Γερολέμου νυν Ιωαννίδου ν. Γερολέμου κ.α., Αρ. Αγωγής 713/2015, 1/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A440 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 713/2015 Μεταξύ: XXXXX Γερολέμου νυν XXXXX Ιωαννίδου Ενάγουσας Και
- XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX αρ. 10, Διαμ. XX XXXXX, Λεμεσός
- XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX , XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Τίμμης, οδός XXXXX, αρ. XXXXX, περιοχή XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX 10, XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Αλεξάνδρου, XXXXX 9, XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Γερολέμου, ως προτιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου, τέως από την XXXXX, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX αρ. 10, Διαμ. XX XXXXX, Λεμεσός και XXXXX Γερολέμου ως προτιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου τέως από την XXXXX, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX, XXXXX, XXXXX Λεμεσός Εναγόμενοι (Αίτηση Τροποποίησης Κλητηρίου Εντάλματος και Ε/Α ημερ. 13/09/18) Ημερομηνία:01 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Νικολάου για Γ. Χαραλαμπίδη & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Η. Ηλία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά στη δεύτερη αίτηση που καταχώρησε η πλευρά της ενάγουσας με την οποία ζητά να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα της δια της προσθήκης δύο ακόμη παρακλητικών και την Ε/Α της δια της προσθήκης τριών ακόμη παραγράφων. Ζητά επίσης η ενάγουσα όπως της επιτραπεί να καταχωρήσει νέα και/ή συμπληρωματική ένορκο δήλωση προς επιβεβαίωση του περιεχομένου του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Πανομοιότυπη αίτηση η ενάγουσα καταχώρησε και στις 09/02/18, η οποία, κατόπιν ακρόασης, πέτυχε μερικώς (βλ. σχ ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 15/06/18). Ο λόγος για την καταχώρηση της παρούσας ήταν το γεγονός ότι παρά τη μερική επιτυχία της προηγούμενης αίτησης της, η πλευρά της ενάγουσας δεν καταχώρησε τα τροποποιημένα δικόγραφα της εντός της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα, στις 10/09/18 που εμφανίστηκαν οι συνήγοροι στο Δικαστήριο, αυτά να κριθούν εκπρόθεσμα και εξ' υπαρχής άκυρα (ipso facto void). Συνεπεία τούτου, ζητήθηκε χρόνος από πλευράς ενάγουσας να καταχωρήσει νέα αίτηση τροποποίησης, ήτοι την παρούσα. Ως ήδη ανέφερα, η παρούσα είναι πανομοιότυπη με την αίτηση της 09/02/18 σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που αξιώνονται εκ νέου και τα αιτήματα που αξιώνονταν με την προηγούμενη αίτηση και τα οποία είχαν απορριφθεί με την απόφαση της 15/06/
- Η μόνη διαφορά των δύο αιτήσεων είναι ότι στην εδώ υποστηρικτική Ε/Δ της ενάγουσας, γίνεται αναφορά στα όσα γεγονότα έλαβαν χώρα μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 15/06/
- Παρά την απλότητα του όλου θέματος, η πλευρά των εναγομένων καταχώρησε και πάλι ένσταση στην αίτηση της ενάγουσας, πανομοιότυπου σχεδόν περιεχομένου με την ένσταση που καταχώρησε στην αίτηση της 09/02/18, προσθέτοντας όμως περαιτέρω λόγους ένστασης και ισχυρισμούς περί κατάχρησης αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώρα από τις 15/06/18 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας. Προβάλλονται επίσης ως λόγοι ένστασης, θέματα δεδικασμένου λόγω της απόφασης της 15/06/18 και ότι η ενάγουσα ανεπίτρεπτα υιοθετεί την προηγούμενη αίτηση και Ε/Δ της παρά το ότι η παρούσα συνιστά νέα αίτηση. Την επιχειρηματολογία τους οι συνήγοροι την ανέπτυξαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω όπου κρίνεται αναγκαίο. Έχοντας διεξέλθει των παραστάσεων των μερών, δεν διαπιστώνω να έχει επέλθει οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση από τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον μου κατά την αίτηση της 09/02/18, έτσι ώστε να δικαιολογείται διαφορετική κατάληξη από αυτή που αναφέρω στην απόφαση μου ημερ. 15/06/
- Η μόνη διαφορά είναι ότι η ενάγουσα παρέλειψε τότε να καταχωρήσει εμπρόθεσμα τα τροποποιημένα δικόγραφα της, καθιστώντας έτσι, όπως κρίθηκε με ruling του Δικαστηρίου στις 10/09/18, την όλη διαδικασία τροποποίησης ipso facto void (βλ. προηγούμενη Δ.25 Θ.2 και υφιστάμενη Δ.25 Θ.3 και FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. ΝΙΚΟΣ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, 11/11/2015). Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε τρεις μέρες αργότερα, ήτοι χωρίς καμία καθυστέρηση. Οι όποιες θέσεις των εναγομένων επομένως, περί δεδικασμένου ή κατάχρησης της διαδικασίας, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Ως προς την ουσία της αίτησης, δεν χρειάζεται θεωρώ να αναφέρω οτιδήποτε πέραν των όσων ανέφερα στην προηγούμενη απόφαση μου ημερ. 15/06/18, το σχετικό απόσπασμα από την οποία παραθέτω αυτούσιο και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης: «Θα πρέπει κατ' αρχή να σημειωθεί ότι η παρούσα αγωγή, παρουσιάζει μια ιδιομορφία υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για συνηθισμένη πολιτική αγωγή, αλλά για κληρονομική αγωγή (probate action) και δη interest suit (αγωγή αξίωσης συμφέροντος). Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Tristram and Coote's Probate Practice, 20η έκδοση
(1956), στις σελ. 554 και 555 (βλ. επίσης 30η έκδοση
(2006), παρ. 27.12), μία interest suit προκύπτει όταν αμφισβητείται το συμφέρον που κάποιο πρόσωπο προβάλλει ως βάση για να του χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης ή που ενίσταται σε μια διαθήκη. Με άλλα λόγια, εγείρεται interest suit όπου η αμφισβήτηση, άμεση ή έμμεση, αφορά στον τίτλο κάτω από τον οποίο προβάλλεται η αξίωση σε διαχείριση. Το «θέμα» αυτό δύναται να δικαστεί ξεχωριστά από τα θέματα εγκυρότητας της αμφισβητούμενης διαθήκης ή στα πλαίσια ξεχωριστής και αυτόνομης αγωγή (original suit). Οι Κανονισμοί που διέπουν το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου μια τέτοια αγωγή εκδικάζεται είναι οι περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικοί Κανονισμοί 1955 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189 υπό την επιφύλαξη όμως του άρθρου 58 του Νόμου, ήτοι ότι, όπου δεν γίνεται πρόνοια για κάποιο θέμα στο Νόμο ή τους Κανονισμούς του Κεφ. 189, θα εφαρμόζεται η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (βλ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΥΓΓΕΛΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΥ Γ. ΛΟΪΖΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε120/2013, 21/12/2017). Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας «The Practice of the Probate Division of the High Court of Justice», για σκοπούς του Κεφ. 189, ασκείτο τότε, στη βάση των Contentious Probate Rules 1862 και των Non - Contentious Probate Rules 1954 ή ως έμειναν γνωστά, Contentious Business Rules και Non - Contentious ή Common Form Business Rules (βλ. σελ. 1 και 536-537 Tristram ανωτέρω) Η διαφορά μεταξύ των Contentious και των Non - Contentious ή Common Form θεμάτων (business), έγκειται στην ίδια την έννοια της λέξης contentious probate business ήτοι «αμφισβητούμενα κληρονομικά θέματα». Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Tristram (σελ. 537), οποιαδήποτε κληρονομική αξίωση δεν είναι μη-αμφισβητούμενη, είναι Contentious Business: «Non-contentious or common form probate business' means the business of obtaining probate and administration where there is no contention as to the right thereto . (και) . all proceedings in the Court of Probate or in the registries thereof in respect of business not included in the Court of Probate Act, 1857 (b), under the expression' Common Form Business: except the warning of caveats, shall be deemed to be contentious business." Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι η 20η έκδοση του συγγράμματος Tristram and Coote's Probate Practice στην οποία κάνω αναφορά στην παρούσα, έχει, δυνάμει της Εγκυκλίου ημερ. 21/12/56 του τότε Αρχιδικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, νομοθετικά υιοθετηθεί ως μέρος της πρακτικής που θα πρέπει να ακολουθείται από τα κυπριακά Δικαστήρια και Πρωτοκολλητεία, σε διάφορα θέματα διαχειρίσεων. Τα όσα επομένως περιέχονται στο εν λόγω σύγγραμμα, συνιστούν, αν μη τι άλλο, δυνατή και ασφαλή ένδειξη του πώς θα πρέπει να προσεγγίζονται τα κληρονομικά θέματα που εγείρονται στα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων Σύγγελου ανωτέρω όπου κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να ακολουθηθεί προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου επί συγκεκριμένου κληρονομικού θέματος, λόγω του ότι η προηγούμενη νομολογία, «.είχε εκδοθεί χωρίς να τεθεί ενώπιον του Εφετείου ώστε να ληφθεί υπόψη η αγγλική πρακτική και διαδικασία για τα πιο πάνω ζητήματα, θα πρέπει να προσεγγιστεί και υπό το πρίσμα της αγγλικής πρακτικής και διαδικασίας, προσέγγιση που ενδεχομένως να διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της υπόθεσης.»). Αναφορικά με το ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρουσιάζουν να περιέχουν κάποιες πρόνοιες που αφορούν σε κληρονομικά θέματα, παραθέτω το σχετικό σχόλιο των έγκριτων συγγραφέων του Tristram στη σελ. 1044: «The rules in the Annual Practice contain many provisions which apply expressly to the Probate Court. They contain other provisions which have nothing to do with the Probate Court Practice. But when we find distinct rules in the Probate Court dealing with "particular subject matter, they, in my opinion, remain in force not-withstanding that there may be a different rule dealing with that subject matter in the Rules of the Supreme Court. Section 18 of the Supreme Court of Judicature Act, 1875 . says that all rules in the Court of Probate in force at the time of the "commencement of the Act shall remain and be in force in the High Court and in the Court of Appeal respectively until they shall respectively be altered or annulled by any Rules of Court made after the commencement of this Act" (per COZENS-HARDY,M.R., Hailstone, deceased, Hopkinson v. Carter, [1909] P. at p. 120, C. A.). This is re-enacted by s. 226 of the Judicature (Consolidation) Act, 1925. Notwithstanding this ruling, it is often far from clear whether a particular subject matter is, in fact, dealt with under the Probate Rules or those of the Supreme Court. The footnotes to the following rules are made to indicate what is now actually done». Το ότι οι Κανονισμοί του 1955 και η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας «υπερισχύουν», επιβεβαιώνεται όχι μόνο από το αρ. 58 Του Κεφ.189 (βλ. Σύγγελου) αλλά και από τις ίδιες τις αναφορές που γίνονται στο Annual Practice 1958 σε σχέση με τον τύπο και πλαίσιο εντός του οποίου καταχωρείται και προωθείται μια κληρονομική αγωγή και που για την ακολουθητέα διαδικασία, παραπομπή γίνεται στη διαδικασία που προνοείται στα Contentious Probate Rules (βλ. Ο.1 r.1.- Form and Commencement of Action, σελ. 7 - Action in the Probate Division). Έχοντας σκιαγραφήσει το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου εμπίπτει η παρούσα αγωγή, προχωρώ να εξετάσω το υπό κρίση αίτημα τροποποίησης που έχει υποβληθεί. Σημειώνω κατ' αρχή ότι σύμφωνα με τη Σύγγελου ανωτέρω, «.η τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου είναι εφικτή κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και παρόμοιας επαλήθευσης της, όπως προνοείται από τη Δ.2,Θ.13, δηλαδή με ένορκη δήλωση.». Αυτό είναι κάτι που επιβεβαιώνεται και από τον Καν.42 των Contentious Business Rules αλλά και από το Annual Practice όπως αναφέρεται και στη Σύγγελου. Αν και στην Σύγγελου, η οποία επίσης αφορούσε αίτημα τροποποίησης του κλητήριου και της Ε/Α, τελικά δεν αποφασίστηκε η ουσία του αιτήματος και το θέμα αυτό στάληκε πίσω στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να το αποφασίσει, από τα όσα σχετικά αναφέρονται στο Annual Practice αναφορικά με αιτήματα αυτής της φύσης (βλ. Ο.28 αντίστοιχη της δικής μας Δ.25), οι εφαρμοστέες αρχές είναι οι ίδιες όπως για κάθε περίπτωση τροποποίησης δικογράφου στη βάση της Δ.25. Επομένως, το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κυρίαρχο στοιχείο για την άσκησή της οποίας είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης, (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, στη σελ. 26). Tο συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. H σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα Η βασική αρχή είναι ότι, κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543) Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Τούτων λεχθέντων όμως, δεν θα πρέπει να αγνοείται ότι σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1, βασική προϋπόθεση για την έγκριση ενός αιτήματος τροποποίησης είναι αν αυτή είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων - «all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Όπως αναφέρεται στη σελ. 627 του Annual Practice, «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment». Ταυτόχρονα, τα θέματα που επιχειρούνται να προστεθούν ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής, θα πρέπει να είναι θέματα για τα οποία το Δικαστήριο όντως έχει δικαιοδοσία να τα εξετάσει (βλ. κατ' αναλογία Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 155). Με γνώμονα τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τι ακριβώς είναι που η ενάγουσα επιχειρεί να προσθέσει με την αιτούμενη τροποποίηση σημειώνω τα εξής: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Tristram στις σελ. 554 -555: «The decision in an interest suit may involve an issue of pedigree or of legitimacy, but a prayer for a declaration of legitimacy may not be included in the 'writ of summons, . such a claim shall be brought to the court by petition and not by writ (a); the Divorce Division is the proper tribunal (Warter v. Warter
(1890),15P. D. 35; 30 Digest 152,255.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η απόφαση σε μια κληρονομική αγωγή αξίωσης συμφέροντος μπορεί να περιλαμβάνει θέματα γενεαλογίας ή νομιμότητας, όμως δεν μπορεί να περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα, παρακλητικό για αναγνωριστική απόφαση αυτής της νομιμότητας . τέτοιο αίτημα θα πρέπει να εγερθεί με αίτηση (petition) και όχι με κλητήριο ένταλμα . το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία επίλυσης γάμων είναι το καταλληλότερο Δικαστήριο » Παρόμοια αναφορά γίνεται και στη σελ. 571 αναφορικά με το τι δύναται να περιέχεται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου μιας κληρονομικής αγωγής για αξίωση συμφέροντος: «Considerations in settling indorsement of claim
(2)The nature of the claim to be put forward. In an action for proof of a will in solemn form, it is material to consider whether the plaintiff shall rely on one testamentary instrument, or whether he shall claim in the alternative, e.g. probate of an earlier will in the event of the last will propounded by him being pronounced against, etc. (A declaration of legitimacy cannot be claimed in a probate action (Warter v. Warter
(1890), 15 P. D. 35; 30 Digest 152, 255.)» Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώνεται και από το Annual Practice, τόσο σε σχέση με το τι δύναται και τι όχι να περιλαμβάνει ένα κλητήριο ένταλμα κληρονομικής αγωγής που καταχωρείται στο σύνηθες Αστικό (Civil) Δικαστήριο όσο και σε σχέση με τη δυνατότητα ενός τέτοιου Δικαστηρίου να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις (Declaratory Judgments): Σελ. 23 - Probate Actions «Declaration of Legitimacy.—If plaintiff desires such a declaration it cannot be joined with the claim on a writ in a probate action, the procedure to obtain it being by petition (Warter v. W., 15 P. D. 35).» Σελ. 2001-2002 in Regards to Procedure Generally «.a claim (on legitimacy) must be brought by petition; it cannot therefore be brought by writ under O.2 r.1 Warter v. W., 15 P. D. 3.).» Σελ. 579 - Declaratory Judgment (O.25 r.5 - αντίστοιχη με τη δική μας Δ.27 Θ.4) « A declaration of legitimacy cannot be made under this Rule: it. can only be made on petition under J. Α., s. 188 (Warter v. Warter, 15 P. D. 35; Yool v. Ewing, [1904] 1 Ir. B. 446); or in the case of children legitimated under the Legitimacy Act, 1926, by a Petition under section 2, see (n.) to J. Α., s. 188, in Part IX, Div. I; nor can the Divorce Division make a declaration as to the validity of a marriage under this rule (De Gasquet James v. Duke of Mecklenburg-Schwerin, [1914] P. 53). S. 188 of J. A. has been repealed; see now M. C. Act·, 1950, s. 17:» Τα πιο πάνω φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από την κυπριακή νομολογία. Όπως προκύπτει από την παλιά υπόθεση Maroulla Costa Petridou ν. Stassa Exarchou
(1974)1 CLR 160, το αίτημα για αναγνώριση τέκνου υποβάλλεται και εκδικάζεται στη βάση petition, και όχι στη βάση κλητήριου εντάλματος Από της ίδρυσης του Οικογενειακού Δικαστηρίου και ειδικότερα της θέσπισης του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν.187/1991), Νόμο τον οποίο η εδώ ενάγουσα επικαλείται, αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστικής αναγνώρισης τέκνου ή γενεαλογίας προσώπου, έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία το τέκνο έχει τη συνήθη διαμονή του (βλ. αρ. 2), κατόπιν υποβολής σχετικής «αίτησης» σύμφωνα με τα αρ. 20 και 21 του εν λόγω Νόμου. Σημειώνω εδώ ότι όταν δικάζετο η υπόθεση Exarchou ανωτέρω, ούτε το Οικογενειακό Δικαστήριο είχε ιδρυθεί, ούτε υπήρχε ο Ν. 187/91, εξ' ου και εκείνη υπόθεση εκδικάστηκε από Δικαστήριο που είχε δικαιοδοσία εκδίκασης Πολιτικών Αγωγών, ως το Δικαστήριο που εκδίκαζε τότε και τα θέματα οικογενειακής φύσης. Σημειώνω τέλος ότι όπως και στην Κύπρο έτσι και στην Αγγλία, αυτά τα θέματα, εκδικάζονται πλέον, από το Οικογενειακό Δικαστήριο/Tμήμα με τη διαφορά όμως στην Αγγλία, από το 1970 και εντεύθεν, η δικαιοδοσία επικύρωσης διαθηκών και άλλων κληρονομικών θεμάτων, έχει ενταχθεί στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου/Τμήματος, προφανώς λόγω της άμεσης σχέσης τους με τα θέματα που το εν λόγω Δικαστήριο/Τμήμα επιλαμβάνεται (βλ. S.1 Administration Act 1970 και σχετικές αναφορές στη 30η έκδοση του Tristram). Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι προτιθέμενες τροποποιήσεις του παρακλητικού (prayer) του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, δεν μπορούν να επιτραπούν, εφόσον, όχι μόνο εκφεύγουν του ορθού δικονομικού πλαισίου αλλά ειδικότερα, επειδή οι θεραπείες στις οποίες αφορούν, εκφεύγουν της καθ' ύλη δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και σε σχέση με τις προτιθέμενες τροποποιήσεις της Ε/Α, οι οποίες κρίνω, στη βάση όλων των ενώπιον μου δεδομένων, ότι μπορούν να επιτραπούν να προστεθούν στην Ε/Α. Στην κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη μου τη φύση της υπόθεσης ως αυτή αναδύεται από τα υφιστάμενα δικόγραφα, τη φύση των επιδιωκόμενων προσθηκών, τα δικαιώματα αμφότερων των μερών ως προβάλλονται από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, το σχετικά αρχικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση - δεν έχει ακόμη ξεκινήσει η ακρόαση -το ότι η όποια ταλαιπωρία δύναται να προκληθεί στην πλευρά των εναγομένων, αυτή δύναται να αντισταθμιστεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και ότι δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας από πλευράς ενάγουσας στην καταχώρηση της παρούσας. Δε διαφεύγει της προσοχής μου ότι τα όσα επιχειρούνται να προστεθούν στην Ε/Α παρουσιάζονται να είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις προτιθέμενες προς προσθήκη θεραπείες οι οποίες δεν επιτράπηκαν να γίνουν για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Την ίδια στιγμή όμως, όπως αναφέρεται και στο Tristram ανωτέρω, είναι η συγκεκριμένη θεραπεία που δεν μπορεί να περιληφθεί στο κλητήριο και όχι τα τυχόν γεγονότα που την περιβάλλουν, εφόσον, κατά την εξέταση του κατά πόσο όντως η ενάγουσα δικαιούται στο κληρονομικό συμφέρον που αξιώνει, το Δικαστήριο ενδεχομένως να πρέπει να υπεισέρθει σε θέματα γενεαλογίας ή νομιμότητας. Αυτό που δεν μπορεί όμως να πράξει το Δικαστήριο, είναι να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση ότι η ενάγουσα όντως είναι τέκνο του αποβιώσαντα - «.the decision in an interest suit may involve an issue of pedigree or of legitimacy, but a prayer for a declaration of legitimacy may not be included in the 'writ of summons.». Ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, οι διάδικοι και ιδιαίτερα η ενάγουσα, θα πρέπει να προβληματιστούν ως προς το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται και προωθείται η παρούσα αγωγή, υπό την έννοια ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε αναγνώριση της ενάγουσας ως γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντος. Επί του θέματος αυτού όμως δεν θα επεκταθώ.» Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφοι 2 και 3 της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα με επισυνημμένη σχετική Ε/Δ ως προνοούν οι σχετικοί Κανονισμοί, τροποποιημένη στη βάση των όσων γεγονότων έχουν εγκριθεί να προστεθούν στην Ε/Α καθώς και τροποποιημένη Ε/Α να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου του Τροποποιημένου Κλητηρίου και Ε/Α. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Τυχόν περαιτέρω αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων που θα κριθεί αναγκαίο να γίνει συνεπεία της τροποποίησης, να γίνει από αμφότερους τους διαδίκους σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μέχρι 03 Δεκεμβρίου 2018 το αργότερο όταν και ορίζεται η αγωγή στις 0900 για οδηγίες. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας, λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός ότι η αναγκαιότητα καταχώρησης της προέκυψε εξ' υπαιτιότητας της ενάγουσας και αφ' ετέρου ότι παρά την απόφαση της 15/06/18 οι εναγόμενοι επέμειναν στην προβολή των ίδιων ουσιαστικά λόγων ένστασης, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όσον αφορά όμως τα σπαταληθέντα έξοδα (thrown away) που θα προκύψουν από την τροποποίηση, αυτά, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης Κληρονομικής Αγωγής (probate action). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο