις 16/03/10 η εναγόμενη 1 καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή καθώς επίσης και σχετική ειδοποίηση εναντίον των εναγομένων 2 για συνεισφορά και/ή κάλυψη οποιουδήποτε ποσού ήθελε επιδικαστεί εναντίον της και υπέρ της ενάγουσας. Συνεπεία της καταχώρισης υπεράσπισης από πλευράς εναγομένης 1, η αίτηση εναντίον της απεσύρθη ενώ σε σχέση με την αίτηση εναντίον των εναγομένων 2, η πλευρά της ενάγουσας προχώρησε σε απόδειξη καταθέτοντας σχετική Ε/Δ. Ηγέρθη τότε από το Δικαστήριο προβληματισμός κατά πόσο μπορούσε να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων 2 ενόψει της ύπαρξης ειδοποίησης συνεναγόμενου οπόταν και αποφασίστηκε όπως η σχετική αίτηση της ενάγουσας παραμείνει για περαιτέρω απόδειξη παράλληλα με την υπόθεση σε σχέση με την εναγόμενη
- Μετά από αλλεπάλληλες εμφανίσεις για σκοπούς ολοκλήρωσης των διαφόρων δικαστικών διαδικασιών σε σχέση με την υπόθεση εναντίον της εναγομένης 1, η αγωγή τελικά απεσύρθη ανεπιφύλακτα εναντίον της στις 22/12/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία που είχε επίσης οριστεί η υπόθεση για περαιτέρω απόδειξη εναντίον των εναγομένων 2, δόθηκε χρόνος μέχρι και τις 23/12/15 για να προσκομιστεί οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς ενάγουσας. Στις 23/12/15, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε τότε της αίτησης, αφού διεξήλθε της αρχικής και της συμπληρωματικής Ε/Δ που καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγουσας για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης εναντίον των εναγομένων 2, εξέδωσε απόφαση εναντίον των τελευταίων και υπέρ της πρώτης. Με την εν λόγω απόφαση, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, αναγνωρίστηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ενάγουσας, απαγορεύτηκε στους εναγόμενους 2 να επεμβαίνουν στο ακίνητο της και επιδικάσθηκαν προς όφελος της ενάγουσας αποζημιώσεις €20.270 πλέον έξοδα εκτιμητή και χωρομέτρη συνολικού ύψους €1254,20, τόκοι και δικηγορικά έξοδα. Η απόφαση συντάχθηκε στις 19/01/2016 και επιδόθηκε στον πρόεδρο των εναγομένων 2 στις 12/04/
- Ενάμιση χρόνο αργότερα, ήτοι στις 21/11/2017 οι εναγόμενοι 2 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, υποστηριζόμενη από Ε/Δ του προέδρου τους, ζητώντας τον παραμερισμό της προαναφερόμενης απόφασης. Είναι η θέση των αιτητών ότι όταν τους επιδόθηκε η αγωγή στις 27/09/2009, επικοινώνησαν με την εναγόμενη 1 λόγω της διοικητικής εποπτείας που η τελευταία ασκεί στους πρώτους αλλά και της μεταξύ τους ιεραρχικής σχέσης. Έλαβαν τότε, ισχυρίζονται οι αιτητές, διαβεβαίωση από την εναγόμενη 1 ότι ο δικηγόρος που θα εκπροσωπούσε την εναγόμενη 1 θα τους εκπροσωπούσε και αυτούς και για τον λόγο αυτό δεν έκριναν σκόπιμο να προβούν σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες. Όταν με έκπληξη έλαβαν την εκδοθείσα απόφαση στις 12/04/2016, απέστειλαν επιστολή προς την εναγόμενη 1 στις 06/10/2016 για να εκφράσουν την δυσαρέσκεια τους για το πώς εξελίχθηκε η υπόθεση καθώς και για να ζητήσουν συνάντηση ώστε να συζητηθεί η νέα Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης που δημοσιεύτηκε σε σχέση με το ακίνητο της ενάγουσας στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 17/04/2016 (αρ.4599). Το αίτημα τους για συνάντηση οι εναγόμενοι 2 το επανέλαβαν και στις 13/03/2017 με νέα επιστολή προς την εναγόμενη 1, με την οποία επιστολή εξέφρασαν παράλληλα και την οικονομική τους δυσκολία να ανταποκριθούν στο εξ' αποφάσεως χρέος τους. Είναι η θέση των εναγομένων 2 ότι στις 07/04/2017, η εναγόμενη 1 τους ενημέρωσε γραπτώς ότι τα οποιαδήποτε θέματα αφορούσαν την αγωγή ήταν πλέον θέματα αποκλειστικά μεταξύ των εναγομένων 2 και της ενάγουσας και τους προέτρεψε να «καλέσουν σύσκεψη με τον νομικό σας σύμβουλο και τον δικηγόρο της αιτήτριας / παραπονούμενης με σκοπό τον διακανονισμό του οφειλόμενου ποσού». Ως εκ τούτου, αναφέρει ο ομνύοντας, αποφασίστηκε η σύγκλιση έκτακτης συνεδρίας των μελών των εναγομένων 2 η οποία έλαβε χώρα στις 18/10/
- Κατ' εκείνη την συνάντηση αποφασίστηκε ο διορισμός δικηγόρου ο οποίος θα αναλάμβανε την εκπροσώπηση των εναγομένων 2 με σκοπό τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης καθώς και την ολοκλήρωση των διαδικασιών για έκδοση του διατάγματος Απαλλοτρίωσης οι οποίες εκκρεμούσαν από τις 17/04/
- Τα διάφορα έγγραφα της αγωγής, οι εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι τα έλαβαν στις 18/10/2017 μέσω τηλεομοιότυπου από την εναγόμενη
- Είναι η θέση των εναγομένων 2 ότι δεν φέρουν ευθύνη για τη μη εμφάνιση τους στην αγωγή αφού ουσιαστικά παραπλανήθηκαν από τις διαβεβαιώσεις της εναγόμενης 1 και ότι δεν φέρουν ευθύνη ούτε για το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία που έλαβαν την απόφαση εφόσον έκτοτε προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ανέκυψε. Θεωρούν τέλος ότι θα πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να προβάλουν την καλή υπεράσπιση που έχουν και η οποία συνίσταται στα εξής: Α) Καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν εντός των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, με σκοπό την ανάπτυξη του οδικού δικτύου της περιοχής τους, προβαίνοντας σε όλες τις απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες για απαλλοτρίωση της αναγκαίας ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αγωγή της ενάγουσας καταχωρήθηκε μετά από τη δημοσίευση ειδοποίησης απαλλοτρίωσης και ενόσω εκκρεμούσε η διαδικασία έγκρισης της απαλλοτρίωσης από το Υπουργικό Συμβούλιο και έκδοσης του σχετικού διατάγματος. Βασίστηκε δε η αγωγή σε ανυπόστατους ισχυρισμούς και παραπλανητικά γεγονότα και σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε παράνομη επέμβαση. Β) Οι αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν υπέρ της ενάγουσας είναι υπέρμετρες και αδικαιολόγητες, εφόσον τόσο η αγοραία όσο και η ενοικιαστική αξία των γειτνιαζόντων ακινήτων είναι πολύ μικρότερη. Σε κάθε περίπτωση δε, οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις ουσιαστικά συνιστούν τιμωρητικές αποζημιώσεις που δεν δικαιολογούνται. Γ) Η αναγνώριση της ενάγουσας ως εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του ακινήτου με ταυτόχρονη επιδίκαση αποζημιώσεων σε σχέση με αυτό, συνιστά πρόδηλη αντίφαση και πλουτίζει αδικαιολόγητα την ενάγουσα. Στην αίτηση των εναγομένων 2 η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση, προβάλλοντας 22 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση της ενάγουσας, η οποία υποστηρίζεται από δική της Ε/Δ, περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την αδικαιολόγητη αδράνεια και αδιαφορία των εναγομένων 2 κατ' αρχή να εμφανιστούν στην αγωγή αλλά και να αντιδράσουν όταν τους επιδόθηκε πιστό αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι τίποτα από τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι 2 δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση ή καλό λόγο για να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση, ενώ παράλληλα υποδεικνύεται ως αντιφατική με την αίτηση, η ενέργεια των εναγομένων 2 να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των €6000 έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους τους. Κατά την ακρόαση της αίτησης και εφόσον δεν επιχειρήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκων δηλούντων, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Και οι δύο τους ασχολήθηκαν στις αγορεύσεις τους με την νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις αυτής της φύσης, ήτοι αιτήσεις για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης στην βάση της Δ.17 Θ.10 και υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των πελατών τους. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 είναι γνωστές και δύναται να συνοψισθούν στο ότι για να πετύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (βλ. Mερκή Zήνωνας, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία Merkis General Bonded Warehouse ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Τσεσμελόγλου είναι άκρως κατατοπιστικό: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam [1973] 3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439, Phylactou a.o. ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 333.. Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ' απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την όλη συμπεριφορά της εφεσείουσας στο αεροδρόμιο ως ασυγχώρητη, δικαιολογούσα την άρνηση παραμερισμού. Δεν έχει τεθεί κανένας ουσιώδης λόγος που να παρέχει στο Εφετείο βάσιμη αιτία προς ανατροπή αυτής της κρίσης, η οποία ήταν το αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Όπως προαναφέρθηκε, το επίμαχο σημείο ήταν κατά πόσο στην εφεσείουσα έγινε ή όχι επίδοση των δικαστικών εγγράφων. Και το ζήτημα αυτό απεφασίσθη εναντίον της. . Το Δικαστήριο, . έκρινε, για καλούς λόγους, αναξιόπιστη την εκδοχή της εφεσείουσας, δεχόμενο ότι όντως ο επιδότης όχι μόνο της φώναξε, αλλά και στάθηκε μπροστά της και στην άρνηση της να αποδεχθεί την επίδοση, της άφησε τα έγγραφα ρίχνοντας τα στο έδαφος, ζητώντας της να τα παραλάβει, μια καθόλα αποδεκτή πρακτική σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice 1958, σελ. 102, στα οποία εύστοχα παρέπεμψε το Δικαστήριο. .Όντως το Δικαστήριο δεν εισήλθε στο σκεπτικό του σε λεπτομέρειες αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση που όντως αποτελεί προεξάρχοντα λόγο παραμερισμού, (Ανδρέου ν. Blue Green Wave Frozen Food Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 119). Αναφέρθηκε όμως στη σχετική νομολογία και κατέληξε ότι υπήρχαν συζητήσιμα σημεία και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση προερχόμενα από την ένορκη δήλωση της εφεσείουσας ημερ. 3.7.2009. . Εκείνο όμως το οποίο το Δικαστήριο θεώρησε καταλυτικό για την απόρριψη της αίτησης, ήταν η περιφρονητική στάση που η εφεσείουσα επέδειξε έναντι της δικαστικής διαδικασίας και του ιδίου του Δικαστηρίου, με το να μην παραλάβει τα έγγραφα επίδοσης της αγωγής, παραλείποντας έτσι εσκεμμένα να εμφανιστεί στην υπόθεση. Επομένως, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054).» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα στους εναγόμενους 2 στις 29/09/2009, ήτοι 7 περίπου χρόνια πριν την έκδοση της υπό κρίση απόφασης και καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, οι τελευταίοι δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον για την πορεία της αγωγής. Αρκέστηκαν, ως ισχυρίζονται, σε διαβεβαίωση που τους έδωσε η εναγόμενη 1 ότι θα τους εκπροσωπούσε κοινός δικηγόρος. Ο επί του προκειμένου ισχυρισμός τους όμως, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από τα όσα έγγραφα προσκόμισαν, αλλά μάλιστα καταρρίπτεται από την στάση που η ίδια εναγόμενη 1 τήρησε τόσο κατά την διάρκεια της αγωγής όσο και μετά την έκδοση της απόφασης, στάση για την οποία οι εναγόμενοι 2 ήταν πλήρως ενήμεροι από την αρχή της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Ε/Δ δικαστικού επιδότη ημερομηνίας 03/03/10, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, η εναγόμενη 1, αφού διαχώρισε ρητά τη θέση της από τους εναγόμενους 2 καταχωρώντας εναντίον τους ειδοποίηση αξίωσης συνεισφοράς και/ή κάλυψης, επέδωσε την εν λόγω ειδοποίηση στους τελευταίους στις 02/03/10 και συγκεκριμένα στον ομνύοντα της Ε/Δ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Σύμφωνα δε με το Τεκ.6 που παρουσίασαν οι ίδιοι εναγόμενοι 2 στα πλαίσια της παρούσας, μετά την έκδοση της απόφασης, η λειτουργός της εναγόμενης 1 όχι μόνο δεν αναγνώρισε την ευθύνη που απέδωσαν στην τελευταία οι εναγόμενοι 2 για το θέμα της εμφάνισης στην αγωγή, αλλά τουναντίον τους κατέστησε ξεκάθαρο ότι το εξ' αποφάσεως χρέος ήταν θέμα που αφορούσε αποκλειστικά τους ιδίους οι οποίοι και θα έπρεπε να το διευθετήσουν από μόνοι τους. Πρόσθετα τούτου, τα τεκμήρια Γ, Ε και Στ που παρουσίασε η ενάγουσα με την πρώτη Ε/Δ της για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της στις 13/04/2010, αφορούν σε επίσημες επιστολές της εναγομένης 1, με τις οποίες η πρώτη ενημερώνεται από την τελευταία ότι όντως υπήρξε παράνομη επέμβαση στο ακίνητο της κατά την προσπάθεια των εναγομένων 2 να διαπλατύνουν τον επίμαχο δρόμο, η οποία και θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να διευθετηθεί. Μάλιστα δε, η κτηματολογική εργασία που είχε γίνει τότε για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε ή όχι επέμβαση, έγινε, σύμφωνα με την επιστολή του αρμόδιου επαρχιακού κτηματολογικού λειτουργού ημερ. 20/03/2002 (Τεκ. Ε), στην παρουσία και του τότε κοινοτάρχη του χωριού. Τότε ήταν και που αποφασίστηκε η απαλλοτρίωση του ακινήτου της ενάγουσας ώστε να «νομιμοποιηθεί», έστω εκ των υστέρων, η επέμβαση. Τίποτα συνεπώς από τα όσα παρουσιάστηκαν στην υπόθεση, είτε τότε είτε τώρα, δεν καταδεικνύει έστω και στο ελάχιστο ότι η εναγόμενη 1 είχε οποιαδήποτε πρόθεση να αναλάβει την εκπροσώπηση των εναγομένων 2, πόσο μάλλον και ότι τους διαβεβαίωσε προς τούτο. Αν μη τι άλλο, είναι η εναγόμενη 1 που διαπίστωσε επίσημα ότι οι εναγόμενοι 2 είχαν παράνομα επέμβει στο ακίνητο της ενάγουσας και που το επιβεβαίωσε στην τελευταία. Δεν έχει συνεπώς καταδειχθεί από πλευράς εναγομένων οποιαδήποτε καλή ή επαρκής δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκαν στην αγωγή ή γιατί αδιαφόρησαν παντελώς για εφτά περίπου χρόνια. Ούτε όμως η στάση των εναγομένων 2 μετά την παραλαβή της εκδοθείσας απόφασης μπορεί να δικαιολογηθεί. Αντίγραφο της απόφασης οι τελευταίοι έλαβαν στις 12/04/2016 και αντί να προβούν άμεσα σε οποιαδήποτε μέτρα για παραμερισμό της, περιορίστηκαν στο να στείλουν επιστολή στην εναγόμενη 1, έξι μήνες αργότερα, ζητώντας συνάντηση «. για να δούμε πως μπορούμε να χειριστούμε περαιτέρω το θέμα .». Το εν λόγω αίτημα τους δε, σύμφωνα με την επιστολή που παρουσίασαν ως Τεκ. 6, ημερ. 07/04/2017, ικανοποιήθηκε, πλην όμως τους λέχθηκε από την εναγόμενη 1 ότι θα έπρεπε από μόνοι τους να διευθετήσουν το εξ' αποφάσεως τους χρέος. Ούτε όμως και μετά από αυτή την ενημέρωση προέβησαν σε οποιαδήποτε δικαστικά διαβήματα. Αντιθέτως, παρέμειναν αδρανείς για ακόμη τέσσερις μήνες, ήτοι μέχρι και τις 18/10/2017, όταν αποφάσισαν να συγκαλέσουν, ως ισχυρίστηκαν, συνεδρία του πενταμελούς κοινοτικού συμβουλίου και αυτό για να αποφασίσουν να αναθέσουν την υπόθεση σε δικηγόρο. Ακόμη και τότε όμως αδράνησαν, αφού η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ένα και πλέον μήνα αργότερα και ενάμιση χρόνο μετά που πληροφορήθηκαν δεόντως για την εναντίον τους απόφαση. Η δικαιολογία που προβάλλουν τώρα οι εναγόμενοι 2 ότι δήθεν προσπαθούσαν, καθ' όλο αυτό το διάστημα, να βρουν με πιο τρόπο θα αντιμετώπιζαν το όλο θέμα, είναι το λιγότερο ανεπαρκής. Ακόμη όμως και γι' αυτή καθ' αυτή τη διαδικασία απαλλοτρίωσης του ακινήτου της ενάγουσας που ξεκίνησαν το 2005 αδράνησαν αφού στο τέλος δεν την ολοκλήρωσαν όπως και δεν ολοκλήρωσαν ούτε τη δεύτερη διαδικασία απαλλοτρίωσης που ξεκίνησαν το 2014. Κοντολογίς οι εναγόμενοι 2 επέδειξαν πλήρη αδιαφορία τόσο σε σχέση με τα δικαιώματα της ενάγουσας όσο και με την όλη δικαστική διαδικασία, αφήνοντας έτσι αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα προφανώς διότι θεωρούσαν ότι είναι οι ίδιοι που θα μπορούσαν να κρίνουν πότε και πώς θα προέβαιναν στη λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων. Κρίνω συνεπώς ότι τα όσα λέχθηκαν στην Τσεσμελογλού ανωτέρω, σε σχέση με τις καταλυτικές συνέπειες που συνεπάγεται η περιφρονητική στάση που επιδεικνύει ένας διάδικος έναντι της δικαστικής διαδικασίας και του ιδίου του Δικαστηρίου, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ώστε αυτό να σφραγίζει την τύχη της αίτησης από αυτό το στάδιο. Για σκοπούς πληρότητας όμως, θα προχωρήσω να εξετάσω και τον ισχυρισμό των εναγομένων 2, περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Σημειώνω κατά πρώτο ότι τίποτα δεν έχει καταδειχθεί που να υποδηλοί ότι η ενάγουσα παραπλάνησε με οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο. Αντίθετα, συνιστά κοινό γεγονός ότι οι εναγόμενοι 2 επενέβησαν στο ακίνητο της ενάγουσας χωρίς να εξασφαλίσουν την συγκατάθεση της ή οποιοδήποτε διάταγμα απαλλοτρίωσης. Το ότι οι εναγόμενοι 2 ενεργοποίησαν τις διαδικασίες για να εξασφαλίσουν το απαιτούμενο διάταγμα δεν μεταβάλλει σε καμία περίπτωση το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ενάγουσας ή τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν της την ιδιότητα, εφόσον μόνο μετά την έγκριση της απαλλοτρίωσης από το Υπουργικό Συμβούλιο και την έκδοση του σχετικού διατάγματος είναι που αποκτούν οποιαδήποτε δικαιώματα οι εναγόμενοι 2 (βλ. αρ. 63
(3),
(4)και
(5)Ν.86(I)/1999ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο). Κατά δεύτερο, αν και οι εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν προς όφελος της ενάγουσας είναι αδικαιολόγητες και υπέρμετρες και αυτό στη βάση της αξίας των ακινήτων της γύρω περιοχής, καμία τέτοια μαρτυρία προσκόμισαν προς τεκμηρίωση, έστω εξ' όψεως, των επί του προκειμένου ισχυρισμών τους. Αντίθετα, στη Ε/Δ που κατέθεσε η ενάγουσα για απόδειξη της υπόθεσης της στις 13/04/2010, αυτή παρουσίασε εμπεριστατωμένη έκθεση εκτίμησης από εγγεγραμμένους εκτιμητές προς πλήρη απόδειξη των αξιώσεων της εξ' ου και πέτυχε τις αποζημιώσεις που αξίωνε. Από όποια σκοπιά επομένως και αν ήθελε ιδωθεί η αίτηση των εναγομένων 2 αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο